Θεαίτητος

Part 5

Chapter 5 1 words Public domain Markdown

Θεόδωρος. Αυτό νομίζω ότι είναι το αναγκαίον συμπέρασμα αυτού του λόγου.

Σωκράτης. Ο ίδιος όμως ο Πρωταγόρας τι νομίζει; Δεν θα αναγκασθή να παραδεχθή ότι, εάν ούτε αυτός ενόμιζε ότι ο πήχυς των πραγμάτων είναι ο άνθρωπος, ούτε ο πολύς κόσμος νομίζει, καθώς και πράγματι δεν νομίζει, τότε εις κανένα δεν υπάρχει αυτή η «αλήθεια» την οποίαν εκείνος συνέγραψε; Εάν δε πάλιν αυτός μεν ενόμιζε τούτο, ο πολύς όμως κόσμος δεν συμμερίζεται την γνώμην του, γνωρίζεις ότι πρώτον μεν όσον περισσότεροι είναι εκείνοι, οι οποίοι δεν δέχονται αυτήν την γνώμην, από εκείνους οι οποίοι την παραδέχονται, τόσον περισσότερον είναι ψευδής παρά αληθινή;

Θεόδωρος. Κατ' ανάγκην, αφού η αλήθεια και το ψεύδος κανονίζεται από τον αριθμόν των γνωμών (!).

Σωκράτης. Εκτός τούτου το νοστιμώτερον είναι το εξής: Αφού εκείνος λέγει ότι όλοι έχουν αληθινήν γνώμην, βεβαίως παραδέχεται ότι είναι αληθινή η γνώμη εκείνων οι οποίοι εναντιώνονται εις την γνώμην του, και νομίζουν ότι έχει ψευδή γνώμην.

Θεόδωρος. Βεβαίως.

Σωκράτης. Τότε λοιπόν δεν θα παραδεχθή ότι η ιδική του γνώμη είναι ψευδής, αφού την γνώμην εκείνων οι οποίοι νομίζουν, ότι αυτός ψεύδεται την παραδέχεται ως αληθινήν;

Θεόδωρος. Κατ' ανάγκην.

Σωκράτης. Γνωρίζεις ακόμη ότι οι άλλοι δεν παραδέχονται διά τον εαυτό των, ότι έχουν ψευδή γνώμην

Θεόδωρος. Βεβαίως δεν παραδέχονται.

Σωκράτης. Αυτός όμως πάλιν παραδέχεται και αυτήν την γνώμην των ως αληθινήν, συμφώνως προς όσα έγραψε.

Θεόδωρος. Έτσι φαίνεται.

Σωκράτης. Επομένως όλοι και πρώτος πρώτος ο Πρωταγόρας (!) θα διαφιλονική την ιδικήν του γνώμην ή μάλλον, αφού δέχεται ότι έχει αληθινήν γνώμην εκείνος ο οποίος εναντιώνεται εις αυτόν, τότε ο ίδιος ο Πρωταγόρας παραδέχεται ότι ούτε ο κύων ούτε ο τυχών άνθρωπος είναι πήχυς διά κανέν πράγμα το οποίον δεν έμαθε. Δεν είναι έτσι;

Θεόδωρος. Μάλιστα.

Σωκράτης. Λοιπόν αφού διαφιλονικείτε από όλους, τότε δεν θα είναι αληθινή η γνώμη του Πρωταγόρα, ούτε δι' άλλον κανένα, ούτε διά τον ίδιον εαυτόν του.

Θεόδωρος. Καλέ Σωκράτη, πάρα πολύ κατατρέχομεν τον φίλον μου.

Σωκράτης. Όχι μόνον αυτό, φίλε μου, αλλά πολύ πιθανόν και να παρατρέχωμεν την αλήθειαν. Και βέβαια είναι λογικόν αφού εκείνος ήτο γέρων να ήτο σοφώτερος από ημάς. Και αν από κανένα μέρος έβγαζε την κεφαλήν έως τον λαιμόν και μας έβλεπε, χωρίς άλλο θα με κατέκρινε εμέ ως φλύαρον και εσέ διότι συγκατανεύεις, και αμέσως θα εχώνετο εις το χώμα διά να φύγη μακράν από ημάς. Ημείς όμως, καθώς νομίζω, έχομεν χρέος να δείξωμεν ποίαν γνώμην έχομεν, και την γνώμην μας αυτήν να την εκφράζωμεν πάντοτε ειλικρινώς. Λοιπόν και τόρα δεν θα δεχθώμεν, ότι, αφού πας τις παραδέχεται ότι υπάρχει και σοφώτερος άλλος από άλλον, υπάρχει και αμαθέστερος;

Θεόδωρος. Εγώ τουλάχιστον αυτό φρονώ.

Σωκράτης. Άραγε φρονείς ακόμη ότι μένει ακλόνητος και ως προς κείνο το οποίον οι ίδιοι επροσθέσαμεν διά να υπερασπισθώμεν τον Πρωταγόραν, ότι δηλαδή τα περισσότερα πράγματα, όπως φαίνονται, τοιαύτα και είναι εις έκαστον, ως τα θερμά, τα ξηρά, τα γλυκά και όλα όσα είναι αυτής της κατηγορίας; Και ότι εάν εις μερικά αναγνωρίζη ότι διαφέρει ο είς από τον άλλον, το πολύ εις τα υγιεινά και νοσώδη ημπορεί να δεχθή, ότι οιονδήποτε γύναιον, ή παιδίον, ή θηρίον δεν είναι εις θέσιν να θεραπευθή μόνον του, χωρίς να γνωρίζη το υγιεινόν, και ότι εις τούτο προ πάντων ο είς διαφέρει του άλλου;

Θεόδωρος. Αυτή είναι η γνώμη μου.

Σωκράτης. Τότε λοιπόν και διά τα πολιτικά είναι πραγματικώς καλά και αισχρά και δίκαια και άδικα και όσια και ανόσια όσα παραδεχθή εκάστη πόλις και νομοθετήση διά τον εαυτόν της, και επομένως ως προς αυτά δεν είναι σοφώτερον ούτε ένα άτομον από άλλο άτομον, ούτε μία πόλις από άλλην πόλιν. Μόνον όμως εις το να νομοθετή όσα συμφέρουν προ πάντων ή δεν συμφέρουν εις την ιδίαν, θα αναγνωρίση πάλιν ότι έχει διαφοράν ο είς σύμβουλος από τον άλλον και η μία γνώμη της πόλεως από την άλλην ως προς την αλήθειαν, και δεν θα τολμήση να ειπή ότι όσα νομοθετήση μία πόλις, διότι ενόμισε ότι συμφέρουν εις αυτήν, ωρισμένως αυτά θα την ωφελήσουν περισσότερον από παν άλλο. Ενώ εκεί, που είπα προηγουμένως, δηλαδή εις τα δίκαια και άδικα και όσια και ανόσια, είναι πρόθυμοι να διισχυρίζωνται ότι κανέν από αυτά δεν έχει εκ φύσεως την ουσίαν του, αλλά παν ό,τι νομίση η κοινή γνώμη, τούτο γίνεται αληθές και μόνον όσον χρόνον το νομίζει. Επί τέλους δε και όσοι δεν έχουν εντελώς την γνώμην του Πρωταγόρα με αυτά σχεδόν κάμνουν τον φιλόσοφον. Ημείς όμως, καλέ Θεόδωρε, από τον ένα λόγον πηγαίνομεν εις τον άλλον και από τον μεγαλίτερον εις τον μικρότερον.

Θεόδωρος. Και μήπως δεν έχομεν καιρόν, καλέ Σωκράτη;

Σωκράτης. Φαίνεται. Και σε βεβαιώ, αξιοθαύμαστε φίλε, πολλάκις το παρετήρησα καθώς και τόρα, ότι ήτο επόμενον όσοι χάνουν πολύν καιρόν εις την φιλοσοφίαν, όταν παρουσιασθούν εις τα δικαστήρια να φαίνωνται γελοίοι ρήτορες.

Θεόδωρος. Πώς λοιπόν το εξηγείς;

Σωκράτης. Σχεδόν όσοι κυλίονται μέσα εις τα δικαστήρια και τα παρόμοια από μικροί, συγκρινόμενοι με όσους εμεγάλωσαν μέσα εις την φιλοσοφίαν και τας παρομοίας σπουδάς, είναι ωσάν δούλοι απέναντι ελευθέρων.

Θεόδωρος. Πώς δηλαδή;

Σωκράτης. Διότι οι μεν πρώτοι έχουν πάντοτε καιρόν, καθώς είπες, και συνομιλούν με ησυχίαν και χωρίς βίαν. Καθώς ημείς τόρα εδώ τρεις φοράς με αυτήν αλλάζομεν λόγον. Το ίδιον κάμνουν και εκείνοι, όταν τους αρέση εκείνο που τους κατεβαίνει περισσότερον από το προκείμενον, καθώς αρέσει εις ημάς. Και δεν τους μέλει αν ομιλούν πολλήν ώραν ή συντόμως, αρκεί να επιτύχουν την αλήθειαν, ενώ αυτοί οι άλλοι ομιλούν πάντοτε βιαστικά — διότι τους βιάζει το νερόν της κλεψύδρας (6) που τρέχει — και δεν επιτρέπει να ομιλήσουν δι' έν ζήτημα το οποίον επιθυμούν, διότι ο αντίδικος στέκει επάνω από το κεφάλι των και τους πιέζει και αναγινώσκει σχέδιον, έξω από το οποίον δεν επιτρέπεται κατά τον νόμον να ομιλούν, και το οποίον ακριβώς λέγεται αντωμοσία. Και οι λόγοι των πάλιν λέγονται πάντοτε δι' ένα δούλον, καθώς είναι αυτοί, καθήμενοι εμπρός εις ένα σατράπην, ο οποίος κρατεί εις το χέρι του την δικαιοσύνην, και αι δίκαι ποτέ δεν γίνονται διά το τίποτε, αλλά πάντοτε διά το ατομικόν των συμφέρον και πολλάκις αγωνίζονται διά να σώσουν το κεφάλι των. Επομένως από όλα αυτά γίνονται φωνασκοί και οξύθυμοι και γνωρίζουν να κολακεύουν τον σατράπην με τους λόγους των και να τον ευχαριστήσουν με κάτι τι πραγματικόν, και είναι μικροπρεπείς και στρεψόδικοι. Διότι την αύξησιν και την ευθύτητα και την ελευθερίαν της ψυχής των την αφήρεσε η μακροχρόνιος δουλεία, η οποία τους αναγκάζει να κάμνουν στραβά πράγματα, διότι εν όσω ακόμη αι ψυχαί των είναι τρυφεραί, επιβάλλει εις αυτούς μεγάλους κινδύνους και φόβους και επειδή δεν ημπορούν να τους υποφέρουν εντός του δικαίου και της αληθείας, αμέσως προσπαθούν να απατήσουν και να αδικήσουν ο είς τον άλλον και πέφτουν και τσακίζονται. Επομένως γίνονται εις το τέλος άνδρες από παιδιά χωρίς καμμίαν ψυχικήν υγείαν, και νομίζουν πλέον ότι έγιναν φοβεροί και σοφοί. Και αυτοί μεν, αγαπητέ Θεόδωρε, είναι τοιούτοι. Αυτούς όμως, όσοι ανήκουν εις τον ιδικόν μας χορόν θέλεις άραγε να τους χαρακτηρίσωμεν και αυτούς, ή να τους αφήσωμεν και να έλθωμεν πάλιν εις την συζήτησίν μας, ώστε, καθώς ελέγαμεν και προ ολίγου, να μην κάμνωμεν μεγάλην κατάχρησιν εις την ελευθερίαν και αλλαγήν των λεγομένων;

Θεόδωρος. Όχι, καλέ Σωκράτη, αλλά ας τους χαρακτηρίσωμεν. Διότι αυτό το είπες πολύ ωραία, ότι δηλαδή ημείς όσοι αποτελούμεν τούτον τον χορόν δεν είμεθα υπηρέται των λόγων, αλλά οι λόγοι είναι ως άλλοι δούλοι μας, και έκαστος από αυτούς περιμένει να συμπληρωθή, όταν μας έλθη η όρεξις. Διότι εις τον χορόν μας δεν επιβλέπει ούτε δικαστής ούτε θεατής, καθώς εις τους ποιητάς, διά να μας κατακρίνη και να μας επιβληθή.

Σωκράτης. Τότε λοιπόν, αφού το θέλεις, νομίζω ότι πρέπει να ομιλήσωμεν περί των κορυφαίων. Διότι προς τι κανείς να αναφέρη τους αναξίους διά τας φιλοσοφικάς συζητήσεις; Και λοιπόν αυτοί από μικράν ηλικίαν πρώτον μεν διά να υπάγουν εις την αγοράν δεν γνωρίζουν τον δρόμον, ούτε γνωρίζουν πού είναι το δικαστήριον, ή το βουλευτήριον, ή κανέν άλλο κοινόν της πόλεως συνέδριον. Τους δε νόμους και τα ψηφίσματα τα προφορικά ή γραπτά, ούτε τα βλέπουν, ούτε τα ακούουν. Τρεχάματα δε διά συλλόγους διά να καταλάβουν την εξουσίαν και συνεδριάσεις και γεύματα και πατινάδες με οργανοπαικτρίας, ούτε εις το όνειρόν των δεν τους κατεβαίνει να τα βλέπουν. Εάν δε εις την πόλιν γεννηθή κανείς από μεγάλην ή μικράν οικογένειαν, ή αν εις κανένα συμβή δυστύχημα εξ αιτίας των προγόνων του, είτε άνδρες είναι είτε γυναίκες, περισσότερον το αγνοούν αυτό, παρά πόσας σταγόνας έχει η θάλασσα. Και ύστερα από όλα αυτά δεν γνωρίζουν ακόμη και ότι δεν τα γνωρίζουν. Διότι διά να έχουν υπόληψιν δεν τα αμελούν και αυτά, αλλά πραγματικώς το σώμα των μόνον ευρίσκεται μέσα εις την πόλιν, ενώ η ψυχή των όλα αυτά τα θεωρεί μικρά και μηδαμινά και τα περιφρονεί και περιφέρεται, καθώς λέγει ο Πίνδαρος, καταμετρούσα και τα κάτωθεν της γης και την επιφάνειαν αυτής και σπουδάζουσα αστρονομικώς τον ουρανόν και εις όλα τα μέρη ερευνώσα την φύσιν έκαστου πράγματος του σύμπαντος, χωρίς να περιορίζη τον εαυτόν της εις τα πλησίον.

Θεόδωρος. Πώς το εννοείς αυτό, καλέ Σωκράτη;

Σωκράτης. Καθώς ο Θαλής, καλέ Θεόδωρε, ενώ εξήταζε τα άστρα και έβλεπε υψηλά, έπεσε εις ένα πηγάδι και μία Θράκισσα ωραία και νόστιμη υπηρέτρια λέγουν ότι τον επερίπαιξε, διότι όσα μεν είναι εις τον ουρανόν έχει πόθον να τα γνωρίση, ενώ όσα είναι εμπρός εις τα πόδια του δεν τα γνωρίζει. Και ο ίδιος εμπαιγμός εφαρμόζεται εις όλους, όσοι καταγίνονται εις την φιλοσοφίαν. Διότι πραγματικώς ο τοιούτος διά μεν τον πλησίον του και τον γείτονά του δεν έχει είδησιν, όχι μόνον τι κάμνει, αλλά σχεδόν ακόμη και αν είναι άνθρωπος ή κανέν κτήνος. Το τι όμως είναι ο άνθρωπος και τι αρμόζει εις την ανθρωπίνην φύσιν να κάμνη ή να πάσχη, διαφορετικόν από τα άλλα ζώα, κάθεται και το εξετάζει με πολύν κόπον. Με εννοείς, φίλε Θεόδωρε, ή όχι;

Θεόδωρος. Σε εννοώ και λέγεις την αλήθειαν.

Σωκράτης. Δι' αυτό λοιπόν, φίλε μου, ο τοιούτος και εις τας ιδιωτικάς του συναναστροφάς και εις τας κοινωνικάς του σχέσεις, καθώς έλεγα εις την αρχήν, όταν εντός δικαστηρίου ή εις κανέν άλλο μέρος αναγκασθή να συζητήση διά πράγματα που είναι εμπρός εις τα πόδια του και εις την μύτην του, γίνεται γελοίος όχι μόνον ενώπιον των Θρακισσών αλλά και όλου του λαού, διότι πίπτει εις πηγάδια και εις διαφόρους δυσκολίας ένεκα της αμαθείας του, και τότε η εντροπή του είναι τρομερά, διότι προξενεί εντύπωσιν αβελτηρίας. Διότι και εις τας ύβρεις δεν έχει συνήθειαν ποτέ να υβρίζη κανένα, αφού δεν γνωρίζει κανέν σφάλμα κανενός, επειδή δεν τους εσπούδασε. Επειδή λοιπόν δεν έχει να ειπή τίποτε, γίνεται γελοίος. Και πάλιν εις τους επαίνους και τα καυχήματα των άλλων φανερώνεται ότι γελά όχι προσποιητώς αλλά πραγματικώς και φαίνεται ότι είναι ακριτολόγος. Διότι και όταν ακούη να εγκωμιάζεται ηγεμών ή βασιλεύς νομίζει ότι ακούει να καλοτυχίζουν κανένα χοιροβοσκόν ή ποιμένα, διότι αρμέγει πολύ γάλα. Νομίζει μάλιστα ότι αυτοί οι βασιλείς βόσκουν ένα ζώον δυστροπώτερον και επιφοβώτερον από εκείνα και επειδή δεν έχουν καιρόν να παιδευθούν, γίνονται κατ' ανάγκην όχι ολιγώτερον αγροίκοι και απαίδευτοι από τους βοσκούς. Όταν πάλιν ακούση περί κτημάτων ότι κάποιος θαυμάζεται, διότι έχει περισσότερα από δέκα χιλιάδες στρέμματα, αυτός νομίζει ότι είναι πολύ ολίγα διότι συνηθίζει να τα συγκρίνη προς όλην την γην. Προ πάντων δε όταν επαινούν την καταγωγήν και λέγουν ότι είναι ευγενής όστις αποδείξη ότι έχει επτά πάππους πλουσίους, αυτός νομίζει ότι δεν βλέπουν διόλου μακράν, όταν επαινούν, και ότι ένεκα της αμαθείας των δεν είναι εις θέσιν να ρίπτουν εκάστοτε βλέμμα εις το όλον, ούτε να υπολογίσουν, ότι πάππους και προγόνους έχει ο καθείς πολλάς χιλιάδας και εις το διάστημα αυτό αναρίθμητοι υπήρξαν πλούσιοι και πτωχοί βασιλείς και δούλοι βάρβαροι και Έλληνες πολλάκις διά τον καθένα. Όσοι όμως υπερηφανεύονται, διότι έχουν κατάλογον είκοσι πέντε προγόνων και αναβιβάζουν την καταγωγήν των εις τον Ηρακλέα του Αμφιτρύωνος, φαίνονται εις αυτό παράξενοι διά την μικρολογίαν των, Ότι όμως από τον υιόν του Αμφιτρύωνος και άνω υπήρχε άλλος εικοστός πέμπτος πρόγονος και από εκείνον άλλος πεντηκοστός και ήτο καθώς τον έκαμε η τύχη του, γελά διότι δεν ημπορούν να το υπολογίσουν και να αποδιώξουν την χαυνότητα από την ανόητον ψυχήν των. Εις όλα αυτά λοιπόν ο τοιούτος περιπαίζεται από τον λαόν, διότι εις το ένα ζήτημα ημπορεί να υπερηφανεύεται, καθώς φαίνεται, ενώ όσα είναι εμπρός εις τους πόδας του, τα αγνοεί και έχει απορίας εις έκαστον από αυτά.

Θεόδωρος. Λέγεις εντελώς πράγματα, που συμβαίνουν, καλέ Σωκράτη.

Σωκράτης. Όταν όμως, φίλε μου, σύρη ο ίδιος κανένα εις το δικαστήριον και του επιτρέψη κανείς να αφήση κατά μέρος την μικροσυζήτησιν: Όχι, εγώ αδικώ εσέ, όχι, συ αδικείς εμέ, και να υψωθή εις την εξέτασιν της καθ' αυτό δικαιοσύνης και αδικίας διά να εύρη τι διαφέρουν αυτά το έν από το άλλο και από όλα τα άλλα πράγματα, ή από την μικροσυζήτησιν, αν ο βασιλεύς είναι ευτυχής, διότι έχει πολύ χρήμα, να υψωθή εις την εξέτασιν της βασιλείας και εν γένει της ανθρωπίνης ευτυχίας, ή αθλιότητος, διά να εύρη τι είναι το καθέν από αυτά και με ποίον τρόπον αρμόζει εις την φύσιν του ανθρώπου το μεν έν από αυτά να το αποκτήση, το δε άλλο να το αποφύγη, θριαμβεύει. Όταν πάλιν περί όλων αυτών γίνη ανάγκη να ομιλήση ο μικρόψυχος εκείνος και οξύθυμος και δικανικός, αυτός πάλιν κάμνει τα αντίστροφα. Διότι ζαλίζεται ωσάν κρεμασμένος υψηλά και βλέπει με βλέμμα μετεωρισμένον και επειδή είναι ασυνήθιστος και αδημονεί και απορεί και τραυλίζει, δεν λέγω ότι γίνεται γελοίος εις τας Θρακίσσας ούτε και εις κανένα άλλον απαίδευτον, διότι αυτό δεν το εννοούν, γίνεται όμως γελοίος εις τους λαβόντας αντίθετον ανατροφήν από την ανδραποδώδη. Ιδού λοιπόν ο χαρακτήρ ενός εκάστου από αυτούς τους δύο, καλέ Θεόδωρε, ο μεν ένας ανετράφη πραγματικώς με ελευθερίαν και με άνεσιν, τον οποίον ακριβώς ονομάζεις φιλόσοφον, και δεν θεωρεί προσβολήν να τον νομίζουν μωρόπιστον και ότι δεν αξίζει τίποτε, όταν περιεπλεχθή εις υπηρεσίας δουλικάς, λόγου χάριν να μη γνωρίζη να δέση ένα στρωματόδεμα, ή να κατασκευάζη ένα νόστιμον φαγητόν, ή να ειπή δύο έξυπνα λόγια. Ο άλλος πάλιν όλα αυτά ημπορεί να τα εκτελέση επιτηδείως και ταχέως, δεν ημπορεί όμως να ενδυθή με επιτηδειότητα ελευθέρου ανθρώπου, ουδέ εγνώρισε την αρμονίαν των λόγων, διά να εξυμνήση την αληθινήν ζωήν των θεών και των ανθρώπων που ευτυχούν.

Θεόδωρος. Εάν, καλέ Σωκράτη, οι λόγοι σου έπειθαν όλους καθώς εμέ, θα επληθύνετο η ειρήνη εις τον κόσμον και θα ήτο μικροτέρα η δυστυχία.

Σωκράτης. Και όμως ούτε να εξαλειφθή το κακόν είναι δυνατόν, καλέ Θεόδωρε, διότι είναι ανάγκη να υπάρχει πάντοτε μία αντίθεσις προς το αγαθόν ούτε πάλιν ημπορεί να έχη θέσιν μεταξύ των θεών, αλλά μόνον εις την θνητήν φύσιν και εις τούτον τον τόπον περιφέρεται εξ ανάγκης. Διά τούτο πρέπει να προσπαθήσωμεν να φύγωμεν το γρηγορώτερον από τον κόσμον τούτον εις εκείνον. Φυγή δε είναι το να γίνωμεν όσον το δυνατόν όμοιοι με τον θεόν, η δε ομοίωσις συνίσταται εις το να γίνωμεν δίκαιοι και ευσεβείς μαζί με την φρόνησιν. Αλλά βεβαίως, φίλε μου, δεν είναι τόσον εύκολον να πείση κανείς άλλον, ότι όχι διά τους λόγους διά τους οποίους λέγει ο λαός πρέπει να αποφεύγη το πονηρόν και να ζητή την αρετήν, δηλαδή διά να φαίνεται ότι δεν είναι κακός, αλλά αγαθός. Διότι αυτά μου φαίνονται ότι είναι φλυαρία γραϊδίων, η δε αλήθεια είναι η εξής: ο θεός δεν είναι άδικος με κανένα τρόπον εις καμμίαν περίστασιν, αλλ' όσον το δυνατόν είναι δίκαιος εις την εντέλειαν, και κανέν άλλο πράγμα δεν είναι ομοιότερον με αυτόν, παρά εκείνος από ημάς ο οποίος θα γίνη δίκαιος εις την εντέλειαν. Αυτό είναι εκείνο το οποίον κάμνει ένα άνθρωπον πραγματικώς θαυμάσιον, και πάλιν ουτιδανόν και άνανδρον. Διότι η μεν γνώσις αυτού είναι αληθινή σοφία και αρετή, η δε άγνοια είναι φανερά αμάθεια και κακία. Αι άλλαι όμως φαινομενικαί ικανότητες και σοφίαι εις μεν την διαχείρισιν των πολιτικών είναι βάρος εις τους άλλους, εις δε τας τέχνας είναι χονδροειδία. Και λοιπόν εις εκείνον ο οποίος αδικεί και ομιλεί η κάμνει ασεβή πράγματα, το καλλίτερον είναι να μη τον θεωρήσωμεν τρομερόν εις την πανουργίαν. Διότι αυτοί ευχαριστούνται να ακούουν τοιαύτην κατηγορίαν και νομίζουν ότι δεν είναι φλύαροι, αφού άλλως είναι βάρος της γης, αλλά ότι είναι άνθρωποι καθώς πρέπει να είναι εις μίαν πόλιν όσοι θέλουν να σωθούν. Πρέπει λοιπόν να ειπούμεν την αλήθειαν, ότι δηλαδή τόσον περισσότερον είναι ό,τι δεν υποθέτουν, όσον περισσότερον δεν το γνωρίζουν. Διότι αγνοούν την ζημίαν της αδικίας, την οποίαν διόλου δεν πρέπει να αγνοή κανείς. Διότι αδικία δεν είναι αυτό που νομίζεται συνήθως, δηλαδή οι δαρμοί και οι θάνατοι, τα οποία πολλάκις τα παθαίνουν όσοι δεν είναι άδικοι, αλλά εκείνη την οποίαν είναι αδύνατον να την αποφύγουν.

Θεόδωρος. Ποίαν λοιπόν εννοείς;

Σωκράτης. Υπάρχουν, φίλε μου, δύο πρότυπα δείγματα εις την φύσιν, το θείον το οποίον είναι ευτυχέστατον και ο αντίθεος ο οποίος είναι ο αθλιώτατος και όμως δεν τα βλέπουν και από την ηλιθιότητά των και την υπερβολικήν ανοησίαν των χωρίς να το αισθάνωνται γίνονται όμοιοι με τον δεύτερον από τα άδικα έργα των και ανόμοιοι με το πρώτον. Δι' αυτό λοιπόν πληρώνουν τα αντίποινα εν όσω ζουν ζωήν ανάλογον με αυτόν που ομοιάζουν. Και αν ελέγαμεν εις αυτούς ότι, αν δεν αποκηρύξουν την επιτηδειότηταν, όταν θα αποθάνουν, δεν θα τους δεχθή εκείνος ο καθαρός από το κακόν τόπος και ότι εις την παρούσαν ζωήν πάντοτε θα απολαμβάνουν τα ανάλογα προς την διαγωγήν των, κακοί αυτοί με άλλους κακούς συντρόφους, τότε προ πάντων θα φανούν τρομεροί και πανούργοι ως να τους τα λέγη αυτά κανείς ανόητος.

Θεόδωρος. Πολύ ορθά, Σωκράτη μου.

Σωκράτης. Το γνωρίζω αγαπητέ μου φίλε. Ένα πράγμα όμως συμβαίνει εις αυτούς, δηλαδή αν γίνη ανάγκη ατομικώς να δώσουν και να λάβουν τον λόγον δι' εκείνους τους οποίους κατακρίνουν και δεχθούν αξιοπρεπώς να υπομείνουν πολύν χρόνον και να μη φύγουν ανάνδρως, τότε παραδόξως, φίλε μου, εις το τέλος δεν αρέσουν οι ίδιοι τον εαυτόν των, δι' όσα λέγουν, και όλη των εκείνη η ρητορική μαραίνεται, ώστε να μην έχουν καμμίαν διαφοράν από μικρά παιδιά. Και αυτά μεν, επειδή είναι έξω της υποθέσεως, ας τα αφήσωμεν. Άλλως θα συσσωρευθούν πολλά διαρκώς και θα κατακαλύψουν τον λόγον, τον οποίον αρχίσαμεν. Ώστε ας έλθωμεν εις τα προηγούμενα, αν είσαι σύμφωνος και συ.

Θεόδωρος. Καλέ Σωκράτη, εγώ ευχαριστούμαι πολύ να ακούω τοιαύτα ζητήματα, διότι είναι ευκολώτερον εις την γεροντικήν μου ηλικίαν να παρακολουθώ, εάν όμως συ θέλης, ας επανέλθωμεν εις τα πρώτα πάλιν.

Σωκράτης. Δεν εφθάσαμεν λοιπόν εις το μέρος εκείνο του λόγου, εις το οποίον ελέγαμεν ότι όσοι παραδέχονται ότι τα όντα μετακινούνται και ότι εκείνο το οποίον νομίζει έκαστος, αυτό και υπάρχει δι' εκείνον ο οποίος το νομίζει, εις όλα μεν τα άλλα και προ πάντων εις τα δίκαια είναι πρόθυμοι να διισχυρίζωνται ότι ωρισμένως όσα νομοθετήση μία πόλις, αφού τα εγκρίνη, αυτά είναι και δίκαια δι' αυτήν που τα ενομοθέτησε, εφ' όσον μένουν; Ως προς το αγαθόν όμως ουδείς είναι τόσον ανδρείος ώστε να τολμά να διισχυρίζεται ότι και όσα νομίση ωφέλιμα η πόλις και τα νομοθετήση, είναι ωφέλιμα όσον χρόνον μένουν. Εκτός εάν απλώς λέγωμεν το όνομα. Αλλά τούτο πάλιν θα ήτο εμπαιγμός δι' όσα λέγομεν. Δεν είναι έτσι;

Θεόδωρος. Βεβαιότατα.

Σωκράτης. Όστε ας μην ομιλούμεν διά το όνομα αλλά διά το πράγμα, το οποίον εκφράζει το όνομα.

Θεόδωρος. Μάλιστα, ας μην ομιλούμεν.

Σωκράτης. Αλλά το πράγμα το οποίον εκφράζει το όνομα, έχει υπ' όψει της η πόλις όταν νομοθετή, και όσον της είναι δυνατόν κάμνει όλους τους νόμους ωφελιμωτάτους διά τον εαυτόν της. Ή νομίζεις ότι βλέπει εις άλλο τίποτε όταν νομοθετή;

Θεόδωρος. Διόλου μάλιστα.

Σωκράτης. Αί λοιπόν, άραγε επιτυγχάνει πάντοτε ή σφάλλει εις πολλά πράγματα εκάστη πόλις;

Θεόδωρος. Εγώ νομίζω ότι εις πολλά σφάλλει.

Σωκράτης. Τότε λοιπόν τα ίδια θα τα παραδεχθή έκαστος πολύ ευκολώτερον, εάν κανείς ερωτήση περί ολοκλήρου του είδους εις το οποίον ανήκει και το ωφέλιμον, νομίζω δε ότι εις τούτο ανήκει και ο μέλλων χρόνος. Διότι όταν νομοθετούμεν θέτομεν τους νόμους διά να είναι ωφέλιμοι εις τον κατόπιν χρόνον, αυτό δε πολύ καλά ημπορούμεν να το ονομάσωμεν μέλλον.

Θεόδωρος. Βεβαιότατα.

Σωκράτης. Εμπρός λοιπόν ας ερωτήσωμεν τον Πρωταγόραν ή κανένα από τους οπαδούς του. Δεν λέγετε σεις, κύριε Πρωταγόρα, ότι όλων των πραγμάτων ο πήχυς που τα μετρά είναι ο άνθρωπος, δηλαδή των λευκών, των βαρέων, των ελαφρών και όλων ανεξαιρέτως των τοιούτων, διότι έχει εντός του το κριτήριον δι' όλα αυτά και όπως τα αισθάνεται, τοιαύτα τα νομίζει, και τα νομίζει πραγματικά διά τον εαυτόν του. Δεν είναι έτσι;

Θεόδωρος. Μάλιστα.

Σωκράτης. Αλλ' άραγε, κύριε Πρωταγόρα, και διά τα μέλλοντα έχει εντός του το κριτήριον, και όπως νομίζει ότι θα συμβούν, τοιαύτα πραγματικώς θα συμβούν εις αυτόν που τα ενόμισε; Λόγου χάριν ως προς τα θερμά, εάν κανείς αμαθής νομίση ότι θα τον πιάση θέρμη, θα έχη πραγματικώς αυτήν την θερμότητα και αν άλλος, ιατρός όμως αυτός, ειπή το εναντίον, τότε κατά την γνώμην ποίου από αυτούς τους δύο θα δεχθούμεν ότι θα συμβή το μέλλον; Ή μήπως θα γίνη συμφώνως με την γνώμην και του ενός και του άλλου και διά μεν τον ιατρόν δεν θα είναι θερμός, ουδέ θερμασμένος, διά δε τον εαυτόν του θα είναι και τα δύο μαζί;

Θεόδωρος. Αυτό πραγματικώς θα ήτο κωμικόν.

Σωκράτης. Ακόμη δε νομίζω ότι και ως προς την γλυκύτητα ή στυφάδα την οποίαν μέλλει να αποκτήση ο οίνος έχει κύρος η γνώμη του αμπελουργού και όχι του κιθαριστού.

Θεόδωρος. Τι άλλο βεβαίως;

Σωκράτης. Ούτε πάλιν διά την αρμονίαν ή δυσαρμονίαν, η οποία θα συμβή εις το μέλλον, ημπορεί να έχη καλλιτέραν γνώμην ο γυμναστής από τον μουσικόν, πράγμα το οποίον κατόπιν και ο γυμναστικός θα το παραδεχθή ότι είναι αρμονικόν.

Θεόδωρος. Όχι βεβαίως.

Σωκράτης. Επίσης και όστις μέλλει να κάμη το γεύμα του χωρίς να γνωρίζη μαγειρικήν, όταν ετοιμάζεται τα φαγητόν, δεν έχει ολιγώτερον κύρος η γνώμη του από τον μάγειρον διά την ευχαρίστησιν την οποίαν τούτο θα προξενήση; Διότι όσον διά την ευχαρίστησιν η οποία υπάρχει ή υπήρξε, τόρα πλέον ας παύσωμεν να φιλονεικούμεν, περί εκείνης όμως η οποία μέλλει να νομισθή και να υπάρξη εις έκαστον τι φρονείς; άραγε είναι ο καλλίτερος κριτής αυτός ο ίδιος διά τον εαυτόν του; Η μήπως συ, κύριε Πρωταγόρα, δεν θα διδάξης καλλίτερα από οποιονδήποτε αναρμόδιον τι είναι πιθανόν να συμβή εις έκαστον από ημάς εις το δικαστήριον, όσον εξαρτάται από τους λόγους;

Θεόδωρος. Πραγματικώς, φίλε μου Σωκράτη, πάρα πολύ εκείνος εβεβαίωνε ότι ο ίδιος είναι εις αυτό ανώτερος από όλους.

Σωκράτης. Και έκαμνε καλά μα τον Δία, αγαπητέ μου φίλε. Άλλως βεβαίως κανείς δεν θα εκάθητο να συζητή μαζί του και να πληρώνη τόσον πολύ χρήμα, εάν δεν κατέπειθε τους συνομιλητάς του, ότι και εκείνο το οποίον εις το μέλλον θα υπάρξη και θα νομισθή ούτε μάντις ούτε άλλος κανείς ημπορεί να το κρίνη καλύτερον από τον εαυτόν του.

Θεόδωρος. Πολύ ορθά.