Πεζοί Ρυθμοί

Part 1

Chapter 128 wordsPublic domain

Produced by Sophia Canoni

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.

ΖΑΧΑΡΙΑ Λ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ "ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ„

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1922

ΖΑΧΑΡΙΑ Λ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

ΠΕΖΟΙ ΡΥΘΜΟΙ

ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ "ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ„ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1922

ΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ

Στον κάμπο με τα χρυσά κλήματα, στη θάλασσα των αμπελιών μάς πήγαινε το τραίνο — μια Κυριακή πρωί, μια ρόδινη ανατολή. Στη θάλασσα των αμπελιών, εκεί ακούσαμε την καμπάνα, μια Κυριακή πρωί, την καμπάνα της λειτουργίας!

Γνωρίζεις, ψυχή μου, αυτόν τον ήχο ;

Για ξένους τόπους ξεκινήσαμε, για συννεφιασμένους ουρανούς. Άσπρα χωριά φεύγουν μπροστά μας, άσπρα καμπαναριά χάνονται στης τούφες των δέντρων. Η ράχες γέμισαν ρόδα — στον κάμπο χύνεται ο ψαλμός της καμπάνας! Πού την πας την ανία σου ;

Σαν άσπρο σύννεφο περιστεριών, σαν περιστέρια με καμαρωτό στήθος, σαν περιστέρια με νύχια κοράλινα, πετούν με τον ήχο της καμπάνας στον αέρα οι στοχασμοί των χωρικών που πάνε στη λειτουργία! Ας μπορούσες μαζί με τους στοχασμούς των να πετάξης απάνω απ' την πεδιάδα! Ας μπορούσες να καταίβης μαζί τους σε καθαρό νεράκι, να σταθής μαζί τους σε μπαλκόνι με βασιλικά! Είνε πρωί τριανταφυλλένιο, είνε Κυριακή.

Τούτα τα βουνά που ροδίζουν στην ανατολή κράτησε τα στα βάθη σου, φτωχή μου ψυχή.

Τούτες η χρυσές Ελλάδες, που φεύγουν σήμερα γύρω απ' το τραίνο, θάρχωνται στης νύχτες της ξενητειάς σου... Τούτα τα λουλούδια των χωραφιών θα φυτρώνουν στους γκρεμούς της απελπισίας σου, στην άβυσσο της ανίας σου — για να τα τρυγάς κάτω από βροχή κι' ομίχλη...

Γνωρίζεις, ψυχή μου, αυτόν τον ήχο ;

Η καμπάνα σε ρωτάει για πού ξεκίνησες.

Η καμπάνα σε ρωτάει πώς λησμόνησες τον Κύριον Ημών...

Ω! απάνου απ' τη χρυσή πεδιάδα, τούτο το πρωί της Κυριακής, άκουσε, σκυφτή, τον ήχο που σε κρίνει! Γύρισε πίσω.

ΓΥΡΟΛΟΓΟΙ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ

Πάντα ο πραματευτής στο στενό δρόμο — πάντα η φωνή του στο δειλινό!

Πάντα η φωνή του στην πορφυρή ώρα — όταν κάποιο φτωχό τζάμι της Αθήνας ανάβει απ' την ενθύμησι του ήλιου που έσβυσε!

Νάνε η ανία της πόλης που έκαμε τη φωνή του μελωδία ; Νάνε αυτή που τη χρυσόδεσεν απάνω στην ώρα ; Νάνε η λύπη μου που την προσφέρει στον εσπερινό ;

Ας ήξερα ποιος οδηγεί τη φωνή του πραματευτή να τελειώνη σε ψαλμό — ποιος της έδωκε τη βυζαντινή καμπύλη. . .

Νάνε η ζωή — νάνε ο καιρός — νάνε η ψυχή μου που αρμόζει της φωνές των γυρολόγων απάνω στης ώρες και στα τοπεία ;

Πάντα η φωνή του πραματευτή στο φτωχό δρόμο — η φωνή του στον ήλιο που βασιλεύει!

Η φωνή του είν' ο καιρός που μας χτύπησε.

Η φωνή του είν' η μέρες που δεν ξανάρχονται. Η φωνή του είν' η γνώση που μας επίκρανε.

Και συ δεν ξέρεις τίποτα — όταν το ημιτόνιο της μελωδίας σου λυώνει στο φλογισμένον ορίζοντα — πραματευτή με τα νήματα και της δαντέλλες!

ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Κύριε, που ρίχνεις το σκοτάδι στα στάχια και στα κύματα, στους λογισμούς και στα δάση — ευδόκησε να πέση η νύχτα και να μου σκεπάση τη μνήμη!

Κύριε, που έγνεψες στον αδερφό μου να ρθή στο πλευρό σου, σκόρπισε την ενθύμησί του καθώς σκορπίζεις το άσπρο σύννεφο στο γαλανό διάστημα — και μην επιτρέψης στην προδοσία της φαντασίας να τον φέρνη μπροστά μου για να τον χάνω πολλές φορές! Απομάκρυνε από με τη μάταιη παρηγοριά. Επίβλεψε τους ύπνους μου για να μη τον ονειρευτώ.

Σβύσε, Κύριε, της ευτυχίες που είχα στο πλευρό του. Σκότισε μέσα στο πνεύμα μου τα ηλιοβασιλέμματα που κυττάξαμε μαζί μ' εκείνον· μάρανε τη θάλασσα των σπαρτών που μου είχε δείξει· αφάνισε από μπρος μου ό,τι αυτός είχεν αγαπήσει — τοπεία, μορφές, πολιτισμούς.

Άστραψε, Κύριε, με φοβέρα στην αδυναμία μου που κυττάζει τους βραδυνούς ορίζοντες μήπως τον ιδή. Μην αφήσης τους στεναγμούς μου να κινούν τα φυλλώματα του Παραδείσου. Μην αφίνης την αμφιβολία μου να σβύνη τη φλόγα των άστρων σου. Κεραύνωσε τον πόνο μου που ρωτά τον ουρανό κι' ασχημίζει την αιωνιότητα.

Κύριε, ας μη τον θυμηθώ! Ξέρω που τον έβαλες σε τοπείο με απλές και καθαρές μορφές. Ακουμπημένος ελαφρά σε λιγερόκορμο δέντρο ξέρω που θα κυττάζη και θα χαίρεται αληθευμένες της ζωγραφικές οπτασίες του. Σε τέτοια δόξα γιατί να τον ταράξη ο πόνος μου ; Γιατί να φυσήξη το παράπονό μου στους κήπους των ιδεών σου ; Γιατί να χύσω δάκρυ μέσα στη βρύση της αλήθειας ;

Κύριε, ρίξε μου όλες σου της νύχτες στη μνήμη!

ΒΡΑΔΥΝΟΣ ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ

Μην έχοντας πλάνη ικανή να μας γελάση — σπίτι να μας ανάψη φωτιά — χέρι να σφίξωμε — όνειρο ν' ακολουθήσουμε — πηγαίναμε ανάμεσα στην πλάση χωρίς σκοπό, εγώ κι' η ψυχή μου.

Η ψυχή μου είνε βουβή. Η χαρά την αποχαιρέτισε. Η ενέργεια την ξέχασε. Τα παρεκκλήσια τη διώχνουν. Κυττάζει τον κόσμο και σωπαίνει.

Και τώρα, καθώς περνούμε ανάμεσα στην πλάση, πόσο είμαστε έρημοι! Κανένα δέντρο δεν ρώτησε πού πηγαίνουμε.

Το νερό δεν εστάθηκε να μας καθρεφτίση.

Το κοράκι δε χαμήλωσεν — ούτε για να ιδή αν είμαστε πεθαμένοι.

Τ' αστέρια δεν άναψαν για μας.

Τα πουλιά πήγαιναν να κοιμηθούν χωρίς να μας ρωτήσουν αν έχωμε να τους δώσωμε μήνυμα — σ' εκείνους που μας λησμόνησαν.

Απαντήσαμε τη νύχτα στο δρόμο — και δε μας πήρε στα παραμύθια της.

Κι' όμως — κάποια παράδοξη ζέστα νοιώσαμε στην ερημιά εμείς οι έρημοι. Κάποια παράδοξη χαρά δοκιμάσαμε βυθισμένοι στην απέραντη αδιαφορία της πλάσης — που μας έσφιγγε με στοργή, χωρίς να γνωρίζη ούτε μας, ούτε τον εαυτό της!

ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΤΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ

Δυο κατσίκια πήδησαν μπροστά μου στη χλόη — τάχα ποιος να μου στέλνη αυτό το δώρο στα παιδιάτικα χρόνια μου που πέρασαν ;

Γαλάζιο πουλάκι έσεισε μπροστά μου την ουρά του — κάποιος θα το στέλνη προσφορά στους παληούς μου πόνους.

Είδα τ' άσπρο αρνάκι που γεννήθηκε μόλις προχτές — κάποιος θα θυμήθηκε πως έκαμα μια καλή πράξι έναν καιρό.

Απάντησα στον κάμπο το δέντρο με τον κορμό του σαν αργή μουσική στροφή — κάποιος θα το φύτεψεν εκεί παρηγοριά του πνεύματός μου.

Το φλογισμένο βραδυνό σύννεφο βυθίζεται στη βάρυπνη ψυχή μου κι' η ψυχή μου ροδίζει όπως οι βάλτοι των χωραφιών. Ευχαριστώ το Δημιουργό!

ΚΟΝΣΕΡΤΟ

Του Μπετόβεν η Εννάτη μας πήρε και ταξειδέψαμε, αγαπημένη, θείο ταξείδι. Ατάραχη και βέβαιη για το δρόμο της, η Εννάτη, μας πήγαινε στο άστρο των Ιδεών.

Ω! μην το πης ποτέ τι είδες. Να το θυμάσαι μόνον σαν είσαι ωραία, μόνο σαν είσαι πολύ δυστυχισμένη. Στο βαθύτερο φως των ματιών σου που δεν το βλέπει κανείς, ούτε η αγάπη, κράτησε της αθάνατες μορφές που καταδέχτηκαν να της κυττάξωμε. Είδαμε της γραμμές που ονειρεύονται τα μάρμαρα εδώ στη γη με το φεγγάρι. Είδαμε όσα συλλογίζονται το βράδυ τα γερμένα δέντρα. Γνωρίσαμε τους λογισμούς των νερών στην ώρα της δύσης. Της υπέρτατες μορφές, τους τύπους αντικρύσαμε. Στον κρουνό των στοχασμών το κουρασμένο μας πνεύμα ελούστηκε. Στην πηγή της καλωσύνης το περιστέρι της ψυχής μας ήπιε.

Λοιπόν δίκαια πονούσαμε! Λοιπόν όσα τολμήσαμε να πιστέψωμε τόσον καιρό — ήταν αλήθεια. Εκεί απάνω βρήκαμε το σκοπό του πόνου. Μη φοβηθής ποτέ πια την ασκήμια των ανθρώπινων ψυχών — τη φρίκη της μοίρας.

Μη φοβηθής τίποτα — παρά συλλογίσου όταν υποφέρης, το Ταξείδι! Το πλοίο της Εννάτης θυμήσου όταν άραξε στο άστρο των Ιδεών — τον Πλάτωνα θυμήσου, ορθό, σε λειβάδι άσπρο απ' ανθούς, καθώς κύτταζε μακρυά της Ιδέες να λούζωνται στη θάλασσα του γαλάζιου!

Ευλογημένος αυτός που μας πήρε στο πλοίο των ήχων, αυτός που μας πήγε στην αιτία του κόσμου — ευλογημένο το θλιβερό του πνεύμα που μας ταξείδεψε. Βυθίσου για πολύν καιρό στον εαυτό σου. Σιωπή — σιωπή.

ΚΟΙΝΗ ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

Σήμερα είμαι ο κοινός κι' ο αλάθευτος προφήτης.

Σήμερα ξέρω εκείνα που οι άλλοι τρέμουν να τα πουν.

Ωραία κοπέλλα, στην άσπρη αυγή του γέλιου σου βλέπω τον Άδη των δοντιών που θα λείψουν. Ωραία γυναίκα! Στο μουσικό περπάτημά σου βλέπω την ποδάγρα που θα σε βυθίση στην πολυθρόνα — όταν σαλεύοντας το κάτω σαγόνι, πολύ γρηά, θα παραπονιέσαι χωρίς ν' ακουστής.

Έφηβε! Ακούω τον αγώνα της γεροντικής σου βακτηρίας απάνω στης πέτρες.

Έρωτα! Βλέπω τα φεγγάρια να ξανάρχονται στρογγυλά κι' όταν θάχεις ξεχαστή.

Ρόδινα πρόσωπα γύρω στη λάμπα του χαρούμενου σπητιού! Ακούω τη βροχή να σβύνη την επιγραφή των χορταριασμένων σας τάφων.

Το έργο του ποιητή που θαυμάζω σαπίζει στο παλαιοπωλείο του δρόμου.

Ο απόστρατος σέρνει την ημιπληγία του με βροντερά σπηρούνια προς το δημόσιον πάγκο.

Στον παληό κήπο απαντήθηκαν οι δυο ερωτευμένοι και προσπεράσανε — σαν να μην είχαν ποτέ γνωριστή.

Το άλογο της ενέργειας κυλίστηκε στα βάθη μιας χαράδρας.

Ο πονεμένος λησμόνησε.

Απάνω στα συντρίμματα των πολιτισμών βηματίζουν οι αρχαιοφύλακες.

Ω σιωπή! Ω λήθη! Απόψε, όσο ποτέ άλλη φορά, σας ακούω.

ΘΑΝΑΤΟΣ ΑΡΧΑΙΟΥ ΘΕΟΥ

— Λοιπόν, είπεν ο αρχαίος θεός, ήρθεν η ώρα να πεθάνω. Το γέλιο του Λουκιανού ακούγεται στον Όλυμπο. Αφού όμως αυτό είνε το θέλημά σου, ώ άνθρωπε, τι μπορώ να κάμω; Είσαι το υπέρτατο Ον που πλάττει κι' αφανίζει — και τίποτε δε μπορεί να γλυτώση απ' την καταστροφή όταν αποφασίσης να το λησμονήσης. Εμείς οι Θεοί το ξέρομε! Αν κι' η σκέψη μας είνε περιωρισμένη, κρατεί όμως απ' τη μεγάλη σου διάνοια που την εδημιούργησε — και μπορεί κάποτε, τολμώντας, να φτάση ως το Απόλυτο, που είσαι συ. Σου χρωστούμε τα πάντα. Καταδέχτηκες να μας δώσης τη γραμμή του σώματός σου. Σε μιαν απελπιστική μακαριότητα θα νυστάζαμε άνεργοι, γράφοντας συνταγές αρετής, αν δεν είχες προνοήσει από ευσπλαγχνία να μας χαρίσης το σώμα σου και τα πάθη του! Χάρις σ' εσένα γνωρίσαμε το ανθισμένο μονοπάτι της αμαρτίας. Απογύμνωσες τη διάνοιά σου για να μας δώσης της ιδέες της, την ψυχή σου για να μας χαρίσης την αγάπη της και το θυμό της — και καταδέχτηκες απ' το μεγάλο σου έργο, απ' τη φωτιά, ν' αφήσης ν' ανάψωμε τον κεραυνό μας που σε σκοτώνει.

Τώρα τελείωσαν όλα. Δεν έζησα παρά μια στιγμή — μόνο χίλια χρόνια — κι' είνε θλιβερό να πεθαίνη ένας Θεός νέος μέσα σ' ένα λαό σαν τους Έλληνες. Ποτέ πια δε θα πετάξω απ' τον Όλυμπο στον Ταΰγετο μαζί με τ' αλαφρά σύννεφα που τα κυνηγούν ανοιξιάτικοι άνεμοι. Ποτέ δε θ' αγναντέψω το λιγερό ελιγμό του Αλφειού μέσα στο απαλό τοπείο της Ολυμπίας — μήτε θα λούσω το κορμί μου ανάμεσα στης Κυκλάδες, την ώρα που τα κύματα εναντιώνονται στο λευκό πανί που πηγαίνει για τη χρυσή Δήλο!

Μα μήπως είμαι αθάνατος ; Θεός είμαι. Θ' ακολουθήσω το θέλημα εκεινού που μ' έπλασε. Άνθρωπε, δημιουργέ, παράλαβέ μου το πνεύμα!

ΕΡΓΑΤΕΣ

Στου πλατάνου τον ήσκιο, το μεσημέρι, ακουμπισμένοι στο χώμα, ξεκουράζονται αυτοί που δεν έχουν ιστορία — οι εργάτες.

Μιλούνε κινώντας τη γροθιά των — σα να δουλέβουν. Συνοδεύει της αγαθές των κουβέντες η αιώνια χειρονομία που χτίζει, αυτή που ύψωσε καταπρόσωπα του θανάτου της Πυραμίδες, το δωρικό ναό, της πέτρινες γοτθικές προσευχές.

Κανένας δε θα τους μάθει! Ξέρουν τη δημιουργία χωρίς υπογραφή.

Μα ενώ βυθίζονται στη λήθη των ανθρώπων, η πλάση που έχει απάνω της τα σημάδια της δύναμής των και της τόλμης των τους θυμάται — καθώς η γυναίκα το αντρίκιο σφίξιμο. Δίχως το λοστό στους γοφούς της, δίχως το φουρνέλο στην πέτρα της καρδιάς της, δίχως τον αθάνατον αχό τους, συλλογιέται πόσο θα ήταν στείρα, βαρειά απ' την άνεργην ενέργεια και την άκαρπην ωμμορφιά ρωτώντας για το σκοπό της χωρίς να τον μάθη . ..

Και το στοχασμό της τον βλέπω αυτό το ανοιξιάτικο μεσημέρι στο ρυάκι του λαμπρού φωτός, που σμαραγδένιο και ρόδινο μαζί, σταλάζοντας μέσ' απ' τα φύλλα του πλατάνου, τρέχει απάνω στα πουκάμισά σας και, στους λαιμούς σας, καθώς σαλεύετε μιλώντας, γιγάντιοι δουλευτάδες, ω σύντροφοί μου!

Ο ΠΛΑΤΑΝΟΣ

Ενώ σάλεβεν ακόμα τη δύναμί του ο πλάτανος και το πράσινό του ήταν σαν καμπάνα της χαράς που χτυπά στο διάστημα, τα στρογγυλά σύννεφα του φθινόπωρου υψώθηκαν ακίνητα στον ορίζοντα — και τον κύτταξαν.

Τότε άρχισε να ετοιμάζεται για το θάνατο.

Τα πρώτα φύλλα του που κιτρίνισαν, σαν μάτια που άνοιξαν στο φως της αλήθειας, είδαν το άπειρο που τον περίμενε — κι' ο πλάτανος ανατρίχιασε στη σκέψη πως θα γνωρίση το σκοπό του.

Απ' το ρυάκι που τον ποτίζει δεν πέρνει πλέον τίποτε υλικό. Ακούει μονάχα το τραγούδι του νερού στο φεγγάρι.

Λίγο — λίγο κιτρίνιζε. Λίγο — λίγο έφταναν στα κλαριά του χρυσοί στοχασμοί. Ως που μια μέρα κρατώντας ολάκερο το θησαυρό του άστραψε μέσ' το σκοτεινό Δεκέμβρη κι' έστησε μέσ' το πάρκο το χρυσό πολυέλαιο του μαρασμού του ακίνητο. Ούτ' ένα φύλλο δεν του έμεινε πράσινο — τίποτα πια δεν του θυμίζει τον κόσμο.

Σαν άγγιξεν έτσι την τελειότητα, έρριξε το πρώτο του μαραμένο φύλλο — μήνυμα πως είν' έτοιμος.

Και τ' άλλα φύλλα, βλέποντας εκείνο με ποια γαλήνη ξεκίνησε, φρόντισαν να πεθάνουν σύμφωνα με την ενθύμησή του. Δίχως τη βοήθεια του ανέμου, αποχαιρετώντας το κλαδί και σταματώντας για μια στιγμή στον αέρα, σαν πουλί που ζυγιάζει τα φτερά του, έπεφταν με κίνημα άξιο των ψυχών που γνώρισαν το Μοιραίο και δεν έχουν γελαστή.

Ζ Ω Η

Μαύρα κι' ανήσυχα γίδια κατεβαίνουν να πιουν στην κελαϊδούσα ρεματιά.

Μαύρα κι' ανήσυχα γίδια στάθηκαν άξαφνα στον κατήφορο, με τα κέρατα σαν κλάδους, και τα κεχριμπαρένια των μάτια με κυττάζουν.

Μέσ' απ' το λόγγο, μέσ' απ τα σγουρά πεύκα, ένα κοτσύφι σφυρίζει σαν τσοπανόπουλο.

Α! ζωή τρελλή που είσαι! Α ζωή!

Στον κόρφο του βουνού, σαν καλωσύνη που κρύβεται είν' ένα εκκλησάκι.

Χρόνια διακόσια κοιμάται απόξω ο καλόγερος που το ζωγράφισε — χρόνια διακόσια σωπαίνουν τα τρία του κυπαρίσσια.

Στον κόρφο του βουνού είν' ένα κάτασπρο εκκλησάκι.

Α ζωή ωραία που είσαι! Α ζωή!

Απάνω στης λιλά μολόχες, απάνου στο νέο θυμάρι, πουλάκια δίχως όνομα, στιγμές πουλάκια, ήρθαν — έφυγαν.

Η γαλανές σκιές των φύλλων τρέχουν στο φακιόλι της χωριατοπούλας που διαβαίνει κάτου απ' τον πλάτανο.

Στον ήσκιο του ο γεροπεύκος κοίμισεν ένα κοπάδι.

Στο λαμπρό γαλάζιο τ' ουρανού άσπρα σύννεφα σβύνουν από ηδονή...

Α ζωή ευτυχισμένη που είσαι! Α ζωή!

Κι' όμως την ώρα του δειλινού — δεν ξέρω τι θέλει το φως του άλλου κόσμου και χύνεται στα πεύκα, τι θέλει το φως του άλλου κόσμου...

Κι' όμως τώρα που βράδυασε δεν ξέρω γιατί όλα στον κόσμο συλλογίζονται την αιτία των — γιατί το σκοτάδι απλώνεται σαν ένα μεγάλο νόημα...

Κι' όμως τώρα που σκοτείνιασε τα πλάσματα συλλογίζονται το νόημα τούτο, που το είχανε ξεχάσει το πρωί σήμερα με τον ήλιο, σήμερα με της χαρές, και πάλι θα το ξεχάσουν αύριο με τον ήλιο, αύριο με της χαρές...

Α ζωή ασυλλόγιστη που είσαι! Α ζωή!

ΠΑΘΗ

Πάθη του ανθρώπου! Στο σιδερένιο κλουβί της Ηθικής ρυάζεσθε και γυρνάτε απελπισμένα — ωραία θηρία της θερμής Αφρικής!

Λεοπάρδαλη της ηδονής — λιοντάρι του θυμού — τίγρη του μίσους — ω! πόσο μεγαλότολμα εργάστηκεν η πλάση την κυρίαρχη γραμμή σας! Πώς ξετυλίγεται η αρμονία των θαυμαστών σας μυώνων στο καρτέρι και στην έφοδο!

Κι' όμως λίγη σκέψη, που τρέμει σαν καλάμι, μπόρεσε να σας κλείση στα σιδερένια κλουβιά της αρετής — και να! ο Στωικός με το μαστίγιο έκαμε τα φοβερά σας σώματα να ζαρωθούν σε μια γωνιά της φυλακής και να σωπάση η μεγάλη σας κραυγή προς την ελευθερία!

ΟΙ ΓΑΤΟΙ

Ευτυχισμένοι και ράθυμοι, χωρίς ηθική και χωρίς εργασία, κυρτώνουν το τόξο της ράχης των απάνω στους πύργους των βιβλίων μας — οι γάτοι.

Του Αρίστιππου του Κυρηναίου οπαδοί, αφίνουν της ηθικής το πρόβλημα να βασανίζη το σκύλο του σπητιού. Απ' την αγάπη μας κρατούν το χάδι για να πετάξουν το υπόλοιπο. Γρατσουνίζουν μόλις νοιώσουν πως τους αγαπήσαμε πολύ.

Χωρίς τον ίλιγγο της ακροβασίας χωρίς το σκοτάδι και χωρίς την κραυγή του ανέμου, ο έρωτας γι' αυτούς αξίζει κάθε περιφρόνηση.

Πιστεύουν στη ζωή χωρίς να ρωτήσουν αν υπάρχη καλύτερη. Υπομένουν και τις εφτά ψυχές των! Για να τιμωρήσουν την ασκήμια της γειτόνισσας που τους φαρμάκωσε ξέρουν μ' ένα πήδημα να βρεθούν απ' τον Άδη στα πόδια της και να την τρομάξουν.

Όταν το καναρίνι μας λησμονήση πως υπάρχει μέτρο στη τέχνη, αυτοί έχουν το θάρρος, χυμώντας στο κλουβί, να πνίξουν το τραγούδι και να ξαναφέρουν γύρω μας τη γόνιμη σιωπή.

Ο πράσινος λύχνος της ματιάς των καίει τα μεσάνυχτα στον τάφο του Baudelaire.

Το λιοντάρι που τους έδωσε τη στάση του, η λεοπάρδαλη που τους χάρισε τη γούνα της, πρόγονοι βασιλικοί, βηματίζουν στον ύπνο των γάτων — και τότε οι γάτοι, ξυπνώντας, σηκώνουν περήφανα το κεφάλι και δοκιμάζουν τα νύχια των για πόλεμο.

Κι' όμως όταν χαϊδεύονται από γυναίκες που κλάψανε πολύ, όταν κοιμώνται στα γόνατα των προδομένων απ' τη μοίρα, οι γάτοι αφίνουν την καμπύλη της ράχης των να γλυστρά με ηδονή κάτω απ' το χάδι της αδυναμίας — κι' ανάβει στο ηλεκτρικό τρίχωμά των η ηθική σπίθα!

Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΟΡΔΕΛΛΑ

Η Μόσχω η Μοσκούλα ξύπνησε με τον Αυγερινό.

— Ο πετεινός κοιμάται ακόμα στην εληά της είπε η μάννα της, στον ουρανό ακόμα βόσκει των άστρων το μελίσσι, κ' είσαι ξυπνή από τώρα, κατσικούλα μου ;

Η Μόσκω η Μοσκούλα πηγαίνει κι' ακουμπάει απάνω της.

— Γιατί τα σκουλαρίκια του λαιμού σου τρέμουνε τόσο, ρωτά η μάννα της, γιατί μου βελάζεις ανήσυχα Μόσκω Μοσκούλα ;

— Στον ύπνο μου έβλεπα, μάννα μαννούλα μου, πως ήρθε ξένος άνθρωπος που με κύτταξεν άγρια πολύ κι' ύστερα μου φόρεσε στο λαιμό μια κόκκινη κορδέλλα.

— Μόσκω Μοσκούλα, περίμενε να δώση ο ήλιος και θάρθ' η ξανθή κοπέλλα της κυράς να σου φέρη στην ποδιά της τ' άγριο τριφύλλι.

— Στον ύπνο μου την είδα την ξανθή κοπέλλα και δε μούφερε τ' άγριο τριφύλλι, μόνο κυττώντας την κόκκινη κορδέλα μου σήκωσε την ποδιά στα μάτια της και σφούγγιξε τα δάκρυα πούτρεχαν νερό.

Η ΛΑΜΠΑΔΑ ΤΟΥ ΑΔΕΡΦΟΥ ΜΟΥ

Όταν αντικρύσης τον Κύριον ημών, αδερφέ μου, κράτα ορθή στο δεξί σου χέρι τη λαμπάδα.

Την άσπρη λαμπάδα της πίστης και της ανησυχίας όπως την κράτησεν η γενιά μας όλη ανάμεσα στους κόμπους των λιγνών της δαχτύλων.

Το φως της ερόδισε των προγόνων μας το βυζαντινό πρόσωπο και κυνήγησε το σκοτάδι μέσ' της ρεματιές των ρυτίδων τους και στα σπήλαια των ματιών τους.

Στη ρίζα βουνού μαύρου από έλατα σταυροκοπήθηκαν αυτοί μπροστά σε αθώες σβυσμένες τοιχογραφίες.

Αυτοί σου παράδωκαν τη λαμπάδα να τη φυλάξης απ' τους ανέμους, αγαπημένε.

Κι' εσύ που την έκλεισες μέσ' τη σιωπή σου, καταφρονώντας — ωιμέ! — τη νειότη σου και τη στοργή μας, προχώρησε στο Δημιουργό μπροστά, και στήσε το θρίαμβο της φλόγας σου!

Ο ΦΑΡΟΣ

Τους παλμούς σου βλέπω μέσα στη νύχτα φάρε — την έγνοια σου για το ναύτη και τον τυχοδιώκτη!

Η ανησυχίες των ανθρώπων για τους ανθρώπους, η έγνοιες όλων για τον ένα, η μεγάλες αγάπες που στέκουν απάνω απ' τον πόνο και τον καιρό — άναψαν το λαμπρό σου βλέμμα που τρέχει στη μανία των κυμάτων!

Άστρα που δεν ξέρουν γιατί φέγγουν θα ζήλεβαν τη δόξα του ταπεινού σου λύχνου. Πνεύματα που αμφιβάλλουν για το έργο τους, θα ήθελαν να στέλνουν μακρυά, καθώς εσύ, στους ανθρώπους την ευεργεσία — φάρε που ξέρεις γιατί αγρυπνάς ...

Ως κι' εδώ στο βουνό, που στέκω απόψε, η χρυσή σου ματιά φτάνει από πέρα — σα να ζητά το χαμένο πλεούμενο των λογισμών μου. Ως εδώ πέρα φτάνουν οι ανήσυχοι παλμοί σου, φάρε, φλογερή και ρυθμική καρδιά της κοινωνίας!

Η ΒΡΥΣΗ ΤΩΝ ΛΥΓΜΩΝ

Στη ρίζα δυο αγκαλιασμένων δέντρων κάτου

από μαύρα φύλλα σταλάζει η βρύση των λυγμών μόλις έρθη το βράδυ.

Μόλις πλαγιάσουν τα πουλιά στα λίκνα των κλαριών και το δάσος βυθιστή στους συλλογισμούς του — η ψυχές κατεβαίνουν τη μαύρη ρεμματιά και πάνε στη βρύση των λυγμών να γεμίσουν. . .

Χωρίς να μετανιώσουν που αγάπησαν — χωρίς να στενάξουν που πληγώθηκαν — κρατούν το στόμα της στάμνας των κάτου απ' τους λίγους σταλαγμούς της...

Κι όταν φύγουν όλες, πλησιάζω στη βρύση των λυγμών τη βαρειά μου στάμνα και περιμένω ως τα μεσάνυχτα — καθώς το θέλησες, αδερφέ μου, — να γεμίση.

ΤΟ ΑΡΡΩΣΤΟ ΑΛΟΓΟ

Στην αγορά του Σαβάτου τ' άλογα που ήταν για πούλημα μιλούσαν κάτου απ' τη λεύκα για τη ζωή τους. Κι' ένα κόκκινο άλογο, κουρασμένο, με το κεφάλι χαμηλά, τους διηγώταν τα θαυμάσια των ταξειδιών του.

Κάμπους απέραντους στο λιοπύρι εδιάβηκε, δασωμένες ρεματιές με κελαϊδιστό νερό το ξεκούρασαν. Σε παρθένια χιόνια βυθίστηκαν τα πέταλά του — από θύελλες μαστιγώθηκε — σε λαμπρές φωτιές εστέγνωσε — στη ζέστη παχνιών αρχοντικών κοιμήθηκεν ύπνο βαθύ. Για τον καβαλάρη του μιλούσεν ώρα πολλή και για της πολιτείες που τον χαιρετούσαν από μακρυά με τους θόλους των και τα καμπαναρειά των . .

— Παράξενο! του είπαν. Έτσι άρρωστο και κοκκαλιάρικο δοκίμασες τέτοιες δόξες;

— Είν' αλήθεια, είπε τ' άλογο πως σ' όλη μου τη ζωή με δεμένα τα μάτια γύριζα μαγγανοπήγαδο. Μα ο Θεός ήξερε να τιμωρήση τον άνθρωπο που με σκλάβωσε — χαρίζοντάς μου τη φαντασία.

Η ΤΡΕΛΛΗ ΛΕΥΚΑ

Ξέρω μια λεύκα που ο αγέρας την τρελλαίνει και στην πράσινή της θάλασσα τρέχουν τα ρίγη της ευτυχίας και της ηδονής.

Ξέρω μια λεύκα που πίνει νερό στον Κηφισσό. Στην καρδιά της τον Απρίλη τραγουδεί έν' αηδόνι — στον ύπνο της τον Αύγουστο ανεβαίνει ένα μεγάλο φεγγάρι στρογγυλό.

Ξέρω μια λεύκα που χωρίς αγέρα σαλέβουν οι ανήσυχες πεταλούδες των φύλλων της. Από τι; Από τι φτερουγίζουν οι ανήσυχες πεταλούδες των φύλλων της ; Από αύρες τάχα που σβύσαν εδώ και χρόνια ; Από φιλιά που πήρε μια φορά ; Ως που νάρθουν καινούργιες χαρές θυμάται της παληές η τρελλή λεύκα και της ξαναζή.

Ξέρω μια λεύκα με κορμί σαν γυναίκειο, που ζη και το τελευταίο της φύλλο — μια λεύκα τρελλή, πολύ τρελλή. Το κυπαρίσσι έστεκεν αντίκρυ κι' η λεύκα το ρωτούσε.

— Ως πότε συλλογισμένο ; Ωραία που είν' η ζωή! Ως πότε ακίνητο σαν Αγιορείτης στον όρθρο; Ως πότε θα ζητάς το μεγάλο νόημα;

— Η ρίζες σου δεν είνε βαθειές, τρελλή μου λεύκα, είπε το κυπαρίσσι, πρόσεξε, πρόσεξε.

— Ωραία πούν' η ζωή! Η ρίζες μου ας μην είνε βαθειές, μα όποια στιγμή κι' αν πεθάνω, θα μπορώ να πω: έζησα.

— Έζησες, τρελλή μου λεύκα, της απάντησε το κυπαρίσσι, αλλοίμονο! μόνο εδώ μέσα, σ' αυτή τη ρεματιά.

Η ΚΑΡΔΙΑ ΠΟΥ ΘΥΜΑΤΑΙ

Κάτου απ' το πεύκο που βούιζαν τα κλαριά του σαν ποτάμι κι' έτριζε το κορμί του στον αέρα, βρήκαν μια καρδιά που είχε πεθάνει — μα δε μπορούσε να λησμονήση.

Βελονιές μυριάδες, μικρές βελονιές, σχημάτιζαν απάνω της το περίπλοκο κέντημα των πόνων — που δεν το ζωγράφισαν ποτέ χέρια φτωχής κόρης σε δαντέλλα μηδέ τ' άστρα στον ουρανό.

Κάτου απ' το πεύκο η πεθαμένη καρδιά εστέναζε κι' έλεγε.

— Δε στενάζω που η πληγές μου ήταν μυριάδες — μόνο στενάζω που ήταν τόσο μικρές, που ήταν βελονιές. Ο άπρεπος λόγος — το πλάγιο χτύπημα — το βαμένο χαμόγελο — το μίσος που έτρεμε πριν χτυπήση — η δειλία που δεν τόλμησε να κυττάξη πίσω για να ιδή αν εκέντησε — αυτές ήταν η πληγές μου. Πέθανα χωρίς να με χτυπήση ένα σπαθί. Τέλειωσα λίγο λίγο, από κεντρί. Κ' όμως με χτυπούσε το γένος των ανθρώπων — αυτό που δημιούργησε τον πόλεμο και την ιστορία!

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ

Στο παραθύρι μου ήρθαν χελιδόνια — στους λογισμούς μου ακούονται ψαλμοί για τη δόξα σου. Ευχαριστώ την καταστροφή που με ύψωσεν ως εσένα. Ευλογημένες η αποτυχίες που μ' έκαμαν ν' ακούω τον εσπερινό.

Κάβοι καρτερούσαν το καράβι, της νειότης μου ξεκινημένο την αυγή.