Θεαίτητος

Part 8

Chapter 8 1 words Public domain Markdown

Σωκράτης. Και όταν λοιπόν διά τον ένα μεν υφίσταται ακόμη η αίσθησις των γνωρισμάτων, διά τον άλλον όμως όχι, και ημείς το γνώρισμα της υφισταμένης αισθήσεως το προσαρμόζομεν εις την μη υφισταμένην, και τότε σφάλλει η διάνοιά μας απολύτως. Και με μίαν λέξιν, δι' όσα μεν κανείς ούτε εγνώρισε ούτε είδε ποτέ, δεν είναι δυνατόν, καθώς φαίνεται, ούτε να κρίνη ψευδώς ούτε να γίνη ψευδής κρίσις, εάν τόρα ημείς λέγωμεν κάτι τι βέβαιον. Αλλά και μόνον εις όσα γνωρίζομεν και συγχρόνως τα αισθανόμεθα, εις αυτά μόνον περιστρέφεται η ψευδής κρίσις, η οποία γίνεται και αληθής, και όταν μεν φέρη αντικριστά και κατ' ευθείαν τα ορθά αποτυπώματα, είναι αληθής, όταν όμως τα φέρη πλαγίως και λοξώς, είναι ψευδής.

Θεαίτητος. Πολύ καλά τα λέγεις, καλέ Σωκράτη.

Σωκράτης. Και όμως περισσότερον θα βεβαιώσης αυτό, αφού ακούσης και τα εξής.

σελίς 109 Δηλαδή η ορθή κρίσις είναι αξιέπαινον πράγμα, ενώ η ψευδής κρίσις είναι εντροπή.

Θεαίτητος. Και πώς δεν είναι βεβαίως;

Σωκράτης. Αυτά λοιπόν λέγουν ότι προέρχονται από το εξής· όταν δηλαδή το κηρίον μέσα εις την ψυχήν είναι βαθύ και πολύ και λείον και καλώς ετοιμασμένον, τότε όσα διέρχονται από τας αισθήσεις μας τα αποτυπόνομεν εις αυτό το &κηρ& της ψυχής μας, καθώς το ωνόμασε ο Όμηρος, διά να κάμη υπαινιγμόν με την ομοιότητα αυτού προς το κηρίον. Και τότε εις αυτά αποτυπόνονται καθαρά τα γνωρίσματα και με αρκετόν βάθος και γίνονται μακροχρόνια, και όσοι είναι τοιούτοι πρώτον μεν μανθάνουν ευκόλως, έπειτα έχουν καλόν μνημονικόν, και τέλος δεν συγχέουν τα γνωρίσματα, αλλά κρίνουν ορθώς. Διότι είναι καθαρά και εις ευρύχωρον μέρος και τα αποδίδουν αμέσως εις τα αποτυπώματά των, τα οποία ως γνωστόν ονομάζονται όντα, και αυτοί ωρισμένως ονομάζονται σοφοί. Τι δεν το παραδέχεσαι;

Θεαίτητος. Το παραδέχομαι πάρα πολύ.

Σωκράτης. Συμβαίνει όμως να έχη κανείς το &κηρ& δασύτριχον, το οποίον ωρισμένως εγκωμίασε πολύ ο πάνσοφος ποιητής, ή να το έχη βρωμισμένον και με ακάθαρτον κηρίον, ή πολύ μαλακόν ή πολύ σκληρόν. Τότε εις όσους μεν είναι μαλακόν, αυτοί μανθάνουν ευκόλως, αλλά και λησμονούν ευκόλως, εις όσους δε είναι σκληρόν, συμβαίνουν τα αντίθετα, όσοι δε το έχουν δασύτριχον και ανώμαλον, διότι ανεμίχθη κανέν μέρος από λίθους ή από χώμα ή από κόπρον, αυτοί σχηματίζουν ασαφή εκμαγεία. Επίσης δε ασαφή σχηματίζουν και όσοι το έχουν σκληρόν, διότι δεν έχουν βάθος. Επίσης δε ασαφή εκμαγεία σχηματίζουν και όσοι το έχουν μαλακόν, διότι από την σύγχυσιν γίνονται αμέσως αμυδρά. Εάν δε ύστερα από όλα αυτά συμπέση και το έν επάνω εις το άλλο ένεκα του στενού χώρου, εάν τύχη κανείς να έχη μικρή ψυχούλα, τότε γίνονται τα εκμαγεία πολύ περισσότερον ασαφή. Όλοι αυτοί λοιπόν είναι εύκολον να κάμουν ψευδή κρίσιν. Διότι όταν βλέπουν τίποτε ή ακούουν ή φαντάζωνται δεν είναι ικανοί αμέσως να αποδώσουν όλα τα γνωρίσματα και δι' αυτό είναι βραδείς και συγχέουν και παραβλέπουν και παρακούουν και παρανοούν πάρα πολλά, και αυτοί βεβαίως είναι οι απατώμενοι περί των πραγμάτων και οι αμαθείς.

Θεαίτητος. Το λέγεις τόσον ορθά, Σωκράτη μου, όσον δεν ημπορούσα να φαντασθώ ποτέ μου.

Σωκράτης. Να παραδεχθώμεν λοιπόν ότι υπάρχουν εντός μας ψευδείς κρίσεις;

Θεαίτητος. Πολύ μάλιστα.

Σωκράτης. Και κρίσεις αληθείς;

Θεαίτητος. Και αληθείς.

Σωκράτης. Τόρα πλέον λοιπόν δεν θεωρούμεν ότι απεδείχθη πειστικώς, ότι υπάρχουν χωρίς άλλο και τα δύο αυτά είδη της κρίσεως;

Θεαίτητος. Όσον φαντάζεσαι.

Σωκράτης. Πλην, φίλε Θεαίτητε, πραγματικώς ο αθυρόστομος άνθρωπος πλησιάζει να είναι ανυπόφορον πράγμα και αηδές.

Θεαίτητος. Πώς έτσι; προς τι το είπες αυτό;

Σωκράτης. Δεν χωνεύω την ιδικήν μου ελαττωματικήν μάθησιν και αληθινήν μωρολογίαν. Διότι πώς αλλέως να το ονομάσης αυτό, όταν κανείς σύρη τους λόγους δεξιά και αριστερά από την βλακείαν του και δεν ημπορή να πεισθή και δυσκόλως ξεκάμνη έκαστον ζήτημα (!);

Θεαίτητος. Συ όμως διατί θυμόνεις;

Σωκράτης. Δεν θυμόνω μόνον, αλλά και φοβούμαι τι θα απαντήσω, αν με ερωτήση κανείς: Κύριε Σωκράτη, τάχα ανεκάλυψες ότι η ψευδής κρίσις δεν έγκειται ούτε εις τας αισθήσεις μεταξύ της μιας και της άλλης, ούτε εις τα νοήματα, αλλά εις την σύνδεσιν των αισθήσεων με τα νοήματα; Και εγώ θα το παραδεχθώ, ίσως διότι τάχα ανεκαλύψαμεν κανέν σπουδαίον πράγμα.

Θεαίτητος. Εγώ τουλάχιστον, Σωκράτη μου, νομίζω ότι δεν είναι άσχημον αυτό το οποίον απεδείχθη.

Σωκράτης. Λοιπόν, θα απαντήση εκείνος πάλιν: νομίζεις ότι τον άνθρωπον τον οποίον ενθυμούμεθα μόνον χωρίς να τον βλέπωμεν, δεν είναι ποτέ δυνατόν να τον νομίσωμεν ίππον, τον οποίον πάλιν ούτε βλέπομεν ούτε απτόμεθα, αλλά απλώς τον ενθυμούμεθα και καμμίαν αίσθησιν δεν έχομεν περί αυτού; Μάλιστα αυτά λέγω, θα του είπω ίσως.

Θεαίτητος. Και πολύ καλά βεβαίως.

Σωκράτης. Τότε λοιπόν, θα μου ειπή εκείνος, τα ένδεκα τα οποία κανείς δεν τα αισθάνεται παρά μόνον τα έχει εις τον νουν του, σύμφωνα με αυτόν τον λόγον δεν είναι αληθές ότι ποτέ δεν είναι δυνατόν να τα νομίση δώδεκα, τα οποία επίσης μόνον εις τον νουν του τα έχει; Έλα λοιπόν τόρα απάντησε συ.

Θεαίτητος. Βεβαίως θα απαντήσω, ότι όταν μεν βλέπη ή άπτεται κανείς τα ένδεκα, είναι δυνατόν να τα νομίση δώδεκα, εκείνα όμως τα ένδεκα, τα οποία έχει εις τον νουν του, δεν είναι δυνατόν να τα νομίση τόσα.

Σωκράτης. Και λοιπόν; Νομίζεις ότι κανείς ποτε ηθέλησε να βάλη εις τον νουν του πέντε και επτά, δεν εννοώ όμως πέντε ή επτά ανθρώπους ή άλλο κανέν παρόμοιον, αλλά τους αφηρημένους αριθμούς πέντε και επτά, τους οποίους λέγομεν ότι μένουν εκεί εις το εκμαγείον ως ενθύμια και είναι αδύνατον με αυτούς να κρίνωμεν ψευδώς. Αυτούς εννοώ αν κανείς έως τόρα τους εσυλλογίσθη και ερώτησε τον εαυτόν του πόσα κάμνουν, και αν άλλος μεν ενόμισε ότι κάμνουν ένδεκα, άλλος δε δώδεκα, ή όλοι λέγουν και νομίζουν αυτούς ότι κάμνουν δώδεκα;

Θεαίτητος. Όχι μα τον Δία, αλλά παρά πολλοί τους νομίζουν ότι κάμνουν και ένδεκα. Εάν μάλιστα δοκιμάση κανείς με μεγαλειτέρους αριθμούς θα κάμη μεγαλείτερον λάθος. Διότι νομίζω ότι συ εδώ ομιλείς γενικώς περί οποιουδήποτε αριθμού.

Σωκράτης. Καλά το νομίζεις αυτό. Και πρόσεξε μήπως τότε συμβαίνει τίποτε άλλο παρά ότι νομίζει τον αριθμόν δώδεκα του εκμαγείου ότι είναι ένδεκα.

Θεαίτητος. Αυτό φαίνεται ότι συμβαίνει.

Σωκράτης. Λοιπόν αυτό δεν ανήκει πάλιν εις τους προηγουμένους λόγους; Διότι όστις παθαίνει αυτό, ένα πράγμα που το γνωρίζει, νομίζει ότι είναι άλλο πράγμα το οποίον γνωρίζει επίσης. Τούτο όμως το είπαμεν αδύνατον και με αυτό το ίδιον παραδεχόμεθα λογικώς ότι δεν υπάρχει ψευδής κρίσις, διά να μη δεχθώμεν ότι τα ίδια πράγματα ο ίδιος τα γνωρίζει και δεν τα γνωρίζει.

Θεαίτητος. Πολύ ορθά!

Σωκράτης. Λοιπόν δεν έπεται ότι πρέπει να θεωρήσωμεν ότι η ψευδής κρίσις κάθε άλλο είναι παρά σύγχυσις μεταξύ σκέψεως και αισθήσεως. Διότι, αν αυτό ήτο αληθές, δεν ήτο δυνατόν να απατώμεθα με τας σκέψεις. Τόρα όμως ή δεν υπάρχει ψευδής κρίσις, ή όσα κανείς δεν γνωρίζει είναι δυνατόν να τα γνωρίζη. Και λοιπόν ποίον προτιμάς από αυτά τα δύο;

Θεαίτητος. Μου προτείνεις μίαν δύσκολον εκλογήν, καλέ Σωκράτη.

Σωκράτης. Και όμως είναι φόβος να μην επιτρέψη ο λόγος ούτε το έν ούτε το άλλο. Αλλά τι να γίνη, βεβαίως κανείς πρέπει να το πάρη απόφασιν, και τι πειράζει αν αποφασίσωμεν να γίνωμεν ξετσίπωτοι;

Θεαίτητος. Πώς;

Σωκράτης. Εάν θελήσω μεν να ειπούμεν ποίου είδους είναι η επιστήμη.

Θεαίτητος. Και διατί αυτό να είναι ξετσίπωμα;

Σωκράτης. Φαίνεται ότι δεν εννοείς ότι ολόκληρος η ομιλία μας από την αρχήν ήτο έρευνα της επιστήμης, διότι δεν γνωρίζομεν τι είναι επιστήμη.

Θεαίτητος. Απ' εναντίας, το εννοώ.

Σωκράτης. Τότε λοιπόν δεν σου φαίνεται αναίδεια, αφού δεν γνωρίζομεν τι είναι επιστήμη, να κρίνωμεν τι είδους είναι η επιστήμη; Και όμως πάλιν, φίλε μου Θεαίτητε, πολλήν ώραν η ομιλία μας εξακολουθεί να μη είναι ξεκαθαρισμένη. Διότι έως τόρα χίλιες φορές ανεφέραμεν το γνωρίζω και δεν γνωρίζω και την επιστήμην και την ανεπιστημοσύνην, ωσάν τάχα να ενοούμεν ο είς τον άλλον, αφού ακόμη δεν γνωρίζομεν τι είναι επιστήμη. Και αν αγαπάς μάλιστα, και αυτήν την στιγμήν εκάμαμεν χρήσιν του δεν γνωρίζω και του εννοώ, ενώ δεν έπρεπε, αφού δεν κατέχομεν την επιστήμην.

Θεαίτητος. Ναι, αλλά τότε με ποίον τρόπον θα συνομιλήσης, καλέ Σωκράτη, όταν αποφεύγης αυτάς τας λέξεις;

Σωκράτης. Με κανένα τρόπον, αφού είμαι ό,τι είμαι. Εάν όμως ήμην εριστικός, τότε μάλιστα. Διότι και τόρα, αν παρουσιάζετο ένας τοιούτος κύριος, και αυτά θα εζήτει να τα αποφεύγωμεν και πολύ θα μας επέπληττε δι' αυτά τα οποία είπα. Αφού λοιπόν είμεθα πρόστυχοι, θέλεις να κάμω πραξικόπημα και να ειπώ τι είναι η επιστήμη; Διότι νομίζω ότι θα μας εχρησίμευε κάπως.

Θεαίτητος. Τότε λοιπόν κάμε αυτό το πραξικόπημα μα τον Δία. Και αν δεν αποφύγης αυτά, πάλιν θα είσαι εντελώς συγχωρημένος,

Σωκράτης. Δεν έμαθες πώς την ορίζουν τόρα την γνώσιν;

Θεαίτητος. Ίσως να ήκουσα, αλλά αυτήν την στιγμήν δεν το ενθυμούμαι.

Σωκράτης. Κατοχήν της επιστήμης ονομάζουν αυτήν.

Θεαίτητος. Έχεις δίκαιον.

Σωκράτης. Ημείς λοιπόν ας το αλλάξωμεν ολίγον και ας την ονομάσωμεν απόκτησιν της επιστήμης.

Θεαίτητος. Και ποίαν διαφοράν ευρίσκεις εις αυτά τα δύο ονόματα;

Σωκράτης. Ίσως δεν υπάρχει καμμία. Άκουσε όμως αυτήν την οποίαν ευρίσκω εγώ και ειπέ την γνώμην σου και συ.

Θεαίτητος. Εάν ημπορέσω, ευχαρίστως.

Σωκράτης. Λοιπόν δεν μου φαίνεται ότι είναι το ίδιον πράγμα η απόκτησις με την κατοχήν. Καθώς παραδείγματος χάριν αν κανείς αγοράση φόρεμα και το έχη εις την κατοχήν του χωρίς να το φορή, δεν ημπορούμεν να ειπούμεν ότι το έχει τόρα μαζί του, αλλά ότι είναι κτήμα του.

Θεαίτητος. Πολύ ορθά!

Σωκράτης. Πρόσεξε λοιπόν αν είναι δυνατόν και την επιστήμην όταν είναι κτήμα σου να μην την έχης πρόχειρον, αλλά να την έχης καθώς έχει κανείς τα άγρια πουλιά, δηλαδή τας περιστεράς και οτιδήποτε άλλο, αφού τα συλλάβη και κάμη εις την οικίαν του ένα περιστερεώνα και τα τρέφη. Βεβαίως θα ειπούμεν κάπως ότι αυτός τα έχει διαρκώς, και ακριβώς ότι είναι κτήμα του.

Θεαίτητος. Μάλιστα.

Σωκράτης. Υπό άλλην όμως έποψιν βεβαίως δεν κρατεί καμμίαν, αλλά έχει μεν την δύναμιν ως προς αυτάς, αφού τας έκαμε κτήμα του μέσα εις το περίφραγμά του, να τας συλλάβη και να τας κρατή ό,τι ώρα θέλει και πάλιν να τας απολύση. Και τούτο ημπορεί να το κάμνη όσας φοράς έχει διάθεσιν.

Θεαίτητος. Πραγματικώς.

Σωκράτης. Λοιπόν καθώς προηγουμένως παρεδέχθημεν κατασκευασμένον μέσα εις τας ψυχάς ένα είδος κήρινον πλάσμα, ας κατασκευάσωμεν μέσα εις εκάστην ψυχήν αυτήν την φοράν πάλιν ένα περιστερεώνα από διάφορα πουλιά, άλλα μεν εις ολόκληρα σμήνη χωριστά, άλλα δε από ολίγα μαζευμένα, και άλλα μόνα των μεταξύ όλων, να πετούν όπου τύχη.

Θεαίτητος. Καλά παραδέχομαι ότι τον κατεσκευάσαμεν. Αλλά ποίον θα είναι το αποτέλεσμα;

Σωκράτης. Όταν έχωμεν εμπρός μας μικρά παιδία, πρέπει να ειπούμεν ότι αυτό το δοχείον είναι κενόν, εις την θέσιν δε των πουλιών να φαντασθώμεν τας επιστήμας. Και οποιανδήποτε επιστήμην αποκτήση κανείς και την κλείση μέσα εις το περίφραγμά του, πρέπει να λέγη ότι έμαθε ή ευρήκε το πράγμα εκείνο εις το οποίον ασχολείται εκείνη η επιστήμη, και αυτό είναι επιστήμη.

Θεαίτητος. Παραδέχομαι.

Σωκράτης. Και λοιπόν το να καταδιώκη οποιανδήποτε επιστήμην θέλει, και αφού την συλλάβη να την κρατή, και ύστερον να την απολύση πάλιν, πρόσεξε να ιδής ποία ονόματα χρειάζεται, άραγε τα ίδια με εκείνο το οποίον εχρειάζετο εις την αρχήν, όταν την έκαμνε κτήμα του, ή διαφορετικά, θα εννοήσης δε καλλίτερα αυτό το οποίον λέγω από το εξής. Παραδέχεσαι την αριθμητικήν;

Θεαίτητος. Μάλιστα.

Σωκράτης. Αυτήν λοιπόν θεώρησε την κυνήγιον της επιστήμης όλων των αρτίων και των περιττών αριθμών.

Θεαίτητος. Την θεωρώ.

Σωκράτης. Με αυτήν λοιπόν την τέχνην και ο ίδιος κρατεί εις την διάθεσίν του την επιστήμην των αριθμών και εις άλλον την παραδίδει, όστις την παραδίδει.

Θεαίτητος. Πολύ ορθά.

Σωκράτης. Και όστις μεν την παραδίδει, λέγομεν ότι την διδάσκει, όστις δε την παραλαμβάνει, λέγομεν ότι την μανθάνει, όταν δε την κατέχη μέσα εις εκείνον τον περιστερεώνα, λέγομεν ότι την γνωρίζει επιστημονικώς.

Θεαίτητος. Βεβαιότατα.

Σωκράτης. Τόρα λοιπόν πρόσεξε εις τα συμπεράσματα. Δηλαδή, αφού είναι τέλειος αριθμητικός, δεν θα γνωρίζη όλους τους αριθμούς; Διότι υπάρχει μέσα εις την ψυχήν του η επιστήμη όλων των αριθμών.

Θεαίτητος. Τι άλλο βεβαίως;

Σωκράτης. Λοιπόν ο τοιούτος δεν συμβαίνει κάποτε να μετρά μόνος του αυτούς τους αριθμούς, ή κανέν άλλο πράγμα εξωτερικόν, από εκείνα τα οποία μετρούνται;

Θεαίτητος. Πώς όχι;

Σωκράτης. Το μέτρημα όμως άλλο τίποτε θα ειπούμεν, παρά εξέτασιν διά να εύρωμεν πόσος αριθμός υπάρχει;

Θεαίτητος. Αυτό βεβαίως.

Σωκράτης. Τότε λοιπόν εκείνο το οποίον γνωρίζει, τόρα αποδεικνύεται ότι τα εξετάζει, ως να μην το γνωρίζη, αυτός ο οποίος, καθώς παρεδέχθημεν, γνωρίζει όλους τους αριθμούς. Έχεις ακούσει δηλαδή ότι πολλοί τα διαφιλονικούν αυτά εις τας συζητήσεις των;

Θεαίτητος. Μάλιστα.

Σωκράτης. Λοιπόν ημείς παρομοιάζοντες αυτά προς το κυνήγιον και την σύλληψιν των περιστερών, θα ειπούμεν ότι το κυνήγιον είναι δύο ειδών. Το έν ήτο πριν να τας συλλάβωμεν, διά να τας έχωμεν κτήμα μας, το δε άλλο διά να τας συλλάβωμεν και να κρατούμεν εις το χέρι εκείνο, το οποίον προ πολλού είχαμεν κτήμα μας. Κατ' αυτόν δε τον τρόπον είναι δυνατόν και όσα κανείς προ πολλού είχε μάθει και τα εγνώριζε, να τα μάθη και πάλιν αυτά τα ίδια, αποκτών πάλιν την επιστήμην εκάστου και κρατών πρόχειρον εις τον νουν του τόρα, αυτήν την οποίαν εγνώρισε προ πολλού.

Θεαίτητος. Πραγματικώς.

Σωκράτης. Ακριβώς λοιπόν αυτό σε ερωτούσα προ ολίγου, τι ονόματα πρέπει κανείς να δώση εις αυτά, όταν λόγου χάριν ο αριθμητικός πρόκειται να μετρήση κανέν πράγμα, ή ο γραμματοδιδάσκαλος να αναγνώση, άραγε θα ειπούμεν ότι το γνωρίζει και έρχεται τόρα πάλιν να μάθη από τον εαυτόν του, αυτό το οποίον γνωρίζει;

Θεαίτητος. Αυτό είναι παράλογον, καλέ Σωκράτη.

Σωκράτης. Αλλά τότε λοιπόν θα ειπούμεν ότι θα αναγνώση και θα αριθμήση όσα δεν γνωρίζει, ενώ παρεδέχθημεν ότι γνωρίζει όλα τα γράμματα και όλους τους αριθμούς;

Θεαίτητος. Και αυτό βεβαίως είναι παράλογον.

Σωκράτης. Λοιπόν θέλεις να ειπούμεν ότι όσον διά τα ονόματα ημάς δεν μας μέλει διόλου, εάν επεκτείνη κανείς όπως θέλει την σημασίαν του γνωρίζω και μανθάνω. Αφού όμως ωρίσαμεν ότι άλλο πράγμα είναι η απόκτησις της επιστήμης και άλλο η πρόχειρος κατοχή αυτής, δεχόμεθα ότι είναι αδύνατον να μην έχη κτήμα του κανείς εκείνο το οποίον απέκτησε, ώστε ποτέ δεν συμβαίνει να μη γνωρίζη εκείνο το οποίον γνωρίζει, είναι όμως δυνατόν να κάμη ψευδή κρίσιν περί αυτού. Διότι είναι δυνατόν να μην έχη την επιστήμην τούτου, αλλά άλλην εις την θέσιν εκείνης, όταν κυνηγά την ώραν που ξεπετούν και συλλάβη κατά λάθος άλλην αντί άλλης, και τότε βεβαίως συμβαίνει να εκλάβη τα ένδεκα ως δώδεκα, διότι συνέλαβε μέσα του την επιστήμην των ένδεκα αντί των δώδεκα, ωσάν κανέν αγριοπερίστερο αντί περιστεράς.

Θεαίτητος. Αυτό φαίνεται λογικόν.

Σωκράτης. Όταν όμως συλλάβη εκείνην την οποίαν προσπαθεί να συλλάβη, τότε δεν κάμνει λάθος και κρίνει το πράγμα καθώς είναι. Κατ' αυτόν λοιπόν τον τρόπον υπάρχει και αληθής και ψευδής κρίσις, και όσα προηγουμένως μας εστενοχώρησαν, κανέν δεν είναι εμπόδιον. Ίσως λοιπόν θα μείνης σύμφωνος μαζί μου, ει δε μη τι σκοπόν έχεις;

Θεαίτητος. Το παραδέχομαι καθώς το λέγεις.

Σωκράτης. Και βεβαίως, διότι τόρα πλέον είμεθα απηλλαγμένοι από το να γνωρίζη κανείς όσα δεν γνωρίζει, διότι όσα έχομεν κτήμα μας δεν συμβαίνει πουθενά, να μην τα έχωμεν ιδικά μας ούτε κατά λάθος ούτε χωρίς λάθος. Τόρα όμως εγώ νομίζω ότι παρουσιάζεται ένα άλλο πάθημα πολύ φοβερώτερον.

Θεαίτητος. Ποίον είναι αυτό;

Σωκράτης. Εάν ημπορή να θεωρηθή ψευδής κρίσις η αλλαγή της μιας επιστήμης με την άλλην.

Θεαίτητος. Πώς δηλαδή;

Σωκράτης. Πρώτον μεν, ενώ κατέχει κανείς ενός πράγματος την επιστήμην, να μη γνωρίζη αυτό το ίδιον, όχι πλέον με αμάθειαν αλλά με την επιστήμην του. Έπειτα πάλιν ένα άλλο πράγμα να το θεωρήση ως τούτο εδώ, και τούτο εδώ ως άλλο. Πώς δεν είναι μέγας παραλογισμός, αφού υπάρχει η επιστήμη, να μη γνωρίζη τίποτε η ψυχή, αλλά να αγνοή όλα τα πράγματα; Διότι συμφώνως με τον λόγον αυτόν δεν είναι δύσκολον και η αμάθεια (!), όταν υπάρχη, να μας κάμη να γνωρίζωμεν ένα πράγμα, και η τύφλωσις (!) να μας κάμνη να βλέπωμεν, αφού και η επιστήμη ημπορεί να κάμη ποτέ κανένα να μη γνωρίζη (!)

Θεαίτητος. Πραγματικώς, Σωκράτη μου, ίσως ουχί ορθώς παρεδέχθημεν τα πουλιά μόνον ως επιστήμας, ενώ έπρεπε να δεχθώμεν και ως ανεπιστημοσύνας και να πετούν εναλλάξ μέσα εις την ψυχήν μας. Και όστις κυνηγά, ότι άλλοτε συλλαμβάνει επιστήμην και άλλοτε ανεπιστημοσύνην διά το ίδιον πράγμα, και διά τούτο κάμνει ψευδή κρίσιν με την ανεπιστημοσύνην, και αληθινήν με την επιστήμην.

Σωκράτης. Είναι βεβαίως δύσκολον, καλέ Θεαίτητε, να μη σε επαινέση κανείς. Αυτό όμως το οποίον είπες εξέτασέ το και πάλιν. Οπωσδήποτε ας το δεχθώμεν (!) καθώς το λέγεις. Αλλά τότε, όστις συλλάβη την ανεπιστημοσύνην, λέγεις ότι θα κάμη ψευδή κρίσιν. Δεν είναι έτσι;

Θεαίτητος. Μάλιστα.

Σωκράτης. Όχι όμως και ότι θα φρονή συγχρόνως ότι κάμνει ψευδή κρίσιν.

Θεαίτητος. Αλλά πώς;

Σωκράτης. Αλλά αληθινήν, και θα φαίνεται ως να γνωρίζη αυτά εις τα οποία απατάται.

Θεαίτητος. Πώς αλλέως βέβαια;

Σωκράτης. Επομένως θα φρονή ότι συνέλαβε εις το κυνήγι και κατέχει επιστήμην και όχι ανεπιστημοσύνην.

Θεαίτητος. Αυτό είναι φανερόν.

Σωκράτης. Τότε λοιπόν εκάμαμεν ένα μεγάλον γύρον και πάλιν εφθάσαμεν εις την ιδίαν απορίαν (!). Διότι εκείνος ο εριστικός θα γελάση και θα μας ειπή. Πώς το εννοείτε, ευλογημένοι άνθρωποι; Και τας δύο γνωρίζει κανείς, δηλαδή και την επιστήμην και την ανεπιστημοσύνην και αυτήν που γνωρίζει νομίζει ότι είναι κάποια άλλη, από εκείνας που γνωρίζει; Ή δεν γνωρίζει καμμίαν από τας δύο, και τότε εκείνην που δεν την γνωρίζει, την νομίζει ως κάποιαν άλλην από εκείνας που δεν γνωρίζει; Ή την μίαν γνωρίζει και την άλλην δεν την γνωρίζει, και αυτήν που γνωρίζει την νομίζει ως εκείνην που δεν γνωρίζει; Ή αυτήν που γνωρίζει την νομίζει ως εκείνην που γνωρίζει; Ή θα μου ειπήτε τόρα πάλιν, ότι υπάρχουν και επιστήμαι των επιστημών και ανεπιστημοσυνών, τας οποίας όστις τας έχει κτήμα του, τας κλείει μέσα εις άλλους γελοίους περιστερεώνας ή κήρινα πλάσματα, και ενόσω τας έχει κτήμα του τας γνωρίζει, και όταν ακόμη δεν τας έχη προχείρους εις τον νουν του; Και κατ' αυτόν τον τρόπον πλέον θα αναγκασθήτε εις το ίδιον μέρος να στριφογυρίζετε χίλιες φορές, χωρίς να φέρετε κανέν αποτέλεσμα; Τι θα απαντήσωμεν εις αυτά, καλέ Θεαίτητε;

Θεαίτητος. Εγώ μα τον Δία, Σωκράτη μου, δεν γνωρίζω τι πρέπει να απαντήσωμεν.

Σωκράτης. Λοιπόν, παιδί μου, άραγε έχει δίκαιον αυτός ο λόγος που μας επιπλήττει και μας αποδεικνύει, ότι δεν είναι ορθόν να ζητούμεν προηγουμένως από την επιστήμην, τι είναι η ψευδής κρίσις, αφίνοντες εκείνην κατά μέρος; Και όμως είναι απολύτως αδύνατος πάσα γνώσις, εάν προηγουμένως δεν κατέχωμεν καλώς τι είναι επιστήμη.

Θεαίτητος. Προς το παρόν, Σωκράτη μου, είναι ανάγκη να παραδεχθώμεν αυτό το οποίον λέγεις.

Σωκράτης. Τότε λοιπόν πώς θα ορίσωμεν τόρα πάλιν την επιστήμην από την αρχήν; διότι δεν πιστεύω από τόρα να είμεθα κουρασμένοι.

Θεαίτητος. Διόλου μάλιστα, αρκεί συ να μην αποκάμης.

Σωκράτης. Λέγε λοιπόν, πώς πρέπει να την ονομάσωμεν, ώστε να μην αντιφάσκωμεν προς τον εαυτόν μας.

Θεαίτητος. Εκείνο, καλέ Σωκράτη, το οποίον εδοκιμάσαμεν προηγουμένως, διότι εγώ δεν γνωρίζω κανέν άλλο όνομα.

Σωκράτης. Ποίον δηλαδή;

Θεαίτητος. Ότι η αληθής κρίσις είναι επιστήμη. Διότι βεβαίως η αληθής κρίσις είναι αλάνθαστος, και όσα πηγάζουν από αυτήν όλα γίνονται καλά και αγαθά.

Σωκράτης. Όστις οδηγεί εις την διάβασιν του ποταμού, φίλε Θεαίτητε, ορθώς λέγει ότι μόνος του θα δείξη τι πρέπει να γίνη. Ομοίως και εις τούτο το ζήτημα, όσον προχωρούμεν ίσως παρουσιασθή κανέν εμπόδιον, και μόνον του μας φανερώση αυτό το οποίον ερευνώμεν, ενώ όταν μένωμεν ακίνητοι δεν θα ιδούμεν τίποτε.

Θεαίτητος. Πολύ ορθά ομιλείς, ώστε ας προχωρήσωμεν εις την εξέτασιν.

Σωκράτης. Και λοιπόν τούτο δεν θέλει πολλήν σκέψιν. Διότι μία ολόκληρος τέχνη σου λέγει ότι δεν είναι επιστήμη.

Θεαίτητος. Πώς δηλαδή; Και ποία είναι αυτή;

Σωκράτης. Η τέχνη εκείνων οι οποίοι είναι οι ανώτεροι εις την πολυμάθειαν, τους οποίους ακριβώς ονομάζουν ρήτορας και δικηγόρους. Διότι αυτοί καταπείθουν με την τέχνην των όχι διότι διαφωτίζουν (!) τους άλλους, αλλά διότι τους κάμνουν να φρονούν όσα θέλουν αυτοί. Ή μήπως συ νομίζεις ότι υπάρχουν διδάσκαλοι τόσον ικανοί, ώστε εις ανθρώπους οι οποίοι δεν παρευρέθησαν εις καμμίαν λωποδυσίαν ή κανένα άλλον εκβιασμόν, να ημπορούν να εξηγήσουν πειστικώς την αλήθειαν των γεγονότων, την ώραν που τρέχει το ολίγον νερόν της κλεψύδρας;

Θεαίτητος. Εγώ διόλου δεν νομίζω αυτό, αλλά πιστεύω ότι πείθουν.

Σωκράτης. Το να πείθουν όμως άλλο τι σημαίνει, παρά να τους καταφέρουν να νομίζουν;

Θεαίτητος. Τι άλλο βεβαίως;

Σωκράτης. Λοιπόν όταν οι δικασταί πεισθούν δικαίως (!), δι' όσα μόνον όταν τα ιδή κανείς είναι εις θέσιν να γνωρίζη, όχι όμως κατ' άλλον τρόπον, δεν έπεται ότι η δικαία (!) των κρίσις, εάν βεβαίως εδίκασαν ορθώς (!), στηρίζεται εις τας εξ ακοής πληροφορίας, από τας οποίας εσχημάτισαν αληθή κρίσιν (!), χωρίς να τας γνωρίζουν;

Θεαίτητος. Βεβαιότατα.

Σωκράτης. Αί λοιπόν, αγαπητέ μου φίλε, εάν ήτο το ίδιον πράγμα η αληθής και δικαστική (!) κρίσις με την επιστήμην, δεν ήτο δυνατόν ποτέ ο καλλίτερος δικαστής να κάμη ορθήν κρίσιν άνευ της επιστήμης. Τόρα όμως φαίνεται ότι είναι διαφορετικά αυτά το έν από το άλλο.

Θεαίτητος. Τόρα εννοώ, καλέ Σωκράτη, εκείνο που είπε κάποιος και το είχα λησμονήσει. Αυτός δε είπε ότι επιστήμη είναι η αληθής κρίσις, όταν συνοδεύεται και με τον λόγον, ενώ άνευ λόγου είναι έξω από την επιστήμην. Και εις όσα πράγματα δεν υπάρχει ο λόγος, δεν μανθάνονται επιστημονικώς, — με αυτάς τας λέξεις τα έλεγε μάλιστα — , εις όσα όμως υπάρχει λόγος, μανθάνονται.

Σωκράτης. Πολύ ορθά. Τόρα όμως όσα μανθάνονται και όσα δεν μανθάνονται, ειπέ μου πώς τα διέκρινε, διότι θέλω να ιδώ αν τα ήκουσες και συ καθώς εγώ.

Θεαίτητος. Δεν ηξεύρω αν θα το ενθυμηθώ. Νομίζω όμως ότι θα ημπορούσα να παρακολουθήσω, αν το έλεγε άλλος κανείς.