Θεαίτητος

Part 2

Chapter 2 7 words Public domain Markdown

Σωκράτης. Επομένως δεν εννοεί την υποδηματοποιίαν ούτε καμμίαν άλλην τέχνην, όστις δεν γνωρίζει τι είναι επιστήμη.

Θεαίτητος. Πολύ ορθά.

Σωκράτης. Επομένως είναι γελοία η απάντησις από εκείνον όστις ερωτήθη τι είναι επιστήμη, εάν απαντήση ένα όνομα μιας τέχνης, διότι απαντά τι παράγει η επιστήμη, ενώ δεν το ερωτήσαμεν αυτό.

Θεαίτητος. Φαίνεται.

Σωκράτης. Και έπειτα βεβαίως ήτο δυνατόν να απαντήση με το τίποτε και συντόμως, και όμως εκείνος διέτρεξε ένα απέραντον δρόμον. Παραδείγματος χάριν ακόμη και εις την ερώτησιν της λάσπης ήτο δυνατόν να δώση μίαν πρόχειρον και απλήν απάντησιν, ότι το χώμα όταν αναμιχθη με το νερόν γίνεται λάσπη, και να αφήση κατά μέρος τι είδους λάσπη.

Θεαίτητος. Πραγματικώς, καλέ Σωκράτη, τόρα, καθώς το είπες, φαίνεται ευκολώτερον. Μου φαίνεται όμως ότι ερωτάς πράγμα, το οποίον και μόνοι μας ημείς το εσκέφθημεν προ ολίγου συνομιλούντες, εγώ και ο συνονόματός σου Σωκράτης απ' εδώ.

Σωκράτης. Τι πράγμα, καλέ Θεαίτητε;

Θεαίτητος. Ο Θεόδωρος απ' εδώ μας εσχεδίασε γεωμετρικά σχήματα διά τας ρίζας των αριθμών καθώς την ρίζαν του αριθμού 3 και την ρίζαν του 5, και απεδείκνυε ότι δεν είναι σύμμετροι με την ρίζαν του 1. Και επροχώρησε κατ' αυτόν τον τρόπον εις την ρίζαν εκάστου αριθμού έως εις τον 17. Εις αυτήν όμως κάπως εσταμάτησε. Τότε λοιπόν ημείς εσκέφθημεν ότι πρέπει, αφού αι ρίζαι εφαίνοντο άπειροι κατά τον αριθμόν, να δοκιμάσωμεν να τας συμπεριλάβωμεν εις έν όνομα, με το οποίον να ονομάζωμεν όλας αυτάς τας δυνάμεις.

Σωκράτης. Αι λοιπόν ευρήκατε κανέν όνομα;

Θεαίτητος. Νομίζω ότι ευρήκαμεν. Πρόσεξε όμως και συ.

Σωκράτης. Λέγε.

Θεαίτητος. Διαιρέσαμεν εις δύο πάντα αριθμόν και όστις μεν είναι δυνατόν να δώση ίσα επί ίσα τον παρωμοιάσαμεν κατά τα σχήμα προς τετράγωνον και τον ωνομάσαμεν τετράγωνον και ισόπλευρον.

Σωκράτης. Πολύ καλά εκάματε.

Θεαίτητος. Και λοιπόν τους διαμέσους αριθμούς καθώς είναι το 3 και το 5 και κάθε αριθμός, ο οποίος δεν είναι δυνατόν να δώση ίσα επί ίσα, αλλά δίδει ή περισσότερα επί ολιγώτερα ή ολιγώτερα επί περισσότερα και τον περιλαμβάνει μία πλευρά μεγαλητέρα και μία μικροτέρα, αυτόν πάλιν τον παρωμοιάσαμεν κατά το σχήμα με προμήκη και τον ωνομάσαμεν προμήκη αριθμόν.

Σωκράτης. Πολύ καλά. Αλλά κατόπιν τι εκάματε;

Θεαίτητος. Όσαι μεν γραμμαί τετραγωνίζουν τον ισόπλευρον και ισόπεδον αριθμόν τας ωνομάσαμεν μήκος, όσαι δε τετραγωνίζουν τον προμήκη αριθμόν, τας ωνομάσαμεν ρίζας, επειδή κατά το μήκος δεν είναι σύμμετροι με εκείνας τας γραμμάς, αλλά μόνον με τα εμβαδά, τα οποία σχηματίζουν. Το ίδιον εκάμαμεν και διά τα στερεά.

Σωκράτης. Πολύ περίφημα εκάματε, παιδιά μου. Ώστε μου φαίνεται ότι ο Θεόδωρος δεν θα ενοχοποιηθή ως ψευδομάρτυς.

Θεαίτητος. Και όμως, καλέ Σωκράτη, εις αυτό το οποίον ερωτάς περί της επιστήμης δεν θα ημπορέσω να απαντήσω καθώς απήντησα περί μήκους και περί ρίζης. Μολονότι μου φαίνεται ότι ζητείς ένα παρόμοιον πράγμα. Ώστε τόρα πάλιν αποδεικνύεται ψεύτης ο Θεόδωρος.

Σωκράτης. Και πώς; εάν σε επαινούσε διά την ταχύτητά σου και έλεγε, ότι δεν είδε έως τόρα άλλον τόσον ταχύν μεταξύ των νέων, έπειτα όμως συ έτυχε να νικηθής εις τον δρόμον από ένα ακμαίον και τάχιστον, νομίζεις ότι ολιγώτερον είναι αληθείς οι έπαινοι τούτου;

Θεαίτητος. Όχι.

Σωκράτης. Μήπως όμως νομίζεις ότι είναι μικρόν πράγμα να εύρης τι είναι επιστήμη, καθώς προ ολίγου ελέγαμεν, και όχι έν από τα υψηλότερα;

Θεαίτητος. Μα τον Δία εγώ τουλάχιστον το νομίζω έν από τα υψηλότερα.

Σωκράτης. Λοιπόν μην αποθαρρύνεσαι και πίστευε ότι λέγεις κάτι τι σπουδαίον, προσπάθησε όμως με κάθε τρόπον να μας ειπής και περί των άλλων και περί της επιστήμης, τι πράγμα είναι.

Θεαίτητος. Όσον διά προθυμίαν, καλέ Σωκράτη, δεν θα μείνω οπίσω.

Σωκράτης. Εμπρός λοιπόν. Και σε βεβαιώ καλά είχες αρχίσει προ ολίγου. Δοκίμασε να μιμηθής την απάντησιν, την οποίαν έδωκες περί ριζών, καθώς αυτάς ενώ είναι πολλαί τας περιέλαβες ως μίαν κατηγορίαν, ομοίως προσπάθησε να χαρακτηρίσης με μίαν λέξιν τας πολλάς επιστήμας.

Θεαίτητος. Σε βεβαιώ, Σωκράτη μου, πολλάκις εδοκίμασα να το εξετάσω αυτό, οσάκις ήκουα να διαδίδουν τας ερωτήσεις, τας οποίας συνηθίζεις συ να προβάλλης. Αλλά ούτε μόνος μου ημπορώ να πείσω τον εαυτόν μου, ότι ευρήκα ικανοποιητικήν απάντησιν, ούτε ήκουσα κανένα άλλον να ομιλή καθώς προτρέπεις συ. Και μολαταύτα όμως δεν θα αποφύγω να προσπαθήσω,

Σωκράτης. Βέβαια, καλέ Θεαίτητε, διότι συ δεν είσαι κούφος, αλλά κάτι θα γεννήση το μυαλό σου.

Θεαίτητος. Δεν ηξεύρω τι να ειπώ, Σωκράτη μου. Σου λέγω όμως αυτό, το οποίον συμβαίνει.

Σωκράτης. Τότε λοιπόν, κακομοίρη μου, δεν έμαθες ότι εγώ είμαι υιός μαίας πολύ ικανής και σοβαράς, δηλαδή της Φαιναρέτης;

Θεαίτητος. Αυτό μάλιστα το ήκουσα.

Σωκράτης. Άραγε και ότι εξασκώ το ίδιον επάγγελμα με εκείνην, το ήκουσες και αυτό;

Θεαίτητος. Διόλου δεν το ήκουσα.

Σωκράτης. Αι λοιπόν γνώριζέ το από εμέ. Αλλά μην τύχη και με καταδώσης εις άλλους. Διότι εγώ, καλέ φίλε, το έχω μυστικά αυτό το επάγγελμα. Αυτοί δε επειδή δεν το γνωρίζουν δεν διαδίδουν περί εμού αυτήν την είδησιν, αλλά λέγουν ότι είμαι πολύ ακατανόητος και κάμνω τους ανθρώπους να απορούν. Αί το ήκουσες και αυτό;

Θεαίτητος. Μάλιστα.

Σωκράτης. Θέλεις να σου ειπώ ποία είναι η αιτία;

Θεαίτητος. Μάλιστα.

Σωκράτης. Λοιπόν σκέψου όλην την υπόθεσιν μιας μαίας, και τότε ευκολώτερον θα εννοήσης τι θέλω να ειπώ. Θα γνωρίζεις δηλαδή ότι καμμία από αυτάς δεν ξεγεννά άλλας ενόσω η ιδία εγκυμονεί και γεννά, αλλά αφού πλέον δεν έχει ικανότητα να γεννήση.

Θεαίτητος. Πολύ ορθά.

Σωκράτης. Αιτία δε τούτου λέγουν ότι είναι η Άρτεμις, η οποία ενώ δεν γίνεται λεχόνα έλαβε υπό την προστασίαν της τας λεχόνας. Και λοιπόν εις μεν τας στείρας δεν επέτρεψε να εξασκούν την μαιευτικήν, διότι η ανθρωπίνη φύσις δεν έχει την δύναμιν να εξασκή την τέχνην εκείνων, τα οποία δεν εδοκίμασε. Και μόνον εις τας μη γεννώσας ένεκα της περασμένης ηλικίας επέβαλε το επάγγελμα τούτο διά να τας τιμήση ένεκα της ομοιότητος προς αυτήν.

Θεαίτητος. Βεβαίως.

Σωκράτης. Τότε λοιπόν δεν σου φαίνεται ότι και τούτο είναι επόμενον και μάλιστα λογικόν, ότι δηλαδή όσαι κυοφορούν και όσαι δεν κυοφορούν ευκολώτερον γνωρίζονται από τας μαίας παρά από τας άλλας;

Θεαίτητος. Βεβαιότατα.

Σωκράτης. Εκτός τούτου αι μαίαι δίδουν κάτι μικρά ιατρικά και κάμνουν και μερικά διαβάσματα, ώστε κατορθόνουν να προκαλέσουν τους πόνους και να τους καταστήσουν μαλακωτέρους αν θέλουν, και να γεννήσουν όσαι έχουν δυστοκίαν, και αν κριθή αναγκαίον να εκτρώσουν το έμβρυον, κάμνουν την έκτρωσιν.

Θεαίτητος. Αυτά είναι γνωστά.

Σωκράτης. Αλλ' όμως άραγε έμαθες και το εξής περί αυτών· ότι και προξενήτριαι είναι πολύ επιτήδειαι, διότι είναι εμπειρόταται εις το να διακρίνουν ποία πρέπει να συζήση με τον δείνα άνδρα διά να αποκτήση όσον είναι δυνατόν καλλίτερα παιδιά;

Θεαίτητος. Αυτό δεν το γνωρίζω τόσον καλά.

Σωκράτης. Και όμως μάθε ότι περισσότερον δι' αυτό υπερηφανεύονται παρά διά την ομφαλοτομίαν. Κάμε δε την εξής σκέψιν. Νομίζεις ότι είναι η ιδία τέχνη ή διαφορετική, το να τρυγήσωμεν τους καρπούς από την γην και πάλιν το να γνωρίζωμεν εις ποίον χώμα πρέπει να φυτεύσωμεν το δείνα φυτόν και τον δείνα σπόρον;

Θεαίτητος. Όχι, αλλά η ιδία τέχνη είναι.

Σωκράτης. Ως προς την γυναίκα όμως, φίλε μου, άλλη μεν νομίζεις ότι είναι η τέχνη αυτής της διαγνώσεως και άλλη του τρύγου.

Θεαίτητος. Δεν φαίνεται να είναι άλλη.

Σωκράτης. Βέβαια όχι. Αλλά επειδή απέτυχε πολλάκις η ένωσις ενός ανδρός με μίαν γυναίκα, εις το οποίον αποδίδεται το όνομα της μαστροπείας, αποφεύγουν αι μαίαι την προξενείαν, διότι είναι σεμναί και φοβούνται μήπως εξ αιτίας αυτής αποκτήσουν εκείνην την δυσφημίαν. Αλλέως όμως μόνον αι αληθιναί μαίαι είναι επόμενον και να προξενεύουν ορθώς.

Θεαίτητος. Έτσι φαίνεται.

Σωκράτης. Λοιπόν το μεν έργον των μαιών αυτά τα κατορθώματα έχει, είναι όμως κατώτερον από το ιδικόν μου. Διότι εις τας γυναίκας, δεν προστίθεται και η δυσκολία, άλλοτε μεν να γεννούν φανταστικά και άλλοτε αληθινά, και τούτο να μη είναι εύκολον να το διακρίνη κανείς. Διότι, αν επροστίθετο και τούτο, τότε το ανώτερον και το καλλίτερον έργον διά τας μαίας θα ήτο να κρίνουν ποίον είναι αληθινόν και ποίον δεν είναι. Ή μήπως δεν το παραδέχεσαι;

Θεαίτητος. Μάλιστα.

Σωκράτης. Εις την ιδικήν μου όμως μαιευτικήν, όλα μεν τα άλλα υπάρχουν καθώς και εις εκείνας, η διαφορά όμως είναι ότι ξεγεννώ άνδρας και όχι γυναίκας και ότι επιβλέπω να γεννήσουν αι ψυχαί των και όχι τα σώματά των. Είναι δε πολύ σπουδαίον τούτο εις την τέχνην μας, δηλαδή η ικανότης εις το να εξακριβώσωμεν διά παντός μέσου, άραγε φάντασμα και ψευδές γεννά ο νους του νέου ή πραγματικόν και αληθές. Άλλως και εγώ έχω το ίδιον με τας μαίας, ότι δηλαδή είμαι άγονος, και αυτό το οποίον πολλοί με ωνείδισαν έως τόρα, ότι δηλαδή τους μεν άλλους ερωτώ, ο ίδιος όμως δεν δίδω καμμίαν απάντησιν, διότι δεν έχω να δώσω σοφήν απάντησιν, και τούτο ακόμη είναι αληθές. Αιτία δε αυτού του πράγματος είναι η εξής. Ο θεός μου επέβαλε μόνον να ξεγεννώ, όχι όμως και να γεννώ. Δι' αυτό λοιπόν ο ίδιος μεν δεν είμαι πολύ σοφός, ουδέ έχω να αναφέρω καμμίαν ανακάλυψιν, η οποία να είναι έργον της ιδικής μου ψυχής. Όσοι όμως με σχετίζονται εις την αρχήν φαίνονται αμαθείς, μερικοί μάλιστα φαίνονται πολύ αμαθείς, όλοι όμως, όσον προχωρεί η σχέσις μας και αν τους επιτρέψη ο θεός, προοδεύουν εις θαυμάσιον βαθμόν καθώς κρίνουν και οι ίδιοι και ο άλλος κόσμος. Αν και είναι ολοφάνερον ότι από εμέ ποτέ δεν εδιδάχθησαν τίποτε, αλλά οι ίδιοι από τον εαυτόν των ανεκάλυψαν και συγκρατούν πολλάς και καλάς ιδέας. Όσον όμως διά το ξεγέννημα πρωτουργός είναι ο θεός και εγώ. Τούτο αποδεικνύεται από το εξής. Πολλοί έως τόρα δεν το εγνώριζαν τούτο και απέδιδαν εις τον εαυτόν των την αιτίαν της προόδου των, δι' αυτό με επεριφρόνησαν εμέ, ή εξ ιδίων, ή αφού κατεπείσθησαν από άλλους, και με εχωρίσθησαν, πολύ πριν έλθη η κατάλληλος στιγμή, και τότε πλέον όλα τα άλλα πνευματικά των προϊόντα έγιναν εξαμβλώματα ένεκα των κακών των σχέσεων, και όσα είχα ξεγεννήσει εγώ τα ανέθρεψαν κακώς και κατεστράφησαν, εις το τέλος δε απεδείχθησαν αμαθείς και εις τον εαυτόν των και εις τους άλλους. Είς από αυτούς είναι και ο Αριστείδης Λυσιμάχου και πολλοί άλλοι. Από τούτους όμως, όταν έλθουν πάλιν εις εμέ και με παρακαλούν να γίνουν και αυτοί συνομιληταί μου μεταχειριζόμενοι υπερβολικήν επιμονήν, μερικούς μεν με εμποδίζει το δαιμόνιόν μου να τους σχετίζωμαι, μερικούς όμως μου το επιτρέπει και τότε πάλιν αυτοί κάμνουν προόδους. Και λοιπόν όσοι με σχετίζονται παθαίνουν και το εξής, καθώς αι γεννώσαι γυναίκες. Δηλαδή έχουν πόνους και στενοχωρίας ημέραν και νύκτα πολύ περισσότερον από εκείνας. Αυτούς όμως τους πόνους γνωρίζει να τους καταπαύη η ιδική μου τέχνη. Και όσον μεν δι' αυτούς, αυτό κάμνω. Ενίοτε όμως, φίλε Θεαίτητε, όσοι μου φανούν ότι δεν έχουν τίποτε να γεννήσουν, αφού αντιληφθώ ότι δεν έχουν διόλου την ανάγκην μου, εγώ πολύ προθύμως τους συνιστώ εις άλλους και, δόξα τω θεώ, αρκετά καλά μαντεύω ποίους πρέπει να σχετισθούν διά να ωφεληθούν. Από αυτούς πάρα πολλούς συνέστησα εις τον Πρόδικον, και αρκετούς εις άλλους σοφούς και θαυμασίους ανθρώπους. Αυτά λοιπόν, καλέ μου φίλε, τα εμάκρυνα ολίγον, διότι σε υποπτεύομαι καθώς και μόνος σου φρονείς, ότι έχεις πόνους και θα γεννήσης κάτι τι. Λοιπόν εμπιστεύσου εις εμέ ως υιόν της μαίας και έμπειρον της μαιευτικής, και προσπάθησε όσον σου είναι δυνατόν να απαντήσης εις όσα θα σ' ερωτήσω. Και αν εγώ, εννοείται, παρατηρών όσα λέγεις, εύρω κανέν ότι είναι φάντασμα και όχι αληθινόν, και επομένως το αποσπάσω και το αφήσω κατά μέρος, μη μου αγριεύεις καθώς κάμνουν διά τα παιδιά των αι πρωτότοκοι γυναίκες. Διότι έως τόρα, λαμπρέ μου άνθρωπε, μου έδειξαν τοιαύτας διαθέσεις, ώστε, σε βεβαιώ, ήσαν έτοιμοι να με δαγκάσουν, καθ' ην στιγμήν αποσπώ από την ψυχήν των καμμίαν φλυαρίαν, και νομίζουν ότι αυτό εγώ δεν το κάμνω διά το καλόν των. Διότι είναι πολύ μακράν διά να εννοήσουν ότι κανείς θεός δεν θέλει το κακόν των ανθρώπων, και ούτε και εγώ κάμνω με κακήν πρόθεσιν κανέν από αυτά, αλλά διότι δεν μου είναι συγχωρημένον να επιτρέψω να υπάρχη το ψεύδος και να εξαφανίσω την αλήθειαν, ώστε προσπάθησε πάλιν από την αρχήν, καλέ Θεαίτητε, να ειπής τι είναι επιστήμη. Και ποτέ να μην ειπής ότι δεν είσαι ικανός. Διότι, εάν θέλη ο θεός και αν συ δείξης ανδρισμόν, θα φανής ικανός.

Θεαίτητος. Και βέβαια, Σωκράτη μου, αφού συ τόσον πολύ με προτρέπεις, είναι εντροπή μου να μη προσπαθήσω με κάθε τρόπον να ειπώ ό,τι μου είναι δυνατόν. Λοιπόν μου φαίνεται ότι, όστις γνωρίζει επιστημονικώς κάτι τι, αισθάνεται αυτό το οποίον γνωρίζει, και καθώς τουλάχιστον μου φαίνεται αυτήν την στιγμήν, η επιστήμη δεν είναι τίποτε άλλο παρά αίσθησις.

Σωκράτης. Πολύ καλά και με γενναιότητα το είπες, παιδί μου. Και βέβαια έτσι πρέπει να εκφράζης την γνώμην σου. Τόρα όμως ας το εξετάσωμεν αυτό οι δύο μαζί, άραγε είναι γόνιμον ή ανύπαρκτον. Λέγεις ότι η αίσθησις είναι επιστήμη;

Θεαίτητος. Μάλιστα.

Σωκράτης. Πραγματικώς αυτός ο ορισμός της επιστήμης, τον οποίον είπες, σχεδόν δεν είναι περιφρονητέος, αλλά είναι ο ίδιος με εκείνον τον οποίον έλεγε ο Πρωταγόρας. Διότι αυτός λέγει ότι ο πήχυς που μετρά όλα τα πράγματα είναι ο άνθρωπος, διά να ευρίσκη ότι τα υπάρχοντα υπάρχουν, και τα μη υπάρχοντα δεν υπάρχουν. Μήπως το ανέγνωσες αυτό πουθενά;

Θεαίτητος. Το ανέγνωσα μάλιστα πολλές φορές.

Σωκράτης. Άραγε λοιπόν δεν εννοεί επάνω κάτω ότι, όπως φαίνεται εις εμέ το κάθε πράγμα, τοιούτον είναι δι' εμέ, και όπως εις εσέ τοιούτον διά σε πάλιν, είσαι δε άνθρωπος και συ καθώς και εγώ;

Θεαίτητος. Μάλιστα αυτό φαίνεται ότι εννοεί.

Σωκράτης. Και είναι βεβαίως ορθόν να δεχθώμεν ότι, αφού είναι σοφός αυτός ο άνθρωπος, δεν λέγει φλυαρίας. Και λοιπόν ας τον παρακολουθήσωμεν. Άραγε ενίοτε, όταν φυσά άνεμος, δεν συμβαίνει την ιδίαν στιγμήν άλλος μεν να κρυόνη, άλλος όμως να μη κρυόνη; και πάλιν άλλος μεν να κρυόνη ολίγον, άλλος δε πάρα πολύ;

Θεαίτητος. Βεβαιότατα.

Σωκράτης. Τι φρονείς λοιπόν, τον άνεμον εκείνον καθ' εαυτόν πρέπει να τον ονομάσωμεν ψυχρόν, ή όχι ψυχρόν; ή θα δεχθώμεν την γνώμην του Πρωταγόρα, ότι δι' εκείνον μεν ο οποίος κρυόνει είναι ψυχρός, δι' εκείνον όμως ο οποίος δεν κρυόνει δεν είναι ψυχρός;

Θεαίτητος. Αυτό φρονώ.

Σωκράτης. Δεν θα δεχθώμεν ακόμη ότι και φαίνεται κατ' αυτόν τον τρόπον εις έκαστον από αυτούς τους δύο;

Θεαίτητος. Μάλιστα.

Σωκράτης. Αυτό δε το φαίνεται δεν σημαίνει ότι τον αισθάνεται;

Θεαίτητος. Βεβαίως αυτό σημαίνει.

Σωκράτης. Η φαινομενικότης λοιπόν και η αίσθησις είναι το ίδιον πράγμα και ως προς τα θερμά και ως προς όλα τα παρόμοια. Διότι, όπως τα αισθάνεται έκαστος, τοιαύτα είναι σχεδόν αυτά εις έκαστον.

Θεαίτητος. Έτσι φαίνεται.

Σωκράτης. Η αίσθησις λοιπόν αναφέρεται πάντοτε εις το υπάρχον και δεν είναι ψευδής.

Θεαίτητος. Φαίνεται.

Σωκράτης. Τότε λοιπόν μα τας Χάριτας θα ήτο σχεδόν πάνσοφος ο Πρωταγόρας και εις ημάς μεν τον κοινόν λαόν είπε αυτό αινιγματωδώς, εις τους μαθητάς του όμως έλεγε υπό εχεμύθειαν την αλήθειαν.

Θεαίτητος. Πώς το εννοείς αυτό, καλέ Σωκράτη;

Σωκράτης. Εγώ θα σου δώσω μίαν εξήγησιν, η οποία είναι σπουδαία. Ότι δηλαδή κανέν πράγμα δεν είναι έν και το αυτό, και ούτε είναι δυνατόν να δώσης ορθόν όνομα εις οποιονδήποτε πράγμα, αλλά αν μεν το ονομάσης μέγα, θα φανή συγχρόνως και μικρόν, και αν πάλιν το ονομάσης βαρύ, θα φανή και ελαφρόν, και όλα εν γένει ομοίως, διότι κανέν πράγμα δεν είναι έν, ούτε έχει μίαν ωρισμένην, ή άλλην οποιανδήποτε ποιότητα. Αλλά από την μεταφοράν και την κίνησιν και την ανάμιξιν του ενός προς το άλλο γίνονται όλα, όσα λέγομεν ότι δήθεν υπάρχουν. Και όμως δεν τα ονομάζομεν ορθώς, διότι κανέν δεν υπάρχει ποτέ, αλλά πάντοτε γίνεται. Και ως προς τούτο όλοι οι σοφοί κατά σειράν εκτός του Παρμενίδου συμφωνούν, καθώς είναι ο Πρωταγόρας και ο Ηράκλειτος και ο Εμπεδοκλής και από τους ποιητάς οι κορυφαίοι των δύο ειδών της ποιήσεως, ήτοι ο Επίχαρμος από το μέρος της κωμωδίας και ο Όμηρος από το μέρος της τραγωδίας, ο οποίος είπε:

&Ο Ωκεανός εγέννησε θεούς και η γραία Τηθύς.&

Και τα πάντα εθεώρησε ως γεννηθέντα από την ροήν και κίνησιν. Ή νομίζεις ότι δεν είναι αυτό;

Θεαίτητος. Αυτό νομίζω.

Σωκράτης. Ποίος λοιπόν ημπορεί να εναντιωθή εις τόσον μέγα στρατόπεδον με αρχιστράτηγον τον Όμηρον χωρίς να γίνη γελοίος;

Θεαίτητος. Δεν είναι εύκολον αυτό, Σωκράτη μου.

Σωκράτης. Βέβαια δεν είναι, καλέ Θεαίτητε. Άλλως τε και τα εξής αποτελούν ισχυρούς λόγους, ότι δηλαδή εκείνο το οποίον είναι και γίνεται το δίδει η κίνησις, εκείνο δε το οποίον δεν είναι και χάνεται το δίδει η ηρεμία. Διότι και αυτό το ίδιον το θερμόν και το πυρ, το οποίον μάλιστα γεννά και επιτηρεί και τα άλλα, γεννάται από την κίνησιν και την τριβήν, αυτά δε τα δύο είναι κινήσεις. Ή μήπως από αυτά δεν παράγεται το πυρ;

Θεαίτητος. Βεβαίως από αυτά.

Σωκράτης. Αλλά και το γένος των ζώων από αυτά τα ίδια παράγεται.

Θεαίτητος. Πώς όχι;

Σωκράτης. Και πάλιν τι φρονείς; η υγεία των σωμάτων δεν φθείρεται από την ακινησίαν και αργίαν, ενώ από την γυμναστικήν και την κίνησιν ως επί το πλείστον διατηρείται;

Θεαίτητος. Μάλιστα.

Σωκράτης. Αλλά τόρα άραγε η υγιής κατάστασις της ψυχής δεν είναι αληθές ότι από την μάθησιν και την σπουδήν, αι οποίαι είναι κινήσεις, λαμβάνει μαθήματα και διατηρείται και γίνεται καλλιτέρα, ενώ από την ησυχίαν, οποία είναι η έλλειψις σπουδής και αμάθεια, δεν μανθάνει τίποτε και περιπλέον λησμονεί όσα έμαθε;

Θεαίτητος. Βεβαιότατα.

Σωκράτης. Η κίνησις λοιπόν δεν είναι το ωφέλιμον και ως προς την ψυχήν και ως προς το σώμα, το δε άλλο όλως το αντίθετον;

Θεαίτητος. Έτσι φαίνεται.

Σωκράτης. Θέλεις να σου αναφέρω ακόμη και την νηνεμίαν και την γαλήνην, διά να ιδής ότι αι μεν ακινησίαι φέρουν σήψιν και καταστροφήν, ενώ τα αντίθετα είναι σωτήρια; Και τόρα θέτω την κορωνίδα εις τας αποδείξεις μου ότι ο Όμηρος (2), όταν λέγη χρυσήν σειράν, δεν εννοεί άλλο παρά τον ήλιον, και εξηγεί ότι, εφ' όσον υπάρχει αυτή η περιφορά του ηλίου, όλα τα πράγματα υπάρχουν και διατηρούνται μεταξύ των θεών και των ανθρώπων, εάν όμως αυτός σταματήση, ως να είναι δεμένος, όλα τα πράγματα θα καταστραφούν και θα γίνουν όλα, καθώς λέγομεν συνήθως, άνω κάτω.

Θεαίτητος. Το κατ' εμέ, καλέ Σωκράτη, νομίζω ότι αυτό εννοούν αυτά τα οποία λέγει.

Σωκράτης. Λοιπόν, καλέ μου φίλε, δέξου το εξής. Πρώτον ως προς τους οφθαλμούς, ότι αυτό το οποίον ονομάζεις χρώμα λευκόν δεν είναι κανέν πράγμα το οποίον υφίσταται έξω από τους οφθαλμούς σου, ούτε μέσα εις αυτούς, ούτε πρέπει να προσδιορίσης δι' αυτό ιδιαίτερον τόπον, διότι τότε πλέον θα είχε ωρισμένην θέσιν και θα έμενε σταθερόν, και δεν θα ευρίσκετο εις τον δρόμον της γεννήσεως.

Θεαίτητος. Πώς όμως;

Σωκράτης. Ας ακολουθήσωμεν την προηγουμένην αρχήν παραδεχόμενοι ότι δεν υπάρχει κανέν πράγμα μόνον του ως έν. Και τότε θα εννοήσωμεν ότι το μαύρον και το λευκόν και οποιονδήποτε άλλο χρώμα εσχηματίσθη από την προσβολήν των οφθαλμών εις την σχετικήν κίνησιν, και επομένως παν ό,τι ονομάζομεν ιδιαίτερον χρώμα δεν είναι ούτε αυτό το οποίον προσβάλλει, ούτε αυτό το οποίον προσβάλλεται, αλλά κάτι τι εις το μέσον και ιδιαίτερον δι' ένα έκαστον από ημάς. Ή μήπως συ θα διισχυρισθής ότι όπως φαίνεται εις σε έκαστον χρώμα, το ίδιον φαίνεται και εις τον σκύλλον και εις οποιονδήποτε άλλο ζώον;

Θεαίτητος. Όχι, μα τον Δία.

Σωκράτης. Και λοιπόν; άραγε εις άλλον άνθρωπον φαίνεται έν οποιονδήποτε πράγμα όμοιον όπως εις σε; Επιμένεις πολύ εις αυτό; ή παραδέχεσαι μάλλον ότι ουδέ εις τον ίδιον εαυτόν σου δεν φαίνεται όμοιον, διότι ποτέ δεν είσαι όμοιος με τον εαυτόν σου;

Θεαίτητος. Μάλλον παραδέχομαι το δεύτερον παρά το πρώτον.

Σωκράτης. Διότι, εάν εκείνο το οποίον μετρούμεν, ή το οποίον απτόμεθα, ήτο μέγα, ή λευκόν, ή θερμόν, δεν ήτο δυνατόν να γίνη διαφορετικόν όταν συμπέση με άλλο, αφού αυτό το ίδιον δεν μεταβάλλεται. Εάν δε πάλιν το μετρούμενον αυτό ή το εφαπτόμενον είχε μίαν από αυτάς τας ιδιότητας, δεν ήτο δυνατόν να μεταβληθή αυτό το ίδιον, όταν το πλησιάση κανέν άλλο, ή πάθη τίποτε αυτό το οποίον το πλησιάζει, χωρίς να πάθη αυτό το ίδιον. Αλλέως, φίλε μου, είμεθα αναγκασμένοι να υποχωρούμεν ευκόλως και να παραδεχώμεθα παράδοξα και γελοία πράγματα, καθώς θα έλεγε ο Πρωταγόρας και πας όστις προσπαθεί να ειπή τα ίδια με εκείνον.

Θεαίτητος. Πώς δηλαδή και ποία είναι αυτά;

Σωκράτης. Λάβε ένα μικρόν παράδειγμα και αμέσως θα τα εννοήσης όλα. Έχομεν καθ' υπόθεσιν έξ αστραγάλους. Εάν θέσης απέναντι των τέσσαρας, λέγομεν ότι εκείνοι είναι περισσότεροι από τούτους τους τέσσαρας και μάλιστα μιάμιση φοράν, εάν όμως θέσης απέναντι των δώδεκα, λέγομεν ότι είναι ολιγώτεροι και μάλιστα οι μισοί. Και δεν δεχόμεθα εις αυτό καμμίαν αντίρρησιν. Ή μήπως συ δέχεσαι;

Θεαίτητος. Δεν δέχομαι.

Σωκράτης. Και λοιπόν; Αν σε ερωτήση ο Πρωταγόρας ή άλλος κανείς, καλέ Θεαίτητε, είναι δυνατόν ένα πράγμα με άλλον τρόπον να γίνη μεγαλείτερον ή περισσότερον παρά διά της αυξήσεως; Τι θα απαντήσης;

Θεαίτητος. Σωκράτη μου, εάν μεν απαντήσω συμφώνως προς την τελευταίαν αυτήν ερώτησιν, θα ειπώ ότι δεν είναι δυνατόν. Εάν όμως απαντήσω συμφώνως προς την προηγουμένην, θα ειπώ ότι είναι δυνατόν, διότι θα προσέχω μήπως περιέλθω εις αντίφασιν.

Σωκράτης. Μα την Ήραν πολύ καλά θα απαντήσης και σαν θεός. Με την διαφοράν, καθώς φαίνεται, ότι αν απαντήσης ότι είναι δυνατόν, θα συμβή εκείνο το οποίον λέγει ο Ευριπίδης. Δηλαδή η μεν γλώσσα μας δεν θα αποδειχθή ψευδής, θα αποδειχθή όμως ψευδής ο νους μας.

Θεαίτητος. Αυτό είναι αληθές.

Σωκράτης. Και λοιπόν, αν εγώ και συ ήμεθα δεινοί και σοφοί, από εκείνους οι οποίοι εξήτασαν όλα τα βάθη της σκέψεως, θα είχαμεν καιρόν τόρα πλέον να δοκιμάζωμεν ο είς τον άλλον, συναντώμενοι ως σοφισταί εις μίαν τοιαύτην μάχην, καθ' ην να προσβάλλωμεν ο είς τους λόγους του άλλου. Τόρα όμως, επειδή είμεθα αμαθείς, πρέπει βεβαίως πρώτον να τα εξετάσωμεν μόνα των αυτά τα οποία έχομεν εις τον νουν μας, αν είναι σύμφωνα μεταξύ των, ή μήπως δεν είναι διόλου σύμφωνα.

Θεαίτητος. Βεβαιότατα αυτό επιθυμώ και εγώ.

Σωκράτης. Και εγώ βεβαίως. Τότε λοιπόν, αφού είναι έτσι, δεν είναι καλόν με την ησυχίαν μας, αφού έχομεν πολύν καιρόν εις την διάθεσίν μας, να τα εξετάσωμεν και πάλιν από την αρχήν, χωρίς να θυμόνωμεν, αλλά πραγματικώς ερευνώντες τον εαυτόν μας, δηλαδή τι είναι άραγε αυτά τα φαντάσματα που έχομεν εις την ψυχήν μας; Και πρώτον, καθώς νομίζω θα δεχθώμεν, όταν τα εξετάζωμεν, ότι ποτέ κανέν πράγμα δεν γίνεται μεγαλείτερον ούτε μικρότερον ούτε κατά τον όγκον ούτε κατά τον αριθμόν, εν όσω μένει ίσον προς τον ίδιον εαυτόν του. Δεν είναι έτσι;

Θεαίτητος. Μάλιστα.

Σωκράτης. Δεύτερον θα δεχθώμεν βεβαίως, ότι εκείνο εις το οποίον δεν προστίθεται και δεν αφαιρείται τίποτε, ούτε αυξάνει ποτέ ούτε ελαττόνεται, αλλά είναι πάντοτε ίσον.

Θεαίτητος. Είμαι εντελώς σύμφωνος.

Σωκράτης. Άραγε δεν θα δεχθώμεν και τρίτον ότι εκείνο το οποίον δεν ήτο προηγουμένως, αλλά έγινε κατόπιν, είναι αδύνατον να υπάρξη χωρίς να γίνεται διαρκώς;

Θεαίτητος. Αυτό φρονώ.