Part 7
Σωκράτης. Τότε λοιπόν, φίλε Θεαίτητε, δεν είναι δυνατόν να είναι το ίδιον πράγμα η αίσθησις και η επιστήμη.
Θεαίτητος. Όχι, καθώς φαίνεται, καλέ Σωκράτη. Τόρα μάλιστα έγινε εντελώς φανερόν ότι η επιστήμη είναι διάφορος από την αίσθησιν.
Σωκράτης. Αλλά ημείς δεν αρχίσαμεν την συζήτησιν μας δι' αυτό και μόνον, δηλαδή διά να εύρωμεν τι δεν είναι η επιστήμη, αλλά τι είναι. Τόρα όμως τόσον μόνον επροχωρήσαμεν, ώστε διόλου να μην την ζητούμεν μέσα εις την αίσθησιν, αλλά εις εκείνο το όνομα, οποιονδήποτε είναι αυτό το οποίον έχει η ψυχή, όταν μόνη της ασχολήται εις τα υπάρχοντα.
Θεαίτητος. Αυτό βεβαίως, καλέ Σωκράτη, καθώς εγώ νομίζω, ονομάζεται κρίσις.
Σωκράτης. Πολύ καλά το νομίζεις, φίλε μου. Και τόρα πάλιν πρόσεξε από την αρχήν αφού σβύσης όλα τα προηγούμενα, μήπως εννοείς τίποτε περισσότερον, αφού επροχώρησες εις αυτό το σημείον. Και τόρα πάλιν λέγε τι είναι επιστήμη.
Θεαίτητος. Να την ονομάσωμεν ολόκληρον την επιστήμην κρίσιν, Σωκράτη μου, δεν είναι δυνατόν, διότι υπάρχει και ψευδής κρίσις. Σχεδόν όμως η αληθής κρίσις είναι επιστήμη και αυτό θεώρησε ως απάντησίν μου. Διότι, ενώ προχωρούμεν, αν δεν το εγκρίνωμεν καθώς και το προηγούμενον, τότε θα προσπαθήσωμεν να ειπούμεν άλλο.
Σωκράτης. Και βέβαια έτσι πρέπει, καλέ Θεαίτητε, να ομιλής με περισσοτέραν προθυμίαν, παρά καθώς προηγουμένως εβαρύνεσο να απαντήσης. Διότι, εάν κάμωμεν έτσι, τότε έν από τα δύο, ή θα εύρωμεν αυτό το οποίον ζητούμεν, ή τουλάχιστον δεν θα νομίζωμεν ότι γνωρίζομεν εκείνο, το οποίον δεν γνωρίζομεν με κανένα τρόπον. Και βεβαίως αυτή η αμοιβή δεν είναι αξιόμεμπτος. Και τόρα λοιπόν τι λέγεις; Από τα δύο είδη της κρίσεως, δηλαδή την αληθινήν και την ψευδή, παραδέχεσαι ότι η αληθινή κρίσις είναι επιστήμη;
Θεαίτητος. Μάλιστα το παραδέχομαι, διότι αυτό μου φαίνεται ορθόν τόρα πάλιν (!).
Σωκράτης. Αλλ' άραγε δεν αξίζει τον κόπον να αρχίσωμεν πάλιν περί κρίσεως;
Θεαίτητος. Τι πράγμα να αρχίσωμεν;
Σωκράτης. Αυτό το πράγμα πολλές φορές έως τόρα με ετάραξε, ώστε ευρέθην εις δυσκολίαν και απέναντι του εαυτού μου και απέναντι του άλλου, διότι δεν γνωρίζω να ειπώ τι είναι αυτό το πάθημα, το οποίον μας συμβαίνει, και με ποίον τρόπον συμβαίνει.
Θεαίτητος. Ποίον δηλαδή;
Σωκράτης. Το να κάμνωμεν ψευδή κρίσιν. Δι' αυτό λοιπόν και τόρα με δισταγμόν παρατηρώ, αν πρέπει να το αφήσωμεν κατά μέρος, ή να το εξετάσωμεν με τρόπον διάφορον από τον προηγούμενον.
Θεαίτητος. Διατί όχι, καλέ Σωκράτη, αφού παρεδέχθημεν, ότι πρέπει να το εξετάσωμεν και με οποιονδήποτε τρόπον; Διότι προ ολίγου πολύ καλά συ και ο Θεόδωρος ελέγατε ως προς την ευκαιρίαν, ότι τίποτε δεν μας βιάζει εις αυτά τα ζητήματα.
Σωκράτης. Καλά που μου το ενθύμισες. Διότι ίσως δεν είναι παράκαιρον να το ακολουθήσωμεν πάλιν ωσάν ίχνος. Διότι είναι καλλίτερον να τελειώσωμεν ολίγον μέρος καλά, παρά περισσότερον χωρίς να ικανοποιηθώμεν.
Θεαίτητος. Τι άλλο βεβαίως;
Σωκράτης. Πώς λοιπόν; Τι είπαμεν τόρα; Δεν είπαμεν ότι υπάρχει πολλάκις ψευδής κρίσις, και ότι άλλος μεν έχει ψευδή κρίσιν, άλλος δε πάλιν αληθινήν, διότι εκ φύσεως επλάσθησαν κατ' αυτόν τον τρόπον;
Θεαίτητος. Αυτό είπαμεν βεβαίως.
Σωκράτης. Λοιπόν δι' όλα τα πράγματα ομού και δι' έκαστον χωριστά δεν μας εδόθη το εξής, δηλαδή να τα γνωρίζωμεν ή να μη τα γνωρίζωμεν; Διότι προς το παρόν αφήνω κατά μέρος την μάθησιν και την επιλησμοσύνην, τα οποία κείνται εις το μέσον αυτών, διότι δεν έχουν καμμίαν σχέσιν με το παρόν ζήτημα.
Θεαίτητος. Πραγματικώς, Σωκράτη μου, τίποτε άλλο δεν μας μένει δι' έκαστον πράγμα, παρά να το γνωρίζωμεν ή να μη το γνωρίζωμεν.
Σωκράτης. Τόρα λοιπόν δεν είναι λογικόν όστις κρίνει, ή να κρίνη κανέν πράγμα από όσα γνωρίζει, ή από όσα δεν γνωρίζει;
Θεαίτητος. Αυτό είναι λογικόν.
Σωκράτης. Και βεβαίως είναι αδύνατον, αν το γνωρίζη, να μην το γνωρίζη το ίδιον πράγμα, ή, αν δεν το γνωρίζη, να το γνωρίζη.
Θεαίτητος. Πώς όχι;
Σωκράτης. Αλλ' όμως όστις έχει ψευδή κρίσιν, άραγε όσα γνωρίζει, τα νομίζει ότι δεν είναι αυτά, αλλά κάποια άλλα από όσα γνωρίζει επίσης, και ενώ γνωρίζει και τα δύο, νομίζει ότι και τα δύο δεν τα γνωρίζει;
Θεαίτητος. Αυτό είναι αδύνατον, καλέ Σωκράτη.
Σωκράτης. Αλλά τότε μήπως αντιθέτως, όσα δεν γνωρίζει, τα νομίζει ότι είναι κάποια άλλα από όσα επίσης δεν γνωρίζει; Και τούτο ισοδυναμεί ως να μη γνωρίζη ούτε εσέ τον Θεαίτητον ούτε εμέ τον Σωκράτη και να βάλη εις τον νουν του ότι ο Σωκράτης είναι Θεαίτητος, ή ο Θεαίτητος Σωκράτης;
Θεαίτητος. Βεβαίως πώς αλλέως;
Σωκράτης. Ποτέ όμως, όσα γνωρίζει κανείς, δεν νομίζει ότι είναι εκείνα τα οποία δεν γνωρίζει, ούτε πάλιν όσα δεν γνωρίζει ότι είναι εκείνα τα οποία γνωρίζει.
Θεαίτητος. Όχι βεβαίως, διότι αυτό θα ήτο τερατώδες.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν πώς είναι δυνατόν να έχωμεν ψευδή κρίσιν; Διότι έξω από αυτούς τους τρόπους είναι αδύνατον να έχωμεν κρίσιν, διότι όλα ή τα γνωρίζομεν ή δεν τα γνωρίζομεν, εις αυτά τα δύο όμως δεν υπάρχει τρόπος να έχωμεν ψευδή κρίσιν.
Θεαίτητος. Πολύ ορθά.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν μήπως πρέπει άραγε να σκεπτώμεθα όχι κατ' αυτόν τον τρόπον δι' αυτό το οποίον εξετάζομεν, δηλαδή με την μέθοδον της γνώσεως και της αγνοίας, αλλά με την μέθοδον της υπάρξεως και ανυπαρξίας;
Θεαίτητος. Πώς το εννοείς;
Σωκράτης. Μήπως είναι αυταπόδεικτον, ότι όστις δι' οποιονδήποτε πράγμα κρίνει τα μη υπάρχοντα είναι αδύνατον να μη έχη ψευδή κρίσιν, οποιανδήποτε άλλην σκέψιν και αν έχη εις τον νουν του.
Θεαίτητος. Αυτό πάλιν είναι βεβαίως λογικόν, Σωκράτη μου.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν τι θα ειπούμεν, φίλε Θεαίτητε, εάν κανείς μας ερωτήση: άραγε αυτό το οποίον λέγετε, είναι δυνατόν να συμβή εις τον καθένα και υπάρχει άνθρωπος ο οποίος να κρίνη το ανύπαρκτον, είτε ως προς κανέν από τα όντα είτε καθ' εαυτό; Και ημείς λοιπόν, καθώς φαίνεται, θα απαντήσωμεν εις αυτόν ότι υπάρχει, όταν δεν κρίνη την αλήθειαν. Τι άλλο ημπορούμεν να απαντήσωμεν;
Θεαίτητος. Τίποτε άλλο.
Σωκράτης. Αλλ' όμως άραγε συμβαίνει αυτό και εις κανέν άλλον μέρος;
Θεαίτητος. Τι πράγμα;
Σωκράτης. Το να βλέπη κάτι τι, να μη βλέπη όμως τίποτε;
Θεαίτητος. Πώς είναι δυνατόν;
Σωκράτης. Και όμως όταν βλέπη έν οποιονδήποτε πράγμα βλέπει κάποιο από τα υπάρχοντα. Ή μήπως νομίζεις, ότι αυτό το έν ανήκει εις τα μη υπάρχοντα;
Θεαίτητος. Όχι βεβαίως.
Σωκράτης. Επομένως όστις βλέπει έν οποιονδήποτε, βλέπει πράγμα που υπάρχει.
Θεαίτητος. Έτσι φαίνεται.
Σωκράτης. Και όστις ακούει οποιονδήποτε πράγμα, και έν ακούει και πράγμα που υπάρχει ακούει.
Θεαίτητος. Έτσι φαίνεται.
Σωκράτης. Επομένως και όστις άπτεται κάτι τι, άπτεται έν οποιονδήποτε πράγμα, και πράγμα που υπάρχει, αφού είναι έν;
Θεαίτητος. Επίσης.
Σωκράτης. Τόρα λοιπόν όστις κρίνει, δεν κρίνει έν οποιονδήποτε πράγμα;
Θεαίτητος. Αυτό είναι λογικόν,
Σωκράτης. Και όστις κρίνει έν, δεν κρίνει πράγμα που υπάρχει;
Θεαίτητος. Συμφωνώ μαζί σου.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν όστις δεν κρίνει πράγμα το οποίον υπάρχει, τίποτε δεν κρίνει.
Θεαίτητος. Φαίνεται ότι δεν κρίνει.
Σωκράτης. Αλλά όστις δεν κρίνει τίποτε, δεν κάμνει όλως διόλου κρίσιν.
Θεαίτητος. Αυτό είναι επόμενον, καθώς φαίνεται.
Σωκράτης. Επομένως δεν είναι δυνατόν να κρίνωμεν πράγμα, που δεν υπάρχει, ούτε ως προς τα όντα ούτε καθ' εαυτό.
Θεαίτητος. Όχι, καθώς φαίνεται.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν κάτι άλλο είναι η ψευδής κρίσις, παρά το να κρίνωμεν πράγματα, τα οποία δεν υπάρχουν.
Θεαίτητος. Άλλο, καθώς φαίνεται.
Σωκράτης. Διότι ούτε κατ' αυτόν τον τρόπον, ούτε καθώς εσκεπτόμεθα προηγουμένως, υπάρχει εντός μας ψευδής κρίσις.
Θεαίτητος. Βεβαιότατα όχι.
Σωκράτης. Αλλ' άραγε μήπως πρέπει να ειπούμεν ότι αυτό γίνεται ως εξής;
Θεαίτητος. Πώς;
Σωκράτης. Μήπως είναι ένα είδος λάθος αυτό το οποίον λέγομεν ψευδή κρίσιν, όταν δηλαδή κανείς εκλάβη έν πράγμα με τον νουν του ως άλλο, και ειπή ότι αυτό είναι. Διότι τότε, πάλιν μεν κρίνει πράγμα που υπάρχει, άλλο όμως αντ' άλλου, και επειδή αποτυγχάνει εκείνο το οποίον είχε κατά νουν, είναι δίκαιον να θεωρηθή ότι κάμνει ψευδή κρίσιν.
Θεαίτητος. Μου φαίνεται, ότι το είπες πολύ ορθά. Διότι όταν κανείς κρίνη αντί ωραίου άσχημον, ή αντί ασχήμου ωραίον, τότε πραγματικώς κάμνει ψευδή κρίσιν.
Σωκράτης. Σε εννόησα, φίλε Θεαίτητε, ότι μου πήρες τον αέρα και δεν με τρέμεις.
Θεαίτητος. Από πού κυρίως;
Σωκράτης. Ίσως σου φαίνομαι ότι δεν αντελήφθην το πραγματικώς ψευδές, και δεν σε ερώτησα αν είναι δυνατόν ένα ταχύ πράγμα να γίνη αργόν, ή ένα ελαφρόν πράγμα να γίνη με τρόπον βαρύν ή κανέν άλλο να γίνη όχι συμφώνως με το φυσικόν του, αλλά συμφώνως με το φυσικόν του αντιθέτου, αντιθέτως προς τον εαυτόν του. Αυτό λοιπόν θα το παραλείψω, διά να μη χαθή εις μάτην το θάρρος σου. Παραδέχεσαι λοιπόν, καθώς είπες, ότι η ψευδής κρίσις είναι ένα είδος λάθος;
Θεαίτητος. Παραδέχομαι.
Σωκράτης. Επομένως κατά την ιδικήν σου κρίσιν είναι δυνατόν να δεχθώμεν με τον νουν ένα πράγμα ως άλλο και όχι ως εκείνο το ίδιον.
Θεαίτητος. Βέβαια είναι δυνατόν.
Σωκράτης. Όταν λοιπόν κάμνη τούτο ο νους ενός ανθρώπου, δεν είναι συγχρόνως ανάγκη να συλλογίζεται ή και τα δύο ή το έν από τα δύο;
Θεαίτητος. Βέβαια είναι ανάγκη να τα συλλογίζεται ή συγχρόνως ή εν μέρει.
Σωκράτης. Έξοχα. Αλλ' άραγε το να συλλογίζεται το εννοείς όπως εγώ;
Θεαίτητος. Συ πώς το εννοείς;
Σωκράτης. Ως λόγον τον οποίον διηγείται μόνη της η ψυχή εις τον εαυτόν της δι' όσα πράγματα εξετάζει. Καθώς λόγου χάριν την ώραν, που εγώ δεν γνωρίζω τι να σου απαντήσω (!), Διότι μου φαίνεται ότι, όταν συλλογίζεται, δεν κάμνει άλλο τίποτε παρά συνομιλεί η ιδία με τον εαυτόν της, ερωτώσα και απαντώσα και παραδεχομένη και μη παραδεχομένη. Όταν όμως πλέον αποφασίση, είτε με ένα αργότερον είτε με ένα ταχύτερον πήδημα, και πλέον παραδέχεται το ίδιον πράγμα και δεν διστάζει, αυτό το ονομάζομεν κρίσιν αυτής. Επομένως εγώ την κρίσιν την θεωρώ λόγον ο οποίος ελέχθη, όχι όμως προς άλλο πρόσωπον, ούτε με την φωνήν, αλλά σιωπηρώς προς τον εαυτόν μας. Συ όμως τι την θεωρείς;
Θεαίτητος. Και εγώ το ίδιον.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν όταν κανείς κρίνη έν πράγμα ως άλλο πράγμα, τότε, καθώς φαίνεται, λέγει και προς τον εαυτόν του, ότι ένα πράγμα είναι άλλο πράγμα.
Θεαίτητος. Τι άλλο βεβαίως;
Σωκράτης. Ενθυμήσου λοιπόν εάν έτυχε καμμιάν φοράν να ειπής εις τον εαυτόν σου: ιδού ασφαλώς ότι το ωραίον είναι άσχημον, ή το άδικον δίκαιον. Ή εν γένει πρόσεξε, εάν εδοκίμασες ποτέ σου να πείσης τον εαυτόν σου, ότι ένα πράγμα είναι άλλο πράγμα, ή μήπως όλως το αντίθετον ούτε εις τον ύπνον σου ποτέ δεν ετόλμησες να ειπής εις τον εαυτόν σου, ότι τάχα ασφαλώς τα περιττά είναι άρτια ή κανέν άλλο παρόμοιον.
Θεαίτητος. Λέγεις την αλήθειαν.
Σωκράτης. Και νομίζεις, ότι άλλος κανείς υγιής ή μανιακός θα τολμήση σοβαρώς να ειπή εις τον εαυτόν του, προσπαθών να τον μεταπείση, ότι είναι ανάγκη ο βους να είναι ίππος, ή το δύο να είναι έν;
Θεαίτητος. Όχι μα τον Δία.
Σωκράτης. Λοιπόν, αφού η κρίσις είναι ομιλία με τον εαυτόν μας, δεν υπάρχει κανείς ο οποίος με τον λόγον και με την κρίσιν από κοινού, εγγίζων με την ψυχήν του και τα δύο αυτά θα έλεγε και θα έκρινε ότι ένα πράγμα είναι άλλο πράγμα. Πρέπει όμως και συ να παραλείψης το ρήμα εις τα εν μέρει, διότι το ένα και τα άλλο γίνονται όμοια ως προς το ρήμα. Δηλαδή εγώ το εννοώ αυτό ως εξής· ότι κανείς δεν κρίνει το ωραίον ως άσχημον ή κανέν άλλο από τα παρόμοια.
Θεαίτητος. Τότε λοιπόν, καλέ Σωκράτη, το παραλείπω, και παραδέχομαι την γνώμην σου.
Σωκράτης. Επομένως όταν κανείς κρίνη και τα δύο είναι αδύνατον να κρίνη το έν ως το άλλο.
Θεαίτητος. Φαίνεται.
Σωκράτης. Εξ άλλου όμως όταν μόνον το έν κρίνη, το δε άλλο δεν το κρίνη διόλου, ποτέ του δεν θα κρίνη το έν ως το άλλο.
Θεαίτητος. Λέγεις την αλήθειαν, διότι θα ηναγκάζετο να εγγίση και εκείνο το οποίον δεν κρίνει.
Σωκράτης. Επομένως ούτε όταν κρίνη και τα δύο, ούτε όταν κρίνη το έν, είναι δυνατόν να κάμη λάθος. Ώστε αν κανείς ορίση ότι η ψευδής κρίσις είναι λάθος, δεν λέγει τίποτε. Διότι ούτε κατ' αυτόν τον τρόπον, ούτε με όσα παρεδέχθημεν προηγουμένως, αποδεικνύεται ότι υπάρχει εντός μας ψευδής κρίσις.
Θεαίτητος. Δεν υπάρχει, καθώς φαίνεται.
Σωκράτης. Και όμως, φίλε Θεαίτητε, αν αυτό δεν το παραδεχθώμεν ως αληθές, θα αναγκασθώμεν να παραδεχθώμεν πολλά άλλα και παράλογα.
Θεαίτητος. Ποία δηλαδή;
Σωκράτης. Δεν θα σου το ειπώ πριν δοκιμάσω να το εξετάσω καθ' όλους τους τρόπους. Διότι εγώ εντρέπομαι διά λογαριασμόν μας, όταν εις την απορίαν μας αναγκαζώμεθα να παραδεχώμεθα παράλογα πράγματα, καθώς σου είπα. Εάν όμως το εύρωμεν ημείς και κερδίσωμεν την ελευθερίαν μας, τότε πλέον θα ομιλούμεν διά τους άλλους οι οποίοι θα παθαίνουν την προσβολήν, ενώ ημείς θα στεκώμεθα έξω από την γελοιοποίησιν. Εάν όμως ευρεθώμεν εντελώς εις απορίαν, θα ταπεινωθούμεν, καθώς νομίζω, από τον λόγον και θα του δώσωμεν καιρόν, ωσάν εκείνοι οι οποίοι πάσχουν ναυτίαν, να μας καταπατήση και να μας κάμη ό,τι θέλει. Πρόσεξε λοιπόν να ακούσης κατά ποίον τρόπον ευρίσκω ακόμη διέξοδον από αυτό το ζήτημα.
Θεαίτητος. Λέγε και μη σε μέλει.
Σωκράτης. θα ειπώ ότι ημείς ουχί ορθώς παρεδέχθημεν εκείνην την φοράν ότι, όσα δεν γνωρίζει κανείς, είναι αδύνατον να κρίνη ότι αυτά είναι εκείνα τα οποία δεν γνωρίζει, και επομένως να απατηθή. Δεν είναι αδύνατον, αλλά είναι κάπως δυνατόν.
Θεαίτητος. Μήπως θέλεις να ειπής αυτό το οποίον και εγώ υπωπτεύθην την ώραν που το ελέγαμεν ότι είναι τοιούτον; Ότι δηλαδή εγώ ενώ γνωρίζω τον Σωκράτη, αν ιδώ από μακράν κανένα τον οποίον δεν γνωρίζω, τυχαίνει κάποτε να τον νομίσω ότι είναι ο Σωκράτης, αυτόν τον οποίον δεν γνωρίζω; Διότι πραγματικώς εις αυτήν την περίπτωσιν συμβαίνει αυτό το οποίον λέγεις.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν δεν το αποκηρύττομεν αυτό, το οποίον απεδείκνυε ότι δεν γνωρίζομεν όσα γνωρίζομεν, ενώ τα γνωρίζομεν;
Θεαίτητος. Βεβαιότατα.
Σωκράτης. Δηλαδή ας μη το δεχθώμεν κατ' αυτόν τον τρόπον, αλλά κατά τον εξής, και ίσως να το επιτύχωμεν κάπως, ίσως όμως να μας εναντιωθή. Αλλά τι να γίνη, ευρισκόμεθα εις τοιαύτην θέσιν, ώστε είναι ανάγκη να στρέφωμεν από όλα τα μέρη και να βασανίζωμεν πάντα λόγον. Πρόσεξε λοιπόν, αν αυτό το οποίον λέγω έχει σημασίαν. Άραγε είναι δυνατόν όστις δεν γνωρίζει κάτι να το μάθη ύστερον;
Θεαίτητος. Βεβαίως είναι δυνατόν.
Σωκράτης. Και λοιπόν και κατόπιν πάλιν άλλο και έπειτα άλλο;
Θεαίτητος. Και πώς όχι;
Σωκράτης. Υπόθεσε λοιπόν λόγου χάριν, ότι μέσα εις τας ψυχάς μας υπάρχει κήρινον εκμαγείον, εις τον ένα μεγαλείτερον και εις τον άλλον μικρότερον, και εις τον ένα μεν από καθαρώτερον κηρίον, εις δε τον άλλον από ακάθαρτον και σκληρότερον, εις μερικούς δε πάλιν ελαστικώτερον, και εις άλλους μέτριον.
Θεαίτητος. Το υποθέτω.
Σωκράτης. Αυτό λοιπόν ας το είπωμεν δώρον της θεάς Μνημοσύνης και ας δεχθώμεν ότι, όταν θέλωμεν να απομνημονεύσωμεν κάτι τι από όσα ιδούμεν ή ακούσωμεν ή μόνοι μας εννοήσωμεν, πλησιάζομεν αυτό εις τας αισθήσεις και τας αντιλήψεις μας και αποτυπόνεται καθώς όταν αποτυπόνωμεν εικόνας εις τα δακτυλίδια. Και εκείνο μεν το οποίον θα αποτυπωθή, το ενθυμούμεθα και το γνωρίζομεν, εν όσω υπάρχει εντός μας η εικών του. Εκείνο όμως το οποίον θα εξαλειφθή ή δεν θα κατορθωθή να αποτυπωθή, το λησμονούμεν και δεν το γνωρίζομεν.
Θεαίτητος. Ας είναι και έτσι.
Σωκράτης. Όστις λοιπόν γνωρίζει αυτά, και εξετάζει κανέν από όσα βλέπει ή ακούει, πρόσεξε να ιδής αν είναι δυνατόν να κάμη ψευδή κρίσιν κατά τον εξής τρόπον.
Θεαίτητος. Ποίον τρόπον δηλαδή;
Σωκράτης. Να νομίση, ότι όσα γνωρίζει, άλλοτε μεν είναι εκείνα που γνωρίζει, άλλοτε δε εκείνα που δεν γνωρίζει. Διότι αυτά δεν τα είπαμεν καλά εις τα προηγούμενα, όταν παρεδέχθημεν ότι είναι αδύνατον να γίνουν.
Θεαίτητος. Και τόρα πώς τα εννοείς;
Σωκράτης. Το εξής πρέπει να λέγωμεν δι' αυτά χωρίζοντες το ζήτημα από την αρχήν, ότι δηλαδή εκείνο μεν το οποίον γνωρίζω διότι
(σελίς 104)
έχω ενθύμιον εις την ψυχήν μου, δεν το βλέπω πλέον όμως με τα αισθητήριά μου, είναι αδύνατον να το νομίσω ως κανέν άλλο πράγμα από εκείνα που γνωρίζω, όταν έχω και εκείνου την εντύπωσιν, δεν το βλέπω όμως. Ούτε αντιστρόφως εκείνο το οποίον γνωρίζω, είναι δυνατόν να το νομίσω ότι είναι εκείνο το οποίον δεν γνωρίζω και του οποίου δεν έχω την σφραγίδα. Ούτε αρνητικώς εκείνο το οποίον δεν γνωρίζω, να το νομίσω ως άλλο το οποίον δεν γνωρίζω. Ούτε πάλιν αντιστρόφως εκείνο το οποίον δεν γνωρίζω να το νομίσω ως άλλο το οποίον γνωρίζω. Το ίδιον και διά την αίσθησιν. Δεν είναι δυνατόν εκείνο το οποίον βλέπω να το νομίσω ως κανέν άλλο από όσα επίσης βλέπω. Ούτε αντιστρόφως εκείνο το οποίον βλέπω ότι είναι κανέν από εκείνα τα οποία δεν βλέπω. Ούτε πάλιν ό,τι δεν βλέπω να νομίσω ότι είναι κανέν από όσα δεν βλέπω. Ούτε πάλιν αντιστρόφως ό,τι δεν βλέπω να το νομίσω ως κανέν από όσα βλέπω, Και τόρα πάλιν με συνδυασμόν, κανέν από όσα γνωρίζω και βλέπω και έχω το αποτύπωμα από την αίσθησιν, δεν είναι δυνατόν να νομίσω ως κανέν άλλο, από εκείνα τα οποία επίσης γνωρίζω και βλέπω και έχω και αυτών την αποτύπωσιν και την αίσθησιν. Τούτο μάλιστα είναι πολύ περισσότερον αδύνατον από εκείνας τας δύο μονομερείς περιπτώσεις, και αν ακόμη εις εκείνας ήτο δυνατόν. Επίσης εκείνο το οποίον γνωρίζω και το βλέπω, και κρατώ το ενθύμιον ακριβώς, είναι αδύνατον να το νομίσω ως άλλο πράγμα το οποίον γνωρίζω. Και πάλιν ό,τι γνωρίζω και βλέπω και το κατέχω αναλόγως, αδύνατον να το νομίσω ως άλλο το οποίον βλέπω. Ούτε αντιθέτως ό,τι δεν γνωρίζω και δεν βλέπω να το νομίσω ως άλλο, το οποίον δεν γνωρίζω και δεν βλέπω. Ούτε ό,τι δεν γνωρίζω και δεν βλέπω να το νομίσω ως κανέν άλλο το οποίον δεν γνωρίζω. Ούτε τέλος ό,τι δεν γνωρίζω και δεν βλέπω να το νομίσω ως κανέν άλλο το οποίον δεν βλέπω. Όλαι αυταί αι τελευταίαι έξ περιπτώσεις είναι κάτι περισσότερον από αδύνατον διά να κρίνη κανείς ψευδώς με αυτάς. Τόρα λοιπόν το πολύ πολύ υπολείπεται να είναι δυνατόν το τοιούτον εις τας εξής περιπτώσεις ακόμη.
σελίς 105
Θεαίτητος. Εις ποίας δηλαδή; Μη τυχόν ημπορέσω από αυτάς να εννοήσω καλλίτερα. Διότι τόρα δεν σε παρακολουθώ.
Σωκράτης. Όσα γνωρίζω, να τα νομίσω ως άλλα από όσα γνωρίζω συγχρόνως και βλέπω, ή από όσα δεν γνωρίζω αλλά βλέπω. Και όσα γνωρίζω και βλέπω, να τα νομίσω ως άλλα από όσα γνωρίζω αλλά δεν βλέπω, ή δεν γνωρίζω αλλά βλέπω.
Θεαίτητος. Τόρα πλέον έμεινα πολύ περισσότερον πίσο παρά προηγουμένως (!).
Σωκράτης. Τότε λοιπόν άκουσε να σου τα ειπώ αλλέως. Εγώ ο οποίος γνωρίζω τον Θεόδωρον και ενθυμούμαι εις τον νουν μου ποία είναι η μορφή του, ομοίως δε και τον Θεαίτητον, δεν είναι αληθές ότι άλλοτε μεν τους βλέπω, άλλοτε όμως όχι, και πολλάκις τους δοκιμάζω με την αφήν μου και άλλοτε πάλιν όχι, και τους ακούω ή με άλλην καμμίαν αίσθησιν τους αισθάνομαι; Πολλάκις όμως ναι μεν δεν σας αισθάνομαι με κανέν από τα αισθητήρια, σας ενθυμούμαι όμως όχι ολιγώτερον, και σας γνωρίζω μέσα εις την ψυχήν μου;
Θεαίτητος. Πολύ ορθά.
Σωκράτης. Πρώτον λοιπόν αυτό να εντυπώσης από όσα σου λέγω, ότι δηλαδή είναι δυνατόν όσα γνωρίζω να μη τα βλέπω και τα αισθάνωμαι με τα αισθητήριά μου, είναι όμως δυνατόν και να τα βλέπω.
τέλος σελίδος 105
Θεαίτητος. Αυτό είναι αληθές.
Σωκράτης. Το ίδιον λοιπόν και όσα δεν γνωρίζω, πολλάκις μεν είναι δυνατόν και να μη τα βλέπω, πολλάκις όμως μόνον να τα βλέπω.
Θεαίτητος. Και αυτό είναι αληθές.
Σωκράτης. Τόρα λοιπόν πρόσεξε μήπως σου είναι ευκολώτερον να με παρακολουθήσης. Εάν ο Σωκράτης γνωρίζη τον Θεόδωρον και τον Θεαίτητον, και όμως δεν βλέπη κανένα από αυτούς τους δύο, ούτε με καμμίαν άλλην αίσθησιν τους αισθάνεται, ποτέ δεν είναι δυνατόν να κρίνη εντός του ότι ο Θεαίτητος είναι Θεόδωρος. Λέγω, ή δεν λέγω τίποτε;
Θεαίτητος. Βεβαίως πολύ ορθά.
Σωκράτης. Αυτό λοιπόν που λέγω τόρα ήτο η πρώτη περίπτωσις από όσα σου έλεγα τότε.
Θεαίτητος. Μάλιστα, ήτο.
Σωκράτης. Το δεύτερον ήτο ότι, όταν τον ένα από σας τον γνωρίζω, τον δε άλλον δεν τον γνωρίζω, και δεν βλέπω με τας αισθήσεις μου κανένα από τους δύο σας, δεν είναι δυνατόν πάλιν να νομίσω ότι αυτός που γνωρίζω είναι εκείνος που δεν γνωρίζω.
Θεαίτητος. Πολύ ορθά.
Σωκράτης. Το τρίτον ήτο ότι: όταν δεν γνωρίζω κανένα από τους δύο σας ούτε τους βλέπω με καμμίαν αίσθησιν, δεν είναι δυνατόν να τον νομίσω, αυτόν που δεν τον γνωρίζω, ότι είναι κάποιος άλλος από εκείνους που δεν γνωρίζω. Και όλα τα προηγούμενα υπόθεσε ότι σου τα λέγω τόρα πάλιν κατά σειράν, εις τα οποία εγώ ποτέ δεν θα κρίνω ψευδώς διά σε και τον Θεόδωρον, ούτε όταν σας γνωρίζω και τους δύο, ούτε όταν δεν σας γνωρίζω, και ούτε πάλιν αν τον ένα γνωρίζω και τον άλλον δεν τον γνωρίζω. Το ίδιον συμβαίνει και διά τας αισθήσεις, αν βεβαίως παρακολουθής.
Θεαίτητος. Μάλιστα, παρακολουθώ.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν η ψευδής κρίσις μένει εις την εξής περίπτωσιν, όταν εγώ γνωρίζω και σε και τον Θεόδωρον και έχω αποτυπωμένα εις εκείνο το κήρινον όργανον τα χαρακτηριστικά των δύο σας, ως να είσθε δακτυλίδια, σας βλέπω όμως και τους δύο ύστερα από πολύν καιρόν και όχι τόσον καθαρά, και προσπαθών να αποδώσω τα χαρακτηριστικά του καθενός σας εις την ιδικήν του μορφήν, τα εμβάζω και τα προσαρμόζω εις τα ίχνη τα οποία άφησαν εντός μου, διά να γίνη η αναγνώρισις. Και ύστερα από όλα αυτά αποτυγχάνω, και καθώς εκείνοι που φορούν τα υποδήματά των ανάποδα ανταλλάσσω την μορφήν του καθενός από σας και την πλησιάζω προς τα ξένα χαρακτηριστικά, ή καθώς γίνεται εις το βλέμμα μας εμπρός εις ένα κάτοπτρον, όπου τα δεξιά μετατίθενται εις τα αριστερά, κατά τον ίδιον τρόπον συμβαίνει να απατηθώ. Τότε λοιπόν συμβαίνει το λάθος και η ψευδής κρίσις.
Θεαίτητος. Έτσι θα είναι, καλέ Σωκράτη. Περίφημα εξηγείς αυτό το πάθημα της κρίσεως.
Σωκράτης. Και πάλιν όταν γνωρίζω και τους δύο και τον μεν ένα εκτός του ότι τον γνωρίζω συγχρόνως τον βλέπω, τον άλλον όμως όχι, και την γνώσιν του άλλου δεν έχω από τας αισθήσεις, πράγμα το οποίον σου έλεγα προηγουμένως και συ τότε δεν το ενοούσες.
Θεαίτητος. Ναι, δεν σε ενοούσα.
Σωκράτης. Αυτό λοιπόν έλεγα, ότι δηλαδή όστις γνωρίζει τον ένα από τους δύο και τον βλέπει και έχει γνώσιν αυτού από την αίσθησιν, ποτέ δεν θα νομίση ότι αυτός είναι κάποιος άλλος τον οποίον γνωρίζει και βλέπει και επίσης έχει γνώσιν αυτού από την αίσθησιν. Δεν ήτο αυτό;
Θεαίτητος. Μάλιστα.
Σωκράτης. Τότε όμως βεβαίως παρελείπαμεν αυτό που λέγομεν τόρα, ότι ψευδής κρίσις γίνεται όταν κανείς γνωρίζη και τους δύο και έχη και τους δύο με την όρασιν ή με καμμίαν άλλην αίσθησιν, δεν διατηρεί όμως τα χαρακτηριστικά εκάστου σύμφωνα με την αίσθησιν, αλλά ωσάν ανεπιτήδειος τοξότης, όταν ρίπτη, αλλάζει το σημάδι του και αποτυγχάνει, το οποίον θα ονομάσωμεν ψεύδος.
Θεαίτητος. Πολύ λογικά βεβαίως.