Πρώτη αγάπη

Part 5

Chapter 5 24 words Public domain Markdown

— Συντροφιά!.. Παναγία Παρθένα! Θες να με κουζουλάνης, υγιέ μου, και μου τα λες αυτανά; Για μια ξένη, μωρέ, τυραννάς έτσα τη μάνα σου;

— Δεν είνε ξένη. Με τόση αγάπη που μούχει μπορώ να τη θωρώ ξένη; Έτσα που μαγαπά την αγαπώ κ' εγώ, ετόλμησα και είπα. Κιο ενθουσιασμός για το θάρρος μου μούδωκε την έμπνευση μιας σκέψης ανώτερης της ηλικίας μου:

— Κεγώ την αγαπώ όχι μόνο γιατί μαγαπά, αλλά και γιατί με την αγγελική της ψυχή μέμαθε κεμένα να γενώ καλλίτερος.

Αυτή τη φορά ο θυμός της μητέρας μου ξέσπασε:

— Είνε ντροπή σου κείνε κιαμαρτία να με βάνης εμένα την μάνα σου στην ίδια σειρά μαυτή την.... αξετσύπωτη. Αυτή, που για να μη βρίσκη άντρα, ευρήκε 'να μωρό, ένα παιδί αθώο να ξεθυμαίνη τον πυρωμό τση; Γιαυτό κιο Θεός την παιδεύγει. Εάν δεν καταλαβαίνεις είντα κουμάσι 'ν' αυτή μα σα μεγαλώσης, θα καταλάβης και θα θυμηθής τση μάνας σου τα λόγια.

— Όσο την ατιμάζεις(69) και την κακοθελάς(70),τόσο περισσότερο την αγαπώ και τη λυπούμαι, γιατί κατέω πως δεν έχει κανένα ψεγάδι απ' όσα τση λες.

— Είντα κατές, εσύ, κακορρίζικο παιδί; Και πώς μπορείς να καταλάβης τσι διαολιές μιας διαστρεμμένης γυναίκας.

— Εγώ κατέω πως αυτή δε λέει κακό για μας και του λόγου σου όλο τη γλωσσοτρώς.

— Αυτή σου ταρμήνεψε, μωρέ, αυτά τα λόγια, για να με σκάσης;

— Ναι· εκατό φορές μούχει πωμένο να μη πιαίνω ενάντια στη βουλή σου και μόν' ό,τι μου λες να κάνω.

— Ψώματα το λες! Αυτή η χτικιαρά σου λέει να μακούς; Ψώματα! Αυτή σου βάνει όλες τσι φτιλιές(71) για να με βγάλης απού την αγάπη και την απακοή μου; Κιάνε σούπε τέτοιο πράμμα, ψώμα τώπε, για να σε φέρη ευκολώτερα στα νερά τση. Έτσα σέκαμε και να πιστεύγης πως έχει αγγελική ψυχή κιαυτή 'χει δέκα δαιμόνους μέσα τση. Κεδά σαν είδε πως το χτικιό τση χάλασε τσι διαολιές τση και πως θαποθάνη, εβάρθηκε να σου κολλήση την αρρωστιά τση, για να σε πάρη μαζή τση στον Άδη. Τέτοια ψυχή έχει αυτός ο άγγελος και τόση αγάπη σούχει. Έτσα θέλει να κάμη και μένα το μεγαλείτερο κακό που μπορεί να μου κάμη άθρωπος, γιατί κατέει πως ζω με τη ζωή σου (Η μητέρα μου άρχισε να κλαίη). Είντα παιδί 'σαι συ, μωρέ, και γίνεσ' ένα με τσ' οχτρούς τση μάνας σου; Μα 'γώ δε θα την αφήσω τη χτικιασμένη να βάλη φωτιά στο σπίτι μου. Καλή 'μαι να πάω να τση βγάλω τα μάτια τση. Φτάνουνε τα όσα μούχει αξωμένα. (72) Να μάθω 'γώ άλλη φορά πως επέρασες το κατώφιλο του σπιτιού τση και θα δη είντα θα τση κάμω! Μουδέ το χάλη τση θα λογαριάσω, μουδ' είντα θα πη ο κόσμος. Για πε μου θα πας;

— Μια βολά, δε σούπα; Όντε θα πάω στη χώρα. Κιως τόσο θα γιάνη.

— Κιαμέ δε θα γιάνη; Οι ποθαμένοι γιάνουνε; Αυτή 'ν' από' δα ποθαμένη. Δεν την είδες;

— Ο Θεός, απ' ανασταίνει νεκρούς, σα θέλη, θα τη γιάνη. Και θα τη γιάνη, γιατ' είνε άκακη και καλόγνωμη.

Η μητέρα μου με κύταξε άναυδη. Έπειτα μου είπε κιο θυμός έτρεμε στη φωνή της:

Θωρώ τα όσα σούπα τάβαλες απού το 'ν' αυτί και τάβγαλες απού τάλλο. Αυτή 'νε, μωρέ μπουνταλά, η γιάκακη, απού 'χει όλους τσοι δαιμόνους μέσα τση; Άκουσ' είντα σου λέω κ' εγώ. Δε θα πας· μουδέ μια βολά, μουδέ μισή βολά. Κιάνε κάμης δίχως τη βουλή μου, θα σου δώσω την κατάρα μου.

— Μια και τσ' έταξα, δε μπορώ να φύγω χωρίς να την αποχαιρετήξω. Λυπούμαι τη.

Η μητέρα μου άρχισε πάλι να κλαίη και να παραπονάται του Θεού που την αφήκε χήρα μένα παιδί ανεπήκουο. Ήξερε αυτή τι μου χρειαζότανε, μα ντρεπότανε στην ηλικία πούχα φτάσει. Έπρεπε νάχω πατέρα, για να με φέρη στα λοϊκά μου. Μάτον άτυχη και τον επήρ' ο Θεός το μακαρίτη γλίγωρα. Δεν ήθελε να μαθαίνη ο κόσμος τσι ντροπές μας· μαν εκρατούσα τον ίδιο δρόμο, θάλεγε στους θείους μου να με φέρουνε σε θεογνωσία. Θα πήγαινε και στο Δεσπότη και στο Μουντίρη (73) ακόμη «να σκίση τα ρούχα της».

— Ας είνε, σα δε θες να πάω να τη δω μια βολά, θα πάω πολλές, της είπα, κιάμε να το πης και του Δεσπότη και του Μουντίρη και του Θεού μαγάρι. Από σήμερα θα πηαίνω κάθα μέρα. Κιας με πιάση και το χτικιό, για να μην έχης τότε αφορμή να μεμποδίζης.

Αφού είδεν ότι οι φοβερισμοί δεν έφερναν αποτέλεσμα, άλλαξε γλώσσα:

— Κάνε ό,τι θες. Μα δε λυπάσαι, παιδί μου, τη μάνα και την αδερφή σου, δε λυπάσαι τη νιότη σου; Δε συλλογάσαι πως κατασταίνεσαι ένας απού τσ' ωμορφότερους νιους; και με τα γράμματα που μαθαίνεις και την κατάσταση (74) πούχομε θάσαι παντού παρακαλετός να πάρης την καλλίτερη κοπελιά. Σανημένει μια ζωή ευτυχισμένη και συ θες να πέσης στη φωτιά να καής. Δεν είν' αυτή σωστή κουζουλάδα; Κ' είντα θα πη ο κόσμος, σα μάθη τα λόγια και τα φερσίματά σου; Όλοι σε παινούνε κη κακομοίρα η μάνα σου τώχει κρυφό καμάρι. Και να κατέχανε ποιες πρίκες με ποτίζεις και τρομάρες μου δίδεις με τα πεισματικά σου! Εγώ η μαυρομοίρα ώρπιζα πως θα μου φέρης μιαν καλή κιώμορφη νύφη και θα μου κάμης γκονάκια, χαρά για τα γερατειά μου· μα συ θες ν' αποθάνης από χτικιό και να με σκάσης και μένα Άχι! Θε μου, αυτό μου μελλότανε στα γερατειά μου;

Είπε και άλλα τέτοια κέθιξε όλες τις χορδές της ευαισθησίας μου. Εις τα λόγια πρόσθεσε και χάδια. Αφού είδεν όμως πως δε μπορούσε να πιτύχη το μεγάλο σκοπό, γίνηκε συμβιβαστική.

— Καλά, παιδί μου, να πας να την αποχαιρετήξης, μα νάχης το νου σου. Να μη φας πράμμα από τα χέρια τση και να μην αφήσης να σε φιλήση. Την άλλη βολά που πήες, μην πα και σούδωκε πράμμα κήφαες; μην πα και σεφίλησε;

— Δε σούπα πως δε μαφήκε να τση σιμώσω και πως μου παράγγειλε να μη ξαναπάω παρά μια βολά γι' αποχαιρετισμό;

— Εγώ, παιδί μου Γιώργη, μόνο για τη ζωή σου φοβούμαι· μα σαν κατέω πως θάχης το νου σου, να πας, παιδί μου. Δε σεμποδίζω. Μόνο να θυμάσαι να μην κάτσης πολιώρα.

Μείναμε σύμφωνοι, αλλά την άλλη μέρα μούπε ξάφνου:

— Κατές είντα συλλογούμαι απ' οψές; Αν ήθελες να πας πάλι στον Άη Θωμά. Εδά, που δε θάχουνε πολλές δουλειές, θα περάσης καλλίτερ' απού την άλλη βολά. Κοντεύγει κιο δεκαπεντάγουστος και θα πας στη χάρη τση να παρακαλέσης..

Επειδή όσο θάμενα στο χωριό, θάτον φόβος νάρθω σε συνάφεια με την άρρωστη, η μητέρα μου σκέφθηκε, για μεγαλείτερη ασφάλεια και για νάχη το κεφάλι της ήσυχο, να με στείλη στη Μεσαρά. Έτσι θα ματαίωνε και τη συνάντηση του αποχαιρετισμού, διότι ο κρυφός σκοπός τση ήτο να πάω από του Άη Θωμά στην πόλη, χωρίς επιστροφή στο χωριό μας.

Απ' αυτή την πρόταση το πειο ελκυστικό ήτο ότι θα πήγαινα στο πανηγύρι της Καλυβιανής, ότι θάβλεπα θαύματα κιότι πιθανώς ένα απ' αυτά να ήτο και το γιάτρεμα του Βαγγελιού. Με τόση καρδιά θα παρακαλούσα την Παναγία, που θεωρούσα βέβαιο ότι θα με εισήκουε.

— Αι; ρώτησε η μητέρα μου· είντα λες; πας;

— Πάω, της είπα. Θαρθής και τουλόγου σου;

— Όι, παιδί μου, δε μπορώ 'γώ. Είνε μεγάλη κούραση για μένα. Μα είντα με θες εμένα; Εκειά θάχης τη θεια σου, το μπάρμπα σου και τα ξαδέρφια σου. Θαρθή κιο Βασίλης ίσα 'κειά να σου κάνη συντροφιά.

Υποπτευόμουν λίγο το κρυφό σχέδιο της μάνας μου και γιαυτό είπα:

— Κύστερα πάλι θα γυρίσω στο χωριό τσι πρώτες του Σετέμπρη να πάω στη χώρα. Αι;

— Ναι, γυιέ μου. Δε σου τώπα;

Αποφασίστηκε να φύγω μετά τρεις μέρες. Και το βράδυ πως να κρατηθώ να μην πάω να πω του Βαγγελιού ότι θα πήγαινα στην Καλυβιανή να την παρακαλέσω γιαυτήν κιότι πίστευα να γίνη το θαύμα; Πρέπει να επαναλάβω ότι ο φόβος της αρρώστειας δε μπορούσε να με κυριεύση. Δεν πίστευα ως πραγματικό αυτόν τον κίντυνο, γιατί και δεν τον ένιωθα· πολλάκις κιολότελα το λησμονούσα.

Πάλι βρήκα την άρρωστη το βράδυ κάτω από την πορτοκαλιά καθισμένη και με το καπότο στις πλάτες.

Έκαμε νανασηκωθή, άμα μείδε, και μούπε μανησυχία:

— Είντα! μισεύγεις από 'δα στη χώρα;

— Όι, θα πάω στον Άη Θωμά κήρθα να σου το πω. Μα θα γιαγείρω (75) πάλι στο χωριό, μη θαρρείς.

Κείντα θα κάμης πάλι στον Άη Θωμά; είπε το Βαγγελιό· και φάνηκε πως δεν της άρεσε αυτό το ταξίδι, γιατί καταλάβαινε το σχέδιο της μάνας μου.

Μα πάλι δεν είπε τίποτε για τη μάνα μου.

— Αν ήτονε, της είπα, να πάω μόνο στον Άη Θωμά, δε θα πήαινα. Μόνο θα πάω και στην Καλυβιανή, να βρεθώ 'κειά τση Παναγίας να την παρακαλέσω για την υγειά σου.

Εκινήθη να μαγκαλιάση, αλλ' ευθύς τραβήχτηκε.

— Όι, δεν κάνει, δεν κάνει, ψιθύρισε.

Έπειτα είπε:

— Από σένα, Γιώργο μου, πούχεις ψυχή άδολη και καθαρή, θακούσ' η χάρη τση.

— Εγώ πιστεύω, Βαγγελιό, και πρέπει νάχης και συ πίστη. Το Ευαγγέλιο λέει ότι κι ως ένα σπόρο του συναπιού πίστη αν έχωμε, μπορούμε να μετακινήσωμε βουνό. Κεγώ έχω πίστη όχι όσο ο σπόρος του συναπιού, αλλά σα βουνό. Πίστευε και συ πως θα σε κάμη καλά η Παναγία και το θαύμα θα γενή χωρίς άλλο.

— Ας με λυπηθή, μπλειο η χάρη τση, είπε μαναστεναγμό η άρρωστη. Πάλι και δε θέλει να με γιάνη, ας με πάρη σκιάς(76) γλίγωρα, να πάψουνε τα βάσανά μου.

— Θα πάψουνε. Η Παναγία θα μου δώση την υγεία σου να σου τη φέρω. Και με πόση χαρά θαρθώ! Θα πετάξω.

— Και πόσον καιρό θα κάμης στη Μεσαρά;

— Η μάνα μου θέλει να μείνω ώστε να φτάσουν η μέρες να πάω στη χώρα· μα γω θα γιαγείρω μος περάση τση Παναγίας. Μα μπορώ ναργήσω, που θα σου φέρνω την υγειά σου;

Στην τελευταία λέξη κόπηκε η φωνή μου και το Βαγγελιό ψιθύρισε τρομαγμένη:

— Ω Χριστέ μου!

Μια φωνή γυναίκας, βραχνή από θυμό, είχε φωνάξει από το δρόμο:

— Γιώργη!

— Όρισε, αποκρίθηκα στη φωνή, φίλησα την άρρωστη, πριν προφτάση να μεμποδίση, κιόταν γύρισα να φύγω διάκρινα το κεφάλι της μητέρας μου πάνω από το χαμηλό αυλόγυρο.

— Επαδά 'σαι, μωρέ, πάλι; είπε η φωνή της μάνας μου πειο ξαγριωμένη.

— Μη φοβάσαι, Βαγγελιό, πράμμα, είπα σιγά στην άρρωστη.

Έπειτα έτρεξα έξω και στο δρόμο βρέθηκα μπροστά στη μάνα μου. Κάτι άρχισε να λέη, αλλά την έπιασα δυνατά από το χέρι και της είπα έντονα:

— Σώπα! μην 'πής κακό, γιατί μα το θεό θανεβώ σε κειονέ το χαράκι και θα πέσω κάτω.

Κοντά στο σπίτι του Δεσποινιού ήτον ένας ψηλός βράχος με κισσό, που στο σκοτάδι φάνταζε σαν πελώριος αράπης. Κέδειχνα ότι ήμουν έτοιμος να πάω να γκρεμιστώ από κει πάνω.

— Όι, παιδί μου, δε θα πω πράμμα, μούπε η μητέρα μου με φωνή μερωμένη. Μόνο έλα να πάμε στο σπίτι.

Την ακολούθησα, κ' ενώ φεύγαμε μου φάνηκε πως ήκουσα της άρρωστης το βήχα, σαν αναφυλλητό και βήχα μαζή. Και ποτέ ο θανάσιμος εκείνος βήχας δε μούδωκε τόσο σπαρακτικό αντίκτυπο στη ψυχή.

Ήμουν σε μεγάλη νευρική ταραχή κένας κεφαλόπονος, που με κρατούσε από νωρίς, δυνάμωσε.

— Έχω δα δίκιο γη δεν έχω; μούπε η μητέρα μου όταν φτάσαμε στο σπίτι. Δε μούπες;...

— Ας σούπα, της έκοψα την ομιλία με θυμό κιαυθάδεια. Ό,τι θέλω θα κάνω.

— Καλά, γυιέ μου, είπε η μητέρα μου μεγκαρτέρηση.

Η βραδιά ήτο ζεστή, αλλ' εγώ αισθανόμουν υπερβολική ζέστη και στενοχώρια· και, σαν πλάγιασα, η ζέστη γίνηκε σφοδρός πυρετός κιόλη τη νύχτα κοιμώμουν και παραμιλούσα σένα φριχτό εφιάλτη. Η μάνα μου πέρασε τη νύχτα άγρυπνη στο προσκέφαλό μου να μου βάζη βρεμμένα πανιά στο μετωπο και να μου κάνη διάφορα γιατρικά. Και μες στις ζάλες μου την είδα μια στιγμή να κλαίη.

Ο νυχτερινός πυρετός κείνος μαφήκε τρομερή εξάντληση και το επόμενο βράδυ μούρθε πάλι.

Στο χωριό μας, αν και ορεινό, δεν έλειπε το βλάβος, δηλαδή η ελονοσία· κιαν δεν ήτον η αρρώστεια του Βαγγελιού, ο νους της μητέρας μου θα πήγαινε αμέσως στο ρίγο, δηλαδή τον κοινό πυρετό· και θα μεταχειριζότανε σε μένα τις συνειθισμένες θεραπείες του πυρετού. Θα καλούσε λόγου χάρη ένα γραμματισμένο «να μου γράψη το ρίγο», δηλαδή να γράψη ένα ξόρκι και το χαρτί θα το κρεμούσα στο λαιμό μου, ως φυλαχτάρι. Ίσως μάλιστα θα έλυωναν το χαρτί μένα τέτοιο ξορκισμό και τη διάλυση θα μούδιδαν να πιω. Ως φάρμακο, θα μούδιδαν αφέψημα αψιθιάς κιάλλων χόρτων, που θεωρούνται αντιπυρετικά, κιως τελευταίο ίσως το κινίνο, που δεν ήτον ακόμη σε μεγάλη διάδοση και χρήση. Αν πάλιν επίμενε ο πυρετός, η μητέρα μου θα πήγαινε να μου δέση το ρίγο στον Άγιο Γιάννη το Ριγολόγο. Πίστευαν ότι τη δύναμη να διώχνη τους πυρετούς είχεν ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος. Και πήγαιναν όπου ήτο ναός του κέδεναν κλωστές στα μανουάλια του και στα τέμπλα.

Αλλά τόσον είχε κυριευμένο το πνεύμα της μητέρας μου ο φόβος της αρρώστειας του Βαγγελιού, ώστε δεν την αφήκε να σκεφθή τίποτε άλλο κιαπό τα πειο πρόχειρα και τα πιθανώτερα. Και φοβήθηκε από κάθε άλλη αυτή την αρρώστεια, γιατί προ λίγης ώρας ήμουν κοντά στη χτικιασμένη.

Στις επαρχίες της Κρήτης σε κείνη την εποχή γιατροί δεν ήσαν, παρά μόνον πραχτικοί. Στις πόλεις ακόμη επιστήμονες γιατροί ήσαν λιγοστοί. Κι' από τους πραχτικούς οι περισσότεροι ήσαν μοιράρηδες, δηλαδή μάγοι και γιατροί μαζή. Αυτοί, αντί να ζητούν τη διάγνωση της αρρώστειας στα συμπτώματα και τη γενική κατάσταση του άρρωστου, τη ζητούσαν στα μοιροχάρτια των, πούχαν ανακατεμένη τη θεραπευτική και τη μαγεία.

Ένα τέτοιο γιατρό κάλεσε η μητέρα μου να μεξετάση. Κήρθε μένα χοντρό χειρόγραφο βιβλίο, με τις γωνίες λερωμένες και φθαρμένες από το πολυχρόνιο φυλλομέτρημα. Μόλις με κύταξε μένα τον άρρωστο. Ούτε το σφυγμό μούπιασε, ούτε τη γλώσσα μου κύταξε. Η μάνα μου τούπε πως είχα ζέστη μεγάλη, ιδρώτες τις βραδυνές ώρες και παραμιλητά· αλλ' αυτά τάκουε ως περιττές για την τέχνη του πληροφορίες. Ρώτησε μόνο ποιο μήνα και ποια μέρα γεννήθηκα. Άνοιξε κατόπιν το βιβλίο του· κενώ γύριζε τις σελίδες παρουσιάζοντο πεντάλφες, κύκλοι κιάλλα μαγικά σχήματα. Σένα κατεβατό σταμάτησε και μούπε να θέσω το δέχτυλό μου τυχαίως σένα σημείο. Μετ' αυτό άρχισε μια άφωνη ανάγνωση και σάλευαν τα χείλη του. Σε λίγα λεπτά έβγαλε τη διάγνωσή του. Είχα βαρειά «βιστιρά», δηλαδή προσβολή από πονηρά πνεύματα, αλλ' ίσως κιαπ' ανθρώπου αφορμή και συνέργεια. Το χαρτί δεν το ξεδιάλυνε καθαρά.

— Μάγια; είπε η μητέρα μου.

— Ίσως ναι, ίσως κιόχι. Δε σούπα πως δε ξεκαθαρίζεται; Μα θα του περάση, άνε του κάμης ό,τι θα σου πω.

Από τη βούργια,(77) που φύλαγε το μοιροχάρτι του, έβγαλε μια λουρίδα χαρτί, γραμμένη έτοιμη, κείπε της μητέρας μου:

— Αυτό το φυλαχτάρι να το τυλίξης με κεροπάνι, να το ράψης και να του το κρεμάσης στο λαιμό. Να το κρατή κατάσαρκα.

Παράγγειλε να μού κάμουν και κάμποσες κρυφές λειτουργιές να μαζέψουν συνάμα διάφορα χόρτα, να πάρουν νερό από μια βρύση ανατολική, να τα βράσουν κιαφού αφήσουν μια νύχτα όξω το αφέψημα «ναστρονομιστή» να μου το δώσουν το πρωί να το πιώ νηστικός.

Η μητέρα μου φαινότανε ότι και κάτι ακόμη είχε να πη στο μοιράρη, αλλά δεν ήθελε να τακούσω εγώ. Κιόταν έφευγε, τον ακολούθησε και τούπε:

— Δε μου λες, δάσκαλε, κιαμιά γυναίκα δε φαίνεται στα χαρτιά σου κοντά στο παιδί μου;

— Δεν ήθελα, μπρε, να σου το πω· μα μια και με ρωτάς, θα σου πω την πάσαν αλήθεια. Κοντά στη μοίρα του παιδιού σου είδα να στέκη μια γυναίκα, μακρά κιαδύναμη.

Ο μοιράρης, ως χωριανός, βέβαια κάτι θάξερε για το μάλωμα της μάνας μου και της κόρης του Δεσποινιού. Κατάλαβε λοιπόν που σημάδευε το ρώτημα κιάρπαξε την ευκαιρία μιας μαντικής επιτυχίας.

— Και δεν τήνε γνώρισες ποια είνε; ρώτησε ακόμη η μητέρα μου.

— Ήτονε σ' ασκιανάδα (78) και δεν εξεκαθάρισα τα πιθέματά (79) τση.

— Μελαχροινή δεν ήτονε;

— Έτσα μου φάνηκε.

— Αι τη σκύλα! έκαμε με υπόκωφο μουγκρητό η μάνα μου· αι, τη σκύλα, κήφαε το παιδί μου!

Όταν η μητέρα μου γύρισε στο σπίτι, ήτο σαν τρελλή από ανησυχία κιαγανάχτηση. Σε μένα όμως δε φανέρωσε τίποτε, για να μη με ταράξη και χειροτερέψη την κατάστασή μου. Τα μάγια και τα γιατρικά του δασκάλου γίνηκαν· αλλ' ωφέλεια δε μούκαμαν καμμία. Ο πυρετός έγινε καθημερνός. Σηκωνόμουν, πήγαινα μάλιστα και λίγο έξω, αλλ' ήμουν φοβερά εξασθενημένος, όρεξη δεν είχα κιόλα μου φαινόταν άνοστα.

Έτσι το ταξίδι τ' Αγίου Θωμά και της Καλυβιανής κιντύνευε να ματαιωθή. Η εορτή της Παναγίας πλησίαζε και το κακόμοιρο το Βαγγελιό περίμενε να της φέρω την υγεία της. Αντί δε να της φέρω την υγεία της, έχασα και τη δική μου.

Όλες οι γυναίκες, ξένες και συγγένισες, πούρχοντο να με βλέπουν, είχαν κένα τουλάχιστο γιατρικό να συστήσουν της μάνας μου. Κεγώ πειθήνια έπινα κέτρωγα λογής λογιών αηδίες, για να γίνω το ταχύτερο καλά, να πάω στην Καλυβιανή.

Βρεθήκαν όμως και γυναίκες, που όταν μείδαν στον παροξυσμό του πυρετού, αναγνώρισαν με πεποίθηση πως ήτο συνειθισμένος ρίγος. Η μάνα μου έκλινε να το πιστέψη, αλλά και δε μπορούσε να το παραδεχθή. Η φοβερή υποψία του κολλητικού κακού είχε καρφωθή στο κεφάλι της. Αλλ' ίσως σαυτή την επιμονή της δεν έλειπε κη έχθρα της για την άρρωστη. Σα νάθελε, θαρρούσες, να την ενοχοποίηση μαυτό τον τρόπο και να δικαιολογήση το μίσος της. Και συνάμα έτρεμε μήπως βεβαιωθή αυτό που επίμενε να φοβάται.

Κοντά στάλλα, η μητέρα μου έβαλε και μου διάβασαν τον Κυπριανό, ένα βιβλίο θρησκευτικό και μαγικό μαζή. Κάλεσε και γητεύτρες, Ρωμιές και Τούρκισσες, και μούπαν διάφορα ξόρκια. Αλλ' η κατάστασή μου όλο στο χειρότερο πήγαινε. Ο πυρετός μέλυωνε· είχα μείνει ο μισός. Έτσι πέρασε ο Δεκαπεντάγουστος κιαυτό με πίκρανε περισσότερο κ' εβάρυνε την αρρώστειά μου.

Από το άλλο μέρος δεν έπασχε και δεν αδυνάτιζε λιγώτερο η μητέρα μου. Απόφευγε να μου φανερώση τη σκέψη που την έτρωγε. Αλλά και μόνη της μούρθε η φοβερή υποψία. Τόσα μούχαν πη για την κολλητικότητα του χτικιού, ώστ' επόμενον ήτο, άμ' αρρώστησα και μάλιστα με πυρετό, να μου γεννηθή ο φόβος ότι κόλλησα την ασθένεια που λυόνει ζωντανούς τους ανθρώπους και τους κάνει πτώματα πριν ναποθάνουν. Ο φόβος αυτός είχεν αρχίσει να φανερόνεται στα παραμιλητά μου· κη μάνα μου, που μάκουε στη σιωπή της νύχτας, έπαιρνε τα λόγια του πυρετού σαν αλήθειες ή της ψυχής αποκάλυψες. Και τρελλαινόταν η δυστυχισμένη από την τρομάρα και την απελπισία της.

Η φθίση στο χωριό μας ήτο γνωστή μόνο με δυο ονόματα, χτικιό και βαρέμι, κιόχι με περισσότερα παραδείγματα, παλαιότερα κίσως αμφίβολα. Μια συγγένισά μας όμως, πούχε ζήσει στην πόλη, είχε κάμει μ' αυτό το νόσημα μεγαλείτερη γνωριμία. Και μαζή μάλλα πούλεγε σχετικά, ανάφερε κιως χαρακτηριστικό του χτικιού, ότι οι φθισικοί έχουν τη μανία να μεταδίδουν στους άλλους την αρρώστειά των. Δίδουν να πίνουν ταποπίδι των ή να τρώγουν ταποφάγια των.

Αυτό έγινε τρομερή αποκάλυψη για τη μητέρα μου. Η φθισική τραβούσε κοντά της το παιδί, για να ικανοποιήση τη μοχθηρή μανία της αρρώστειας της και συνάμα να εκδικηθή για τις προσβολές που της είχε κάμει η μάνα του. Και σχεδόν δεν έμεινε πεια αμφιβολία στη μητέρα μου, ότι η χτικιάρα μούδωκε το θανατηφόρο μόλυσμα. Μήπως ο μάγος δεν την είδε να στέκεται κοντά στη μοίρα του παιδιού; Και μήπως το βράδυ παρρώστησε το παιδί της δεν είχε πάει εκεί;

Οι συλλογισμοί κείνοι φέραν σαπελπισία και φρένιασμα τη μητέρα μου. Κενώ ως τότε φοβότανε και στον εαυτό της να μολογήση τη φρικτή της υποψία, τώρα άρχισε να λέγη στους πειο σχετικούς πως η χτικιάρα είχε δώσει στο παιδί της την αρρώστεια της επίτηδες για να την κάψη. Εφανέρωνε συνάμα τους άτιμους σκοπούς, πούχε για να με τραβά κογτά της η φθισική, και την έχθρα τη μεγάλη ενάντιο της, γιατί δεν την άφηνε να εξαχρειώση το παιδί της.

Έπειτα από τους δικούς, άρχισε και σε ξένους να λέγη τα ίδια. Όσο δ' έλεγε, τόσο περισσότερο ερεθιζόταν. Και μια μέρα πήγε και στην άρρωστη και την είπε κακούργα και μαύρη ψυχή, που, αφού πολέμησε να δώση του παιδιού της τη ψυχική της αρρώστεια, τούδωκε την αρρώστεια της τη σωματική, την αγιάτρευτη· και τώρα ο γυιός της ο μονάκριβος ήτο του θανατά. Αν είχε γι' αυτή έχθριτα, γιατί δεν έμπηγε στην καρδιά της ένα μαχαίρι, αλλά μαζή μαυτή θανάτωνε κενά παιδί αθώο;

Η άρρωστη ήτο μόνη στο σπίτι και στο κρεβάτι πλαγιασμένη. Ανασηκώθηκε λίγο το νεκρικό της κεφάλι και τα μάτια της ήσαν γεμάτα θλίψη και φόβο.

— Μα όσα μούδωκε η μοίρα μου, είπε, δε φτάνουνε; Έχω κιάλλα να σύρω;

— Δεν είν' η μοίρα σου. είπε η μητέρα μου, είν' η κακία σου. Είσαι κακή και διαστρεμμένη και κατά τα έργα σου έχεις και ταποδόματα(80) σου. Α δεν ήσουν διαστρεμμένη, θα ξέτρεχες ένα παιδί ανήλικο κιως το τέλος τώφερες στο θάνατο; Είντα θα πης, μωρή, του Θεού που θα παρουσιαστής, γιαυτή τη μεγάλη αμαρτία; Πώς τόσονε βάρος θα το βαστάξη η ψυχή σου εκειά που θα πάη;

Η άρρωστη ανασηκώθηκε στο κρεβάτι κιαντίκρυσε τη μητέρα μου, με μια έκφραση στο πρόσωπο φόβου και πόνου. Τα μάτια της ρωτούσαν μ' ανησυχία και άπειρη θλίψη: «Αλήθεια είνε άρρωστος βαρειά ο Γιώργος;» Αλλ' η φωνή της είπε άλλο.

— Στην ώρα κείνη και στη ψυχή που θα παραδώσω στο Θεό, σου λέω και να με πιστέψης, πως ποτέ του παιδιού και του λόγου σου κακό δεν ήβαλα στο νου μου. Μάρτυρας μ' ο Θεός, απού θα με κρίνη, πως ήκαμα ό,τι μου 'τονε μπορετό και πάντα τούλεγα να μη σιμόνη στη φωτιά που με κεντά.(81)

— Κατά την αλήθεια που λες να βρης και σωτηρία. Ντα δεν το θωρώ, μωρή, πως εσύ τώφερες στο θάνατο το παιδί μου; Εσύ μούρριξες στο σπίτι μου φωτιά και το μεγάλο κακό που μούκαμες ο Θεός να σου το δώση. Σαυτόν τον κόσμο το βρήκες· να το βρης και στον άλλον κόσμο. Ο Θεός να σου δώση όλο το μεγάλο κακό κιάδικο που μούκαμες.

Τα μάτια της άρρωστης ήσαν γεμάτα δάκρυα.

— Και τουλόγου σου δε φοβάσαι, θεια, είπε στη μάνα μου, πως και μένα μου κάνεις μεγάλο άδικο μ' αυτά που μου λες;

Σα να μη άκουσε η μητέρα μου, τράβηξε προς τη θύρα και ξανάλεγε την κατάρα της:

— Ο Θεός να σου δώση στη ψυχή σου το μεγάλο κακό που μούκαμες!

Κιούτε γύρισε νακούση το φοβερό λόγο που της ήρθε στην πόρτα από το κρεβάτι της φθισικής:

— Δεν πιστεύγεις, θεια, τα λόγια μιας ποθαμένης;

Αλλά κιαπό την αυλή ήρθε της μάνας μου η κατάρα:

— Στη ψυχή σου να το βρης το μεγάλο κακό που μούκαμες!

Το Βαγγελιό ήτο σε μεγάλη εξασθένηση· μετά δε την παραπάνω σκηνή έπεσε σε τέτοια κρίση, ώστε φάνηκε πως έφτασε το τέλος της. Αρκετές μέρες δε μπόρεσε να σηκωθή από το κρεβάτι. Στο διάστημα τούτο ρώτησε συχνά τη μητέρα της για την κατάστασή μου, αλλά δεν είπε τίποτε για τη σκηνή που της έκαμε η μάνα μου. Μια μέρα όμως έδειξε απροσδόκητη καλλιτέρεψη. Μπόρεσε μάλιστα να βγη και να καθήση στην αυλή.

Η μητέρα της είχε πάει έξω κιόταν γύρισε και την είδε, νόμισε πως έβλεπε νεκρανάσταση.

— Καλά 'σαι σήμερο; αι, κανακαρά μου;

— Μάκι (82) καλλίτερά 'μαι, είπε η άρρωστη με φωνή άτονη και λίγο βραχνή.

— Καλά μου τώπε τόνειρό μου!

— Κείντα όνειρο 'δες, μα;(83)

— Προθές τη νύχτα σε 'δα στον ύπνο μου κιεφόριες κατακόκκινα. Ήσουνε πολλά ώμορφη, σαν τσοι καλλίτερους καιρούς, πούχες την υγειά σου. Σε θώρουνα σένα ψηλό χαράκι.(84) Με ξάνοιγες(85) και μούκανες νοήματα(86) πως είσ' ευχαριστημένη. Φαινόσουνε πολλά χαρούμενη. Μα το χαράκι εψήλωνε, όλο κεψήλωνε που σε μάκη ώρα δε σε διαντέριζα.(87) Ήσουνε μική, μική,(88) σαν ένα πουλί. Κι αληθινά είχες φτερούγες· σε λίγη ώρα επέταξες κιαπάνω σ'αυτό εξύπνησα.

— Κείντα να λέη αυτό τόνειρο, μα; είπε η άρρωστη.

— Το χαράκι 'νε δύναμη· τα φτερά και το πέταμα δίδουν υγειά και κάλλη· και το κόκκινο 'νε γλίγωρο. Γιαυτό τόνειρο πήα στου Ταχτικού και μου το ξεδιάλυνε. Θωρείς εδά πως γλίγωρα θα δυναμώσης και θα βρης την υγειά σου και τα κάλλη σου, σαν και πρώτα;

Η άρρωστη άκουε μένα αδύνατο καινιγματικό χαμόγελο, που η μάνα της το πήρε για χαρά.

— Ναι, μάνα μου, είπε, έτσα θα γενή. Αλλά θαρρώ πως καλλίτερο θάτονε να γενή κειονέ που φάνηκε στόνειρο.

— Πώς;

— Να πετάξω και να μη γυρίσω. Είντα να κάνω σαυτό τον κόσμο; Δε λένε πως είνε καλλίτερος ο άλλος;

— Είνε καλλίτερος, θυγατέρα μου, μα να πας ότι(89) νάρθη ο καιρός σου. Μα μη μου λες τέτοια λόγια, γιατί με θανατόνεις.

— Κουζουλάδες, κουζουλάδες, μάνα μου, είπε η άρρωστη και προσπάθησε να γελάση. Μην ακούς. Ό,τι 'πε τόνειρο θα γενή.

— Κάθα πως θα ξηγήση τόνειρο ο Ταχτικός έτσα βγαίνει.

— Μα δε σούπα πως άρχιξα και καλλιτερεύγω; Και θαρρώ πως γλίγωρα θα μπορέσω να πάω κίσα στα Λιβάδια. Μα περισσότερο πεθυμώ να πάω στην Καβαλαρά να δω το κηπούλι μας.

— Είνε πολλά πάνω και θα κουραστής, παιδί μου.

— Μα δε λέω κεγώ σήμερο. Σα δυναμώσω περισσότερο.

Σκέφθηκε μερικά λεπτά, έπειτα ρώτησε.:

— Δε μου λες, μα, ήκουσες αν είνε καλλίτερα ο Γιωργής;

— Ήκουσα πως είνε τα ίδια. Μα είντα το θες, παιδί μου, και ταναθιβάλλεις(90) αυτό το κοπέλι; Λίγα βάσανά 'χεις συρμένα συναφορμάς(91) του;

— Εγώ δε φοβούμαι μπλειο πράμμα και κιανένα. Απής(92) μεσίμωσ' ο Χάρος, θαρρώ σα να μην είμαι μπλειο σε τούτο τον κόσμο και δε λογαριάζω είντα λένε κείντα κάνουν οι γιαθρώποι, γη κακό, γη καλό λένε. Σήμερο μπορώ να βγω στο ψηλότερο δώμα και να φωνιάξω στο χωριό τη ντροπή μου και την κουζουλάδα μου, γιατ' αφορμές δεν έχω να ντρέπωμαι. Έχω μιαν αγάπη, που δε μου ταιριάζει. Είν' η μεγάλη μου και μοναχή μου χαρά, μα κιο μεγάλος κιαγιάτρευτος πόνος τση ζωής μου. Ο κόσμος έπρεπε να με λυπάται. Δεν το ζήτηξα· μα κια με κατακρίνουνε, μουδέ φοβούμαι, μουδέ ντρέπομαι. Ο Θεός, που δε θωρεί σαν τσαθρώπους θα με κρίνη. Και θα βρη την κορδιά μου καθαρή.

Η Δεσποινιώ την κύταζε χωρίς να καταλαβαίνη πολύ απ' όσα ήκουε, αλλά κιαρκετά καταλάβαινε και διαισθανότανε ώστε νανησυχή. Και είπε:

— Μα γιάειντα τα λες αυτά, θυγατέρα μου; για να χαλάσης τη χαρά που μούκαμες με την καλλιτεράδα σου;