Part 4
Σωκράτης. Λοιπόν ας εξετάσωμεν ως εξής: αν πραγματικώς είναι το ίδιον πράγμα η αίσθησις και η επιστήμη, ή είναι διαφορετικόν. Διότι εις αυτό καταλήγει όλη η συζήτησίς μας, και προς χάριν αυτού ανεστατώσαμεν όλα αυτά τα πολλά και τα παράξενα. Είσαι σύμφωνος;
Θεαίτητος. Συμφωνότατος.
Σωκράτης. Ε λοιπόν θα παραδεχθώμεν ότι όσα πράγματα αισθανόμεθα με την όρασιν και με την ακοήν, όλα αυτά συγχρόνως και τα γνωρίζομεν; Παραδείγματος χάριν, πριν να μάθωμεν την γλώσσαν των βαρβάρων, θα λέγωμεν ότι δεν τους ακούομεν όταν ομιλούν, ή ότι και τους ακούομεν και τους εννοούμεν; Επίσης και διά τα γράμματα, όταν δεν τα γνωρίζωμεν και τα βλέπωμεν τι θα ειπούμεν, ότι δεν τα βλέπομεν ή θα επιμένωμεν να λέγωμεν ότι τα γνωρίζομεν, αφού τα βλέπομεν;
Θεαίτητος. Καλέ Σωκράτη, τόσον μέρος μόνον θα ειπούμεν ότι γνωρίζομεν από αυτά, όσον βλέπομεν και ακούομεν. Δηλαδή από τα γράμματα μεν θα ειπούμεν ότι βλέπομεν και γνωρίζομεν το σχήμα και το χρώμα, από δε την γλώσσαν ότι ακούομεν και γνωρίζομεν μόνον τον υψίφωνον και βαρύφωνον τονισμόν. Όσα όμως εξηγούν οι γραμματοδιδάσκαλοι διά τα γράμματα και οι διερμηνείς διά την γλώσσαν, αυτά ούτε τα αισθανόμεθα με την όρασιν ή με την ακοήν, αλλ' ούτε και τα γνωρίζομεν.
Σωκράτης. Περίφημα τα λέγεις, καλέ Θεαίτητε, και δεν αρμόζει να εναντιωθώ εις αυτούς τους λόγους σου, διά να μεγαλώνης. Κύτταζε όμως ότι μας πλησιάζει και κάτι άλλο και σκέψου πώς θα το αποδιώξωμεν.
Θεαίτητος. Ποίον δηλαδή;
Σωκράτης. Το εξής: εάν μας ερωτήση κανείς άραγε είναι δυνατόν, όταν κανείς γίνη επιστήμων εις ένα πράγμα, εφ' όσον ακόμη το διατηρεί εις την μνήμην του, ακριβώς τότε που το ενθυμείται να μη το γνωρίζη επισταμένως αυτό το οποίον ενθυμείται. Και μου φαίνεται ότι είπα πολυλογίας, ενώ ήθελα να ερωτήσω, αν, όταν μάθη κανείς έν πράγμα και το ενθυμήται, δεν το γνωρίζει.
Θεαίτητος. Πώς γίνεται αυτό, καλέ Σωκράτη; Αυτό θα ήτο βεβαίως τερατώδες.
Σωκράτης. Μήπως λοιπόν εγώ φλυαρώ; Πρόσεξε δε: άραγε δεν παραδέχεσαι ότι η όρασις και η ακοή είναι αισθήσεις;
Θεαίτητος. Μάλιστα.
Σωκράτης. Λοιπόν όστις είδε κάτι τι, δεν έγινε επιστήμων αυτού, συμφώνως προς όσα είπαμεν προ ολίγου;
Θεαίτητος. Βεβαίως.
Σωκράτης. Αλλά πώς; Δεν παραδέχεσαι αυτό το οποίον λέγομεν μνήμην;
Θεαίτητος. Το παραδέχομαι.
Σωκράτης. Πώς την εννοείς; ως μνήμην ενός πράγματος ή όχι;
Θεαίτητος. Ως μνήμην ενός πράγματος βεβαίως.
Σωκράτης. Αυτά τα πράγματα δεν είναι επάνω κάτω όσα έμαθε κανείς και ησθάνθη;
Θεαίτητος. Τι άλλο βεβαίως;
Σωκράτης. Δηλαδή ό,τι είδε κανείς, το ενθυμείται κάποτε;
Θεαίτητος. Το ενθυμείται.
Σωκράτης. Άραγε και όταν ακόμη κλείση τους Οφθαλμούς του, ή μήπως το λησμονεί τότε;
Θεαίτητος. Θα ήτο παράλογον, καλέ Σωκράτη, να το ειπή κανείς αυτό.
Σωκράτης. Και όμως είναι ανάγκη να το ειπούμεν, αν πρόκειται να διασώσωμεν τον προηγούμενον λόγον, άλλως τον εχάσαμεν.
Θεαίτητος. Και εγώ το υποπτεύομαι αυτό, μα τον Δία, αλλά δεν το εννοώ τελείως, ειπέ λοιπόν πώς.
Σωκράτης. Ιδού πώς: Είπαμεν βεβαίως ότι όστις βλέπει έγινε επιστήμων εκείνου του πράγματος το οποίον βλέπει. Διότι η όρασις και η αίσθησις και η επιστήμη παρεδέχθημεν ότι είναι το ίδιον.
Θεαίτητος. Βεβαιότατα.
Σωκράτης. Αλλά όστις βλέπει και έγινε επιστήμων αυτού του πράγματος το οποίον έβλεπε, εάν τόρα κλείση τους οφθαλμούς του, το ενθυμείται και όμως δεν το βλέπει. Το παραδέχεσαι;
Θεαίτητος. Μάλιστα.
Σωκράτης. Αλλά δεν το βλέπει σημαίνει δεν το γνωρίζει, αφού το βλέπει θα ειπή το γνωρίζει.
Θεαίτητος. Έχεις δίκαιον.
Σωκράτης. Επομένως εκείνο εις το οποίον έγινε κανείς επιστήμων, ενώ ακόμη το ενθυμείται πρέπει να μην το γνωρίζη, επειδή δεν το βλέπει, αλλά τούτο εάν εγίνετο είπαμεν ότι θα ήτο τερατώδες.
Θεαίτητος. Πολύ ορθά.
Σωκράτης. Επομένως φαίνεται ότι φθάνομεν εις το άτοπον, εάν παραδεχθώμεν ότι η επιστήμη και η αίσθησις είναι το ίδιον πράγμα.
Θεαίτητος. Έτσι φαίνεται.
Σωκράτης. Επομένως πρέπει να δεχθώμεν ότι άλλο είναι το έν και άλλο το άλλο.
Θεαίτητος. Σχεδόν.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν, καθώς φαίνεται, πρέπει να ερευνήσωμεν από την αρχήν τι είναι επιστήμη. Και όμως, καλέ Θεαίτητε, τι κάμνομεν;
Θεαίτητος. Ως προς τι;
Σωκράτης. Μου φαίνεται ότι ωσάν πετεινοί αναξιοπρεπείς πριν να νικήσωμεν, απεμακρύνθημεν από την συζήτησιν, διά να τραγωδήσωμεν.
Θεαίτητος. Πώς δηλαδή;
Σωκράτης. Μου φαίνεται ότι κατά την εριστικήν μέθοδον εμείναμεν σύμφωνοι εις λέξεις και αφού με αυτάς ενικήσαμεν, μένομεν ευχαριστημένοι. Και ενώ ημείς δεν καυχώμεθα ως εριστικοί αλλά ως φιλόσοφοι, χωρίς να το εννοήσωμεν κάμνομεν τα ίδια με εκείνους τους ακατονοήτους ανθρώπους.
Θεαίτητος. Ακόμη δεν εννοώ αυτό το οποίον λέγεις.
Σωκράτης. Εγώ όμως θα προσπαθήσω να σου αναπτύξω τι εννοώ. Ερωτήσαμεν δηλαδή, αν, όστις μάθη και ενθυμείται έν πράγμα, το γνωρίζει ή όχι, και αφού είπαμεν ότι όστις είδε κάτι τι και έκλεισε τους οφθαλμούς του, το ενθυμείται και όμως δεν το βλέπει, με αυτό απεδείξαμεν ότι δεν το γνωρίζει και συγχρόνως το ενθυμείται. Αυτό όμως είναι αδύνατον. Και κατ' αυτόν τον τρόπον πήγε χαμένος ο λόγος του Πρωταγόρου και ο ιδικός σου ότι η επιστήμη και η αίσθησις είναι το ίδιον πράγμα.
Θεαίτητος. Έτσι φαίνεται.
Σωκράτης. Και όμως αυτό δεν θα εγίνετο, νομίζω, καλέ μου φίλε, εάν έζη ακόμη ο πατήρ του ενός από τους δύο αυτούς λόγους, αλλά θα τον υπερήσπιζε πολύ. Τόρα όμως ημείς τον ευρήκαμεν ορφανόν και τον εξευτελίζομεν. Διότι δεν τον υπερασπίζουν και οι κηδεμόνες ακόμη, τους οποίους άφησε ο Πρωταγόρας, εκ των οποίων ένας είναι και ο Θεόδωρος απ' εδώ. Αλλά τότε σχεδόν ημείς οι ίδιοι πρέπει να τον βοηθήσωμεν, χάριν της δικαιοσύνης.
Θεόδωρος. Σε βεβαιώ, καλέ Σωκράτη, δεν είμαι εγώ από τους κηδεμόνας, αλλά μάλλον ο Καλλίας Ιππονίκου. Ημείς όμως κυρίως συγκατανεύσαμεν από θεωρητικούς λόγους της γεωμετρίας. Θα σου γνωρίζωμεν όμως χάριν, εάν τον βοηθήσης.
Σωκράτης. Το παραδέχομαι, καλέ Θεόδωρε. Πρόσεξε λοιπόν να ιδής ποίου είδους είναι η βοήθειά μου. Διότι χειρότερα ακόμη από τα προηγούμενα είναι δυνατόν να παραδεχθή κανείς, εάν δεν προσέχη εις τας λέξεις με τας οποίας συνήθως λέγομεν, ότι μένομεν ή δεν μένομεν σύμφωνοι. Θέλεις εις εσέ να ειπώ το πώς, ή εις τον Θεαίτητον;
Θεόδωρος. Και εις τους δύο καλλίτερα, αλλά ας απαντά ο νεώτερος, διότι, εάν κάμη λάθος, θα είναι ολιγώτερον εντροπή του.
Σωκράτης. Τόρα λοιπόν ερωτώ την παραλογωτέραν ερώτησιν, η οποία, νομίζω, είναι η εξής: άραγε είναι δυνατόν ο ίδιος όστις γνωρίζει κάτι τι, αυτό το οποίον γνωρίζει να μην το γνωρίζη;
Θεόδωρος. Λοιπόν, φίλε Θεαίτητε, τι θέλεις να απαντήσωμεν;
Θεαίτητος. Εγώ νομίζω ότι είναι αδύνατον.
Σωκράτης. Δεν είναι αδύνατον, εάν δεχθής ότι η όρασις είναι επιστήμη. Πραγματικώς τι θα απαντήσης εις την αναπόφευκτον ερώτησιν, όταν καθώς λέγουν πέσης στον λάκκον, και αφού κάποιος σου κλείση με το χέρι τον ένα οφθαλμόν σου, σε ερωτήση αν βλέπεις το ένδυμά του με τον κλειστόν σου οφθαλμόν;
Θεαίτητος. Βεβαίως δεν θα ειπώ ότι βλέπω με αυτόν, θα είπω όμως, καθώς μου φαίνεται, ότι βλέπω με τον άλλον.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν συγχρόνως βλέπεις και δεν βλέπεις το ίδιον πράγμα;
Θεαίτητος. Ένα τέτοιο πράγμα κάπως.
Σωκράτης. Δεν πρόκειται περί τούτου, θα ειπή εκείνος, ούτε σε ερώτησα εγώ το πώς, αλλά αν το ίδιον πράγμα το γνωρίζεις και δεν το γνωρίζεις. Τόρα δε αποδεικνύεσαι ότι το ίδιον πράγμα το βλέπεις και δεν το βλέπεις. Εξάλλου όμως παρεδέχθης ότι η όρασις ισοδυναμεί προς την επιστήμην, και η έλλειψις οράσεως προς την έλλειψιν επιστήμης. Από αυτά λοιπόν κάμε συλλογισμόν και εύρε το συμπέρασμα.
Θεαίτητος. Κάμνω τον συλλογισμόν και ευρίσκω ότι εξάγεται το αντίθετον από ό,τι παρεδέχθην εις την αρχήν.
Σωκράτης. Και ίσως, περισπούδαστε φίλε μου, επάθαινες περισσότερα ακόμη, εάν σε ερωτούσε κανείς, αν υπάρχει επιστήμη οξύνους και επιστήμη αμβλύνους, και αν εκ του πλησίον υπάρχει επιστήμη, από μακράν όμως όχι, και αναλόγως επί ταχύτητος και αργοπορίας και χίλια δύο άλλα, ημπορούσε να σε ερωτήση, όταν σε εύρη εις το καρτέρι ένας καλός στρατιώτης πληρωμένος, την ώραν που έλεγες ότι είναι το ίδιον πράγμα η επιστήμη και η αίσθησις, και αφού κάμη έφοδον εις την ακοήν και την όσφρησιν και τας άλλας αισθήσεις, αρχίση να σε εξελέγχη ορμών εναντίον σου και μη παραιτούμενος, πριν θαυμάσης την πολύκροτον σοφίαν του και συλληφθείς από αυτόν, ο όποιος, αφού σε υποτάξη και σε δέση χειροπόδαρα, τότε πλέον θα εζητούσε όσα λύτρα ήτο δυνατόν να δεχθής διά να σε ελευθερώση. Ίσως όμως θα ειπής, άραγε ποίον λόγον θα είχε να ειπή ο Πρωταγόρας προς βοήθειαν των συμμάχων του; Δεν είναι χρέος μας να προσπαθήσωμεν να το εύρωμεν;
Θεαίτητος. Βεβαιότατα.
Σωκράτης. Πρώτον, νομίζω, θα ειπή όλα αυτά, όσα λέγομεν ημείς υπερασπιζόμενοι αυτόν, και έπειτα, νομίζω, θα κάμη έφοδον περιφρονών ημάς και λέγων: Να τέτοιος είναι ο Σωκράτης ο προκομμένος, επειδή ένα μικρό παιδί εφοβήθη, όταν το ερώτησε αν είναι δυνατόν ο ίδιος άνθρωπος το ίδιον πράγμα συγχρόνως να το ενθυμήται και να μη το γνωρίζη, και επειδή από τον φόβον του είπε όχι, διότι αυτό δεν ήτο εις θέσιν να προβλέψη το αποτέλεσμα, τάχα απέδειξε το άτομόν μου γελοίον εις τους λόγους. Και όμως, κοιμισμένε μου, Σωκράτη, το πράγμα έχει ως εξής. Όταν κανέν από όσα είπα εγώ το εξετάζης με την συζήτησιν, τότε, εάν μεν ο ερωτηθείς απήντησε καθώς θα απαντούσα εγώ και έχη λάθος, το λάθος είναι ιδικόν μου, αν όμως αυτός απαντήση διαφορετικά από εμέ, τότε πταίει ο ίδιος ο ερωτηθείς. Και τόρα παραδείγματος χάριν νομίζεις ότι παραδέχομαι εγώ, ότι ενθυμείται κανείς εκείνο το οποίον έπαθε, τόρα που δεν πάσχει πλέον, αφού η μνήμη είναι κάτι τι, το οποίον είχε όταν έπασχε; Πολύ απέχω από αυτό. Ή νομίζεις πάλιν ότι θα δυσκολευθώ να σου απαντήσω ότι είναι δυνατόν ο ίδιος άνθρωπος το ίδιον πράγμα και να το γνωρίζη και να μη το γνωρίζη; Ή αν κανείς δειλιάση να ειπή αυτό, θα σου χαρίση ποτέ το ότι εκείνος ο οποίος μετεβλήθη είναι ο ίδιος ό,τι ήτο πριν μεταβληθή; Ή μάλλον θα δεχθή ότι είναι ένας αυτός και όχι πολλοί, και αυτοί οι πολλοί ότι γίνονται άπειροι, αφού παραδεχόμεθα ότι συμβαίνει μεταβολή, εάν βεβαίως πρόκειται να προφυλαττώμεθα από το να καταστρατηγή ο ένας τους λόγους του άλλου; Ευλογημένε μου, θα ειπή πάλιν εκείνος, αν ημπορής πολέμησε με περισσοτέραν γενναιότητα αυτό το οποίον είπα, και απόδειξε ως ψευδές ότι δεν υπάρχουν ιδιαίτεραι αισθήσεις εις έκαστον από ημάς, ή, αφού υπάρχουν ιδιαίτεραι αισθήσεις, απόδειξε ότι δεν έπεται πάλιν εκ τούτου, ότι, εκείνο, που φαίνεται εις έκαστον, γίνεται τοιούτον ή είναι (διά να μεταχειρισθώ την λέξιν είναι) δι' αυτόν μόνον. Όταν όμως αναφέρης χοίρους και πιθήκους, όχι μόνον συ ο ίδιος φαίνεσαι χοίρος, αλλά πείθεις και εκείνους οι οποίοι σε ακούουν, να φαίνωνται χοίροι εις τα συγγράμματά μου, και δεν κάμνεις καλά (!). Διότι εγώ ναι μεν διισχυρίζομαι, ότι η αλήθεια είναι καθώς την έγραψα, δηλαδή όχι έκαστος από ημάς είναι ο πήχυς και διά τα υπάρχοντα και διά τα μη υπάρχοντα, απείρως όμως διαφέρει ο είς από τον άλλον ακριβώς εις αυτό το ίδιον, ότι δηλαδή άλλα υπάρχουν και φαίνονται εις τον ένα και άλλα εις τον άλλον. Επομένως πολύ απέχω από το να ειπώ ότι δεν υπάρχει σοφία και σοφός άνθρωπος, αλλά ακριβώς αυτόν τον ίδιον ονομάζω σοφόν, ο οποίος εις ένα οποιονδήποτε από ημάς, εις τον οποίον τα πράγματα φαίνονται και είναι κακά, θα τα μεταβάλη και θα τα κάμη να φαίνωνται και να είναι αγαθά. Έπειτα μη με πολεμής εις τας λέξεις, αλλά με τον εξής τρόπον εννόησε σαφέστερον τι θέλω να ειπώ. Ενθυμήσου δηλαδή τι ελέγαμεν προηγουμένως, ότι εις τον ασθενή φαίνονται και είναι πικρά τα φαγητά που τρώγει, εις δε τον υγιή το αντίθετον και είναι και φαίνονται. Και λοιπόν από αυτούς τους δύο δεν είναι ανάγκη να κάμωμεν σοφώτερον κανένα, διότι ούτε μας είναι δυνατόν. Ούτε και πρέπει να τους χαρακτηρίσωμεν και να ειπούμεν, ότι ο μεν ασθενής είναι αμαθής, διότι έχει αυτήν την γνώμην, ο δε υγιής είναι σοφός, διότι έχει διαφορετικήν γνώμην. Αλλά απλώς πρέπει το έν να το μεταβάλλωμεν εις το άλλο, διότι η δευτέρα κατάστασις είναι προτιμοτέρα. Το ίδιον δε και εις την εκπαίδευσιν, την άλλην κατάστασιν πρέπει να την μεταβάλλωμεν εις το καλλίτερον. Και ενώ ο ιατρός μεταχειρίζεται φάρμακα διά την μεταβολήν, ο σοφιστής μεταχειρίζεται λόγους. Δε θέλω όμως να ειπώ ότι, έναν άνθρωπον που έχει ψευδή γνώμην είναι δυνατόν να τον κάμης κατόπιν να έχη αληθινήν, διότι ούτε είναι δυνατόν να έχη κανείς γνώμην διά τα μη υπάρχοντα, ούτε να φρονή άλλα από όσα πάσχει, αυτά δε είναι εκάστοτε αληθινά (!). Νομίζω μόνον ότι εκείνον ο οποίος ένεκα της μοχθηράς ψυχικής του καταστάσεως φρονεί παρόμοια προς την κατάστασίν του, η αγαθή κατάστασις τον κάμνει να φρονή άλλα φρονήματα, τα οποία ακριβώς μερικοί από αμάθειαν τα ονομάζουν αληθινά, εγώ όμως παραδέχομαι μεν ότι είναι καλλίτερα τα δεύτερα από τα πρώτα, όχι όμως και αληθέστερα, Και τους σοφούς, αγαπητέ μου φίλε Σωκράτη, πολύ απέχω να τους ονομάζω βατράχους, αλλά ως προς τα σώματα τους ονομάζω ιατρούς, ως προς δε τα φυτά γεωργούς. Διότι λέγω ότι και αυτοί εις τα φυτά, όταν κανέν από αυτά ασθενή, του αφαιρούν τας κακάς αισθήσεις και του δίδουν καλάς και υγιεινάς αισθήσεις και αληθείας, οι δε σοφοί και καλοί ρήτορες κάμνουν τας πόλεις να νομίζουν, ότι είναι δίκαια τα καλά και όχι τα κακά (!). Διότι όσα εις εκάστην πόλιν φαίνονται δίκαια και καλά, αυτά είναι δίκαια και καλά δι' αυτήν εν όσω τα θεωρεί ως τοιαύτα. Ο σοφός όμως, από εκεί που είναι όλα εις αυτούς κακά, τα κάμνει να είναι και να φαίνωνται καλά. Το ίδιον και ο σοφιστής, εάν είναι ικανός να παιδαγωγή κατ' αυτόν τον τρόπον τους εκπαιδευομένους, είναι σοφός και άξιος να λαμβάνη πολλά χρήματα από τους εκπαιδευθέντας. Και κατ' αυτόν τον τρόπον άλλος είναι σοφώτερος από άλλον και κανείς δεν έχει ψευδή γνώμην, και εσέ, είτε θέλεις είτε δεν θέλεις, θα σε ανεχθώμεν να είσαι ο πήχυς (!). Διότι με αυτό ενισχύεται αυτός ο λόγος μου (!). Τον οποίον αν συ είσαι ικανός να τον πολεμήσης από την αρχήν, πολέμησέ τον με συνεχή λόγον, ή, αν προτιμάς με ερωτήσεις, έστω με ερωτήσεις. Διότι και τούτο δεν πρέπει να το αποφύγη, απ' εναντίας μάλιστα πρέπει να το επιδιώκη όστις έχει νουν. Κάμε όμως ως εξής· μην είσαι άδικος εις τας ερωτήσεις, διότι είναι πολύ παράλογον, αφού λέγεις ότι φροντίζεις διά την αρετήν (!), να μην κάμνης τίποτε ολιγώτερον από το να είσαι άδικος εις τους λόγους. Αδικία δε είναι εις αυτά τα πράγματα όταν κανείς δεν κάμνη διάκρισιν μεταξύ εριστικής ομιλίας και συζητήσεως, και εις μεν την πρώτην αστειεύεται και σφάλλει όσον ημπορεί, εις δε την συζήτησιν σοβαρεύεται και διορθώνει τον αντικρυνόν του, δεικνύων μόνον τα σφάλματα εις τα οποία υπέπεσε μόνος του ή εξ αιτίας των προηγουμένων διδασκάλων του!). Διότι, αν κάμης έτσι, τότε θα κατακρίνουν τον εαυτόν των διά την ταραχήν και την απορίαν όσοι συζητούν μαζί σου, και όχι εσέ, και σε μεν θα σε εκτιμήσουν και θα σε ζητήσουν πάλιν, τον εαυτόν των δε θα τον μισήσουν και θα τον απαρνηθούν, διά να εγκολπωθούν την φιλοσοφίαν, με σκοπόν να γίνουν διαφορετικοί και να ξεφορτωθούν την προηγουμένην των κατάστασιν. Εάν όμως κάμνης το αντίθετον από αυτά, καθώς κάμνουν οι περισσότεροι, το αντίθετον θα συμβή εις σε και εις τους ακροατάς σου, αντί να γίνουν φιλόσοφοι θα τους κάμης να μισούν αυτό το πράγμα, όταν μεγαλώσουν. Εάν λοιπόν θέλης να με ακούσης, καθώς σου είπα και προηγουμένως, όχι με έχθραν ούτε πολεμικώς, αλλά με επιείκειαν και αληθινήν συγκατάβασιν, θα σκεφθής, τι άραγε εννοούμεν, όταν λέγωμεν ότι τα πάντα κινούνται, και ότι εκείνο το οποίον φαίνεται εκείνο και υπάρχει εις έκαστον, και εις τα άτομα και εις ολόκληρον την πόλιν. Και από αυτά κατόπιν θα κρίνης αν είναι το ίδιον πράγμα ή διαφορετικόν η επιστήμη και η αίσθησις και αν δεν προέρχονται όλα, καθώς είπαμεν προ ολίγου, από την συνήθειαν των βημάτων και των ονομάτων, τα οποία οι περισσότεροι τα σύρουν όπως τύχη και προξενούν δυσκολίας όσας ημπορείς να φαντασθής ο είς εις τον άλλον. Αυτά, καλέ Θεόδωρε, είχα να είπω πρώτος εγώ κατά τας δυνάμεις μου προς βοήθειαν του φίλου σου, και είναι ολίγα από τα ολίγα που γνωρίζω. Αν όμως έζη ο ίδιος θα υπερασπίζετο τους λόγους του με περισσότερον μεγαλείον.
Θεόδωρος. Αστειεύεσαι, Σωκράτη μου, διότι με πολλήν ανδρείαν υπερήσπισες αυτόν τον άνθρωπον.
Σωκράτης. Σε ευχαριστώ διά τους λόγους σου, καλέ μου φίλε, και ειπέ μου σε παρακαλώ, ενόησες προ ολίγου ότι ο Πρωταγόρας κάπου μας προσέβαλε, λέγων ότι συζητούμεν με ένα μικρό παιδί και ότι εκμεταλλευόμεθα τον φόβον αυτού του παιδιού, ενώ συζητούμεν τα ιδικά του διδάγματα, διά τούτο τα θεωρεί αστεία και αποδίδων σπουδαιότητα εις τον πήχυν όλων των πραγμάτων μας προέτρεψε να καταγίνωμεν εις τα διδάγματά του;
Θεόδωρος. Πώς δεν το ενόησα, καλέ Σωκράτη;
Σωκράτης. Και λοιπόν; Προτείνεις να τον ακούσωμεν;
Θεόδωρος. Πολύ μάλιστα.
Σωκράτης. Βλέπεις λοιπόν ότι όλοι οι παρόντες εκτός σού είναι παιδιά. Εάν λοιπόν πρόκειται να τον ακούσωμεν αυτόν τον άνθρωπον, πρέπει εγώ και συ με ερωτήσεις και απαντήσεις να σπουδάσωμεν τον λόγον του, διά να μη έχη παράπονον ως προς τούτο τουλάχιστον, ότι δηλαδή, ενώ αστειευόμεθα εμπρός εις παλικαράκια, τάχα εξετάσαμεν αυτόν τον λόγον.
Θεόδωρος. Και πώς; Τάχα ο Θεαίτητος δεν ημπορεί καλλίτερα από πολλούς πωγωνοφόρους να παρακολουθήση την έρευναν του λόγου;
Σωκράτης. Όχι όμως και από εσέ καλλίτερα, καλέ Θεόδωρε. Ώστε μην νομίζης ότι εγώ μεν έχω χρέος να υπερασπισθώ με κάθε τρόπον τον φίλον σου ο οποίος απέθανε, συ όμως όχι, αλλ' εμπρός, αγαπητέ, ακολούθησέ με ολίγον έως ότου να εννοήσωμεν, αν πρέπει συ να θεωρηθής διά τα γεωμετρικά σχήματα ο πήχυς που τα μετρά, ή όλοι θα γίνωμεν καθώς συ αυτάρκεις και εις την αστρονομίαν και εις τα άλλα εις τα οποία υπάρχει λόγος να είσαι συ ανώτερος.
Θεόδωρος. Δεν είναι εύκολον, Σωκράτη μου, όταν κανείς κάθηται μαζί σου να μη λάβη μέρος εις την συζήτησιν. Εγώ όμως προ ολίγου ωμίλησα εις τον αέρα, όταν ενόμιζα ότι συ θα μου επιτρέψης να απέχω, και δεν θα με αναγκάσης καθώς κάμνουν οι Λακεδαιμόνιοι. Συ όμως μου φαίνεσαι ότι πλησιάζεις τον Σκείρωνα(4) περισσότερον. Διότι οι μεν Λακεδαιμόνιοι επιβάλλουν έν από τα δύο, ή να φύγης ή να γυμνωθής προς πάλην, συ όμως μου φαίνεται ότι το κάμνεις καθώς ο Ανταίος (5). Διότι όποιος σου πλησιάση, δεν τον αφίνεις να φύγη πριν τον αναγκάσης να ετοιμασθή και να παλαίση με τους λόγους.
Σωκράτης. Περίφημα εχαρακτήρισες την ασθένειάν μου, καλέ Θεόδωρε. Εγώ όμως είμαι δυνατώτερος από εκείνους. Διότι έως τόρα με ευρήκαν στον δρόμον χιλιάδες ωσάν τον Ηρακλέα και τον Θησέα ανδρειωμένοι εις τους λόγους και με εξεκούφαναν. Εγώ όμως πάλιν δεν παραιτούμαι. Τόσον πολύ με εκυρίευσε κάτι τι ωσάν ανίκητος έρως δι' αυτάς τας ασκήσεις. Δι' αυτό λοιπόν μην αποφεύγης και συ από φθόνον να συγκρουσθής μαζί μου και να ωφελήσης συγχρόνως και τον εαυτόν σου και εμέ.
Θεόδωρος. Εγώ πλέον δεν αντιλέγω τίποτε, ώστε φέρε με όπου θέλεις. Χωρίς άλλο πρέπει να δεχθώ με υπομονήν το γραφτό, το οποίον ως μοίρα θα μου διαγράψης συ, όταν θα με εξελέγχης. Σε ειδοποιώ όμως ότι δεν θα ημπορέσω να σε χρησιμεύσω περισσότερον από ό,τι με επρότεινες.
Σωκράτης. Αλλά και τόσον είναι αρκετόν. Και σε παρακαλώ πολύ πρόσεχε εις αυτό, μήπως λησμονήσωμεν και συζητήσωμεν παιδαριωδώς, και κατόπιν πάλιν μας το ονειδίση κανείς τούτο.
Θεόδωρος Και βέβαια θα προσπαθήσω όσον μου είναι δυνατόν.
Σωκράτης. Λοιπόν ας πάρωμεν πάλιν το προηγούμενον εκείνο και ας ιδούμεν, άραγε έχομεν δίκαιον ή όχι να οργιζώμεθα και να κατακρίνωμεν τον λόγον, διότι παρουσίαζε τον καθένα αυτάρκη διά την φρόνησιν. Και ο Πρωταγόρας συνεφώνησε μαζί μας ότι διακρίνονται μερικοί και ως προς το καλλίτερον και ως προς το χειρότερον, οι οποίοι ακριβώς είναι οι σοφοί. Δεν είναι έτσι;
Θεόδωρος. Μάλιστα.
Σωκράτης. Και λοιπόν, εάν μεν ήτο ο ίδιος παρών και συνεφώνει, χωρίς να τον υπερασπιζώμεθα ημείς μόνοι μας και να δίδωμεν συγκατάθεσιν, δεν θα ήτο ανάγκη να τα επαναλάβωμεν διά να βεβαιωθώμεν. Τόρα όμως ίσως κανείς θελήση να ακυρώση την συγκατάθεσίν μας χάριν εκείνου. Διά τούτο είναι ωραιότερον να εξηγηθούμεν μεταξύ μας καλλίτερα ως προς αυτό. Διότι δεν είναι μικρά η διαφορά, αν το παραδεχθώμεν κατά τούτον τον τρόπον, ή κατά τον αντίθετον.
Θεόδωρος. Λέγεις την αλήθειαν.
Σωκράτης. Λοιπόν ας μην ανοίξωμεν άλλας συζητήσεις, αλλά από τον λόγον του ιδίου ας λάβωμεν την συγκατάθεσιν όσον το δυνατόν συντομώτερα.
Θεόδωρος. Πώς;
Σωκράτης. Ιδού πώς: Λέγει, νομίζω, ότι, εκείνο το οποίον φαίνεται εις έκαστον, αυτό είναι και πραγματικόν εις εκείνον εις τον οποίον φαίνεται;
Θεόδωρος. Αυτό το λέγει πραγματικώς.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν, καλέ Πρωταγόρα, και ημείς εδώ προτείνομεν γνώμην ανθρώπου ή μάλλον όλων των ανθρώπων, και λέγομεν ότι κανείς δεν υπάρχει, ο οποίος εις άλλα μεν δεν νομίζει τον εαυτόν του σοφώτερον από τους άλλους, εις άλλα δε άλλους σοφωτέρους από τον εαυτόν του, και μάλιστα εις τους μεγαλιτέρους κινδύνους, καθώς όταν ταλαιπωρούνται εις τας εκστρατείας ή από τα νοσήματα ή από την τρικυμίαν, και αποβλέπη ο καθείς εις τον αρχηγόν του ωσάν θεόν και από αυτόν περιμένη την σωτηρίαν του, ο οποίος δεν έχει καμμίαν άλλην διαφοράν παρά τας γνώσεις. Και εις όλα τα άλλα πράγματα καθημερινώς οι άνθρωποι ζητούν διδασκάλους και άρχοντας διά τον εαυτόν των και τα άλλα ζώα και διά τας εργασίας, διότι επίσης νομίζουν ότι αυτοί είναι ικανοί να διδάσκουν και να είναι αρχηγοί. Και εις όλα αυτά τα πράγματα τι άλλο θα ειπούμεν, παρά ότι οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι παραδέχονται, ότι υπάρχει σοφία και αμάθεια εις τον εαυτόν των;
Θεόδωρος. Τίποτε άλλο.
Σωκράτης. Λοιπόν αυτοί δεν νομίζουν ότι η μεν σοφία είναι αληθινή νόησις, η δε αμάθεια ψευδής γνώμη;
Θεόδωρος. Τι άλλο βεβαίως; .
Σωκράτης. Λοιπόν, καλέ Πρωταγόρα, τι θα απαντήσωμεν εις αυτά; Άραγε θα δεχθώμεν ότι πάντοτε οι άνθρωποι έχουν αληθινήν γνώμην, ή άλλοτε μεν αληθινήν άλλοτε δε ψευδή; Διότι και από τα δύο αυτά εξάγεται ότι δεν έχουν πάντοτε αληθινήν γνώμην, αλλά άλλοτε αληθινήν και άλλοτε ψευδή. Και λάβε υπ' όψιν σου, καλέ Θεόδωρε, ότι πιθανόν να θελήση κανείς από τους οπαδούς του Πρωταγόρα ή συ ο ίδιος ακόμη να αντιλέξης, ότι διόλου δεν νομίζει ο ένας τον άλλον ότι είναι αμαθής και έχει ψευδή γνώμην.
Θεόδωρος. Ναι αλλά αυτό κανείς δεν θα το παραδεχθή, καλέ Σωκράτη.
Σωκράτης. Και όμως αυτό επιβάλλει κατ' ανάγκην ο λόγος ο οποίος λέγει, ότι όλων των πραγμάτων ο πήχυς που τα μετρά είναι ο άνθρωπος.
Θεόδωρος. Πώς δηλαδή;
Σωκράτης. Όταν συ κάμνης μόνος σου μίαν κρίσιν, και έρχεσαι εις εμέ και μου λέγης μίαν γνώμην περί ενός πράγματος, τότε εγώ σε αφίνω να θεωρής αληθινήν την γνώμην σου σύμφωνα με τον λόγον του Πρωταγόρα, αλλά τάχα εις ημάς τους άλλους δεν επιτρέπεται να γίνωμεν επικριταί της ιδικής σου κρίσεως, ή νομίζεις ότι θα παραδεχθώμεν ότι συ έχεις πάντοτε αληθινήν γνώμην; Ή μήπως σε αντικρούσουν εκάστοτε χιλιάδες από τους αντιφρονούντας, νομίζοντες ότι συ έχεις ψευδή κρίσιν και γνώμην;
Θεόδωρος. Μα τον Δία, χιλιάδες των χιλιάδων υπάρχουν, καθώς λέγει ο Όμηρος, οι οποίοι θα με φέρουν εις δύσκολον θέσιν.
Σωκράτης. Και λοιπόν; θέλεις να παραδεχθώμεν ότι εκείνην την στιγμήν συ, διά μεν τον εαυτόν σου έχεις αληθινήν γνώμην, διά τας χιλιάδας όμως των ανθρώπων έχεις ψευδή;