Πρώτη αγάπη

Part 7

Chapter 7 128 words Public domain Markdown

Σαυτή την ανάγκη βρέθηκε ο Σιφογιάννης, μόλις απομακρύνθηκε λίγο από το χωριό. Και το συναπάντημα, που τούρθε, ήτον από τα πειο επίφοβα που μπορούσαν να του τύχουν. Αντίθετα ερχόταν ένας Τούρκος έφιππος.

Από μακριά τον γνώρισε. Και ποιος δεν τον γνώριζε; Ήτον ο Αγάς του Μοχού, που λεγότανε Μόχογλους.

Την ίδια στιγμή ο Σιφογιάννης κατέβηκε από το γαϊδούρι, έσυρε το ζώο στην άκρη του δρόμου, το κράτησε 'κεί ακίνητο και στάθηκε κιο ίδιος δίπλα να περιμένη τη διάβα του Αγά. Μετά πέντε λεπτά ο Μόχογλους έφτανε μένα ψαρό άλογο. Θάτονε σαράντα πέντε ετών, αλλά φαινότανε γεροντώτερος. Ήτονε παχύς, αλλ' η κιτρινάδα τον προσώπου του μαρτυρούσε πως το πάχος τον ήτον αρρωστιάρικο. Στο βλέμμα του το άτονο και θολό φαινότανε κούραση, αλλ' η κούραση του βέβαια δεν ήτον από εργασία. Είχεν όμως στιγμές που σαυτά τα ψόφια μάτια άναβε φοβερή φλόγα ο θυμός κη τυραννική παραφροσύνη.

Τα σαλβάρια του ήσαν από γαλάζια τσόχα, στο κεφάλι φορούσε σαρίκι άσπρο και στη μέση του είχε μπιστόλες και γιαταγάνι.

Ο Μόχογλους ήτο, ως είπαμεν, ο Αγάς, δηλαδή ο τιμαριούχος του Μοχού και της περιοχής του. Κιως Αγάς ήτον απόλυτος κύριος της ζωής και των περιουσιών των ραγιάδων, μάλιστα τα χρόνια κείνα της γιανιτσαρικής αναρχίας, που και κατώτεροι Τούρκοι έδερναν και σκότωναν Ρωμιούς, χωρίς να δίδουν ή να χρωστούν λογαριασμόν σε κανένα.

Ο Μόχογλους δεν ήτο από τους χειρότερους Τούρκους. Είχε κάμει φοβερά πράμματα, αλλ' είχε και καλές στιγμές. Είχε σκοτώσει Ρωμιούς, για ψύλλου πήδημα ή για τίποτε εντελώς, αλλ' είχε σκοτώσει και καπανταΐδες Τούρκους που πείραξαν Ρωμιούς στην περιοχή του, τους ραγιάδες του, ως τους έλεγε. Αλλά την προστασία του άπλωνε κέξω από την περιοχή του, σε Ρωμιούς πούχε πάρει στο χαρέμι των αδερφές των ή κόρες των. Ενδεχόμενον όμως ήτο να σκοτώση μετά κάμποσον καιρόν και κείνον που έσωσε.

Είχε μια νέα υπηρέτρια χριστιανή και μια μέρα της λέει:

— Θες, μωρή, να σε παντρέψω;

— Θέλω, αγά.

— Διάλεξε τον καλλίτερο Ρωμιό ντεληκανή να σου τόνε βλοήσω.

Η υπηρέτρια εδιάλεξε τον καλλίτερο νέο από τ' Αβδού, πούτον χωριό της· κιο Αγάς τον έστειλε παραγγελία να πάρη την υπηρέτρια του· τον έστειλε μαζή κένα φυσέκι, που σήμαινε «αν αρνηθής, θα σκοτωθής». Ο νέος, εννοείται, δέχτηκε κιο γάμος έγινε. Κουμπάρος ο Μόχογλους με αντιπρόσωπο. Μετά μια δυο μέρες πήγε η νύφη να χαιρετήση τον Αγά. Κιο Μόχογλους της είπε:

— Αρέσει σου, μωρή, ο γαμπρός;

— Αρέσει μου, αγά.

Μια πιστολιά τον Αγά την ξάπλωσε κάτω σκοτωμένη.

Αυτή όμως η ψυχική ανωμαλία του Μόχογλου δεν προερχότανε μόνον από τυραννική παραφροσύνη, αλλά, φαίνεται, κιαπό το πιοτό. Οι Μπουρμάδες, δηλαδή οι Κρητικοί πούχαν γίνει κιόλο γινόντανε Τούρκοι, είχαν συμβιβάσει στην Κρήτη το μωαμεθανισμό με το κρασί κήσαν πολλοί που κρυφά ή φανερά παράβαιναν την απαγόρευση του Μουχαμέτη. Ο Μόχογλους έπινε κρυφά, αλλά δεν έπινε για τούτο και το λιγώτερο.

Στα πέντε λεπτά, που περίμενε ο Σιφογιάννης, συλλογιζότανε σε τι διάθεση θαύρισκε άρα γε τον Αγά. Κιαν ήτο στα δαιμόνιά του, τι κακό να τον περίμενε. Θυμότανε τα λόγια της γυναίκας του και μετανοούσε που δεν την άκουσε. Ίσως η αμαρτία να δουλέψη μέρα εξαιρέσιμη (γιατ' η αλήθεια είνε ότι κάποια δουλειά πήγαινε να κάμη), τούφερε στο δρόμο του το Μόχογλου να τον τιμωρήση.

Ο Μοχόγλους όταν έφτασε, αντί να περάση, σταμάτησε το άλογό του μπροστά στο Σιφογιάννη και τούπε:

— Πού πας, μωρέ;

— Στσ' ορισμούς σου αγά. Πάω σταμπέλι μου να κάμω μια ολιά δουλειά.

— Και σήμερο δεν έχετε σκόλη, εσείς οι Ρωμιοί;

Ο Σιφογιάννης άρχισε να τρέμη.

— Ναίσκε, αγά.

— Οϊλέσα,(106) μωρέ, είνε κρίμα να δουλεύγη τέτοια μέρα ένας Ρωμιός;

— Ναίσκε, αγά, αποκρίθηκε ο Σιφογιάννης κέτρεμε περισσότερο.

— Το ζιμιός(107) εσύ δεν είσαι καλός χριστιανός.

— Δεν είμαι, πρέπει, αγά.

— Σα δεν είσαι καλός Ρωμιός, θα σε κάμω Τούρκο.

Ο Σιφογιάννης έκαμε να παρακαλέση, αλλ' από την τρομάρα του τραύλιζε:

— Για το Θεό, αγά...και να χαρής τα παιδιά σου...

Ο Μόχογλους άγγιξε τη μπιστόλα και τούπε:

— Δε θες; Καλλίτερος είσαι συ, γκιαούρη, από 'μένα πούμαι Τούρκος;

— Όι, αγά.

— Αι, να πης και γλίγωρα τση μπιστόλας, γιατί ανημένει.

Και την ίδια στιγμή τράβηξε τη μπιστόλα.

— Ό,τι θες, αγά. Ό,τι ορίζεις. Δικός σου είμαι.

Χωρίς να βάλη στη μέση τον τη μπιστόλα, ο Μόχογλους τούπε:

— Έβγα σαυτονέ τον τράφο, μωρέ!

Ο Μόχογλους είχε στο στόμα ένα σαρδώνιο γέλιο· μαπό το σαστισμό του ο Σιφογιάννης κιαπό το δουλικό φόβο που δεν τον άφηνε να σηκώση το βλέμμα στο πρόσωπο του Αγά, δεν είδε τίποτε. Ανέβη ως τόσο στον ξερότοιχο με αρκετή δυσκολία από την τρομάρα που τον κρατούσε σ' όλα του τα μέλη. Τουρτούριζε ο κακομοίρης και τα δόντια του κτυπούσαν. Τότε ο Μόχογλους του είπε:

— Ό,τι σου λέω να λες!

Είτε από το σαστισμό του, είτε διά να γίνη ευάρεστος στον Τούρκο, είπε στην απόκρισή τον μια τούρκικη λέξη από τις ολίγες πούξερε:

— Πεκ έυ, αγά, (Πολύ καλά).

Ο Μόχογλους άρχισε ν' απαγγέλη με τόνον ιερατικής ευχής:

Τούρτουρος και τουρτουρίνα!

Ο Σιφογιάννης επανάλαβε:

Τούρτουρος και τουρτουρίνα!

Κιο Μόχογλους εσυμπλήρωσε:

Και μεγάλη Τουρκαρίνα!

Αφού επανάλαβε και τη δεύτερη φράση ο χωρικός, ο Αγάς του είπε:

— Αγνάντισες(108) εδά, μωρέ, είντα γίνηκε;

Με δειλό νεύμα φανέρωσε ο Σιφογιάννης πως δεν κατάλαβε.

— Θα σου το πω, εγώ, είπεν ο Μόχογλους. Ετούρκεψά σε. Και να μου γνωρίζης και χάρη που σεγλύτωσα από το σουνέτι.(109) Από σήμερο και πέρα είσαι Τούρκος. Θα παίρνης αμπτέστι(110) και θα προσκυνάς, σαν Τούρκος.

Ο Σιφογιάννης έκλινε την κεφαλήν.

— Στσ' ορισμούς σου, αγά...μα...

— Μα και μα δεν έχει! Είσαι Τούρκος. Σου δίδω κιόνομα τούρκικο· Τζαφέρης.

Έκλινε πάλιν την κεφαλήν τον ο χωρικός, χωρίς να πη λέξη.

— Άιντε δα, είπεν ο Μόχογλους, και να μην ακούσω πως πίνεις κρασί. Κατές πως ο προφήτης μας είπε να μην πίνωμε κρασί. Εγώ που θωρείς δεν το βάνω ποτέ στο στόμα μου. Είνε μεγάλο κρίμα. Ντοαλέρ(111), Τζαφέρ αγά!

Ο Μόχογλους, αφού έβαλε την μπιστόλα στη μέση του, εφτέρνισε τάλογό τον κέφυγε· κιο Σιφογιάννης έμεινε στο δρόμο μόνος με την απελπισία του. Το χοντρό και μαύρο του χέρι σπόγγισε ίδρωτα αγωνίας από το μέτωπό του.

— Α! γυναίκα, γυναίκα, είπε μαναστεναγμό, καλά που μούλεγες και δε σάκουσα. Να η αμαρτία που μέφερε, Κεδά είντα θα κάμω;

Μια στιγμή κίνησε για να γυρίση στο χωριό· αλλ' ευθύς άλλαξε γνώμη και τράβηξε κάτω προς ταμπέλι, όπου πήγαινε. Στο κεφάλι του ήτο ένα φοβερό κιαξέμπλεχτο ανακάτωμα. Μια φορά που ο Μόχογλους τούπε να γίνη Τούρκος, πώς μπορούσε να παρακούση; Η τιμωρία του θα ήτο θάνατος, αφού και χωρίς αιτία σκότωνε. Αλλά και να χάση την πίστη του έτσι; Ο πατέρας του κοι πρόγονοί τον με τόσα που υπόφεραν εφύλαξαν τη θρησκεία των· κιαυτός για μια φοβέρα θαλλαξοπίστιζε; Πάλι όμως δεν εύρισκε μέσα του αυταπάρνηση μαρτυρική· κι άμα έφτανε στη σκέψη να παρακούση τον τύραννο κιας πέθαινε για τη πίστη του, ξέφευγε και ζητούσε τρόπο να σώση και την πίστη και τη ζωή του. Να πάη στον Αγά και να πέση στα πόδια του; Ούτε θα τον άφηναν να μπη στο κονάκι του. Αλλά και πάλι η μπιστόλα θα του μιλούσε. Να βάλη άλλον να μεσιτέψη; Ποιόν; Αλλά κιαφού μπροστά στο Μόχογλου δέχτηκε ο ίδιος να γίνη Τούρκος, μαρτύρησε πίστη στο Μουχαμέτη. Και τώρα αν έμενε χριστιανός, ήτο ως να γύριζε από την τουρκική στη χριστιανική θρησκεία. Κιαυτό θα ήτο η εσχάτη προσβολή κατά των Τούρκων και της θρησκείας των. Μια μόνη διέξοδο έβλεπε· να είνε στο φανερό τούρκος και στο κρυφό χριστιανός.

Οι περισσότεροι στην Κρήτη πούχαν τουρκέψει και τούρκευαν, αυτή την απόφαση έπαιρναν. Γιαυτό κιαλλαξοπίστιζαν όλοι μαζή οι κάτοικοι των χωριών. Αλλ' είτε κοι ίδιοι, είτε οι απόγονοί των, σε μια ή δυο γενεές, συνείθιζαν να ζουν ως Τούρκοι και τότε αληθινά απαρνούντο την καταδιωγμένη θρησκεία των. Ήτο όμως και πολύ δύσκολο, πολλάκις κιαδύνατο να κρατήσουν την απόφασή των, να κάνουν κρυφά τους τύπους της χριστιανικής λατρείας και φανερά να περνούν ως Τούρκοι.

Ο Σιφογιάννης πέρασε όλο ταπόγεμα σταμπέλι του· κιόλη την ώρα καταγινότανε σε διάφορες μικροδουλιές, αλλά πραγματικώς δούλευε το μυαλό του και βασανιζότανε νάβγη από το φοβερό αδιέξοδο, που τον είχε βάλει ο Μόχογλους. Και τρόπο να γλυτώση δεν εύρισκε.

Μόνο μια ελπίδα είχε· ότι ο Αγάς ήτο μεθυσμένος, ότι το μεθύσι του τον έβγαλε σαυτό που τούκαμε κιότι την άλλη μέρα θα το λησμονούσε. Πώς μπορούσε νάνε σοβαρό ένα τέτοιο τούρκεμα; Είχε ακούσει πως κιάλλους χριστιανούς είχαν προ ετών τουρκέψει μόνο με λίγα λόγια ενός ιμάμη,(112) αλλά σαυτή την περίσταση ήτο τουλάχιστον ένας αντιπρόσωπος της μωαμεθανικής θρησκείας. Πώς να θεωρηθή λοιπόν αληθινό το τούρκεμα πούγινε στο δρόμο κιαπό τούρκο που δεν είχε κανένα ιερατικό αξίωμα; Αλλ' αν το πράμμα δεν είχε τυπικό κύρος, είχε όμως πραγματικό. Αφού τώθελε ο Μόχογλους κη μπιστόλα του να γίνη τούρκος, ήτον αναγκασμένος να γίνη. Και δεν ήτο το ίδιο; Δεν θα πήγαινε πεια στην εκκλησία, αλλά στο τζαμί, δεν θα λεγότανε Γιάννης, αλλά Τζαφέρης. Και πάντα θα κολαζότανε. Μπορούσε να παραβή την προσταγή τον τυράννου και χωρατά αν του τώκαμε;

Ενώ έτσι σκεπτότανε, αναστέναζε κέλεγε:

— Άχι! Θε μου, δε λυπάσαι μπλειο τσοι χριστιανούς; Εξέχασές μας τσοι κακομοίριδες; Κιάρχισε κέκλαιγε.

Σε λίγες ώρες απογέρασε από τη ψυχική του αγωνία. Και τόσο αποχυμένο και χλωμό ήτο το πρόσωπό του όταν το βράδυ γύρισε στο σπίτι, που η γυναίκα του νόμισε πως ήταν άρρωστος.

— Όι, δεν είμ' αρρωστάρης, της είπε· μόνο εκουράστηκα.

Σκεπτότανε να μην πη στη γυναίκα του τη συνάντησή του με το Μόχοχλου και τα όσα ακολούθησαν, έως ότου θάβλεπε τρόπο να ξεμπλέξη.

— Εκουράστηκες; είπεν η Σιφογιάννενα. Θωρείς τα δα; Καλά το φοβούμουνε 'γώ. Μα, καλορρίζικε άθρωπε, δε φοβάσαι την αμαρτία, τέτοια σκόλη πούνε;

— Αι, ό,τι γίνηκε, γίνηκε, είπεν ο Σιφογιάννης κέπεσε σένα πεζούλι του σπιτιού. Άλλη φορά δε θα το κάμω. Μα ο Θεός το κατέει πως α δε δουλεύγω και καματερές και σκόλες, δε θα προφτάνω να μπουκόνω τσαγάδες, να μαφήνουνε να ζω.

Η Σιφογιάννενα είχε ανάψει φωτιά κ' ετοιμαζότάνε να μαγειρέψη. Δίπλα της στην πυροστιά ήτο ένα κιούπι, σκεπασμένο και δεμένο με πανί.

— Κ' είντα χαζιρεύγεσαι(113) να μαγερέψης; ρώτησε ο Σιφογιάννης.

— Σύγλυνα (114). Αυτά που μούπεψε τσι προημερνές η συντέκνισα απού το Λασίθι.

— Σύγλυνα; ξεφώνησε με τρομάρα ο Σιφογιάννης.

— Γιάειντα; Φοβάσαι να μη μας έρθη κιανείς Τούρκος μουσαφίρης; Θε μου, βλέπε μας!

— Εγώ χοιρινό δεν μπορώ μπλειο να τρώω.

— Γιάειντα;

— Γιατί 'μαι Τούρκος.

Η γυναίκα τον παρατήρησε με απορία. Τρελλάθηκε ή χωράτευε;

— Τούρκος; Είντα λόγια 'ν' αυτά, νοικοκύρη μου;

Αποφάσισε και της διηγήθηκε πως στο δρόμο τον τούρκεψε ο Μόχογλους.

Η Σιφογιάννενα έμεινε.

— Κεδά; είπε με μισή φωνή.

— Είντα μπορούμε να κάμωμε; Τούρκο με θέλει τούρκος θα γενώ.

— Νουσουμπέτι(115) να τουρθή! καταράστηκε η Σιφογιάννενα, αλλά και φρόντισε να χαμηλώση τη φωνή της.

— Α δεν κάμω το θέλημά του, κατές είντα θα γενή.

Με βαθύ αναστεναγμό η γυναίκα είπε:

— Ω Χριστέ μου!

Έπειτα:

— Κείντα θα κάμης εδά;

— Πρώτα πρώτα θα πάψω να λέωμαι Γιάννης και θα λέωμαι Τζαφέρης. Θα φορώ σαρίκι και θα πω στο χωριό πως από σήμερο και πέρα είμαι τούρκος.

Μείνανε συλλογισμένοι κάμποσα λεπτά. Έπειτα η γυναίκα είπε:

— Δεν πας να το πης και του παπά;

— Κείντα μπορεί να μου κάμη κιο κακορρίζικος ο παπάς; Να βρη το μπελλά του κιαυτός;

— Μια βουλή θα σου δώση.

Ο Σιφογιάννης πήγε την ίδια βραδιά και ζήτησε γνώμη του παπά. Αλλ' ο παπάς, ένας καλός και με θάρρος χριστιανός, του υποσχέθηκε κάτι περισσότερο· τη μεσολάβησή του:

— Θα πάω 'γώ να τόνε δω· κιο Θεός να δώση να τόνε βρω στσι καλές του. Μάνεν τόνε βρω στα δαιμόνια του, και για σένα δε θα κάμω πράμμα κεμένα μπορεί να μου δώση κιαμιά μπιστολιά. Η γιαλήθεια είνε πως όντεν έρχεται στο χωριό δε μου αγριγιομιλεί. Να σου πω κιόλας πολλά κακός δεν είνε...(είπε σταυτί τον Σιφογιάννη) μάνε κουζουλός... θαρρώ πως πίνει κιόλας.

Όσο να περιμένη την απάντηση του παπά, ο Σιφογιάννης δε βγήκε από το σπίτι του. Αν έβγαινε, έπρεπε να βγάλη τη μαύρη πέτσα και ναρχίση να κάνη εξωτερικώς τον Τούρκο. Αφήκε μια μέρα και τη δεύτερη πήγε ο πάπας στο Μοχό νάβρη τον Αγά. Κιόταν το βράδυ γύρισε, είπε στη Σιφογιάννενα από την πόρτα:

— Ανεζινιό, είν' ακόμ' από κεινά τα Λασιθιώτικα σύγλυνα; Να τα τηγανήσης μαυγά να τα φάμε μαζή.

Κιαφού μπήκε κέσπρωξε την πόρτα, είπε:

— Φέρε και κρασί. Ο αγάς μου παράγγειλε να πιούμε και στην υγειά του.

— Καλό μουζντέ(116) μάςε φέρνεις, ευλοημένε; είπε η γυναίκα. Δόξα σοι ο Θεός!

— Δοξασμένο νάνε τόνομά του! είπε κιο Σιφογιάννης κέκαμε το σταυρό του.

— Ο Θεός αλήθεια έκαμε και τον εβρήκα στα καλά του, είπεν ο παπάς. Και κατές είντα μούπε; Σε 'δε, λέει, πως δεν είσαι καλός χριστιανός, γιατί πήαινες να δουλέψης μέρα σκόλη, και γιαυτό 'βαλε στο νου του να σε κάμη Τούρκο.

— Η αμαρτία, μουρμούρισε η Σιφογιάννενα.

— Δε σας είπα πως ο Μόχογλους δεν είνε κακός; Μαγάρι νάσαν κιάλλοι Τούρκοι σαν κιαυτόν. Μόνο να μην είνε στα μεράκια και τα μπουριά του. Ώστε να με δη, ένιωσε γιατί πήα κιάρχιξε να γελά. Στο ύστερο μου λέει: «Σαν τόνε θες, εσύ παπά, χριστιανό, χάρισμά σου. Ας μείνη στην πίστη σας. Και καλά 'καμες κήρθες γλίγωρα, γιατί, α μαθητευότανε πως ετούρκεψε, δε θα μπόριε μπλειο να ξετουρκέψη.

Τόσο βάρος έφυγε από το στήθος του Σιφογιάννη και τόση χάρη γνώριζε για το γλυτωμό του, που ευχήθηκε για τον τύρανο:

— Ο Θεός να του δώση τσοι χρόνους που μούκοψε!

Ο ΚΑΤΑΧΑΝΑΣ

Ο Δριμομιχελής έπινε χρόνια και μόνον όταν αρρώστησε έπαψε να πίνη. Τότε ησύχασε και το χωριό από τις βλαστήμιες και τις κακίες του. Το κρασί, που στους πολλούς φέρνει ευθυμία, χωρατά και τραγούδια, σαυτόν έφερνε νεύρα και θυμούς, βρισιές και βλαστήμιες. Κ' επειδή προ ετών είχε κάμει έξω, είχε πλουτίσει εκεί το υβρεολόγιό του· κήτο απ' αυτούς που τα τελευταία έτη έφεραν στην Κρήτη τις βλαστήμιες για το Χριστό, την Παναγία και το Σταυρό, πούσαν άγνωστες στην Κρήτη.

Για να πάψη να πίνη, έπρεπε νάχη αρρωστήσει βαρειά. Φαινότανε πουντιασμένος. Έβηχε κείχε πυρετό και δύσπνοια.

Στο χωριό του κάμανε τα συνειθισμένα για το κρυολόγημα, τριψίματα, ζεστά, βεντούζες και τα τέτοια· αλλ' η κατάστασή του χειροτέρευε. Τότε στο παραλήρημα του πυρετού άρχισε να ζητά κρασί· κεπειδή δεν τούδιδαν, βλαστημούσε όλη την ώρα κέλεγε πως, όταν θα σηκωνότανε, θάσφαζε τη γυναίκα του και τα παιδιά του.

Στο μικρό του χωριό γιατρό δεν είχαν και τον πήγαν με μουλάρι στο κεφαλοχώρι πούταν η πρωτεύουσα της επαρχίας. Εκεί είχε συγγενικό σπίτι, όπου να μένη και να τον βλέπη γιατρός. Μπορούσαν να καλέσουν το γιατρό στο χωριό, αλλά έκριναν οικονομικώτερο να πάνε τον άρρωστο στο γιατρό. Η ιδέα ότι θα ξόδευαν λιγώτερα δεν τους αφήκε και να λογαριάσουν ότι ο δρόμος, όσο λίγος κιαν ήτο, θα χειροτέρευε τον άρρωστο.

Ο γιατρός που τον κάλεσαν να τον κυτάξη είπε πως είχε πνευμονία. Είδε συνάμα πως η μύτη του ήτον κόκκινη και ρώτησε αν έπινε.

— Ου! αποκρίθηκαν οι δικοί του, σταμνιά πίνει.

Ο γιατρός έκαμε μορφασμό που σήμαινε: «Διάολε! αυτό 'νε κακό».

Τον βαλαν εκδόρια, μα η πνευμονία είχε προχωρήσει κιο γιατρός δεν είχε πολλές ελπίδες. Ο άρρωστος στην αγωνιώδη κατάσταση πούτονε βρήκε τη δύναμη να πη του γιατρού:

— Εγώ, θαρρώ, γιατρέ, πως, α μου δώσουνε να πιώ τσικουδιά, θα με κάμη καλά.

— Ο Θεός φυλάξοι! είπεν ο γιατρός. Σταλιά. Μήτε ρακή, μήτε κρασί.

Ο Δριμομιχελής μουρμούρισε μια βλαστήμια.

Μετά τρεις μέρες ήτο τέτοια η κατάστασή του, που ο γιατρός είπε ότι δεν είχε πεια καμμιά ελπίδα. Μόνο για παρηγοριά αφήκε μερικές παραγγελίες κέφυγε γιατί τον ζητούσαν βιαστικά σένα μακρυνό χωριό.

Κοντά το μεσημέρι έπαθε ο άρρωστος ένα τέτοιο παροξυσμό της αρρώστειάς του, που σε λίγη ώρα τελείωσε. Πρόφτασε όμως την τελευταία τον στιγμή να πη μια βλαστήμια.

Αφού τελείωσε, τι να τον περιμένουν; Άρχισαν ετοιμασίες για την κηδεία. Πρόφτασαν και κάλεσαν από το χωριό και τους δικούς του, όσοι δεν ήσαν κοντά του. Και στις τρεις ήτο σαβανωμένος. Αλλά μες στα μοιρολόγια των γυναικών κενώ ετοιμάζοντο να τον σηκώσουν, ο πεθαμένος κινήθηκε κιάνοιξε τα μάτια του. Αυτοί πούσκυβαν να τον σηκώσουν σύρθηκαν πίσω κιο θρήνος έπαψε.

— Είντα νε, μωρέ, τούτονέ; είπε με τρομερή φωνή ο πεθαμένος. Ζωντανό, μωρέ κερατάδες, θέλετε να με θάψετε, και μου βάλετε τα λαζάρια;

Συνάμα σηκώθηκε, λευτέρωσε τα χέρια του από τα σάβανα, πετάχτηκε πάνω κέτρεξε σε μια ξιφολόγχη πούτον κρεμασμένη στον τοίχο.

Το δωμάτιο άδειασε. Όλοι έτρεξαν έξω και στον πανικό των ακούστηκε πως ο πεθαμένος εβρυκολάκιασε.

— Εκαταχάνεψε.

Μόλις πετάχτηκαν έξω οι τρομαγμένοι, φάνηκε κατόπιν κιο Δριμομιχάλης με τα σάβανα σκισμένα και με τη ξιφολόγχη στο χέρι.

— Σταθήτε, άτιμοι, φώναξε, να δήτε αν απόθανα γη ζω!

Έμοιαζε με μανιακό, πούχε φύγει από τα δεσμά του φρενοκομείου. Τα μάτια τον ήσαν τρομερά και τα κινήματά του φανέρωναν τη νευρική υπερένταση της μανίας. Προχωρούσε με το άσταθο βήμα λυσσάρικου σκυλιού· αλλά όλος ο κόσμος έφυγε μπροστά του και μόνον από παράθυρα τον είδαν μερικοί κιαυτοί μόλις πρόβαλαν λιγάκι τα κεφάλια των.

Μπροστά σένα μαγαζί, που τώχε κλείσει ο πανικός, στεκόταν ένα μουλάρι, στρωμένο με μια πατανία. Ο καταχανάς ανέβηκε σένα πεζούλι δίπλα και πήδηξε στο μουλάρι. Πήρε το χαλινάρι κέδωκε δρόμο του μουλαριού. Το μουλάρι θα τρόμαξε βέβαια από τον αλλόκοτο αναβάτη, αλλά και με τέτοια μανία το κτυπούσε ο καταχανάς με τη ξιφολόγχη, που το ζώον άρχισε να τρέχη σαν τρελλό. Ο καταχανάς όμως στεκότανε καλά στο σαμάρι.

Κατόπιν του έτρεξε κένα πλήθος, σχεδόν όλοι οι κάτοικοι τον κεφαλοχωρίου. Άλλοι από συγγενικό ενδιαφέρο, άλλοι από περιέργεια κένας από συμφέρο. Ο χωρικός πούχε το μουλάρι. Αυτός πήγαινε πρώτος.

Ο καταχανάς τραβούσε προς το χωριό του· κιόταν έφτασε πέζεψε και μπήκε στο σπίτι του, όπου 'χε μείνει μόνο μια γριά μισόστραβη, συγγένισσά του. Ανέβηκε στο ανώγι· κιόταν μπήκαν στο χωριό κείνοι που τον ακολουθούσαν και φάνηκαν στις γωνιές των δρόμων, γιατί δεν είχαν το θάρρος να πλησιάσουν και να προβάλλουν φανερά, ο καταχανάς φάνηκε σένα παράθυρο. Κρατούσε δίκανο και φώναξε:

— Κιως επαέ, μωρέ γεβεντισμένοι, με ζυγώνετε για να με θάψετε ζωντανό;

Τους λόγους τον ακολούθησαν δύο πυροβολισμοί. Κανείς δεν έπαθε τίποτε· αλλά κιο καταχανάς αποσύρθηκε από το παράθυρο. Ποιος όμως να μπη μέσα να δη τι απόγινε;

Μόνο το βράδυ βράδυ πήρε αυτό το θάρρος ένας και βρήκε τον καταχανά πεθαμένο και δίπλα του μια κανάτα αδειασμένη και σπασμένη. Αυτή τη φορά ήτο σωστά πεθαμένος.

ΤΕΛΟΣ

1) Σαυτό το διήγημα προσπάθησα να εφαρμώσω τις ιδέες μου περί νεοελληνικής πεζογραφίας. Μεταχειρίζομαι τα κυριώτερα και θεμελιωδέστερα στοιχεία από την νέαν γλώσσαν, αλλά και στοιχεία της αρχαίας, τα οποία με την καθαρεύουσαν εισήλθαν και ανέζησαν εις τον προφορικόν λόγον και μάλιστα αντικαθιστούν ξένες λέξες, αλλά και δεν είνε αταίριαστα με το τυπικόν της νέας Ελληνικής. Ο διάλογος είνε στο ιδίωμα της ανατολικής Κρήτης, όπου αναφέρεται η διήγηση.

2) Μπλειο, πεια, πλέον.

3) Εδά (ήδη) τώρα.

4) Μαντινάδα, δίστιχο.

5) Όι, όχι.

6) Ξανοίγω, τηρώ, παρατηρώ, κυτάζω.

7) Απηλογούμαι = αποκρίνομαι, απαντώ.

8) Μπαλωτιά, τουφεκιά.

9) Κα (καλέ).

10) Μακρύς, ψηλός. Μακραίνω, ψηλόνω.

11) Κάνει, πρέπει, αρμόζει.

12) Γιωργής, υποκοριστικό σοβαρώτερο από το Γιωργιό.

13) Στην ανατολική Κρήτη η αύξηση όπου τονίζεται, γίνεται χρονική και το ε γίνεται η· ήκανα, αλλά εκάμαμε.

14) Κοπέλι, παιδί.

15) Πρέπει, φαίνεται.

16) Αναζητώ = ποθώ, νοσταλγώ. Η α ν ά εις τα σύνθετα διατηρείται στη δυτική Κρήτη· αλλά στην ανατολική Κ. γίνεται α ν ε.

17) Ντελικανής (Τουρκ) νέος, λεβέντης.

18) Μτεγεντίζω (Τουρκ) προτιμώ, μου αρέσει ένας ή κάτι.

19) Λοιπόν.

20) Λίγο.

21) Ροδαρά, ανθοδέσμη.

22) Παράωρος και παράουρος σ'την Κρήτη σημαίνει τον εξαμβλωματικό, τον κακοπλασμένο.

23) Φορδακός κιαφορδακός, ο βάτραχος.

24) Κάρδαμα των ποταμών.

25) Ομήλικους.

26) Και γ ι ά δ ε = ιδού, ορίστε, κυτάχτε.

27) Κούκλες.

28) Μάνιτα, θυμός. Μανίζω = θυμόνω.

29) Βεγγέρες του χωριού.

30) Σαρνητικές φράσες, πράμμα σημαίνει τίποτε. Δεν έχω πράμμα.

31) Της έλεγα

32) Καϋμέχορος και Καψούρης ευφημιστικώτερα του Καϋμένου.

33) Ταχυνή, πρωί.

34) Χόρτο δεν κόβγω = δε χάνω στιγμή.

35) Μόνο = αλλά.

36) Σφίγγω = τρέχω.

37) Εκειά, 'κειά = εκεί.

38) Μος = μόλις.

39) Στη γειτονιά = επίσκεψη.

40) Καύκος = εραστής, κυρίως μοιχός.

41) Κ ι ρ α τ ζ ή ς (κιράς = μίσθωμα) αγωγιάτης. (Τουρκ)

42) Στερεύγω, φυλάω.

43) Δεν είν' ο στεμός μου = Δε θα μπορώ να μείνω.

44) Πήγαινε.

45) Κερατιά, η χαρουπιά. Την λέγουν και Ξυλοκερατιά.

46) Ρίχτρα, καταρράχτης.

47) Η φανιά τον δε θα βρεθή ή δε θακουστή = δε θα μείνη τίποτε.

48) Αρμηνεύγω και Ορμηνεύγω, συμβουλεύω.

49) Ωζά, ζώα, τα γιβοπρόβατα.

50) Τσιφτές (τουρκ.). δίκαννο.

51) Σβολώνω, σακατεύω.

52) Ότι, ότι.

53) Παίζω, πυροβολώ, σκοπεύω.

54) Μαδάρα ψηλή κορυφή, γυμνή.

55) Μιτάτο, στάνη. Και μάντρα.

56) Αρόλιθος, πέτρα με κοίλωμα, όπου διατηρείται το νερό της βροχής.

57) Ριζίτης, ορεινός. Κατωμερίτης και καμπίτης, ο πεδινός.

58) Τουλάχιστο ίσης ηλικίας.

59) Λέγεται γιοργάς.

60) Δικός και δικολογιά, συγγενής.

61) Πεφτω, προσπίπτω.

62) Πριχού, πριν.

63) Κάθ' αργά, κάθε βράδυ.

64) Αλάργο, μακριά.

65) Να σε φυλάττη.

66) Αφού.

67) Τίποτε.

68) Θα θεραπευθή.

69) Τη βρίζεις.

70) Εχθρεύεσαι.

71) Ραδιουργίες. Από το φτίλι = ψιτίλι.

72) Αξώνα και Αξιώνω = βασανίζω, προξενώ κακά.

73) Τούρκος ειρηνοδίκης ή αστυνόμος.

74) Περιουσία.

75) Γιαγέρνω και γαέρνω = επιστρέφω. (Μεσαιωνικό Διεγείρω).

76) Τουλάχιστον.

77) Βρύργια, βουργίδι και βουργιάλι, σακκίδιο, πήρα.

78) Σκιά.

79) Χαρακτηριστικά.

80) Αποτελέσματα, κατάντια.

81) Καίει, φλέγει.

82) Μάκι [δαμάκι), λιγάκι.

83) Κλητική στη λέξη μάνα.

84) Βράχος.

85) Ξανοίγω, παρατηρώ.

86) Νεύματα.

87) Διαντερίζω, διακρίνω.

88) Μικιός (και μιτσός) μικρός, μική, μικιό.

89) Ότι, ότι.

90) Αναθιβάλω, θυμούμαι, αναφέρω.

91) Εξ αιτίας.

92) Και απήτις = αφού.

93) Λέγεται για τον πυρετό. Με τινάσει = με πιάνει ρίγος.

93α) Αναμνήσεις

94) (Τουρκ.) Ο Θεός να τον συχωρέση.

95) Ασής (Τουρκ.) επαναστάτης.

96) Σιργούνι (Τουρκ.) εξορία.

97) Ας είνε. (Τουρκ.)

98) Μουλάς, τίτλος γραμματισμένου Τούρκου.

99) Μα το Θεό (Τουρκ.)

100) Επίτηδες.

101) Από ένα ιστορικό επεισόδιο.

102) Ό,τι θέλεις

103) Τράφος, ξερότοιχος, ξερολιθιά.

104) Αντιπρόσωπος ή επιστάτης του Αγά, τύραννος φοβερώτερος και του Αγά.

105) Στενή οθόνη, που τύλισε την κεφαλή.

106) Τουρκ. Δηλαδή.

107) Λοιπόν.

108) Αγναντίζω (Τουρκ.) καταλαβαίνω.

109) Περιτομή.

110) Πλύσιμο για την προσευχή.

111) Στο καλό. (Τουρκ.)

112) Ιμάμης, ιερεύς μωαμεθανός.

113) Χαζιρεύγομαι Τουρκ. ετοιμάζομαι.

114) Χοιρινά κρέατα διατηρημένα στο λίπος των.

115) Τουρκ. Αποπληξία, (Λεγότανε και Νταμουλάς, κιαυτό τουρκικά).

116) Μουζντές (Τουρκ.) χαμπάρι, άγγελμα.