Part 3
— Θωρείς εδά; είπε πάλι το Βαγγελιό. Αν εκάτεχα γράμματα θα σούγραφα κεγώ να σε παρηγορήσω, για να μην τύχη και φύγης απού το σκολειό και θάτονε πολύ κακό για σένα.
Τάλλα γράμματα δεν έλεγαν πολύ διαφορετικά πράγματα. Το Βαγγελιό όμως τάκουε με πολλή σοβαρότη και δεν άφηνε να χάση λέξη. Σένα γράμμα έλεγα ότι, όπως ήτονε πάντα στο νου μου, συνείθιζα λίγο κατά λίγο να νομίζω πως ήτο μαζή μου πραγματικά κι ότι με συντρόφευε στο διάβασμα· κέτσι εύρισκα όρεξη να διαβάζω.
— Πούνε γραμμένο αυτό; είπε με πολλή ζωηράδα το Βαγγελιό.
Της έδειξα το μέρος κιαυτή πήρε την επιστολή και φίλησε την περικοπή κείνη.
Σένα γράμμα, που της έλεγα πως έμαθα την αρρώστεια της, έγραφα πως λυπήθηκα που δεν ήμουν κοντά της «να φανώ γιατρός στον πόνο της», ως λέει κη μαντινάδα. Το Βαγγελιό αναστέναξε και μαποκρίθηκε με άλλη μαντινάδα:
Ο πόνος μου 'ν' αγιάτρευτος, μάνε στο πόδι πάνω· Μια μέρα που θα περπατώ θα πέσω ναποθάνω.
Κατόπιν άρχισε να κλαίη και τα δάκρυά της δεν έπαψαν έως ότου τελείωσαν τα γράμματα.
— Αν εκάτεχα γράμματα, είπε τότε, είντα δε θάχω να σου γράψω, πουλάκι μου! Πόσα πράμματα δεν τα λέει κιανείς καλλίτερα με την πένα!
Η βοή του καταρράχτη έφθανεν έως στο μέρος που καθώμεστα. Και το Βαγγελιό, αφού σπόγγισε τα μάτια της, είπε:
— Πάμε να δούμε τον εγκρεμό και τη ρίχτρα; (46)
Ανεβήκαμε και φτάσαμε στην κορυφή του βράχου. Μέσα από μια μεγάλη σχισμάδα προβάλαμε στο χάος και τα πρόσωπά μας δρόσισε του ποταμού η αναπνοή. Το Βαγγελιό σύρθηκε πίσω με κίνημα φόβου:
— Μάνα μου! να πέση κιανείς από 'παέ, η φανιά του δε θα 'βρεθή(47).
Όταν σε λιγάκι κατεβήκαμε και μπήκαμε στο λιόφυτο, το Βαγγελιό δίπλωσε τα χέρι της και μούπε:
— Για πιάσε πάλι να δης πως καίω.
Πραγματικώς το χέρι της έκαιε τώρα περισσότερο και τα μάγουλά της ήτανε φωτιά.
Περπατήσαμε λίγο κάτω από τις ελιές σιωπηλοί και συλλογισμένοι. Εγώ συλλογιζόμουν με κάποια κρυφή δυσαρέσκεια πως πολύ έκλαιε το Βαγγελιό κιότι τα κλάμματα δεν την ωμόρφαιναν. Αλλά γενικώς το κλάψιμμο δε μάρεσε τώρα, γιατί μου θύμιζε τα μικρά παιδιά με τις μύξες των. Μια γυναίκα πούκλαιε, κιόταν ακόμη μου κινούσε συμπάθεια, μου φαινόταν πως ξέπεφτε, πως γινόταν ζώο δειλό και κακομοιριασμένο.
Μπροστά μας άνοιξαν οι ελιές και φάνηκε μακριά το φαράγγι, μια βαθειά σχισμάδα του βουνού. Το άνοιγμά του φαινότανε μαύρο· αλλά στο πάνω μέρος γελούσε λίγη μακρυνή θάλασσα.
— Επήες ποτέ σου στο φαράγγι; με ρώτησε το Βαγγελιό.
— Επέρασα κοντά, μα εκειά ίδια δεν επήα.
— Εγώ 'πήα. Κατές βάθος απού τώχει; τρεις φορές σαν τον εγκρεμό πούδαμε. Και κάτω στου πάτο τρέχει ένα νερό. Σα ξανοίξης από πάνω κάτω, ζαλίζεσαι και θαρρείς πως σε ρουφά το φαράγγι και πως θα σε καταπιή.
— Ήκουσα πως οι νεράιδες έχουν εκειά μέσα κατοικητήριο.
— Έτσα λένε... Εσύ ζαλίζεσαι σα ξανοίξης σεγκρεμό;
— Όχι, είπα.
— Εγώ ζαλίζομαι και θαρρώ πως έτσα θα πέσω να σκοτωθώ κιαμιάν ημέρα. Γιατί μαρέση να θωρώ στσ' εγκρεμούς.
Άξαφνα μου λέει:
— Να σου πω, Γιώργο· θαρρώ πως η μάνα σου 'χει δίκιο, απού σου λέει να μη μου σιμόνης. Και να κάμης ό,τι σου λέει η μάνα σου. Δεν κάνει και να παρακούς σεκείνη που σ' εγέννησε, παιδί μου. Είνε μεγάλο κρίμα.
Είχε σταθή στη σκιά μιας ελιάς και στήριζε το χέρι της σένα χαμηλό κλάδο. Μια ήλιου αχτίνα σχημάτιζε σαν άστρο πάνω από το μέτωπό της. Και το πρόσωπό της ήτο ωχρό, σχεδόν σαν κέρινο, κείχε σοβαρή γαλήνη αγίας. Ποτέ δεν την είχα δη έτσι.
— Δεν κάνει.... εξακολούθησε, δεν ταιριάζει να μαγαπάς... σα μεγάλος, γιατί 'σαι πολύ μικιός για μένα! Εγώ 'μαι μεγάλη... Κοντεύγω να... γεράσω. Κιωςτε να γενής εσύ άντρας σωστός, εγώ θάμαι...
Το στήθος της ανασειόταν από λυγμούς, που δεν τους άφηνε να ξεσπάσουν. Αλλά με την τελευταία λέξη δε μπόρεσε πεια να περιορίση την τρικυμία της ψυχής της. Κιάρχισε να κλαίη.
Τη λυπόμουν, αλλά και δεν καταλάβαινα πολύ αυτές τις κλάψες κιάρχιζα να τις βαριούμαι, γιατί, ως είπα, και δε μάρεσαν. Εγώ ήθελα να την αγαπώ, όχι να τη λυπούμαι.
Πάνω στο κλάμα την έπιασε κένας βήχας δυνατός, που την έσειε τη δυστυχισμένη, σαν καλάμι. Αφού ησύχασε μου λέγει:
— Ήκουσες, Γιώργο μου, είντα σούπα; Να κάμης κατά πως σ' αρμηνεύγει(48) η μάνα σου. Αυτή κατέει καλλίτερα το καλό σου και θέλει το καλό σου περισσότερο από κάθε άλλο.
— Κιαπό τουλόγου σου;
— Κιαπό μένα, είπε αποφασιστικά το Βαγγελιό. Δε σούπα πως η δική μου αγάπη δε μπορεί νάνε για καλό σου;
— Και μου λες να μη σ' αγαπώ μπλειο;
Με κύταξε κάμποσα δευτερόλεπτα και τα μάτια της θόλωσαν από νέα δάκρυα.
— Εγώ, χρυσέ μου, δε θέλω να μαγαπάς;...Ντα μπορώ να ζήσω χωρίς;... Ω η κακομοίρα, φωτιά πούρριξα πάνω μου!
Ταναφυλλητό της έπνιξε τη φωνή και με δυσκολία κατάφερε να μου πη τακόλουθα:
— Όι να μ' αγαπάς, παιδί μου, ως μαγαπούσες πρώτα, σα δεύτερη μάνα σου, σα μεγάλη αδερφή. Μα να μην ταποδείχνης. Να μαγαπάς μέσ' στην καρδιά σου. Δε σου ζητώ άλλο πράμμα. Έλα 'δα να σε φιλήσω, για υστερνή βολά, γιατί φοβούμαι πως θα μάςε χωρίσουνε παντοτεινά και δε θέλω να σε θωρώ κρυφά, σαν κλέφτρα.
Κιως να είχε σβυσθή το πάθος πούχαν έως τότε τα φιλιά της, ως να εξαγνίσθη στον πόνο η αγάπη της και γύρισε στην πρώτη αθωότητα, μούδωκε ένα ήρεμο, μητρικό ασπασμό στο μέτωπο. Έπειτα άπλωσε το χέρι της στα μαλιά μου κιη χειρονομία κείνη ήτο μάλλον ευλογία παρά θωπεία.
Σήκωσα τα μάτια μου και την είδα. Μου φάνηκε ψηλότερη και τώρα το φως της ήλιου κύκλωνε το πρόσωπο της με φωτοστέφανο αγίας.
— Άιντε να πιαίνης, Γιώργο, μούπε, κιο Θεός νάνε μαζή σου. Και μια ψυχή που σαγαπά θα σου παραστέκεται όπου κι αν πας, όπου κια βρίσκεσαι.
Η τελευταία της φράση έτρεμε· και τώρα το αποκέρωμα του προσώπου της ήτο τέλεια νέκρα. Μόνο στα μάτια της, θαρρούσες, έμενε ζωή ακόμη. Μια στιγμή νόμισα ότι θα πέση κη ίδια στηρίχτηκε στο δέντρο. Έπειτα είπε με φωνή που μόλις ακούστηκε:
Εγώ θα πάω πάνω, στο κηπούλι μας. Εσύ να πάρης κάτω.
Τράβηξα κάτω, χωρίς να πω τίποτε. Αλλά σαν πήγα κάμποσα βήματα, γύρισα και την κύταξα. Ήτον ακόμη στην ίδια θέση, σα να μην είχε τη δύναμη να ξεκινήση. Σε λίγο άρχισε κιανέβαινε σιγά σιγά· κέβηχε ένα μικρό ξερό βήχα. Έπειτα την έκρυψαν τα δέντρα και δεν την έβλεπα πεια· άκουα όμως το βήχα της, ως όπου κιατός έπαψε νακούεται.
Τις τελευταίες στιγμές που στεκότανε στη σκιά του δέντρου μούδωκε μια βαθύτατη συγκίνηση, ένα αίσθημα σα θρησκευτικό. Τώρα τη λυπόμουνα και ψιθύρισα: «Κακορρίζικο Βαγγελιό!» Αλλά σε τέτοια στιγμή τ' ήθελε ν' ανακατευθή το κορίτσι με την ανοιξιάτικη άνθηση και τη ξανθή πλεξούδα; Πολεμούσα να το διώξω από τη φαντασία μου, αλλά τίποτε· από 'δω το 'διωχνα, από κεί' παρουσιαζότανε, με παιχνιδιάρικο γέλιο, σα να μούπαιζε το κρυφτούλι. Όπως πήγαινε πάνω το Βαγγελιό, είχα δη τις δυο πλεξούδες της κάτω από το τσεμπέρι, κήσαν ισχνές, σαν αυτή. Τι αξιολύπητα πράμματα ήσαν κείνα τα μαλιά, συγκρινόμενα με το πλεγμένο χρυσάφι, πούπαιζε μελιγμούς φιδιού στην πλάτη της άλλης! Δεν ήθελα να κάνω τέτοιες σύγκρισες, αλλά και δε μπορούσα να τις αποφύγω. Το σπίτι σου μπορείς να το κλείσης στους ενοχλητικούς επισκέπτες, αλλά όχι και το νου σου. Κιο ξανθός πειρασμός είχε μια επιμονή τον διαόλου.
Από το άλλο μέρος η μάνα μου δεν ησύχαζε, αλλά φαίνεται ότι μέρα και νύχτα ο νους της δούλευε για ναύρη τρόπο να μαποσπάση από το Βαγγελιό για πάντα. Τα λόγια δεν της φαινόντανε αρκετά.
Μια μέρα μου λέει:
— Τα ωζά (49) μας είνε στον Αμαλό. Δεν πας και συ να περάσης μάκιες μέρες, να δης πως διάγουν οι βοσκοί; Θα χορτάσης και γαλατερά που ταγαπάς. Σε μια δυο μέρες θα πάη ο ξάδερφός σου ο Βασίλης του παπά για να κυνηγήση. Τούπα να πάτε μαζή και τάκουσε με πολλή του χαρά. Θα σου βρη, λέει, κέναν τσιφτέ (50) να σε μάθη να κυνηγάς. Κιο Βασίλης, ως θάκουσες, έχει γενεί καλός κυνηγός. Ποτέ δε γυρίζει χωρίς λαγό.
Η ιδέα της μητέρας μου μενθουσίασε. Το τουφέκι και το κυνήγι ήσαν από τους μεγάλους μου πόθους.
— Θες να πας; με ρώτησε η μητέρα μου.
— Μα θα μου δώση το τουφέκι να τώχω 'γώ;
— Κιαμέ; Όσες μέρες θάστε στον Αμαλό, το τουφέκι θάνε δικό σου. Νάχης μόνο το νου σου να μη σε σβολώση.(51)
Ο Βασίλης θα σ' αρμηνεύγη κιότι (52) νάρθη να μου πη πως ήμαθες να παίζης, (53) θα σαγοράσω, κανακάρη, μου, ένα τουφέκι νάνε μοναχικό σου και να πιαίνης να κυνηγάς, όντε θες.
Ο Βασίλης που τον είδα ταπόγεμα μου βεβαίωσε τα λόγια της μάνας μου. Είχ' ένα δίκαννο ελαφρό, που θα μου τώδιδε να κυνηγώ όλες τις μέρες που θα μέναμε στον Αμαλό.
— Και πότε θα πάμε;
— Ύστερ' από δυο μέρες, το σαββάτο πούρχεται.
Εγώ θα ήθελα να πάμε την άλλη μέρα ευθύς, αλλ' ο Βασίλης δεν ευκαιρούσε τόσο γρήγωρα.
Τις δυο μέρες πέρασα σε πυρετό προσδοκίας και στον πυρετό κείνο, μπορώ να πω, λησμόνησα ολότελα κάθε άλλο. Ανυπομονούσα να πάρω στο χέρι μου το τουφέκι κέκανα όνειρα για τα κυνήγια που θάκανα.
Μετά τρεις μέρες ανεβήκαμε στον Αμαλό. Ο Βασίλης ήτο μεγαλείτερός μου κάμποσα χρόνια, νέος πλέον τέλειος.
Όταν την αυγή ήρθε και με πήρε, είδα ότι είχε μόνο ένα τουφέκι κεφοβήθηκα πως με γελούσαν.
— Και το δικό μου τουφέκι πούνε; Δε μούπες πως θα μου δώσης ένα τουφέκι να τώχω μοναχικό;
— Το δικό σου θα το βρης στη μάντρα. Τώχω αφητό απού την άλλη βολά που πήα στον Αμαλό, εδά και δέκα μέρες.
Εσείς με γελάτε, είπα με δυσπιστία, κυτάζοντας πότε το Βασίλη, πότε τη μάνα μου.
— Γιάειντα να σε γελάσουμε; είπε ο Βασίλης. Για να πας στον Αμαλό; Σα δε θες, μη 'ρθής. Μα σα θες να βαστάς τουφέκι, να το δικό μου.
— Εγώ να το βαστώ;
— Είνε βαρύ και θα σε κουράση, μα σα θες, βάστα το σόλη τη στράτα.
— Δε με κουράζει μένα.
Ένα πράμμα τόσο επιθυμητό, μπορούσε να με κουράση;
— Στ' ανέβασμα, μούπε ο Βασίλης, θα παίξης και την πρώτη σου τουφεκιά.
Δε χρειαζότανε περισσότερο για να παύσουν οι δυσπιστίες κ' οι δισταγμοί μου. Ο δρόμος ήτον όλος ανήφορος, τριών περίπου ωρών, και το τουφέκι ήτο βαρύ για την ηλικία μου. Σε κάμποση ώρα άρχισε να πονή ο νώμος μου, αλλ' υπόφερα χωρίς παράπονο το βάρος. Έρριξα και σένα πουλί στο δρόμο, αλλ' απότυχα. Ο Βασίλης όμως με βεβαίωσε πως το βρήκαν άκρη μερικά σκάγια κιότι είδε φτερά πούφυγαν στον αέρα. Κέτσι η πρώτη μου βολή ήτο μισή επιτυχία.
Ο Αμαλός είνε οροπέδιο σε μεγάλο ύψος. Από το ένα μέρος, το νότιο, το κλειούν υψώματα με πρίνους, μεγάλα και δυνατά δέντρα· από το βόρειο μέρος ήτον ο Αφέντης, μαδάρα,(54) γυμνή και κατάξερη. Ανάμεσα στους πρίνους ήσαν πολλά μιτάτα(55) κιαπ' όλες τις μεριές αντηχούσαν κουδουνίσματα και σφυριές.
Κάτω στην άκρη του κάμπου ήτον ένα εκκλησιδάκι τ' Αγιού Πνεμάτου. Από το ιερό τον πήγαζε νερό κατάκρυο. Τον κάμπο σκέπαζε χόρτο παχύ, αλλά, ως άκουσα να λέγουν οι βοσκοί, δεν άφηναν τα πρόβατα να βόσκουν στο υγρό μέρος, γιατί το χόρτο είχε βδέλες.
Όταν φθάναμε, άκουσα παράξενες κραυγές πουλιών κιο Βασίλης μούπε πως ήσαν κολιακούδες. Τις είδα και να περνούν στον αέρα κοπάδια κιο Βασίλης μούπε:
— Θες να τώςε παίξης;
— Μα τσι τρώνε;
— Δεν τσι τρώνε, γιατ' είνε λέει, όξυνο, το κριάς τως. Μα συ θα παίξης για να μάθης.
Μου είπε πώς να σκοπεύσω κιόταν περνούσαν σε καλή απόσταση, έσυρα τη σκαντάλη. Δεν περιγράφεται η συγκίνηση κη χαρά μου όταν είδα μια κολιακούδα να στριφογυρίζεται στον αέρα και να πέφτη.
— Μωρέ, ζωή νάχης Γιωργιό! Εσύ θα γενής μεγάλος κυνηγός. Όλοι αρχίζουν απού τα καθιστά και συ την πρώτη σου πετυχιά την έκαμες στα πεταχτά!
Έτρεξα κεπήρα το πουλί και το περιεργαζόμουν· κιδιαίτερη χαρά μούκαμε ότι τα πόδια της ήσαν κόκκινα. Ο θρίαμβός μου έτσι γινότανε μεγαλείτερός με τη σκέψη ότι το πουλί που' σκότωσα ήτον έχταχτο πουλί.
Έφτασα 'στο μιτάτο μας, κρατώντας θριαμβευτικά το θήραμά μου· κιόταν ο γέρο τυροκόμος που βρήκαμε 'κεί άκουσε πως σκότωσα την κολιακούδα στο φτερό κήτον η πρώτη μου τουφεκιά, έδειξε μεγάλο θαυμασμό. Εγώ πετούσα από περηφάνεια και περισσότερο παρά σάλλη περίσταση είχα το συναίσθημα πως ήμουν άντρας πλέον.
Γιαυτό κιόταν σε λίγο κατάλαβα πως ο Βασίλης με μεταχειρίστηκε σαν παιδί πειράχτηκα πολύ. Το δίκαννο που μούχε πη ότι θαύρισκα στην μάντρα δεν ήτον εκεί. Μούπε πως τάχα το είχε πάρει κάποιος βοσκός, πούλειπε, αλλά γω κατάλαβα πως μούχε 'πη ψέματα κιότι το δίκαννο που μούταξε ήτον ανύπαρχτο. Ο Βασίλης όμως βρήκε τρόπο να με ικανοποιήση.
— Μπρε παιδί μου, εσύ τουφέκι δε θες; Να τουφέκι. Όσες μέρες θα κάνωμε στον Αμαλό το τουφέκι μου θάνε δικό σου. Θα πιαίνωμε μαζή στο κυνήγι και βάστα το συ το τουφέκι. Α θες μου το δίδεις και μένα πότε πότε να παίζω κιανενούς πουλιού. Δε σαρέσ' έτσα;
Είχα τόση μανία για το κυνήγι, που θα δεχόμουνα κάθε συμβιβασμό, αρκεί να κυνηγούσα. Έτσι μάλιστα θάχα κοντά μου και το Βασίλη για να μου δίδη οδηγίες· γιατί όσο κι αν με μέθυσε η πρώτη επιτυχία, καταλάβαινα πως αυτή η δουλειά είχε και τέχνη, που δεν την ήξερα. Εγώ ούτε να γεμίσω το τουφέκι δεν τα κατάφερνα.
Η επόμενη μέρα μούφερε μια μεγάλη απογοήτευση. Θάρριξα δέκα πέντε τουφεκιές, χωρίς να χτυπήσω τίποτε, ενώ ο Βασίλης σκότωσε τρεις πέρδικες. Γύρισα στη μάντρα μελαγχολικός, αλλά με παρηγόρησαν. Αυτό, έλεγαν, μπορεί να συμβή και στον καλλίτερο κυνηγό. Το κυνήγι κι ο κυνηγός έχουνε μέρες. Πραγματικώς την άλλη μέρα σκότωσα δύο μικρόπουλα. Βγήκε και μια πέρδικα μπροστά μου, αλλά τόσο μετάραξε ο θόρυβός της, που, όσο να συνέλθω, είχε πάει πολύ μακριά. Το ίδιο έπαθα και μένα λαγό. Τον έβγαλε ο σκύλος του ξάδερφου.
— Θες να του παίξης; μούπε ο Βασίλης και μούδιδε το τουφέκι. Α δεν τόνε πιάση ο σκύλος, θα μας τόνε σιμώση και τότε του παίζεις.
Ετοιμάστηκα, αλλ' όταν ο λαγός πέρασε κοντά μου, λησμόνησα την ετοιμασία μου. Κιαν ερχότανε κατά πάνω μου, φοβούμαι πως θα έβαζα στα πόδια. Αλλ' ο σκύλος κατάφερε να τον πιάση.
Και πάλιν ο Βασίλης βρήκε τρόπο να με παρηγορήση:
— Καλά 'καμες και δεν τούπαιξες, γιατ' ήτονε φόβος να σκοτώσης το σκύλο. Επιαίνανε πολύ κοντά.
Οι αποτυχίες, αντί να εξασθενούν, δυνάμωναν το πάθος μου στο κυνήγι. Κάθε βράδυ κοιμώμουνα με την ελπίδα ότι την επόμενη θα γύριζα φορτωμένος κυνήγια.
Αλλά κιαν δεν χτυπούσα τίποτε, οι περιπέτειες του κυνηγιού μευχαριστούσαν τόσον, ώστε να μη μαπογοητεύουν οι άκαρποι μου κόποι.
Δέκα πέντε μέρες περάσαμε στον Αμαλό και τις θεωρώ από τις πειο ευχάριστες της ζωής μου. Η όρεξη μου είχε αποθηριωθή κέτρωγα σα λύκος. Το βράδυ ανάβαμε φωτιά, γιατί έκανε κρύο στην καρδιά του καλοκαιριού. Κιαν τη μέρα δε σκότωνα τίποτα, τη νύκτα στα όνειρα μου έκανα θραύση. Καμμιά φορά μάλιστα ονειρευόμουν πως τουφέκιζα θηρία που γνώριζα μόνο από τη φυσική ιστορία ή από τα παραμύθια.
Οι βοσκοί έκαναν ευχάριστη συντροφιά αν κήσαν απλοϊκοί διάπυροι του κόσμου. Είνε ζήτημα αν τρεις φορές το χρόνο πήγαιναν στο χωριό και κανείς των ίσως δεν είχε πάει στην πόλη. Οι περισσότεροι ήσαν ολιγόλογοι, συνειθισμένοι όπως ήσαν να ζουν με τα ζώα στις ερημιές. Αλλ' ο γέρο τυροκόμος ήξερε πολλά πράμματα. Τραγουδούσε παλαιικά τραγούδια κέλεγε διάφορα παρατσάφαρα, δηλαδή αινίγματα και καθαρογλωσσίδια. Από τα τελευταία θυμούμαι ένα:
— Για πε Γιωργιό, μα γλίγωρα γλίγωρα «ο καβρός αυγά 'γλυφε».
Εγώ τώλεγα και γελούσαν, γιατί έμπλεκε η γλώσσα μου.
Θυμότανε και διάφορα επεισόδια των επαναστάσεων και τα διηγότανε ωραία.
Στις κυνηγιτικιές μου εκδρομές δε μέτερπαν μόνον του κυνηγιού οι περιπέτειες, αλλά και τάγνωστα κιωραία μέρη πούβλεπα. Και γνώρισα όλα τα μέρη στην περιοχή του Αμαλού. Ο Βασίλης πούχε πολλές φορές κυνηγήσει εκεί πάνω, μούταν οδηγός μου. Διότι δε μάφηνέ ποτε να πηγαίνω μόνος, από φόβο μην πάθω τίποτε. Αυτός ήξερε πούτον πηγή ή αρόλιθος(56). Ήξερε και τα βάραθρα που διατηρείται χιόνι το καλοκαίρι.
Άλλη ηδονή για μένα ήτον η θέα και το αίσθημα του ύψου. Όταν από κεί πάνω έβλεπα πόσον χαμηλά ήσαν κάτω η γη κη θάλασσα, νόμιζα πως πετούσα, σαν νάμουν ανώτερος από άνθρωπος. Στα ύψη κείνα μου φαινότανε πως ήσαν ελαφρότερα τα μέλη μου. Αργότερα, όταν θυμόμουν αυτά τα αισθήματα, εξηγούσα τη ψυχολογία των ορεινών, πούνε πειο περήφανοι από τους πεδινούς. Και χαρακτηριστικό είνε κείνα που λέγεται στη δυτική Κρήτη. Μια μέρα που καθόντανε κάμποσοι Ριζίτες (57) σε μια κορυφή και παρατηρούσαν κάτω στα πεδινά μέρη, ένας απ' αυτούς είπε: Άραγες, μωρέ, κιαυτοί οι κατωμερίτες έχουνε ψυχή;
Μια μέρα φθάσαμε ανατολικώτερα σάλλη κοιλάδα που τη λένε Λάπαθο. Άλλη μέρα κάναμε κάτι δυσκολώτερο και τολμηρότερο· ανεβήκαμε στον Αφέντη. Η μαδάρα κείνη είνε η ψηλότερη και πειο κεντρική κορυφή της Δίκτης· κεπειδή ξεπερνά στο ύψος όλο τα γύρω βουνά, το θέαμα που παρουσιάσθη μπροστά μας ήτο διάπλατο και μέγιστο. Η Κρήτη φαινότανε στη μεγαλείτερη της επιμήκη έκταση, ανάμεσα σε δυο θάλασσες, το Κρητικό και το Λιβυκό πέλαγος. Στη μέση στεκόταν ο κωνικός όγκος του Ψηλορείτη κια δε μας εμπόδιζαν νέφη, θα βλέπαμε ίσως και τα Λευκά Όρη δυτικώτερα. Ο κάμπος της Μεσσαράς απλώνεται στο μεταξύ της Ίδης και Δίκτης διάστημα· και στη βορεινή παραλία διακρινότανε, σαν ασπριδερή κηλίδα, το Ηράκλειο κιαπέναντί του το νησί Δία. Ανατολικά μια διαδοχή βουνών και κοιλάδων· κέπειτα τελείωνε η Κρήτη στη Σητεία· κιάλλη θάλασσα παρουσιαζόταν από 'κεί με δυο νησιά, την Κάσσο και την Κάρπαθο.
Απ' όλα όμως αυτά τα θεάματα τη ζωηρότερη εντύπωση μούκαμε το μεγάλο οροπέδιο του Λασιθίου, όπου κατέβαιναν οι βορινές πλευρές τον Αφέντη. Τοροπέδιο τον Λασιθιού, πούχει μεγάλη δόξα στην ιστορία της Κρήτης, είνε χαμηλότερα του Αμαλού, αλλ' είνε πολύ μεγαλείτερο και κατοικημένο. Ένας κάμπος, αιγοειδής στο σχήμα, που τον κλείουν απ' όλα τα μέρη βουνά, είνε ομαλός σα χαρτί, που το ριγόνουν διασταυρωμένα χαντάκια πολυάριθμα· και γύρω τα χωριά, ασπριδερά στο πράσινο πλαίσιο που σχηματίζουν αμπέλια και δέντρα. Το χειμώνα η ορεινή αυτή πεδιάδα θα γινόταν λίμνη, αν δεν είχε στη δυτική της άκρη το χώνο, μια καταβόθρα, όπου τα χαντάκια οδηγούν τα νερά και καταπίνονται.
Είχα ακούσει για ταγρίμια τω βουνώ μας, είδος άγριες αίγες, μεγαλείτερες από τις ήμερες, που τρέχουν σα λάφια και πηδούν βάραθρα φοβερά, αλλά δεν έτυχα να δω. Τότε ήσαν ακόμη, αλλ' έως σήμερο λιγόστεψαν πολύ, με τη μεγάλη καταδίωξη που τους έκαμαν οι κυνηγοί. Δεν είδα κανένα κείχα απελπιστή αν θάβλεπα. Αλλά την τελευταία μέρα της διαμονής μου στον Αμαλό, ενώ ξεκουραζόμουνα με το Βασίλη κάτω, σέναν πρίνο, άκουσα θόρυβο κείδα να περνά σταντικρυνό πλάι και σε μικρή απόστασι ένας τράγος.
Αγρίμι, Γιώργη! μούπε σιγανά ο ξάδερφος, Θωρείς το;
Σαν νάκουσε τη φωνή ο τράγος, στάθηκε μια στιγμή κείδα πολύ μεγάλα κέρατα, γυρτά προς τα πίσω. Έπειτα έφυγε τρέχοντας κέγινε άφαντος μες στους πρίνους και τους βράχους.
— Αν του παίζαμε 'δα, είπα του Βασίλη, δε θα το φτάνανε, τα σκάγια;
— Δεν θα το φτάνανε, μα κιάνε το φτάνανε, δε θα του κάνανε πράμμα. Ταγρίμι θέλει μπάλλα για να πέση.
Οι κυνηγετικές μου επιτυχίες, μετά την πρώτη, ήσανε λιγοστές και μικρές· κιόμως γύρισα στο χωριό με την όρεξη και την επιμονή να εξακολουθήσω το κυνήγι. Μάναψε και περισσότερο τη μανία του κυνηγιού ο Βασίλης με τις υπερβολές πούλεγε για μένα. Η μητέρα μου φαινότανε χαρούμενη, δεν έκαμε όμως την υπόσχεση που μούχε δώσει για το δίκαννο. Ήθελε, ως έλεγε, να μαγοράση ένα τσιφτέ ελαφρό, για τα χέρια μου· κεπειδή τέτοιος δε βρισκότανε στο χωριό, θα παράγγελνε να μου το φέρουν από την πόλη. Ως τόσο θάτον στη διάθεσή μου το τουφέκι του Βασίλη. Μούπε κι ο ξάδερφος ότι όσες φορές θα πηγαίναμε στο κυνήγι θα κρατούσα εγώ το τουφέκι του κιαυτός θάπαιρνε δανεικό. Κέτσι θάχα δικό μου τουφέκι.
Πρώτη φορά που γύρισα στο χωριό από απουσία χωρίς να δείξω ανυπομονησία να δω το Βαγγελιό· κη μητέρα μου τώχε κρυφή και μεγάλη χαρά, αλλά κιαπόφυγε να μου πη τίποτε.
Μόνο για το κυνήγι μιλούσα και σκεπτόμουνα. Το πάθος του κυνηγιού φαινόταν ότι αποτελείωσε την κρυάδα πούχε ριχτεί στην αγάπη μου. Και σκεπτόμουν πως αφού η ίδια με συμβούλευε να μη την συναντώ και να την αποφεύγω, τι να κάμω κεγώ; Κέτσι μούδωκε μια πρόφαση, που και μόνος μου ίσως θαύρισκα, για να φαίνωμαι θυμωμένος κιαδικημένος και να της ρίχτω τις αιτίες. Φταίω 'γώ σα δε θέλει να τήνε θωρώ; έλεγα με το νου μου.
Αλλά κι από κάτι λόγια π' άκουα στο διάβα μου καταλάβαινα πως η μοχθηρία κι η κακογλωσσιά του χωριού είχε πάρει δρόμο κατά πάνω μας. Μια γυναίκα, που φημιζόταν ως η χειρότερη γλώσσα του χωριού, ψιθύρισε σάλλες γυναίκες, μια βραδιά που περνούσα: «Ο γαμπρός! ο γαμπρός!» Άλλη φορά άκουσα να λεν περιπαιχτικά πως το Βαγγελιό αρρώστησε από τον καϋμό της, γιατί δεν την ήθελε η πεθερά. «Και τι κρίμα ναποτύχη ένα τόσο ταιριαστό αντρόγυνο!» Σ' άλλη συντροφιά γυναικών μου φάνηκε πως μώπαν «καύκο», με μια λέξη πούχ' ακούσει κιαπό τη μάνα μου, κιαν δεν τη καταλάβαινα, μάντευα πως ήτον κακή. Έτσι άρχιζα να νιώθω κείνο, που μούχε πη η μητέρα μου, πως θα γινόμουν τανεμπαίγνιδο του χωριού. Αλλ' η κακογλωσσιά καταδίωκε περισσότερο το Βαγγελιό κεμένα με θεωρούσαν θύμα της, για να την κατακρίνουν περισσότερο. Τώρα έβλεπα και γιατί αυτή η δύστυχη τόσο φοβότανε τη γλώσσα του κόσμου. Αλλ' αντί γιαυτό να τη συμπαθώ, εύρισκα νέα πρόφαση για το αποτράβηγμά μου.
Αλλά και το κυνήγι μάφηνε νου για τίποτε άλλο, έξω από τις φροντίδες του; Όλη μέρα βρισκόμουν έξω από το χωριό και το βράδυ έφτανα κατάκοπος και κοιμώμουνα ύπνο χωρίς όνειρα. Πήγα με το Βασίλη και στο γιαλό και περάσαμε μέρες. Κυνηγήσαμε πολύ· κιόταν γύρισα στο χωριό, ήμουν μαύρος σαν αράπης από τον ήλιο.
Για το Βαγγελιό άκουα πως ήτον πάντα άρρωστη. Η μάνα μου δε μούλεγε τίποτε· αλλ' η αδερφή μου, που δεν είχε πάψει, φαίνεται, να τη συμπαθά λίγο, μούπε πως η κατάστασή της ήτο πολύ άσχημη. Ο πυρετός κιο βήχας δεν την άφηναν νύκτα και μέρα και στην εκκλησία, που πήγαινε σπάνια, της ερχόντανε λιγομάρες κέφευγε στη μέση της λειτουργίας ή του σπερνού. Τώρα έβγαινε πολύ λιγοστά από το σπίτι.
Αισθάνθηκα κάποιο πόνο, αλλ' η σκέψη μου δε χρονοτρίβησε πολύ στο Βαγγελιό και τις αρρώστειες της. Ωχ! αδερφέ, κι αυτή όλο άρρωστη θάνε; Τι να τον κάνω 'γώ το βήχα και τις κλάψες της; Η αρρώστεια της, πούγινε εμπόδιο στα νέα μου ονειροπολήματα, άρχιζε να μου πειράζη τα νεύρα.
Σαυτή τη ψυχική μου κατάσταση, κείνη π' αγαπούσα μου φαινόταν σαν απομακρυσμένη και κείνη πούμενε με τόνομά της ήτο μια άγνωστη, ένα κατάντημα αγνώριστο κιαξιολύπητο του παλαιού Βαγγελιού. Τι σχέση λοιπόν είχα μαυτή την άγνωστη, που με την κακομοιριά της στάθηκε, σαν εμπόδιο, στο δρόμο των εφηβικώ μου ονείρων;
Η μητέρα μου έβλεπε ότι πέτυχε να με τραβήξη από το Βαγγελιό κιότι στο πάθος του κυνηγιού η μητρική της εξουσία βρήκε καλό σύμμαχο. Αλλά για καλό και για κακό, ίσως και για να δοκιμάση το βαθμό της επιτυχίας της, σκέφθηκε και να μ' απομακρύνη ολότελα για κάμποσον καιρόν από το χωριό. Έτσι θα περνούσε κιο περισσότερος καιρός των διακοπών και να γυρίσω έπειτα στην πόλη. Μια μέρα λοιπόν μου πρότεινε να πάμε μαζή στον Άγιο Θωμά, ένα μακρυνό χωριό, όπου ήτον παντρεμένη η μεγαλείτερή της αδερφή.
Η πρόταση μάρεσε, γιατί είχ' ακούσει πως ο Άγιος Θωμάς ήτον από τα ωραιότερα χωριά. Ακόμη θαύρισκα εκεί και δυο φίλους μου από το γυμνάσιο. Έτσι θα ικανοποιούσα και τη ζωηρή περιέργεια της ηλικίας μου να ίδω νέα μέρη. Δεν παράλειψαν να μου πούνε ότι θαύρισκα στον Άγιο Θωμά και δυο ξαδέρφια, κυνηγούς, και μαυτούς θα εξακολουθούσα τα κυνήγια μου. Αλλ' η μεγαλείτερη παρακίνηση για το ταξίδι τ' Αγίου Θωμά ήτο κάτι που μούπε η μάνα μου. Ήτο ταμένη στην Παναγία την Καλυβιανή και θα μέπαιρνε να πάμε μαζή. Η Καλυβιανή φημιζότανε τότε πως έκανε θαύματα. Εκτός άλλων, είχε κάμει καλά και μια δαιμονιζόμενη από το χωριό μας.
Η παιδική μου φαντασία ήτο θαμβωμένη από τα όσα ήκουα για τα θαύματα της Καλυβιανής· κείχα μεγάλη περιέργεια, αλλά και ζήλο θρησκευτικό να τα δω και να προσκυνήσω την εικόνα τη θαυματουργή.
Το ταξίδι δεν άργησε να γίνη. Για να πάμε στον Άη Θωμά, περάσαμε πολύ μέρος τον κάμπου της Μεσαράς σε φοβερή κάψα. Ο Άγιος Θωμάς δε μου φάνηκε κατώτερος της φήμης του. Μεγάλο κιωραίο χωριό με νερά και περιβόλια. Ο θείος μου ήτον πλούσιος και το σπίτι του είχεν όλα ταγαθά. Οι ξαδέρφοι μου ήσαν νέοι μεγάλοι· είχαν και δυο αδερφές μικρότερες. Όλοι μου κάμανε μεγάλες χαρές και δε ξέρανε πως να με ευχαριστήσουν. Πραγματικώς δε οι ξαδέρφοι ήσαν κυνηγοί· και σαν άκουσαν πως μάρεσε το κυνήγι, μούπαν πως είχαν καλούς σκύλους κένα τουφέκι ελαφρό κατάλληλο για μένα να πηγαίνω μαζή των.