Θεαίτητος

Part 6

Chapter 6 2 words Public domain Markdown

Σωκράτης. Αί λοιπόν και αι νομοθεσίαι και το ωφέλιμον δεν ανήκουν εις το μέλλον, και δεν ομολογεί πας τις ότι κατ' ανάγκην πολλάκις μία πόλις, η οποία θέτει νόμους, δεν επιτυγχάνει το ωφελιμώτερον από όλα;

Θεόδωρος. Πολύ μάλιστα.

Σωκράτης. Επομένως δικαίως ημπορούμεν να ειπούμεν εις τον διδάσκαλόν σου, ότι είναι ηναγκασμένος να παραδεχθή ότι υπάρχει σοφώτερος ένας άλλος από κάθε άλλον, και ο σοφώτερος αυτός βεβαίως είναι ο πήχυς που μετρά τα πράγματα. Εγώ όμως ο αμαθής δεν υπάρχει η παραμικρά ανάγκη να γίνω πήχυς καθώς με ηνάγκαζε να γίνω με το καλό και με την βίαν ο λόγος τον οποίον είπα με το μέρος εκείνου.

Θεόδωρος. Μου φαίνεται, καλέ Σωκράτη, ότι με αυτά περισσότερον εξελέγχεται ψευδής ο λόγος του, ο οποίος όμως εξελέγχεται και με το ότι παραδέχεται ως εγκύρους τας γνώμας των άλλων, διότι αύται απεδείχθησαν ότι δεν παραδέχονται κατ' ουδένα τρόπον αληθείς τους λόγους εκείνου.

Σωκράτης. Και με άλλους πολλούς τρόπους, καλέ Θεόδωρε, είναι εύκολον να εξελεχθή το ότι δεν είναι αληθινή η γνώμη του καθενός. Αλλά ως προς τα πάθη τα οποία συμβαίνουν εις έκαστον, από τα οποία προέρχονται αι αισθήσεις και αι γνώμαι αι οποίαι τας συνοδεύουν, είναι δυσκολώτερον να αποδείξωμεν ότι δεν είναι αληθή. Πιθανόν όμως να απατώμαι, διότι ίσως είναι αψευδείς, και ίσως να λέγουν την αλήθειαν όσοι διισχυρίζονται ότι είναι σαφείς και επιστημονικαί. Ώστε πιθανόν και ο Θεαίτητος απ' εδώ να μη απέτυχε, όταν είπε ότι είναι το ίδιον πράγμα η αίσθησις και η επιστήμη. Δι' αυτό λοιπόν πρέπει να πλησιάσωμεν περισσότερον εις το ζήτημα, καθώς το επέβαλλε ο λόγος τον οποίον είπα υπερασπιζόμενος τον Πρωταγόραν, και να ερευνήσωμεν αυτήν την κινουμένην ουσίαν, αν λέγει τίποτε το ορθόν ή είναι σαθρά. Τουλάχιστον περί αυτής έως τόρα δεν έγινε μικρός πόλεμος ούτε μεταξύ ολίγων ανθρώπων.

Θεόδωρος. Πολύ απέχει του να είναι μικρά, εις την Ιωνίαν μάλιστα, διαρκώς μεγαλόνει. Διότι οι φίλοι του Ηρακλείτου με μεγάλην ανδρείαν δίδουν τα έξοδα προς χάριν αυτού του λόγου.

Σωκράτης. Δι' αυτό, φίλε Θεόδωρε, ακόμη περισσότερον είναι ανάγκη να εξετάσωμεν και μάλιστα από την αρχήν, πώς την υποστηρίζουν οι ίδιοι.

Θεόδωρος. Βεβαιότατα. Διότι, φίλε μου Σωκράτη, δι' αυτούς τους λόγους του Ηρακλείτου, ή καθώς συ λέγεις του Ομήρου και των άλλων ακόμη αρχαιοτέρων, όσοι ευρίσκονται εις τα μέρη της Εφέσου και καυχώνται ότι είναι έμπειροι οι ίδιοι μεν δεν είναι ικανοί να συζητήσουν καλλίτερον από τους εξωφρενικούς. Διότι πραγματικώς μετακινούνται και αυτοί καθώς λέγουν τα συγγράμματα. Το να μείνουν όμως σταθεροί εις ένα λόγον και εις μίαν ερώτησιν και με ησυχίαν να απαντήσουν εις την σειράν των και να ερωτήσουν και αυτοί, τούτο ολιγώτερον υπάρχει εις αυτούς από το μηδενικόν. Ή μάλλον πολύ κάτω από το μηδέν. Διότι οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν ουδέ την παραμικράν ησυχίαν. Αλλ' αν ερωτήσης κανένα παίρνουν στο στόμα κάτι λεξείδια αινιγματώδη, ωσάν τόξα μέσα από την φαρέτραν, και σου τα πετούν, και αν θελήσης να του ζητήσης κανενός εξήγησιν τι είπε, θα την έχεις πάθη με άλλο λεξείδιον με πρωτοφανή σημασίαν, και ποτέ δεν θα τελείωσης καμμίαν υπόθεσιν με κανένα από αυτούς. Αλλ' ούτε και οι ίδιοι μεταξύ των τελειώνουν, αλλά προσέχουν παρά πολύ να μην αφήσουν τίποτε να μείνη στερεόν, ούτε εις τον λόγον ούτε εις τας ψυχάς των, επειδή νομίζουν, καθώς μου φαίνεται, ότι αυτό είναι στασιμότης. Αυτοί όμως την στασιμότητα την πολεμούν υπερβολικά, και όσον ημπορούν την εκδιώκουν από παντού.

Σωκράτης. Ίσως, φίλε μου Θεόδωρε, αυτούς τους ανθρώπους τους είδες μόνον την ώραν που πολεμούν, και δεν τους επέτυχες όταν έχουν ειρήνην, διότι δεν είναι φίλοι σου. Εγώ όμως νομίζω ότι αυτά τα λέγουν εις τους μαθητάς των, την ώραν του σχολείου, τους οποίους θέλουν να τους κάμουν ομοίους με τον εαυτόν των.

Θεόδωρος. Πού τους ευρήκαν τους μαθητάς, ευλογημένε μου; Διότι από αυτούς ουδέ μαθητής γίνεται ο είς του άλλου, αλλά φυτρώνουν μόνοι των, κυριευόμενοι από ενθουσιασμόν με ό,τι τύχη, και ο είς τον άλλον δεν τον θεωρεί τίποτε. Από αυτούς λοιπόν, καθώς ήθελα να ειπώ, δεν θα λάβης ποτέ λόγον ούτε με το καλό ούτε με την βίαν. Δι' αυτό πρέπει να λάβωμεν εμπρός μας αυτούς τους ιδίους ωσάν ένα πρόβλημα και να τους εξετάσωμεν.

Σωκράτης. Πολύ καλά το λέγεις. Λοιπόν αυτό το πρόβλημα δεν είναι αυτά τα οποία εμάθαμεν από τους αρχαίους, οι οποίοι τα κρύπτουν από τον λαόν με τους στίχους των, ότι δηλαδή η πηγή όλων των πραγμάτων, η οποία είναι ο Ωκεανός και η Τηθύς, δεν είναι άλλο παρά ρεύματα και διαρκώς κινούνται; Πράγματα τα οποία μόνον οι νεώτεροι τα λέγουν φανερά διά να φανούν σοφώτεροι, διά να μάθουν και οι υποδηματοποιοί την σοφίαν των και να μη νομίζουν πλέον βλακωδώς ότι άλλα μεν από τα όντα κινούνται, άλλα δε στέκονται, αλλά να μάθουν ότι όλα κινούνται και να τιμούν αυτούς. Παρ' ολίγον όμως να λησμονήσω, φίλε μου Θεόδωρε, ότι άλλοι πάλιν είπαν το αντίθετον από αυτούς, παραδείγματος χάριν ότι μένει ακίνητον εκείνο το οποίον ονομάζεται ον, και τα άλλα όσα διισχυρίζονται οι Μέλισσοι και οι Παρμενίδαι αντιθέτως προς όλους αυτούς, ότι δηλαδή έν είναι τα πάντα και μένει ακίνητον εις την θέσιν του, διότι δεν υπάρχει χώρος εις τον οποίον να μετακινηθή. Λοιπόν, φίλε μου, τι θα κάμωμεν με όλους αυτούς; Διότι ολίγον κατ' ολίγον επροχωρήσαμεν και χωρίς να το εννοήσωμεν επέσαμεν εις το μέσον αυτών των δύο μερών. Και αν δεν λάβωμεν τα μέτρα μας να φύγωμεν, θα τιμωρηθουμεν καθώς εκείνοι οι οποίοι μέσα εις τας παλαίστρας παίζουν επάνω εις την γραμμήν, και τότε τους σύρουν και από τα δύο μέρη αντιθέτως. Δι' αυτό μου φαίνεται ότι πρέπει πρώτον να εξετάσωμεν το έν μέρος από το οποίον αρχίσαμεν, δηλαδή αυτούς που κινούνται (!). Και αν μεν ιδούμεν ότι λέγουν κάτι τι, τότε θα σύρωμεν τον εαυτόν μας προς αυτούς και θα προσπαθήσωμεν να ξεφύγωμεν από τους άλλους. Εάν όμως ιδούμεν ότι το αντίθετον κόμμα των ενιζόντων, λέγει αληθέστερα, τότε θα τρέξωμεν πάλιν με το μέρος αυτών, φεύγοντες από εκείνους οι οποίοι κινούν τα ακίνητα. Αν δε πάλιν και οι δύο φανούν ότι δεν λέγουν τίποτε ορθόν, τότε θα είμεθα γελοίοι (!), αφού ημείς που είμεθα μηδαμινοί νομίζομεν ότι κάτι λέγομεν, αυτούς δε που είναι παμπάλαιοι και πάνσοφοι άνθρωποι τους αποδοκιμάζομεν. Πρόσεξε λοιπόν, φίλε Θεόδωρε, αν συμφέρει να προχωρήσωμεν εις τόσον μεγάλον κίνδυνον.

Θεόδωρος. Βεβαίως δεν είναι διόλου υποφερτόν, Σωκράτη μου, να μη συσκεφθώμεν τι λέγουν τα κόμματα αυτών των ανθρώπων.

Σωκράτης. Τότε βέβαια πρέπει να σκεφθώμεν, αφού συ είσαι πρόθυμος. Εγώ λοιπόν νομίζω ότι ως προς την κίνησιν η αρχή της σκέψεως είναι να εύρωμεν, τι εννοούν όταν λέγουν ότι τα πάντα κινούνται. Θέλω δε να ειπώ το εξής: Άραγε ένα είδος κινήσεως παραδέχονται, ή δύο, καθώς νομίζω εγώ, αλλά ας μη το νομίζω μόνον εγώ αλλά και συ λάβε μέρος, διά να υποφέρωμεν το βάρος μαζί, αν γίνη ανάγκη. Λοιπόν λέγε: άραγε δεν ονομάζεις κίνησιν όταν ένα πράγμα αλλάζη τόπον ή και στρέφεται εις τον ίδιον τόπον;

Θεόδωρος. Μάλιστα.

Σωκράτης. Τούτο λοιπόν ας το θεωρήσωμεν έν είδος κινήσεως. Όταν όμως μένη μεν εις τον ίδιον τόπον, αλλά γηράσκη, ή γίνεται μαύρον από λευκόν, ή σκληρόν από μαλακόν, ή παθαίνη καμμίαν άλλην μεταβολήν, άραγε δεν αξίζει να το ονομάσωμεν αυτό δεύτερον είδος κινήσεως;

Θεόδωρος. Εγώ τουλάχιστον αυτό φρονώ.

Σωκράτης. Και βέβαια είναι λογικόν. Λοιπόν αυτά τα δύο είδη της κινήσεως παραδέχομαι, την μεταβολήν και την μεταφοράν.

Θεόδωρος. Πολύ ορθά λέγεις.

Σωκράτης. Αφού λοιπόν διαιρέσαμεν την κίνησιν εις δύο, τόρα ας συζητήσωμεν με αυτούς που λέγουν ότι τα πάντα κινούνται και ας τους ερωτήσωμεν: Άραγε παραδέχεσθε ότι όλα κινούνται με τας δύο κινήσεις, δηλαδή ότι συγχρόνως μεταφέρονται και μεταβάλλονται, ή άλλο μεν με τας δύο κινήσεις, άλλο όμως με μίαν;

Θεόδωρος. Μα τον Δία εγώ δεν ημπορώ να απαντήσω. Νομίζω όμως ότι θα παραδεχθούν ότι όλα κινούνται και με τας δύο κινήσεις.

Σωκράτης. Αλλέως, φίλε μου, θα παραδεχθούν ότι κινούνται και στέκονται συγχρόνως, και τότε τόσον είναι ορθόν να ειπούν ότι όλα κινούνται, όσον και ότι όλα στέκονται.

Θεόδωρος. Πολύ ορθά ομιλείς.

Σωκράτης. Αφού λοιπόν πρέπει όλα να κινούνται, η δε ακινησία να μην υπάρχη εις κανέν, τότε βεβαίως όλα κινούνται με όλην την κίνησιν διαρκώς.

Θεόδωρος. Είναι ανάγκη.

Σωκράτης. Πρόσεξε λοιπόν, σε παρακαλώ, εις το εξής: Δεν ελέγαμεν ότι την γέννησιν της θερμότητος και της λευκότητος και οποιουδήποτε άλλου από τα όμοια, αυτοί την εξηγούν ούτω πως, ότι δηλαδή έκαστον από αυτά μεταφέρεται μαζί με την αίσθησιν μεταξύ του ενεργητικού και του παθητικού, και το μεν παθητικόν γίνεται αισθητόν και όχι πλέον αίσθησις, το δε ενεργητικόν γίνεται έν ωρισμένον είδος και όχι γενικώς ποιότης; Ίσως όμως η ποιότης σου φαίνεται παράδοξον όνομα και συγχρόνως δεν εννοείς το πράγμα με αυτήν την γενικήν έκφρασιν. Ώστε άκουσε χωριστά τα μέρη του. Δηλαδή το ενεργητικόν δεν γίνεται ούτε θερμότης ούτε λευκότης, αλλά θερμόν και λευκόν και τα άλλα ομοίως. Διότι ενθυμείσαι βεβαίως ότι αυτό ελέγαμεν και προηγουμένως, ότι δηλαδή κανέν δεν είναι έν μόνον του, ούτε πάλιν το ενεργητικόν ή παθητικόν, αλλά από αυτά τα δύο, αφού πλησιάσουν μεταξύ των, γεννώνται αι αισθήσεις και τα αισθητά και άλλα μεν αποκτούν μίαν ωρισμένην ποιότητα, άλλα δε την αίσθησιν αυτής.

Θεόδωρος. Πώς δεν το ενθυμούμαι;

Σωκράτης. Και λοιπόν τα άλλα μεν, ας τα αφήσωμεν κατά μέρος, χωρίς να σκοτιζώμεθα αν τα λέγουν κατά τον ένα ή τον άλλον τρόπον. Εκείνο όμως χάριν του οποίου τα λέγομεν, ας προσέχωμεν όταν τους ερωτούμεν: Κινούνται και ρέουν, λέγετε, τα πάντα; Δεν είναι έτσι;

Θεόδωρος. Μάλιστα.

Σωκράτης. Άραγε όχι με τας δύο κινήσεις, τας οποίας διεκρίναμεν, δηλαδή με την μεταφοράν και με την μεταβολήν;

Θεόδωρος. Πώς όχι; αφού πρόκειται να είναι τελεία η κίνησίς των;

Σωκράτης. Λοιπόν εάν μόνον μετεφέροντο χωρίς να μεταβάλλωνται, θα ημπορούσαμεν ίσως να ειπούμεν ποίου είδους είναι αυτά τα οποία ρέουν, όταν μεταφέρονται. Ή όχι;

Θεόδωρος. Πολύ ορθά.

Σωκράτης. Αφού όμως δεν παραδεχόμεθα ούτε αυτό ως μόνιμον, ότι δηλαδή μεταφέρεται ως λευκόν αυτό που ρέει, αλλά ότι μεταβάλλεται, ώστε να υπάρχη ροή και αυτού του ιδίου, δηλαδή της λευκότητος, και μεταβολή αυτού εις άλλο χρώμα, άραγε διά να μη αποδειχθή ότι μένει με αυτό το χρώμα, είναι ποτέ δυνατόν να του αποδώσωμεν ένα οιονδήποτε χρώμα, ώστε να είναι ορθός ο χαρακτηρισμός του;

Θεόδωρος. Πού να ευρεθή τοιούτον μηχάνημα, καλέ Σωκράτη, δι' αυτό το χρώμα ή διά κανέν άλλο από αυτά, αφού διαρκώς την ώραν που το λέγομεν ξεφεύγει, διότι είπαμεν ότι ρέει διαρκώς;

Σωκράτης. Και τι θα απαντήσωμεν δι' οποιανδήποτε αίσθησιν, λόγου χάριν την όρασιν ή την ακοήν; μένει ποτέ εντός αυτής το να βλέπη ή να ακούη;

Θεόδωρος. Βεβαίως δεν μένει, αφού τα πάντα κινούνται.

Σωκράτης. Τότε λοιπόν δεν έχομεν δικαίωμα να την χαρακτηρίσωμεν ούτε ως όρασιν περισσότερον παρά έλλειψιν οράσεως, ούτε ως άλλην καμμίαν αίσθησιν περισσότερον παρά έλλειψιν αυτής, αφού όλα κινούνται απολύτως.

Θεόδωρος. Όχι βέβαια.

Σωκράτης. Και όμως η αίσθησις είναι επιστήμη, καθώς είπαμεν εγώ και ο Θεαίτητος.

Θεόδωρος. Το είπατε αυτό.

Σωκράτης. Επομένως δεν απαντήσαμεν περισσότερον διά την επιστήμην παρά διά την έλλειψιν επιστήμης, όταν μας ερώτησαν τι είναι επιστήμη.

Θεόδωρος. Αυτό εκάματε, καθώς φαίνεται.

Σωκράτης. Ωραία διόρθωσις της απαντήσεώς μας είναι αυτή, που εφάνημεν πρόθυμοι να αποδείξωμεν ότι τα πάντα κινούνται, διά να φανή πλέον ορθή εκείνη η απάντησις(!). Και όμως καθώς φαίνεται, εάν όλα κινούνται, πάσα απάντησις, δι' οτιδήποτε απαντά κανείς, αποδεικνύεται ορθή, είτε ειπής ότι είναι ούτω πως είτε ότι δεν είναι, και μάλιστα αν θέλης ειπέ το καλλίτερον ότι γίνεται, διά να μη παραστήσωμεν τον εαυτόν μας ως ακίνητον με τον λόγον μας.

Θεόδωρος. Πολύ ορθά ομιλείς.

Σωκράτης. Με την εξαίρεσιν βέβαια, καλέ Θεόδωρε, ότι εγώ δεν είπα και ούτω πως και όχι ούτω πως. Και πραγματικώς και αυτό το ούτω πως δεν πρέπει να το λέγωμεν, διότι τότε δεν είναι δυνατόν να κινήται αυτό το ούτω πως (!). Ούτε πάλιν πρέπει να λέγωμεν: όχι ούτω πως, διότι και αυτό δεν θα εκινείτο. Αλλά άλλην καμμίαν λέξιν πρέπει να νομοθετήσουν αυτοί οι οποίοι λέγουν αυτήν την θεωρίαν, διότι τόρα δεν υπάρχει κατάλληλος λέξις διά την υπόθεσίν των εκτός ίσως το: με κανένα τρόπον (!). Προ πάντων όμως ίσως τούτο αρμόζει εις αυτούς, διότι είναι απεριόριστον (!)(7).

Θεόδωρος. Πραγματικώς αυτή η γλώσσα είναι η αρμοδιωτέρα δι' αυτούς.

Σωκράτης. Τότε λοιπόν; φίλε Θεόδωρε, και από τον επιστήθιον σου φίλον είμεθα απηλλαγμένοι, και πλέον δεν δεχόμεθα τον λόγον του, ότι δηλαδή πας άνθρωπος είναι πήχυς όλων των πραγμάτων, εκτός εάν είναι κανείς φρόνιμος. Και την επιστήμην δεν την παραδεχόμεθα ως αίσθησιν διά της μεθόδου της κινήσεως των πάντων, εκτός εάν μας ειπή άλλο τίποτε ο Θεαίτητος απ' εδώ.

Θεόδωρος. Έξοχα το είπες, Σωκράτη μου. Διότι τόρα, που έλαβαν τέλος αυτά, πρέπει και εγώ κατά την συμφωνίαν μας να απαλλαχθώ από το να απαντώ εις εσέ, αφού πλέον έλαβε τέλος η συζήτησίς μας διά τον λόγον του Πρωταγόρου.

Θεαίτητος. Μη, σας παρακαλώ, καλέ Θεόδωρε, πριν τόρα πάλιν ο Σωκράτης και συ ερωτήσετε εκείνους, οι οποίοι λέγουν ότι το παν μένει ακίνητον, καθώς προ ολίγου είχατε σκοπόν.

Θεόδωρος. Συ που είσαι νέος, καλέ Θεαίτητε, διδάσκεις ημάς τους γεροντοτέρους να κάμνωμεν αδικίαν και να παραβαίνωμεν τας συμφωνίας; Τότε λοιπόν ετοιμάσου, διά να δώσης λόγον διά τα επίλοιπα εις τον Σωκράτη.

Θεαίτητος. Εάν θέλη, διατί όχι. Εγώ, σε βεβαιώ, ευχαριστούμαι να τον ακούω, όταν ομιλή δι' όσα λέγω εγώ.

Θεόδωρος. Ιππικόν άνδρα προκαλείς εις την πεδιάδα, όταν προκαλής τον Σωκράτην εις την συζήτησιν. Ερώτα τον λοιπόν και θα ακούσης.

Σωκράτης. Ναι, αλλά εγώ, φίλε Θεόδωρε, δεν έχω σκοπόν να ακούσω τον Θεαίτητον εις ό,τι αυτός επιβάλλει.

Θεόδωρος. Διατί άραγε δεν θα τον ακούσης;

Σωκράτης. Διότι τον Μέλισσον και τους άλλους οι οποίοι λέγουν ότι το παν είναι έν ακίνητον, και αυτούς μεν τους εντρέπομαι μήπως τους εξετάσωμεν με βαναυσότητα, αλλά πάλιν δεν τους εντρέπομαι περισσότερον από τον Παρμενίδην ο οποίος είναι μόνος. Ο Παρμενίδης όμως μου φαίνεται, καθώς λέγει ο Όμηρος (8), ότι είναι συγχρόνως σεβαστός και τρομερός. Διότι εγώ εσχετίσθην αυτόν τον άνθρωπον, όταν ήμην πολύ νέος, ενώ αυτός ήτο γέρων, και μου εφάνη ότι έχει βαθύτητα όλως διόλου ασυνήθη. Δι' αυτό φοβούμαι μήπως ημείς και τους λόγους του δεν εννοούμεν και πολύ περισσότερον απέχομεν να εννοήσωμεν τι είχε εις τον νουν του, όταν έλεγε αυτούς. Και το κυριώτερον, εκείνο διά το οποίον ακριβώς αρχίσαμεν την συζήτησιν μας, δηλαδή τι πράγμα είναι άραγε η επιστήμη, φοβούμαι μήπως αυτό μείνη ανεξέταστον, διότι διαρκώς μας έρχονται πατινάδες από λόγους, εάν έχη κανείς καιρόν να τους ακούη. Άλλως τε και αυτός ακόμη τον οποίον εστήσαμεν έχει τόσον ατελείωτον έκτασιν, ώστε αν μεν το εξετάσωμεν παρέργως, θα αναξιοπαθήση, εάν δε όσον χρειάζεται, θα παραταθή και χάνεται πλέον το ζήτημα της επιστήμης. Από αυτά όμως δεν πρέπει να γίνη ούτε το έν ούτε το άλλο, αλλά πρέπει ημείς να προσπαθήσωμεν να ελευθερώσωμεν τον Θεαίτητον από όσα εγκυμονεί διά την επιστήμην.

Θεόδωρος. Βέβαια, αφού το θέλεις, αυτό πρέπει να γίνη.

Σωκράτης. Λοιπόν, φίλε Θεαίτητε, τόσον μόνον πρόσεξε ως προς εκείνα τα οποία είπαμεν. Δηλαδή απήντησες ότι η αίσθησις είναι επιστήμη. Δεν είναι έτσι;

Θεαίτητος. Μάλιστα.

Σωκράτης. Εάν λοιπόν σε ερωτήση κανείς: Με τι βλέπει τα λευκά ο άνθρωπος και με τι ακούει τους οξείς και βαρείς ήχους; Νομίζω ότι θα έλεγες με τα μάτια του και με τα αυτιά του.

Θεαίτητος. Βεβαιότατα.

Σωκράτης. Συνήθως η πρόχειρος χρήσις των ονομάτων και των βημάτων άνευ της ακριβούς εξετάσεως δεν είναι αγένεια, αλλά μάλλον το αντίθετον από αυτό είναι δουλοπρεπές. Κάποτε όμως είναι και αναγκαίον, καθώς λόγου χάριν τόρα είναι ανάγκη να προσέξωμεν εις την απάντησιν που έδωκες, κατά τι δεν είναι ορθή. Πρόσεξε να ιδής, ποία είναι ορθοτέρα απάντησις; Εκείνο με το οποίον βλέπομεν είναι οφθαλμός, ή εκείνο διά μέσου του οποίου βλέπομεν; Και πάλιν εκείνο με το οποίον ακούομεν είναι αυτί, ή εκείνο διά μέσου του οποίου ακούομεν;

Θεαίτητος. Εκείνα διά μέσου των οποίων αισθανόμεθα ένα πράγμα, μου φαίνεται περισσότερον, καλέ Σωκράτη, παρά με τα οποία αισθανόμεθα.

Σωκράτης. Διότι βεβαίως, παιδί μου, θα ήτο φρίκη εάν είχαμεν εντός μας εγκαθέτους πολλάς αισθήσεις, ως να είμεθα δούρειοι ίπποι, και δεν συγκεντρούνται όλα αυτά εις μίαν γνώσιν, είτε θέλεις να την ονομάσης αυτήν ψυχήν, είτε οτιδήποτε άλλο, με την οποίαν αισθανόμεθα ημείς διά μέσου αυτών ως άλλων οργάνων, όσα είναι αισθητά.

Θεαίτητος. Πραγματικώς τούτο μου φαίνεται ορθότερον παρά εκείνο.

Σωκράτης. Αλλ' άραγε διά ποίον λόγον σου λέγω αυτάς τας λεπτολογίας; Διά να ιδούμεν αν υπάρχει έν και το αυτό πράγμα, με το οποίον ημείς διά μέσου μεν των οφθαλμών μας φθάνομεν έως εις τα λευκά και τα μαύρα, διά μέσου δε των άλλων αισθήσεων εις άλλα παρόμοια, και αν ημπορείς όλα αυτά να τα αποδώσης εις το σώμα, όταν ερωτηθής. Ίσως όμως είναι καλλίτερον συ να απαντάς και να τα λέγης αυτά, παρά εγώ να παραβαρύνωμαι διά σε. Και λοιπόν λέγε μου. Εκείνα διά μέσου των οποίων αισθάνεσαι τα θερμά και τα σκληρά και τα ελαφρά και τα γλυκά, δεν τα θεωρείς όλα μέρη του σώματος; ή μήπως κανενός άλλου;

Θεαίτητος. Όχι κανενός άλλου.

Σωκράτης. Άραγε θα παραδεχθής ακόμη ότι, όσα αισθάνεσαι διά μέσου μιας δυνάμεως, είναι αδύνατον να τα αισθανθής διά μέσου άλλης, ως λόγου χάριν, όσα αισθάνεσαι διά μέσου της ακοής, να τα αισθανθής διά μέσου της οράσεως, και αντιστρόφως, όσα αισθάνεσαι διά μέσου της οράσεως, να τα αισθανθής διά μέσου της ακοής;

Θεαίτητος. Και πώς δεν θα το παραδεχθώ;

Σωκράτης. Επομένως, εάν έχης εις τον νουν σου κάτι κοινόν δι' αυτά τα δύο, αυτό το κοινόν διά τα δύο δεν είναι δυνατόν να το αισθανθής ούτε διά μέσου του ενός μόνου από αυτά, ούτε διά μέσου του άλλου.

Θεαίτητος. Όχι βέβαια.

Σωκράτης. Διά την φωνήν όμως και τα χρώματα μαζί, δεν έχεις άραγε εις τον νουν σου αυτό το ίδιον, δηλαδή τι είναι και τα δύο;

Θεαίτητος. Μάλιστα.

Σωκράτης. Και ακόμη ότι το καθέν από τα δύο είναι διάφορον μεν από το άλλο, όμοιον όμως με τον εαυτόν του;

Θεαίτητος. Πώς αλλέως;

Σωκράτης. Και ότι τα δύο μαζί είναι δύο, χωριστά όμως το καθέν είναι έν;

Θεαίτητος. Και αυτό.

Σωκράτης. Αί λοιπόν και αν είναι όμοια το έν με το άλλο ή ανόμοια, δεν είσαι άραγε ικανός να το σκεφθής;

Θεαίτητος. Πιθανόν.

Σωκράτης. Αυτά λοιπόν όλα διά μέσου ποίου οργάνου τα σκέπτεσαι δι' αυτά τα δύο; Διότι βεβαίως ούτε διά μέσου της ακοής, ούτε διά μέσου της οράσεως είναι δυνατόν να συλλάβης το κοινόν δι' αυτά. Ακόμη δε και το εξής είναι απόδειξις δι' όσα λέγομεν. Ότι δηλαδή αν ήτο δυνατόν να σκεφθώμεν διά τα δύο μαζί, άραγε είναι αλμυρά ή όχι, θα γνωρίζης να μου ειπής διά μέσου ποίου οργάνου θα το σκεφθής, και αυτό δεν είναι ούτε η όρασις ούτε η ακοή, αλλά κάτι άλλο.

Θεαίτητος. Πώς δεν θα είναι άλλο, αφού είναι η διά μέσου της γλώσσης ενεργούσα δύναμις;

Σωκράτης. Πολύ καλά το είπες. Τόρα όμως η διά μέσου ποίου οργάνου ενεργούσα δύναμις θα φανερώση εις σε το κοινόν εις όλα αυτά, διά μέσου της οποίας εκφράζεις το ότι υπάρχουν ή δεν υπάρχουν, και όλα τα άλλα, όσα προ ολίγου ερωτούσαμεν δι' όλα αυτά; εις όλα αυτά ποία όργανα θα παραδεχθής διά μέσου των οποίων αισθάνεται έκαστον από αυτά η εντός ημών αισθανομένη δύναμις;

Θεαίτητος. Χωρίς άλλο εννοείς την ύπαρξιν και ανυπαρξίαν, και την ομοιότητα και την ανομοιότητα, και την ταυτότητα και την διάκρισιν, και ακόμη το έν και τους άλλους αριθμούς. Είναι δε φανερόν ότι ερωτάς: διά μέσου ποίου οργάνου του σώματός μας άραγε αισθανόμεθα με την ψυχήν μας και τον άρτιον και περιττόν αριθμόν και όλα τα άλλα όσα είναι συνέπεια τούτων.

Σωκράτης. Έξοχα παρακολουθείς, καλέ Θεαίτητε, και αυτά ακριβώς σε ερώτησα.

Θεαίτητος. Ναι, αλλά μα τον Δία, Σωκράτη μου, εγώ τουλάχιστον δεν έχω να απαντήσω τίποτε άλλο, εκτός ότι κατ' αρχήν ουδέ υπάρχει καν δι' αυτά ιδιαίτερον όργανον, καθώς δι' εκείνα, αλλά μόνη της η ψυχή διά μέσου της δυνάμεώς της φαίνεται ότι επιθεωρεί τα κοινά εις όλα αυτά.

Σωκράτης. Εύγε, καλέ Θεαίτητε, συ είσαι ωραίος και όχι άσχημος, καθώς έλεγε ο Θεόδωρος. Διότι όστις ομιλεί καλά είναι ωραίος και αγαθός. Εκτός δε του ωραίου μου έκαμες ευεργεσίαν, διότι με απήλλαξες από μίαν μεγάλην πολυλογίαν, αφού νομίζεις ότι άλλα μεν η ψυχή επιθεωρεί διά μέσου της ιδικής της δυνάμεως, άλλα δε διά μέσου των δυνάμεων του σώματος. Διότι αυτό ακριβώς ενόμιζα και εγώ, ήθελα όμως να το παραδεχθής και συ.

Θεαίτητος. Αι λοιπόν το παραδέχομαι.

Σωκράτης. Εις ποία λοιπόν από τα δύο κατατάσσεις την ύπαρξιν; Διότι αυτό προ πάντων συμβαδίζει με όλα τα πράγματα.

Θεαίτητος. Εγώ μεν την κατατάσσω μεταξύ εκείνων τα οποία συλλαμβάνει μόνη της η ψυχή.

Σωκράτης. Άραγε και την ομοιότητα και ανομοιότητα και την ταυτότητα και διάκρισιν;

Θεαίτητος. Μάλιστα.

Σωκράτης. Αλλά το ωραίον και το άσχημον και το αγαθόν και το κακόν;

Θεαίτητος. Νομίζω ότι μεταξύ των πρώτων η ψυχή και αυτών των πραγμάτων επιθεωρεί την ουσίαν, συλλογιζομένη μόνη της τα παρελθόντα και τα παρόντα εν συγκρίσει προς τα μέλλοντα.

Σωκράτης. Στάσου λοιπόν. Δεν παραδέχεσαι ότι αυτή του μεν σκληρού την σκληρότητα θα την αισθανθή διά της επαφής, ομοίως δε και του μαλακού την μαλακότητα;

Θεαίτητος. Μάλιστα.

Σωκράτης. Την ουσίαν (ύπαρξίν) των όμως και το τι είναι και την αντίθεσιν του ενός προς το άλλο, και πάλιν την ύπαρξιν αυτής της αντιθέσεως μόνη της η ψυχή προσπαθεί να τα κρίνη επιστρέφουσα πολλάκις εις αυτά και συγκρίνουσα το έν με το άλλο.

Θεαίτητος. Βεβαιότατα.

Σωκράτης. Και λοιπόν μόλις γεννηθούν και οι άνθρωποι και τα ζώα αμέσως δεν έχουσι την αίσθησιν των πραγμάτων, όσα προχωρούν διά μέσου του σώματος προς την ψυχήν; Ενώ οι συλλογισμοί δι' αυτά και ως προς την ύπαρξιν και ως προς την ωφέλειαν έρχονται με πολύν κόπον και με τον καιρόν διά μέσου πολλών δυσκολιών και διά της εκπαιδεύσεως, και πάλιν εις όσους έρχονται;

Θεαίτητος. Πολύ ορθά!

Σωκράτης. Είναι λοιπόν δυνατόν να επιτύχη την αλήθειαν δι' εκείνο, διά το οποίον δεν επιτυγχάνει ουδέ την ύπαρξιν;

Θεαίτητος. Αδύνατον.

Σωκράτης. Και εις ό,τι πράγμα δεν επιτύχη κανείς την αλήθειαν, είναι δυνατόν να γίνη επιστήμων αυτού;

Θεαίτητος. Πώς είναι δυνατόν, καλέ Σωκράτη;

Σωκράτης. Επομένως εις τα παθήματα δεν υπάρχει επιστήμη, αλλά μόνον εις τον συλλογισμόν αυτών. Διότι καθώς φαίνεται, εδώ μεν είναι δυνατόν να συλλάβωμεν την ύπαρξιν και την αλήθειαν, εκεί όμως είναι αδύνατον.

Θεαίτητος. Έτσι φαίνεται.

Σωκράτης. Αί λοιπόν το ίδιον θεωρείς εκείνο και τούτο, αφού έχουν τόσον μεγάλην διαφοράν;

Θεαίτητος. Όχι, διότι δεν είναι δίκαιον.

Σωκράτης. Τι όνομα λοιπόν αποδίδεις εις εκείνο, δηλαδή το να βλέπης, να ακούης, να οσφραίνεσαι, να κρυώνης, να θερμαίνεσαι;

Θεαίτητος. Αίσθησιν το ονομάζω εγώ· τι άλλο βέβαια;

Σωκράτης. Άραγε ολόκληρον αυτό το ονομάζεις αίσθησιν;

Θεαίτητος. Κατ' ανάγκην.

Σωκράτης. Δηλαδή αυτό, το οποίον δεν έχει την ικανότητα να συλλάβη την αλήθειαν, διότι δεν συλλαμβάνει ουδέ την ύπαρξιν.

Θεαίτητος. Όχι βέβαια.

Σωκράτης. Επομένως ούτε την επιστήμην.

Θεαίτητος. Ούτε.