Θεαίτητος

Part 1

Chapter 1 257 words Public domain Markdown

Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides

& _ footnotes, παροράματα ·

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. Errors indicated in a Table of Errors have been corrected in the text. The spelling of the book has not been changed otherwise. Words with bold characters are enclosed in &. Words in italics are enclosed in _. Footnotes have been converted to endnotes. Pages 104, 105 and 109 are indicated within the text, so that one can understand the references to them in the prologue. The length of the first lines of pages 104 and 105 have been kept as in the text of the book, so that their numbers are as in the prologue.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Το κείμενο έχει λάβει υπόψη τον πίνακα παροραμάτων. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &. Λέξεις με πλάγιους χαρακτήρες περικλείονται σε _. Οι υποσημειώσεις σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. Οι σελίδες 104, 105 και 109 έχουν ένδειξη μέσα στο κείμενο, ώστε κανείς να μπορεί να καταλάβει τις αναφορές του προλόγου. Το μήκος των πρώτων στίχων των σελίδων 104 και 105 είναι το ίδιο με του βιβλίου, ώστε η αρίθμηση των γραμμών να είναι ως και στον πρόλογο.

ΠΛΑΤΩΝΟΣ

ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣIΣ

ΚΥΡ. ΖΑΜΠΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

Π Λ Α Τ Ω Ν Ο Σ ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΚΥΡ. ΖΑΜΠΑ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΦΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

1. Περιεχόμενον.

Ο Θεαίτητος ως προς το περιεχόμενον ηδύνατο κάλλιστα να ονομασθή θεωρία της γνώσεως ή _περί γνώσεως_. Και όμως αντί της τόσον γνωστής και κανονικής, και τότε καθώς και σήμερον, λέξεως _γνώσις_ απροσδόκητον, προβάλλει, εις τον Θεαίτητον ο πρωτοφανής όρος διά την καθ' όλου Ελληνικήν γλώσσαν _επιστήμη_, και όχι μόνον διήκει εις ολόκληρον τον προκείμενον διάλογον, αλλά και εις τον Σοφιστήν και τον Πολιτικόν, οι οποίοι και αποτελούν συμπλήρωσιν του ιδίου θέματος. Το παράδοξον τούτο φαινόμενον ευρίσκει την λύσιν του μόνον εις τον Κρατύλον, ο οποίος, καθώς εθίξαμεν εκεί, αποτελεί την βάσιν της σειράς αυτής των ανωτέρων φιλοσοφικών έργων του Πλάτωνος. Εάν συγκρίνωμεν τα δύο χωρία του Κρατύλου, όπου γίνεται λόγος περί επιστήμης (σελ. 58 και 104), εξάγομεν ότι η φθογγική ή μουσική έκφρασις αυτής της λέξεως ήρεσε εξαιρετικώς εις τον Πλάτωνα, διά να εκφράζη την τελείαν εκείνην ενέργειαν της ψυχής, η οποία επέρχεται σαφώς εις την ωριμωτέραν ηλικίαν, και συνίσταται εις το να εξέρχεται ως προβολεύς η ψυχική μας αντίληψις επάνω εις τα πράγματα, και να τα περιλαμβάνει ρεαλιστικώς διά της διαισθητικής και τηλεπαθικής πλέον και σχεδόν προφητικής δυνάμεώς της. (Ίδε και _συμφέρον_ Κρατ. σελ. 66 και _ευφροσύνη_ σελ. 71.

2. Άλλοι όροι επιστημονικοί.

Και δεν είναι μόνον η λέξις _επιστήμη_ η οποία ενισχύει την γνησιότητα των ετυμολογιών του Κρατύλου. Πολύ περισσότερον ενισχύει αυτήν η εν σελίδι 109 ετυμολογία του ομηρικού &κηρ& (καρδία) από το &κηρός&, από την οποίαν δεν έχει καμμίαν παραδοξοτέραν ετυμολογίαν ο Κρατύλος. Ώστε οι αθετούντες εκείνον ας προχωρήσουν και εις τον Θεαίτητον. Και αυτή μεν η πλάνη δεν έχει ανάγκην περισσοτέρας αναιρέσεως, αλλά ημείς ενταύθα τονίζομεν ότι, όστις εις εκάστην σελίδα του Θεαιτήτου δεν αναγνωρίζει μίαν τελειοτέραν ανάπτυξιν των θεωριών του Κρατύλου και ιδίως του τελευταίου μέρους, εκ του οποίου και παραδείγματα αυτολεξεί θα εύρη, αυτός δεν ενόησε ούτε τον Θεαίτητον ούτε την βαθμιαίαν εξέλιξιν των θεωριών του Πλάτωνος και ιδίως της τελειοτέρας αυτών διατυπώσεως, ως θα ίδωμεν και εις τους μετ' αυτόν διαλόγους. Εκ των άλλων όρων την _δόξαν_ μετεφράσαμεν ως _κρίσιν_ όχι διότι ακριβώς ισοδυναμεί η κρίσις προς την _δόξαν_, αλλά διότι εν μέρει πλησιάζει και τείνει να φθάση αυτήν. Η _δόξα_ δηλαδή του Πλάτωνος δεν είναι άλλη από την συνήθως περιφρονουμένην (και μάλιστα εμπαιζομένην εν Μενεξένω) κοινήν ή λαϊκήν γνώμην, ως πάντοτε πλανωμένην. Οπωσδήποτε όμως αυτή η ιδία είναι ο υποτυπώδης τύπος της κατόπιν ακραιφνούς και επιστημονικής Αριστοτελικής κρίσεως. Ο δε &λόγος& είναι κυρίως η διά της γλώσσης διατύπωσις της κρίσεως και αποτελεί επίσης αρχικόν και υποτυπώδη τύπον του ορισμού, όστις τελειοποιείται και σαφηνίζεται εις τον Σοφιστήν και τον Πολιτικόν, οι οποίοι υπό αυτήν την έποψιν αποτελούν το συμπλήρωμα του Θεαιτήτου.

3. Αι ειρωνείαι.

Άλλο φαινόμενον άξιον προσοχής εις ολόκληρον τον Θεαίτητον είναι αι ειρωνείαι, όχι αι Σωκρατικαί και πικραί, αλλά αι πλατωνικώτεραι και αγαθαί και καλλιτεχνικαί, αι οποίαι καθιστούν ολόκληρον τον διάλογον τερπνόν, ως ένα χιουμοριστικώτατον σημερινόν ανάγνωσμα. Κατά δε την συνήθειαν των νεωτέρων φιλολογιών μετεχειρίσθημεν εις τα κυριώτερα μέρη αυτής το ειρωνικόν σημείον του εν παρενθέσει ερωτηματικού ή θαυμαστικού σημείου. Αι πολυπληθέστεραι ειρωνείαι, ευρίσκονται εις τον λόγον του Σωκράτους (σελ. 51 έ), όταν υπερασπίζεται δήθεν τον Πρωταγόραν, ενώ κατ' ουσίαν τον προπηλακίζει και τον εξευτελίζει. Και πρέπει αυτός ο λόγος ολόκληρος να αντιστραφή εις το αντίθετον, ως φοβερόν μεν κατηγορητήριον της βλακώδους αντιφάσεως του Πρωταγόρου, ως ύψιστον δε εγκώμιον της Πλατωνικής διανοίας.

Μία τοιαύτη ειρωνεία ωρισμένως η εξοχωτέρα λανθάνει εις το παρανοηθέν και διαστραφέν χωρίον 190 α «ως γε μη ειδώς σοι αποφαίνομαι» τα οποίον πρέπει να διορθωθή κάπως: «οίον έγωγε μη ειδώς τι σοι αποφαίνομαι» και κυριολεκτικώς μεν σημαίνει (καθώς το μετεφράσαμεν σελ. 109): «Καθώς εγώ, όταν δεν γνωρίζω τι να σου απαντήσω», κατ' ουσίαν όμως κρύπτει την αληθινήν σημασίαν: Καθώς το παθαίνεις συ, όταν συλλογίζεσαι και δεν γνωρίζεις τι να μου απαντήσης.

4. Πίναξ των συνδυασμών.

Και τόρα παραλείποντες μερικάς διορθώσεις του κειμένου και συμπληρώσεις, αι οποίαι δεν έχουσι μεγάλην σημασίαν διά την μετάφρασιν, ερχόμεθα εις την σελίδα 104 της οποίας τους 14 συνδυασμούς παρουσιάζομεν επί το μαθηματικώτερον εις τον εν τέλει του προλόγου προσηρτημένον πίνακα ούτως ώστε και αυτοί ευκολώτατα να εννοηθούν, αλλά προ πάντων να συντελέσουν εις την διασάφησιν των δυσκολιών της σελίδος 105 (στίχ. 5—8) ιδία διά τους ειδικώς εις την σπουδήν του Πλάτωνος ασχολουμένους.

Εκάστη περίπτωσις του πίνακος αναγινώσκεται, εάν θέσωμεν ως υποκείμενον ό,τι είναι γραμμένον άνωθεν της στήλης του αριθμού 1 και ως κατηγορούμενον ό,τι είναι άνωθεν του 2.

Αι περιπτώσεις αριθμούνται εις τον πίνακα με αύξοντα αραβικόν αριθμόν και είναι 14. Αντιστοιχούν δε εις εκάστην περίοδον της σελίδος 104 και μόνον η περίπτωσις 5 έχει διά την μετάβασιν 2 περιόδους και η 9, χάριν διασαφήσεως.

Εκ του πίνακος φαίνεται ότι του πρώτου συστήματος μόνον τέσσαρες περιπτώσεις είναι δυναταί (1—4), ομοίως δε και του δευτέρου (4—8). Εις το τρίτον όμως σύστημα πλην των περιπτώσεων 9, 10, 11, επιτρέπονται και αι περιπτώσεις α, β, γ, δ, ομοίως δε εις το τέταρτον σύστημα πλην των περιπτώσεων 12, 13, 14 επιτρέπονται και οι συνδυασμοί Α, Β, Γ, Δ. Περιπλέον δε ήτο δυνατόν να σχηματισθούν και ανάμικτοι συνδυασμοί εκ του τρίτου και τετάρτου συστήματος ομού.

Αυτοί λοιπόν οι συνδυασμοί οι σημειούμενοι με γράμματα υπονοούντα, εις το τέλος της σελίδος 104 ως υπολειπόμεναι περιπτώσεις, αι οποίοι αναλύονται εις την σελίδα 105 στίχ. 4—8.

Ότι πρόκειται ενταύθα περί συνθέτων συνδυασμών και δυσκολωτέρων φαίνεται από την κατόπιν απάντησιν του Θεαιτήτου, ο οποίος ομολογεί ότι τόρα δεν εννοεί πλέον τίποτε.

Αλλά καθώς είναι το κείμενον εις το πρώτον ήμισυ αρμόζει τελείως η συγχώνευσις των περιπτώσεων α και β. Ενώ όμως το δεύτερον ήμισυ έπρεπε να αποδίδη τον συνδυασμόν γ και δ, παρέχει ατοπώτατα μίαν βλακώδη επανάληψιν της περιπτώσεως 9 συντόμως διατυπουμένην. Ημείς μη δυνάμενοι να φαντασθώμεν τοιούτον μνημονικόν λάθος εις βάρος του Πλάτωνος συμπληρώνομεν το δεύτερον ήμισυ, επαναλαμβάνοντες το τέλος του πρώτου και τροποποιούντες τα υπόλοιπα πολύ ελαφρά ως εξής:

129 d) Και ά μη οίδεν αισθάνεται δε, ών οίδεν αύ και αισθάνεται, ή ων οίδεν αλλά μη αισθάνεται. = Και όσα δεν γνωρίζω αλλά βλέπω να τα νομίσω ως άλλα από όσα γνωρίζω και βλέπω, ή γνωρίζω αλλά δεν βλέπω (ούτω διορθωτέοι οι στίχοι 7—8 της σελίδος 105). Κ. ΖΑΜΠΑΣ

ΟΔΗΓΙΑΙ ΠΡΟΣ ΑΝΑΛΥΣΙΝ ΤΟΥ ΠΙΝΑΚΟΣ

1. Ανάλυσις των περιπτώσεων του πίνακος 5—8.

5 = Ό,τι βλέπω το νομίζω — ως άλλο το οποίον βλέπω. 6 = Ό,τι βλέπω το νομίζω — ως άλλο το οποίον δεν βλέπω. 7 = Ό,τι δεν βλέπω το νομίζω — ως άλλο το οποίον δεν βλέπω. 8 = Ό,τι δεν βλέπω το νομίζω — ως άλλο το οποίον βλέπω.

2.Ανεύρεσις αυτών υπό πλήρη μορφήν εις την σελ. 104.

Περίπτωσις 5 = Σελίς 104 στίχ. 10 - 11 Περίπτωσις 6 = Σελίς 104 στίχ. 12 Περίπτωσις 7 = Σελίς 104 στίχ. 13 Περίπτωσις 8 = Σελίς 104 στίχ. 14 - 15

ΠΙΝΑΞ

Ό,τι γνωρίζω| Ό,τι δεν γνωρίζω 1 1 2| 2 1 | 2 3 2| 1 2 4 2| 1

Ό,τι βλέπω | Ό,τι δεν βλέπω 5 1 2 | 6 1 | 2 7 | 1 2 8 2 | 1

Ό,τι γνωρίζω| Ό,τι γνωρίζω |Ό,τι βλέπω και βλέπω | (δεν βλέπω) |(δεν γνωρ.) 9 1 2 | | 10 1 | 2 | 11 1 | | 2 α 2 | 1 | β | 1 | 2 γ 2 | | 1 δ | 2 | 1

Ό,τι δεν γν. και δεν βλ. | Ό, τι δεν γν. | Ό,τι δεν βλ. 12 1 2 | | 13 1 | 2 | 14 1 | | 2 Α 2 | 1 | Β | 1 | 2 Γ 2 | | 1 Δ 2 | 1

ΠΛΑΤΩΝΟΣ

ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ (ή περί επιστήμης)

ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ - ΤΕΡΨΙΩΝ - ΣΩΚΡΑΤΗΣ - ΘΕΟΔΩΡΟΣ - ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ

Ευκλείδης. Καλέ Τερψίων, τόρα γλήγορα ήλθες από τον αγρόν ή έχεις πολλήν ώραν;

Τερψίων. Είναι αρκετή ώρα. Και ακριβώς εσένα εζητούσα στην αγορά και απορούσα, διότι δεν κατώρθωσα να σε εύρω. (11)

Ευκλείδης. Βέβαια, διότι δεν ήμην μέσα εις την πόλιν.

Τερψίων. Πού ήσο λοιπόν;

Ευκλείδης. Ενώ κατέβαινα εις τον λιμένα απήντησα τον Θεαίτητον, ο οποίος μετεφέρετο από το στρατόπεδον της Κορίνθου εις τας Αθήνας.

Τερψίων. Ζωντανός ή αποθαμένος;

Ευκλείδης. Μόλις έζη ακόμη, διότι ευρίσκεται εις αθλίαν κατάστασιν και από μερικάς πληγάς, περισσότερον όμως τον θερίζει η επιδημία η οποία ενέσκηψε εις το στράτευμα.

Τερψίων. Μήπως είναι η δυσεντερία;

Ευκλείδης. Μάλιστα.

Τερψίων. Κρίμα στον άνθρωπον, ο οποίος διατρέχει κίνδυνον καθώς λέγεις.

Ευκλείδης. Είναι λαμπρός άνθρωπος, καλέ Τερψίων, αφού και αυτήν την φοράν ήκουσα να τον εγκωμιάζουν μερικοί διά την μάχην.

Τερψίων. Αυτό δεν είναι διόλου παράδοξον, αλλά θα ήτο πλέον παράδοξον, αν δεν ήτο τοιούτος. Πώς όμως δεν κατέλυσε εδώ εις τα Μέγαρα;

Ευκλείδης. Εβιάζετο διά την πατρίδα. Άλλως τε και εγώ πολύ τον παρεκάλεσα και τον συνεβούλευσα, αλλά αυτός δεν ήθελε. Και λοιπόν, αφού τον προέπεμψα και επέστρεψα, κατόπιν ενθυμήθην τον Σωκράτην και τον εθαύμασα πόσον προφητικώς ωμίλησε μεταξύ άλλων και περί τούτου. Διότι μου φαίνεται, ότι ολίγον πριν αποθάνη συνήντησεν αυτόν, ενώ ήτο ακόμη παλικαράκι, και αφού τον εσχετίσθη και ωμίλησε μαζί του, εξετίμησε μεγάλως τα φυσικά του προσόντα. Και όταν εγώ επήγα εις τας Αθήνας, μου διηγήθη τους λόγους που συνεζήτησε με αυτόν, οι οποίοι ήσαν πολύ αξιόλογοι, και μου είπε ότι χωρίς άλλο αυτός θα διακριθή όταν φθάση εις ηλικίαν.

Τερψίων. Καθώς φαίνεται, είπε την αλήθειαν. Όμως ποίοι ήσαν εκείνοι οι λόγοι; Σου είναι εύκολον να τους διηγηθής;

Ευκλείδης. Όχι μα τον Δία, τουλάχιστον όχι απ' έξω. Έγραψα όμως αναμνηστικά τότε αμέσως μόλις επέστρεψα εις την πατρίδα, κατόπιν δε οσάκις μου εδίδετο καιρός τους έγραφα, και οσάκις ηρχόμην εις τας Αθήνας, ερωτούσα εκ νέου τον Σωκράτη δι' όσα δεν ενθυμούμην, και επιστρέφων εδώ τους εδιόρθωνα. Ώστε σχεδόν ολόκληρον τον λόγον τον έχω γραμμένον.

Τερψίων. Το γνωρίζω, διότι και άλλοτε μου το είπες. Και σε βεβαιώ ενώ πάντοτε είχα σκοπόν να σε παρακαλέσω να μου τον παρουσίασης, το ανέβαλλες έως τόρα. Τι μας εμποδίζει όμως τόρα να τον διέλθωμεν; Εγώ τουλάχιστον έχω απόλυτον ανάγκην να αναπαυθώ, διότι έρχομαι από τον αγρόν.

Ευκλείδης. Αλλά και εγώ προέπεμψα τον Θεαίτητον έως εις τον Ερινεόν και επομένως έχω και εγώ ανάγκην αναπαύσεως. Λοιπόν ας υπάγωμεν, και ενώ θα ξεκουραζώμεθα θα μας τον αναγινώσκη το παιδί.

Τερψίων. Πολύ ορθά ομιλείς.

Ευκλείδης. Και λοιπόν το βιβλίον, καλέ Τερψίων, είναι τούτο εδώ. Το έγραψα δε κατ' αυτόν τον τρόπον, όχι δηλαδή να μου το διηγήται ο Σωκράτης, καθώς μου το διηγείτο, αλλά να συνομιλή με τα πρόσωπα, με τα οποία μου είπε ότι συνωμίλησε. Αυτοί δε είπε ότι είναι ο γεωμέτρης Θεόδωρος και ο Θεαίτητος. Και λοιπόν ενώ τον έγραφα, διά να μη με δυσκολεύουν αι παρεμβαλλόμεναι μεταξύ των διαφόρων λόγων διηγήσεις, είτε οσάκις λέγει περί του εαυτού του ο Σωκράτης παραδείγματος χάριν «και εγώ απήντησα» ή «και εγώ είπα», είτε περί του αποκρινομένου ότι παρεδέχθη ή «δεν παρεδέχθη», δι' όλα αυτά, τον έγραψα ως να συνομιλή ο ίδιος με αυτούς και αφήρεσα αυτάς τας παρεμβολάς.

Τερψίων. Διόλου δεν έκαμες άσχημα, Ευκλείδη μου.

Ευκλείδης. Εμπρός, παιδί, πάρε το βιβλίον στο χέρι και λέγε.

Σωκράτης. Εάν ενδιεφερόμην περισσότερον δι' όσα συμβαίνουν εις την Κυρήνην, καλέ Θεόδωρε, θα ερωτούσα διά τα εκεί και διά τους κατοίκους της, εάν υπάρχουν εκεί μερικοί νέοι καταγινόμενοι εις την γεωμετρίαν ή εις την άλλην φιλοσοφίαν. Τόρα όμως εγώ εκτιμώ ολιγώτερον εκείνους από τους εδώ, και περισσότερον επιθυμώ να μάθω, ποίοι από τους νέους εις τον τόπον μας δίδουν ελπίδας ότι θα αναδειχθούν. Αυτά λοιπόν και μόνος μου τα εξετάζω όσον μου είναι δυνατόν, και τους άλλους ερωτώ, όσους βλέπω ότι προτιμούν να τους σχετίζωνται οι νέοι. Εσέ δε ωρισμένως σε σχετίζονται όχι ολίγοι και δικαίως. Διότι είσαι άξιος, όχι μόνον διά τα άλλα, αλλά και διά την γεωμετρίαν. Εάν λοιπόν εσχετίσθης κανένα που να αξίζη τον κόπον, πολύ θα με ευχαριστήσης να μου το ειπής.

Θεόδωρος. Και πραγματικώς, Σωκράτη μου, αξίζει τον κόπον και εγώ να σου ειπώ και συ να το ακούσης, τι παλικαράκι εγνώρισα μεταξύ των συμπολιτών σας. Και αν ήτο πολύ ωραίος, θα εφοβούμην πολύ να κάμω λόγον, μήπως με νομίση κανείς ότι του ρίχτηκα. Τόρα όμως — και σε παρακαλώ να με συγχωρής — δεν είναι ωραίος, και σου ομοιάζει πολύ και ως προς την σιμότητα της μύτης και ως προς την προεξοχήν των οφθαλμών. Αυτά όμως τα έχει εις μικρότερον βαθμόν από σε. Επομένως ομιλώ χωρίς να φοβούμαι. Αλλά σε βεβαιώ από όσους εσχετίσθην έως τόρα — και είναι παρά πολλοί οι τοιούτοι — κανένα ακόμη δεν είδα να έχη τόσον πολλά φυσικά χαρίσματα, όσον αυτός. Διότι το να είναι επιδεκτικός μαθήσεως, όσον κανείς άλλος, και πάλιν γλυκύς καθ' υπερβολήν και χωριστά από αυτά ανδρείος περισσότερον από κάθε άλλον, εγώ αυτό ούτε το εφανταζόμην ότι είναι δυνατόν να γίνη, ούτε βλέπω να υπάρχουν πολλοί τοιούτοι. Αλλά όσοι είναι καθώς αυτός ζωηροί και ευφυείς και με καλόν μνημονικόν, συνήθως έχουν και εξάψεις ζωηράς, και σύρονται απερισκέπτως καθώς τα ανερμάτιστα πλοία, και γίνονται περισσότερον εξωφρενικοί παρά ανδρείοι. Όσοι δε πάλιν είναι εμβριθέστεροι, είναι κάπως βραδυκίνητοι εις την μάθησιν και ολονέν λησμονούν. Αυτός όμως τόσον κανονικά και απταίστως και αποτελεσματικώς παρακολουθεί τα μαθήματα και τας συζητήσεις με πολλήν γλυκύτητα εις τους τρόπους, ωσάν να χύνεται λάδι χωρίς κρότον, ώστε απορεί κανείς πώς αυτός, τόσον νέος, τόσον καλά τα καταφέρνει.

Σωκράτης. Καλά νέα μου φέρεις. Αλλά τίνος παιδί είναι αυτός;

Θεόδωρος. Μου είπαν το όνομά του, αλλά το ελησμόνησα. Αλλ' ιδού από αυτούς που μας πλησιάζουν είναι ο μεσαίος. Διότι προ ολίγου πήγαν έξω εις το στάδιον να αλειφθούν έλαιον αυτός και μερικοί φίλοι του, που βλέπεις μαζί του, και τόρα καθώς μου φαίνεται ηλείφθησαν και έρχονται εδώ. Λοιπόν πρόσεξε μήπως τον γνωρίζεις.

Σωκράτης. Τον γνωρίζω. Είναι ο υιός του Ευφρονίου από το Σούνιον. Και πραγματικώς, φίλε μου, ο πατήρ του ήτο καθώς συ μου παρέστησες τούτον, και κατά τα άλλα άνθρωπος καθώς πρέπει, και ο οποίος, σημείωσε, άφησε πολύ μεγάλην περιουσίαν. Όμως το όνομα του νέου αυτού δεν το γνωρίζω.

Θεόδωρος. Το όνομά του, Σωκράτη μου, είναι Θεαίτητος. Αλλά την περιουσίαν νομίζω ότι την κατέστρεψαν κάποιοι επίτροποι. Είναι όμως και εις την ελευθεριότητα διά το χρήμα αξιοθαύμαστος.

Σωκράτης. Μου παριστάνεις ευγενή αυτόν τον άνθρωπον, και σε παρακαλώ, ειπέ του να έλθη να καθίση πλησίον μας.

Θεόδωρος. Αυτό γίνεται. Θεαίτητε, έλα εδώ κοντά εις τον Σωκράτη.

Σωκράτης. Ναι βέβαια, καλέ Θεαίτητε, διά να μελετήσω και εγώ πάλιν τον εαυτόν μου, τι είδους πρόσωπον έχω. Διότι ο Θεόδωρος λέγει ότι έχω όμοιον με το ιδικόν σου. Αλλ' αν οι δύο μας είχαμεν ο καθείς μίαν λύραν, και μας έλεγε ότι είναι χορδισμέναι ομοίως, φρονείς ότι έπρεπε αμέσως να τον πιστεύσωμεν, ή να εξετάσωμεν αν είναι μουσικός και τα λέγη αυτά;

Θεαίτητος. Έπρεπε να εξετάσωμεν.

Σωκράτης. Και λοιπόν δεν είναι αληθές, ότι, αν εβλέπαμεν ότι είναι μουσικός, θα τον επιστεύαμεν, αν όμως δεν είναι μουσικός, δεν θα επιστεύαμεν;

Θεαίτητος. Πολύ ορθά.

Σωκράτης. Τόρα όμως νομίζω, εάν ενδιαφερώμεθα οπωσδήποτε διά την ομοιότητα του προσώπου μας, πρέπει να ερωτήσωμεν αν είναι ζωγραφικός και τα λέγει αυτά, ή μήπως δεν είναι.

Θεαίτητος. Έτσι φαίνεται.

Σωκράτης. Λοιπόν σε ερωτώ, είναι ζωγραφικός ο Θεόδωρος;

Θεαίτητος. Όχι, εξ όσων εγώ τουλάχιστον γνωρίζω.

Σωκράτης. Άραγε δεν είναι ούτε γεωμετρικός;

Θεαίτητος. Αυτό μάλιστα, καλέ Σωκράτη.

Σωκράτης. Άραγε και αστρονομικός και λογιστής και μουσικός και ό,τι άλλο σχετίζεται με την μόρφωσιν;

Θεαίτητος. Αυτή είναι η γνώμη μου.

Σωκράτης. Και λοιπόν. Εάν μεν λέγη ότι είμεθα όμοιοι ως προς ένα ή άλλο μέλος του σώματος και μας επαινή ή μας κατακρίνη κάπου, δεν αξίζει τον κόπον να δώσωμεν προσοχήν εις τους λόγους του.

Θεαίτητος. Ίσως όχι.

Σωκράτης. Εάν όμως του ενός από τους δύο μας εγκωμιάζη την ψυχήν ως προς την αρετήν και την σοφίαν, άραγε δεν είναι δίκαιον εκείνος μεν ο οποίος θα ακούση αυτά να είναι πρόθυμος να εξετάση τον εγκωμιασθέντα, αυτός δε πάλιν να παρουσιάση τον εαυτόν του με προθυμίαν;

Θεαίτητος. Πολύ ορθά, Σωκράτη μου.

Σωκράτης. Είναι καιρός λοιπόν, φίλε μου Θεαίτητε, συ μεν να παρουσιασθής, εγώ δε να σε εξετάσω. Διότι μάθε ότι ο Θεόδωρος έως τόρα και άλλους πάρα πολλούς εγκωμίασε εμπρός μου και ξένους και συμπολίταις, κανένα όμως δεν εγκωμίασε όσον εσέ.

Θεαίτητος. Πολύ καλά, Σωκράτη μου. Πρόσεξε όμως μήπως τα έλεγε αστεϊζόμενος.

Σωκράτης. Δεν είναι τοιούτος ο χαρακτήρ του Θεοδώρου. Λοιπόν μην αθετείς την συμφωνίαν μας με την πρόφασιν ότι τα λέγει αστεϊζόμενος, διά να μην αναγκασθή να το δηλώση. Ώστε με θάρρος μείνε πιστός εις την συμφωνίαν.

Θεαίτητος. Μάλιστα πρέπει να πράξω αυτό, αφού σου αρέσει.

Σωκράτης. Λοιπόν λέγε μου, μήπως μανθάνεις από τον Θεόδωρον κανέν μέρος της γεωμετρίας;

Θεαίτητος. Μάλιστα.

Σωκράτης. Και αστρονομίαν και αρμονίαν και λογιστικήν;

Θεαίτητος. Προσπαθώ οπωσδήποτε.

Σωκράτης. Και εγώ, παιδί μου, προσπαθώ να μάθω και από τούτον και από άλλους, οποιοιδήποτε μου φανούν ότι έχουν κάποιαν ειδικότητα εις αυτά. Και ως προς τα άλλα μεν πηγαίνω αρκετά καλά εις αυτά, έχω όμως μίαν μικράν απορίαν, την οποίαν πρέπει να εξετάσω μαζί με σε και με τους παρευρισκομένους. Λοιπόν λέγε μου σε παρακαλώ, άραγε μάθησις δεν είναι το να γίνη κανείς σοφώτερος εις ό,τι μανθάνει;

Θεαίτητος. Πώς όχι;

Σωκράτης. Με σοφίαν δε, νομίζω, είναι σοφοί οι σοφοί.

Θεαίτητος. Μάλιστα.

Σωκράτης. Μήπως όμως αυτό το πράγμα διαφέρει διόλου από την επιστήμην;

Θεαίτητος. Ποίον;

Σωκράτης. Η σοφία. Ή μήπως εις ό,τι είναι επιστήμονες δεν είναι εις τα ίδια συγχρόνως και σοφοί;

Θεαίτητος. Τι άλλο;

Σωκράτης. Επομένως είναι το ίδιον πράγμα η επιστήμη και η σοφία;

Θεαίτητος. Μάλιστα.

Σωκράτης. Ακριβώς λοιπόν αυτή είναι η απορία μου, και αυτό δεν ημπορώ να χωνεύσω εις τον νουν μου καλά, τι είναι άραγε η επιστήμη. Λοιπόν μήπως είναι δυνατόν να το ειπή κανείς από ημάς; Τι λέγετε; Ποίος θα το ειπή πρώτος; Και όποιος σφάλη και σφάλη επανειλημμένως, θα τον ονομάσωμεν όνον, καθώς λέγουν τα παιδιά όταν παίζουν σφαίρας. Όποιος δε περάση τους άλλους χωρίς λάθος, θα γίνη βασιλεύς εις ημάς και θα διατάξη να του αποκριθούμεν ό,τι ζητήση. Διατί σιωπάτε; Μήπως, καλέ Θεόδωρε, από την λογομανίαν μου γίνομαι αγενής, επειδή έχω ζήλον να σας παρακινήσω να συζητήτε και να γίνετε μεταξύ σας φίλοι και να ομιλήσθε;

Θεόδωρος. Διόλου μάλιστα, Σωκράτη μου, δεν είναι αγένεια αυτό, αλλ' όμως παρακίνησε κανένα από τους νέους να σου απαντήση. Διότι εγώ μεν είμαι ασυνήθιστος εις αυτήν την διαλεκτικήν, και εξ άλλου δεν το επιτρέπει η ηλικία μου να συνηθίσω, ενώ εις τούτους είναι και πρέπον και είναι δυνατόν να προοδεύσουν πολύ. Διότι πραγματικώς η νεότης εις όλα προοδεύει, ώστε καθώς ήρχισες, μην αφίνης τον Θεαίτητον, άλλα ερώτα αυτόν.

Σωκράτης. Ακούεις λοιπόν, καλέ Θεαίτητε, τι λέγει ο Θεόδωρος; εις τον οποίον, νομίζω, ούτε συ θα θελήσης να μην υπακούσης, ούτε είναι ορθόν, συ νεώτερος να μην υπακούης εις άνδρα σοφόν εις τοιαύτα ζητήματα, ο οποίος σε διατάσσει. Ώστε ειπέ καλά και ευγενώς, τι νομίζεις ότι είναι η επιστήμη;

Θεαίτητος. Βεβαίως, Σωκράτη μου, αφού συ το απαιτείς είναι ανάγκη να γίνη. Διότι είμαι βέβαιος ότι και αν κάμω κανέν λάθος θα μου το διορθώσετε.

Σωκράτης. Βεβαιότατα, αν είμεθα εις θέσιν.

Θεαίτητος. Λοιπόν εγώ νομίζω, ότι και όσα μανθάνει κανείς από τον Θεόδωρον είναι επιστήμαι, δηλαδή η γεωμετρία και αυτά τα οποία είπες συ προ ολίγου, και πάλιν η υποδηματοποιία και αι τέχναι των άλλων εργατών, και όλαι ομού και εκάστη χωριστά, δεν είναι άλλο τίποτε παρά επιστήμη.

Σωκράτης. Με ευγένειαν, φίλε μου, και με φιλοδωρίαν αν και σου εζητήσαμεν έν, συ μας έδωκες πολλά, και αντί ενός απλού πράγματος συ μας έδωκες ποικιλίαν.

Θεαίτητος. Πώς; Τι εννοείς με τούτο, καλέ Σωκράτη;

Σωκράτης. Ίσως δεν είναι τίποτε. Όμως θα σου ειπώ τι εννοώ. Όταν λέγης υποδηματοποιίαν, μήπως εννοείς άλλο τίποτε παρά επιστήμην της κατασκευής υποδημάτων;

Θεαίτητος. Τίποτε άλλο.

Σωκράτης. Και λοιπόν; όταν λέγης ξυλουργικήν, μήπως εννοείς άλλο τίποτε παρά την επιστήμην κατασκευής ξυλίνων επίπλων!

Θεαίτητος. Ούτε τότε.

Σωκράτης. Λοιπόν και εις τα δύο αυτά άραγε δεν ορίζεις το πράγμα μόνον, του οποίου είναι επιστήμη κάθε μία;

Θεαίτητος. Μάλιστα.

Σωκράτης. Αλλά, καλέ Θεαίτητε, η ερώτησις δεν ήτο αυτή, δηλαδή τι παράγει η επιστήμη; ουδέ πόσαι είναι αι επιστήμαι, διότι δεν ερωτήσαμεν με σκοπόν να τας μετρήσωμεν, αλλά απλώς ηθελήσαμεν να μάθωμεν τι πράγμα είναι η ιδία η επιστήμη. Ή μήπως δεν εκφράζομαι καλώς;

Θεαίτητος. Πολύ ορθά μάλιστα.

Σωκράτης. Λοιπόν λάβε υπ' όψιν σου και το εξής· Εάν κανείς μας ερωτήση διά κανέν από τα μηδαμινά και πρόχειρα πράγματα, παραδείγματος χάριν διά την λάσπην, τι πράγμα είναι, και ημείς του απαντήσωμεν, ότι είναι η λάσπη των αγγειοπλαστών, η λάσπη των κοροπλαστών και η λάσπη των πλινθοποιών, δεν θα φανώμεν γελοίοι;

Θεαίτητος. Ίσως.

Σωκράτης. Πρώτον βεβαίως, διότι νομίζομεν, ότι μας ενόησεν αυτός ο οποίος ερώτησε από την απάντησίν μας, όταν του είπαμεν η λάσπη, και επροσθέσαμεν είτε η λάσπη των κοροπλαστών είτε η λάσπη άλλων οποιωνδήποτε εργατών. Ή μήπως φρονείς ότι εννοεί ο άλλος ένα όνομα, όταν δεν γνωρίζη την σημασίαν του;

Θεαίτητος. Διόλου μάλιστα.

Σωκράτης. Τότε λοιπόν δεν εννοεί ούτε την επιστήμην των υποδημάτων, όστις δεν γνωρίζει τι είναι επιστήμη.

Θεαίτητος. Όχι βέβαια.