Πρώτη αγάπη

Part 2

Chapter 2 18 words Public domain Markdown

— Εγώ δε σαγαπώ, εγώ, καρδιά τση καρδιάς μου, εγώ φως των αμματιώ μου; Εγώ που χάνομαι, που θα χαθώ για σένα; Αχ! να μπόρουνα να σανοίξω την καρδιά μου. Μα θα με καταλάβης;...Εγώ, Γιωργή μου, δε σαγαπώ, εγώ, εγώ;

Το κεφάλι της έπεσ' έπειτα στον ώμο μου κάμποσα λεπτά. Η αναπνοή της ήτο βίαιη, σαν να κουράστηκε πολύ, κη καρδιά της κτυπούσε δυνατά.

Έπειτα άρχισε να κλαίη και τα δάκρυά της έπεσαν στο πρόσωπό μου. Κείπε με φωνή περίλυπη:

— Μα δε θέλουνε, πουλί μου, να σαγαπώ.

— Ποιοι;

Αντί να μου δώση απάντηση, με ρώτησε:

— Εσύ θα μαγαπάς;

— Ναι.

— Παντοτεινά;

— Παντοτεινά.

— Θέλουνε και δε θέλουνε;

— Θέλουνε και δε θέλουνε.

Δεν ήτο δύσκολο να καταλάβω ότι η μάνα μου ήτο που δεν ήθελε να μαγαπά το Βαγγελιό. Μήπως αλλοιώτικα δεν τώξερα; Η μητρική μου αγάπη κη αγάπη μου για το Βαγγελιό πιάστηκαν κείνη την ώρα σε φοβερή πάλη. Αλλά σ' αυτό ακούστηκαν βήματα κιομιλίες. Το Βαγγελιό ταράχτηκε και μούπε σιγά και βιαστικά:

— Δεν κάνει να μάςε δούνε μαζή, μόνο φύγε.

Και τραβήξαμε, αυτή προς το χωριό, εγώ προς τα κάτω. Ήμουν πολύ συγκινημένος κ' αισθανόμουν σα διαφορετικός άνθρωπος. Στο φανέρωμα της φλογερής γυναικίας αγάπης ωρίμασα διά μιας. Και καθώς η πεταλούδα βγαίνει από το κουκούλι της και πετά, βρέθηκα σε νέο κόσμο και σε νέο φως έβλεπα τον εαυτό μου και την αγάπη μου. Νόμιζα ότι σε μια στιγμή από παιδί έγινα άντρας και στα μάτια της ψυχής μου ανοίχτηκαν μυστήρια. Κιέξω από την εριστική παραφορά, δε βοήθησε σαυτή τη μεταβολή λίγο κι η ταραχή πούδειξε και μούπε το Βαγγελιό, όταν ακούστηκαν βήματα, ότι δεν έπρεπε να μας δουν μαζή. Ο φόβος κείνος μούλεγε πως ήμουν αρκετά μεγάλος, ώστε να σκανδαλισθούν όσοι θα μέβλεπαν σε μέρος ερημικό μένα κορίτσι. Κιόπως οι νέοι, πούχουν μουστάκια, ήτο φόβος κεγώ να εκθέσω μαφορμή τέτοια ένα κορίτσι. Το χέρι μου πήγε στο πάνω χείλος μου κεχάδεψε ανύπαρκτο μουστάκι. Χωρίς άλλο όμος δεν ήμουν όπως προ μισής ώρας. Στην ήσυχή μου παιδική σάρκα τώρα άρχιζαν να συνταράσσουνται και να χοχλάζουν ηφαίστεια. Η ανάμνηση του γυναικείου κόρφου, π' άγγιζε και πιεζότανε πάνω μου, άναβε το αίμα μου και στη φαντασία μου παρουσιάζοντο απόρρητα της ζωής, που, έως τελευταία μόλις υπώπτευα κι' ακόμη μούμεναν σκοτεινά και μυστηριώδη.

Τη δευτέρα του Θωμά έφυγα για την πόλη, Κι' αυτή τη φορά η λύπη μου ήτο μεγαλείτερη παρά την πρώτη αναχώρησή μου. Διότι το Βαγγελιό δεν ήρθε να μαποχαιρετήση τώρα που το πεθυμούσα περισσότερο. Αλλ' όταν μάκρυνα λίγο από το χωριό, φάνηκε το σπίτι της θειας του Δεσποινιού στο πάνω μέρος του χωριού, ένα κάτασπρο δίπατο σπίτι με γάστρες στα ψηλά του παράθυρα και μια μεγάλη πορτοκαλιά στην αυλή. Μου φάνηκε πως σένα παράθυρο πρόβαλλε το Βαγγελιό. Ήτον εκεί και περίμενε να με δη όταν θα παρουσιαζόμουν στ' ανοιχτό μέρος τον δρόμου. Πολλές φορές στράφηκα κι' αποχαιρετούσα το σπίτι της αγαπημένης μου, που τη φανταζόμουν να κλαίη ανάμεσα στ' άνθη· κη καρδιά μου μέσα έλεγε τα τρυφερότερά της λόγια. Αλλ' όταν ο δρόμος απογύρισε κένα ύψωμα έκρυψε το χωριό, μου φάνηκε ότι το βουνό κείνο καταπλάκωσε τη ψυχή μου.

Έκλαψα πολύ στο δρόμο κιόταν έφτασα στην πόλη μού φάνηκε μαύρη. Πώς θάχα την υπομονή να περάσω τους μήνες πούμεναν ακόμη έως τις θερινές διακοπές; Και πώς θάχα νου να μελετώ και να παρακολουθώ την παράδοση; Άμα έπιανα βιβλίο, έμπαινε ανάμεσα της σελίδας και της προσοχής μου ένα πρόσωπο με μαύρα λυπημένα μάτια κι άκουα την αγαπημένη φωνή να μου λέγη. «Θέλουνε και δε θέλουνε, θα μ' αγαπάς;»

Έτσι περνούσα τις σελίδες αφηρημένος, σαν νάσαν χαρτί άγραφο. Οι καθηγητές μου μαγαπούσαν έως τότε και με θεωρούσαν από τους καλλίτερους στην τάξη μου. Και τώρ' απορούσαν και μούλεγαν:

— Τι έπαθες, παιδί μου; Στο χωριό τον αφήκες το νου σου;

Ο αγωγιάτης, που μ' επήγε στην πόλη με το μουλάρι του, ήτο χωριανός μας με τόνομα Δρακογιώργης. Όταν μαφήκε να γυρίση στο χωριό, μούπε:

— Και δε θα μου κάμης εδά, Γιωργιό, κιαμιά παραγγελιά για το χωριό; Δε θα πω χαιρετίσματα σε κιανένα;

— Σόλους να πης, τούπα ανόρεξα.

— Και σε κιαμιά ψυχή ξεχωριστά; ξαναρώτησε με πονηρό χαμόγελο.

Κύμα θυμού ανέβηκε στο λαιμό μου. Μου φάνηκε πως αυτός ο χωριάτης έβαλε τα χοντρά και λερωμένα χέρια του στην καρδιά μου και βεβήλωσε τάγια των αγίων. Εγώ που άλλοτε έλεγα σόποιο με ρωτούσε ποιαν αγαπώ και ποια θα πάρω, τώρα ήθελα να κρύβω την αγάπη μου στα κατάβαθα της καρδιάς μου.

— Σε κιαμμιά, είπα απότομα.

— Καλά· θα μαρτυρήσω κεγώ του Βαγγελιού (κατές το δα πως είμεστα γειτόνοι) πως είπα του Γιωργιού αν έχη να πέψη στο χωριό ξεχωριστά χαιρετίσματα κιαυτός μούπε με μάνιτα (28) πως δεν έχει. Θες να τση το πω;

Μιλιά εγώ. Αλλ' όταν ο αγωγιάτης δευτέρωσε την ερώτηση του, δεν κρατήθηκα κείπα όχι μένο ζωηρό ανασήκωμα του κεφαλιού.

Ο Δρακογιώργης γέλασε.

— Πονηρέ! κρουφό τώχεις, αι; Πότ' έγιν' η κολοκύθα, πότ' εμάκρυν' ο λαιμός τση!

Μέπιασε μια ανησυχία, γιατί φοβόμουνα τι θα πήγαινε να πη στο Βαγγελιό ο Δρακογιώργης. Επειδή τον γνώριζα, ότ' ήθελε να κάνη αστεία, ίσως θα πήγαινε να πη στο Βαγγελιό πως δεν την αγαπούσα, για να κλέψη κιαπ' αυτήν το μυστικό. Και σκέφθηκα να της γράψω γράμμα· αλλ' αμέσως μετανόησα. Αφού δεν ήξερε γράμματα η φτωχή, πως θα το διάβαζε και σάλλον πώς να εμπιστευθή να της το διαβάση;

Ως τόσο κάθησα κέγραψα ένα γράμμα. Σαυτό τη βεβαίωνα για την αγάπη μου και τη λύπη μου που δε την είδα να την αποχαιρετήσω όταν έφευγα. Αλλά και γιαυτό φοβόμουν μήπως πήγαινε κανείς να της πη ψέμματα πως έπαψα να την αγαπώ. Της εξηγούσα τι συνέβηκε με τον Δρακογιώργη· και την έκανα προσεκτική να μη της πη ψέμματα ο αγωγιάτης και γελαστή κιαυτή. Τελείωσα έπειτα το γράμμα με όσες μαντινάδες του χωρισμού ήξερα.

Τον «Ερωτόκριτο» γνώριζα έως τότε από τις χειμωνιάτικες αποσπερίδες(29), όπου τον διάβαζαν με μια τραγουδιστή απαγγελία. Τον γνώριζα κιαπό τα μέρη που τραγουδούσαν στο χορό. Αλλά μόνον τότε μούτυχε το βιβλίο και το διάβασα ολόκληρο. Και τόσο βρήκα τον πόνο μου στους στίχους του αποχαιρετισμού, ώστε έκλαιγα ενώ τους διάβαζα. Μούρθε μάλιστα και ιδέα να κάμω κι' εγώ ένα παρόμοιο ποίημα και να περιγράψω τα ερωτικά μου βάσανα. Αλλ' η στιχουργική μου επιχείρηση δεν πήγε πολύ μακριά. Την αφήκα γρήγωρα. Δεν αφήκα όμως και τα γράμματα. Σχεδόν κάθε μέρα έγραφα ένα κατά τη ψυχική μου διάθεση. Και τα φύλαγα με τη σκέψη να τα διαβάσω τον Βαγγελιού όλα μαζή, όταν το καλοκαίρι θα πήγαινα στο χωριό.

Μετά καιρό είδα και πάλι τον αγωγιάτη στην πόλη. Αλλ' αυτή τη φορά δεν μαστειεύθηκε για το Βαγγελιό. Μούφερε δυσάρεστα νέα.

— Η Βαγγελιά, η καϋμένη, δε μπορεί.

— Είντα 'χει; ρώτησα μ' ανησυχία, που δε φρόντισα να κρύψω.

— Κιανείς δεν κατέει. Όλο ανήμπορη κιαρρωσταρά νε. Δε μπορεί καλά καλά να σηκώση το σταμνί να πάη στη βρύση.

Και με τη μάνα σου' νε στα μαχαίρια, μα είντα 'χουνε δε μπόρεσα να καταλάβω. Η μάνα σου δε θέλει να τη δη στα μάτια τση και λέει και κακά λόγια για την καϊμένη την κοπελιά. Μ' αυτή δεν ανοίγει το στόμα τση. Ποτέ δεν την ήκουσα να πη κακό για τη μάνα σου. Μα σάμπως λέει αυτή ποτέ για κιανένα και στραβά πατεί; Δεν ήθελε και να μάθης πως η μάνα σου τήνε κατατρέχει· και μου διπλοπαράγγερνε να μη σου πω πράμμα.(30) Μα γιάειντα να μη σου τα πω να τα κατές; Εγώ τση χωράτευγα και τσ' ήλεα(31) πως έτσα τα τσιγκρίζουνε πάντα η πεθερές και νυφάδες, μα τα καϋμέχαρο(32) το Βαγγελιό δεν έχει όρεξη για γέλια. Εσένα μου παράγγερνε να σε χαιρετώ και μούδωκε κένα χαιρετισμό να σου βαστώ· κάμποσα κουλουράκια να τρως την ταχυνή(33) όντε πας στο σκολειό να τση θυμάσαι. Ύστερα μούπε πως αν τύχη κέμαθες από άλλο πως η μάνα σου τη μάχεται να μη θαρρέψης, λέει, πως κιαυτή 'χει όχθριτα τση μάνας σου, γιατί ό,τι κιαν τση λέη, αυτή δε θέλει το κακόν τση.

Το Βαγγελιό του διπλοπαράγγειλε, γιατί γνώριζε τη ψυχή μου και καταλάβαινε ότι θα γινόμουνα δυστυχής όταν θα μάθαινα πως η μητέρα μου ήτον άδικη και κακή. Ο χωριάτης όμως από μοχθηρία, ασυνείδητη ίσως, μου 'πε τα όσα γίνηκαν. Και με τέτοια μορφή κακίας μου παρουσίασαν την μητέρα μου, που γύρισα πέρα το πρόσωπο. Μούτον ανυπόφορο να βλέπω έτσι κείνη που μεγέννησε καισθανόμουν ντροπή μαζή και θλίψη νανακαλύπτω ότι κείνη, που της έδιδα την καλωσύνη της Παναγίας, ήτο τόσο άδικη και σκληρή για μια κοπελιά, σαν το Βαγγελιό.

Η λύπη κη αγανάχτησή μου ξεθύμανε, όσο μπορούσε να ξεθυμάνη, σένα γράμμα από κείνα που δε θα πήγαιναν. Σαυτά τα γράμματα χρωστώ μεγάλη χάρη, γιατί με την παρηγοριά και την ανακούφιση που μούδωκαν στις τρικυμίες κείνες της εφηβικής μου καρδιάς, με στήριξαν και με βοήθησαν να περάσω τον καιρό που μούμενε μέχρι των εξετάσεων και των θερινών διακοπών. Δε μπόρεσαν όμως να με βοηθήσουν και στα μαθήματα και τη χρονιά κείνη με δυσκολία τα κατάφερα να προβιβασθώ.

Με τι ανακατωμένα αισθήματα γύρισα τότε στο χωριό. Με τι πόθο να δω το Βαγγελιό, αλλά προ πάντων με τι ονειροπολήματα, που είχε κτίσει η περιέργειά μου από την τελευταία μας συνάντηση. Και πάλι όμως φοβόμουν ότι η νέα ευτυχία, που άρχιζα να νιώθω στην αγάπη της γυναίκας, να ναυαγούσε στην έχθριτα της μητέρας μου. Και σ' αυτά, πόθους και φόβους, μπλεκόταν ένας δισταγμός. Άρχιζα να καταλαβαίνω το αταίριαστο της ηλικίας του Βαγγελιού και της δικής μου. Τα λόγια της μητέρας μου, αν κήθελα να μη τα πιστεύω δεν έμειναν άκαρπα· τα δυνάμωσε κη πείρα της ζωής. Μερικοί φίλοι, πούχα κάμει στο γυμνάσιο, διηγούντο ότι είχαν ερωμένες και παρατηρούσα ότι όλοι αγαπούσαν κορίτσια ίσης περίπου μ' αυτούς ηλικίας. Με ρώτησαν αν είχα κεγώ ερωμένη, αλλ' εγώ δε φανέρωσα τον έρωτά μου. Για να δω όμως την εντύπωσή των, διηγήθηκα για ένα παιδί στο χωριό μας παγαπούσε μια κοπελιά, μεγαλείτερη απ' αυτό πολλά χρόνια.

— Πόσα;

— Περισότερα από δώδεκα, ίσως και δέκα τέσσερα.

— Κιαυτός πόσω χρονώ νε;

— Δέκα τεσσάρω.

Γενικό αναφωνητό μου απάντησε:

— Μαυτή 'νε μάνα του, μωρέ! Ώστε να μεγαλώση αυτός, κείνη θάνε γρα! Θάνε κιάσκημη, για ναπομείνη τόσο χρονώ απάντρευτη.

— Δεν είν' άσκημη, βιάστηκα να πω.

Καισθανόμουν τόση ντροπή, ως νάχα μολογήση πως εγώ ήμουν που την αγαπούσα.

Αλλά κατά τον τελευταίο μήνα της διαμονής μου στην πόλη έτυχε και κάτι άλλο που τάραξε τους λογισμούς μου. Στο απέναντι μου σπίτι ήτον ένα ξανθό παχουλό κορίτσι, δέκα πέντε ή δέκα έξη ετών, που μούκανε προκλητικές εμφάνισες, όπως νόμισα τουλάχιστον. Το κορίτσι κείνο μούδωκε αφορμές να σκεφθώ· αλλ' η αγάπη που με περίμενε στο χωριό βρήκε τη δύναμη να διώξω τον πειρασμό.

Στο χωριό έφτασα δειλινό κεπειδή σε λίγο φάνηκα έτοιμος να ξεπορτίσω, η μάνα μου μούπε με θυμωμένο παράπονο:

— Χόρτο να μην κόψης εδά, (34) μόνο (35) να σφίξης (36) στση Βαγγελιάς. Εμάς, πρέπει, μάςε βαριέσαι.

— Ποιος σούπε πως θα πάω 'κειά;(37)

— Δεν το θωρώ πως ο νους σου 'ν' εκειά;

Στα χείλη μου ήρθε μια αυθάδεια. «Όπου θέλω θα πάω,» αλλά δεν τη ξεστόμισα.

— Δεν ντρέπεσαι, μωρέ, μια ολιά; είπε η μητέρα μου. Μος (38) έφταξες και δίχως καλά καλά να δης και να χαιρετήξης τη μάνα σου και την αδερφή σου, θες να σφίξης στη γειτονιά. (39) Είντα θα πουν οι γιαθρώποι; Κοντζά μου άντρας εγίνηκες μωρέ, και δε μπορείς να ξεχάσης τα παιδίστικα. Ακόμη θαρρείς πως είσαι μωρό για να σε χορεύγουνε στα γόνατα. Άλλο δε λείπει παρά να λες και τρευλά, έτσα που μίλιες μικιός. Εγώ αβαπώ Γκελιό.

Αν και στενοχωρημένος, γέλασα.

— Γελάς; είπε η μητέρα μου. Μα θα γελά κιο κόσμος να σε θωρή να ξετρέχης μια γεροντοκοπελιά. Μα κιαυτή να μη ντρέπεται τσ' αθρώπους! Είντα θέλει από σένα, που τση πέφτεις παιδί τση; Άντρα σε θέλει γ ή καύκο; (40) Κουζουλάδα, πρέπει, την πιάνει την κακομοίρα, απού τον καϋμό τση, γιατί δε βρίσκει άντρα. Καλά το λέει κ' η θεια σου το Καλιό. Μα δε θα την αφήσω γω να ξεμυαλίση το παιδί μου και να το κάμη ανεμπαίγνιδο του χωριού. Τση τάπα 'γώ, καιρός περασμένος, τα όσα τση πρέπουνε κιαπό τότες δεν εμιλήσαμε· κια δε σύρη χέρι απού το παιδί μου, θα τήνε κάμω να φύγη απού το χωριό. Εγώ τηνε λυπούμαι έτσα που κατάντησε και δεν πιάνει άθρωπος χρουσό μήλο από τα χέρια τση, μα δεν ντρέπεται και καθόλου.

Πετάχτηκα έξω, περισσότερο για να μην ακούω τα σκληρά λόγια της μάνας μου. Έξω βρήκα τη Δρακογιώργαινα και μούπε πως το Βαγγελιό ήτον ακόμη άρρωστη κιόλο στο χειρότερο πήγαινε. Πετσί και κόκαλο είχε γίνει, Από κείνο που μούπε η μάνα μου, ότι δεν πιάνει άθρωπος χρυσό μήλο από τα χέρια τση κιαπ' όσα μούπε η γυναίκα του Δρακογιώργη, το Βαγγελιό παρουσιαζότανε στη φαντασία μου σε θλιβερώτατη κατάσταση. Κίτρινη, αδυνατισμένη και ζαρωμένη, αληθινή γριά, όπως την έλεγαν, απόρριμα τον κόσμου, σα ρόδο μαραμένο και πεταμένο στο δρόμο, που κανείς δε στρέφεται να το κυτάξη. Κέτσι όπως τη φανταζόμουν, τη λυπόμουν περισσότερο, αλλά και δεν την αγάπησα περισσότερο. Ενώ με τόσο πόθο ερχόμουν να τη βρω, τώρα φοβόμουν να τη δω. Ήρθε μάλιστα στιγμή που κάποια οργή άναψε στον εγωισμό μου, γιατ' η αρρώστεια κη μεταβολή της γίνονταν εμπόδιο στα ονειροπολήματα της νέας μου αγάπης, με κείνα που ήρθα στο χωριό.

Αν κείχα κάμει απόφαση να παρακούσω τη μάνα μου και την άλλη μέρα τραβούσα προς το σπίτι της θειας του Δεσποινιού, πήγαινα ανόρεξα. Στο δρόμο βλέπω το Βαγγελιό και κατέβαινε με το καλάθι στον άγκωνα. Θαρρώ και πως μείδε κίσως για να μαποφύγη μες στο χωριό, πήρε ένα πλάγιο δρόμο. Εγώ γύρισα πίσω και βιαστικά προχώρησα έξω από το χωριό. Κεπειδή καταλάβαινα προς πού θα πήγαινε και ποιό δρόμο θάπαιρνε, προσπέρασα, μπήκα σένα παράστρατο κεκεί την περίμενα. Σε λίγο φάνηκε κιόταν ξαφνικά μείδε σαπόσταση, στάθηκε, είτε από συγκίνηση, είτε γιατί φοβήθηκε να μη τη δουν μαζή μου.

Η ιδέα που μούχαν δώσει για την κατάστασή της δεν ήτο και πολύ υπερβολική. Ήτο σχεδόν αγνώριστη. Αδύνατη και κατάχλωμη και τα μαύρα της μάτια, που φαινόντανε μεγαλείτερα, είχαν την αγωνία πουλιού πληγωμένου. Αλλ' αυτά τα μάτια ήσαν εκείνα π' αγαπούσα κιόταν ταντίκρυσα, το κρύωμα της καρδιάς μου πέρασε κιάρχισαν παλμοί στο στήθος μου.

Κιόταν ήρθε κοντά μου κιάκουσα τη φωνή της, δεν έβλεπα πεια την παραμόρφωση της αρρώστειας. Στα μάτια και τη φωνή της βρήκα το Βαγγελιό που λαχταρούσα κιόλη η αγάπη μου άναψε. Έτρεξα και την αγκάλιασα πρώτος κιαυτή με φίλησε, με φίλησε τρελλά. Και μούπε, χωρίς να μαφήση από την αγκαλιά της:

— Το κάτεχα Γιώργο μου, πως θαρχόσουνε και σανήμενα. Μα 'γώ η μαυρομοίρα σανήμενα απού τη Δεύτερη του Θωμά, όντεν έφυγες. Σε θώρουνα τότες απού το παραθύρι ώστε που φαινόσουν. Εσύ με 'δες;

— Όλο στα παραθύρια σας θώρουνα, μα μπόρουν να σε δω, πούτουνε τα μάτια μου θελωμένα 'που τα δάκρυα;

Το Βαγγελιό ενθουσιάστηκε.

— Όμορφα 'που τα λες! Έκλαιες, παιδί μου;

— Έκλαια σόλη τη στράτα.

— Έκλαιες για το χωρισμό μας;

— Ναι. Για το χωρισμό μας βρήκα το Ρετόκριτο και τον εδιάβαζα.

— Πώς ήθελα να μου τόνε διάβαζες και μένα! Μα δε μας αφήνουν, αλοίμονό μου!

Της είπα δύο ή τρεις στίχους του Ερωτόκριτου, που θυμόμουνα, κιαυτή, ενθουσιασμένη που τους άκουε από το στόμα μου, έλεγε:

— Χαρώσε πώς τα λες, ζαχαρένιε μου!

Τότε κεγώ, αποκότισα και τη φίλησα για πρώτη φορά, αφ' ότου μεγάλωσα.

Και το Βαγγελιό:

— Να, είπε, εδά' σαι άντρας! Κείντα γλυκιά που φιλείς, κανακάρη μου!

Με κύταξε καλά καλά, για να δη, φαίνεται, τη μεταβολή πούχα πάρει από την ηλικία, κατά το διάστημα πούλειπα. Και μουρμούρισε, σα να μονολογούσε:

— Όλο και μεγαλόνει.

Έπειτα ευθύς μούπε:

— Οψές, όνταν ήμαθα πως ήρθες, ανήμενα να φανής, αν και κάτεχα πως δε θαρχόσου...γιατί δε θα σαφήνανε ναρθής. Δε σούπανε να μη μου μιλής;

Αντί ναπαντήσω στην ερώτησή της, τη ρώτησα κεγώ:

— Μα εμαλώσετε, λέει, με τη μάνα μου;

— Ποιος σου τώπε;

— Ο κιρατζής (41) ο Δρακογιώργης, ο γείτονάς σας.

— Εγώ, γυιέ μου, δεν εμάλωσα με κιανένα, είπε με πίκρα το Βαγγελιό. Εμένα με μαλώσανε, γιατί, λέει, σε βγάνω απού το νου σου.

Κιαφού σώπασε λίγο:

— Μα μπορεί, είπε, νάχουνε και δίκιο. Ίσως η γιαγάπη μου να σου κάνη κακό. Κατέω κεγώ; Γιαυτό είπα με το νου μου...

Δεν τέλειωσε τη φράση.

— Δε μου λες, Γιώργο μου, ενεζήτας με στη χώρα; Με θυμούσουνε;

— Μερονυχτού.

— Εκάτεχά το, γιατί, τσι περισσότερες βολές που σε 'δα στόνειρό μου, σε θώρου δακρυσμένο. Εσύ με νειρεύτηκες κιαμιά βολά;

— Πολλές βολές.

Το πρόσωπό της πήρε μια παράξενη έκφραση;

— Και με 'δες στον ύπνο σου ποθαμένη;

— Μια βολά.

Δεν περίμενε, φαίνεται, τη βεβαιωτική απάντηση κέκαμε μικρό ανατίναγμα. Έπειτα έμεινε συλλογισμένη για κάμποσες στιγμές.

— Και σούφερε ο κιρατζής το χαιρετισμό που σέπεψα;

— Τα κουλουράκια; Ναι.

— Τα ζύμωσα με τα χέρια μου, για να σου πούνε κιαυτά την αγάπη που σούχω, Γιωργή μου.

— Κεγώ σούγραφα γράμματα.

— Γράμματα; είπε με χαρούμενη έκπληξη, που αμέσως γύρησε σ' ανησυχία. Κείντα γενήκαν αυτά τα γράμματα; Εμένα δε μου φέρανε κιανένα. Μην πα κη μάνα σου...

— Ήγραφά τα, μα δεν τάπεμπα.

— Γιατί δεν κατέω να τα διαβάσω;

— Εφοβούμουνα να μην πέσουν σε ξένα χέρια και τανοίξουνε.

Το Βαγγελιό σκέφθηκε.

— Κρίμας, είπε, να μη μου τα πέψης! Θα μου κάνανε μεγάλο καλό. Ίσως και να μην αρρώσταινα.

— Ήμαθα πως ήσουν αρρωσταρά.

— Είμαι, παιδί μ', ακόμη. Δεν το θωρείς;

— Μα είντά 'χεις;

— Κατέω κεγώ; Έτσα λυόνω και πάω και το γιατρικό μου δε βρίσκεται. Κρυφόθερμες λένε πως έχω. Μα δε μούπες, είντα τάκανες τα γράμματα που μούγραφες. Ήσκιζές τα;

— Όι, εστέρευγα (42) τα κέχω τα όλα.

— Κρίμα να μη μου τα πέμπης! Εγώ, και χωρίς να κατέω γράμματα, θα καταλάβαινα είντα λέγανε. Θα τως έδιδα φιλιά και θα μουλέγανε μοναχά τως είντα τως επαράγγειλε ο Γιώργος μου να μου πούνε. Μάφτανε και μόνο τη μυρωδιά σου να μου φέρνανε. Κρίμας, κρίμας! θάσανε το καλλίτερο γιατρικό για μένα.

— Τάφερα να σου τα διαβάσω. Και το ίδιο θα σε γιατρέψουνε.

— Να μου τα διαβάσης; είπε συλλογισμένη. Μα πού; Δε σούπα πως δε θέλουνε να σου μιλιώ; Κεπαέ που στέκομε να μάςε δούνε και να το μάθη η μάνα σου, δε θάν' ο στεμός (43) μου στο χωριό...Ναρθής στο σπίτι μας, είπε σε λίγο.

Αλλ' ευθύς μετάνιωσε.

— Όι, όι, δε θέλω λόγια· φθάνουν τα όσα έχω ακουσμένα.

Μα κη μάνα μου θα στενοχωρηθή.

Άρχισε να κλαίη και σπόγγισε τα δάκρυα με την ποδιά της. Έπειτα μούπε:

— Άιντε, Γιωργή μου, πήνε(44) να πάω κεγώ στη δουλειά μου. Δε θέλω να μάςε δούνε. Και θα σου πω 'γώ πού θα τα διαβάσωμε τα γράμματα.

Πριν να χωριστούμε, αναστέναξε κείπε:

Ας κάτεχα γράμματα!...

Όση ώρα ήμουν μαζή με το Βαγγελιό, η αγάπη μου ήτο τόσο θερμή, που τη μεταβολή, που της έκαμε η αρρώστεια, δεν την έβλεπα. Άμα έμεινα μόνος, μ' έπιασε μια ψυχρή απογοήτευση. Ένιωθα ότι όσα μούτασσε η νέα μου αγάπη βρίσκαν τόσα εμπόδια, που φαίνονταν αδύνατα. Και τώρα που δεν την έβλεπα και δεν την άκουα, δυνάμωναν όσα δυσάρεστα είχ' ακούσει γιαυτήν από τη μάνα μου κιάλλους. Και χωρίς να το θέλω, στη φαντασία μου άρχισε να γίνεται μια σύγκριση μεταξύ του Βαγγελιού και της ξανθής γειτονοπούλας στην πόλη. Εκείνη ήτον ολόδροσο κορίτσι δεκάξη χρονών, με μάτια γαλανά, με μια πλεξούδα στην πλάτη. Και το Βαγγελιό δεν ήτο πεια νέα ή τουλάχιστο γρήγωρα θα γερνούσε κήτον μαραμένη κιαδύνατη, μόνο κόκαλα.

Περίεργο, όσο ήμουν στη χώρα μακριά της, η αγάπη της είχε τόση δύναμη, που με κυρίευε αποκλειστικά. Στο χωριό γίνηκε το αντίθετο. Όταν προτήτερα ήμουν κοντά της, την αγαπούσα, περισσότερο ίσως κι' από πριν. Αλλά μόλις έφυγα από κοντά της, εξασθένησε η αγάπη της κιαφήκε να εισβάλουν στο νου μου εχθρικοί λογισμοί. Η μέθη τω φιλιώ της, τω ματιώ και της φωνής της το μάγεμα ξεθύμαιναν μακριά της κιάφηναν να θυμούμαι δυσάρεστες λεπτομέρειες. Όσο θυμόμουνα μάλιστα το αδυνάτισμά της, το ξανθό κορίτσι πλησίαζε να νικήση στη σύγκριση.

Η νέα μου αγάπη, που βγήκε από το ξύπνημα τω σαρκικώ μου πόθω, ήτο υλικώτερη της παλαιάς· κήσαν γιαυτήν αδύνατη τροφή τα ισχνά κάλλη. Πεθυμούσα καμπυλότητες κιαβρότητες, σαν κείνες πούβλεπα κεφανταζόμουν στα πλούσια νειάτα του ξανθού κοριτσιού. Τώρα σκεπτόμουν ότι η αγκαλιά του Βαγγελιού ήτον κάπως ξερή κιότι στους αγκαλιασμούς της αισθανόμουν πολύ τα κόκαλα. Και θυμούμενος τη γειτονοπούλα της χώρας, φανταζόμουνα τι θησαυρούς θαύρισκαν οι εφηβικοίμου πόθοι στην αγκαλιά της κόρης κείνης με το γεμάτο κόρφο.

Αλλά μόλις πέρασαν από το νου μου αυτοί οι άπιστοι λογισμοί, μ' έπιασε τέτοια μεταμέλεια, ώστε μούρθε ορμή να σπάσω το κεφάλι μου σένα τοίχο. Σα νάβλεπε όλος ο κόσμος κιαυτό το Βαγγελιό τους στοχασμούς μου, μ' έπιανε πικρότατη ντροπή και μου φαινόταν πως ήμουν ένας ουτιδανός, που ούτε οι άνθρωποι, ούτε ο Θεός θα συγχωρούσαν.

Αλλά πάλιν είνε βέβαιον πως η αγάπη μου δε στεκότανε καλά στα πόδια της. Κήρθε στιγμή που ζήτησα και μια συμβιβαστική λύση στην αμηχανία μου. Δε μπορούσα ν' αγαπώ και τις δυο; Η χωρητικότητα της καρδιάς μου αύξαινε τώρα τόσον, που φαινόταν ότι θα χωρούσε και περισσότερες από δυο.

Μια βραδιά πούχε νυκτώσει, ύστερα από κάμποσες μέρες, συναντηθήκαμε με το Βαγγελιό μπροστά στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Η πλατεία της εκκλησίας ήτον έρημη και το Βαγγελιό στάθηκε και μούπε:

— Έλα την τρίτη ταπομεσήμερα στου Ντερβίση τα Χαράκια και βάστα και τα γράμματα. Στην κερατιά (45) να μ' ανημένης.

Κευθύς έφυγε κιαπόγυρε στη γωνιά της εκκλησίας.

Την τρίτη τ' απόγεμα ήμουν στου Ντερβίση τα Χαράκια, ένα βράχο μεγάλο, σαρκετή απόσταση από το χωριό. Ο βράχος από τη μια μεριά κοβότανε απότομα και σχημάτιζε γκρεμό φοβερό. Κάτω στο βάθος έτρεχε μικρό ποτάμι, ανάμεσα σε πλατάνια, μυρτιές και βάτους, και σένα μέρος γκρεμιζότανε μαφρούς και βοή κεσχημάτιζε καταρράχτη. Από το δώθε μέρος ο βράχος χαμήλωνε κήτον εύκολο νανέβη κανείς και να προχωρήση έως την κορυφή.

Σε μια σχισμάδα χαμηλά στο βράχο, είχε φυτρώσει μια χαρουπιά με πολλές παραφυάδες και σκέπαζε πολλή έκταση. Κάθησα κάτω από το δέντρο, με τρόπο που να με κρύβουν οι παραφυάδες.

Η ιδέα ότι θαρχότανε το Βαγγελιό να με συναντήση, διάλυσε τους άπιστούς μου λογισμούς και την περίμενα με συγκίνηση, σα να μην είχε ταράξει και ψυχράνη τίποτε την αγάπη μου. Αλλά δεν περίμενα πολύ. Σε λίγο φάνηκε το Βαγγελιό. Ανέβαινε τον ανήφορο και κάθε λίγο στεκότανε ν' ανασάνη· και τη λυπήθηκα που φανταζόμουνα την κούρασή της. Κρατούσε καλάθι, ώστε να φαίνεται σα να χορτολογούσε ή, πως πήγαινε σένα λαχανόκηπο δικό των, πούταν, παραπάνω.

Σηκώθηκα πίσω από τα παράκλαδα της χαρουπιάς για να με δη. Κη καρδιά μου αληθινά σκιρτούσε, σα νάθελε να τρέξη σε προϋπάντησή της. Όταν έφτασε στο κάτω μέρος τον βράχον, κάθησε ξεψυχισμένη κέβλεπα το στήθος της νανατινάσεται με αγωνία. Έτρεξα να πάω κοντά της, αλλά μούγνεψε με το χέρι να μείνω εκεί πούμουν.

Έμεινε κάμποση ώρα στην ίδια θέση κέπειτα σιγά σιγά ανέβηκε το λίγο μέρος του βράχον, για να φτάση έως στο δέντρο.

— Δε μπορώ, παιδί μου, είπε με φωνή πολύ αδύνατη και κομμένη. Εγώ, πρέπει, δεν είμαι μπλειο για ζωή. Πολλές φορές είπα πως θάβγαιν' η ψυχή μου, ώστε να φτάξω. Και πιάσε να δης πως καίομαι.

Άπλωσε ταδυνατισμένο χέρι της και τώπιασα.

— Πως καις, αλήθεια!

Πέρασαν κάμποσα λεπτά για να βρη τη δύναμη να μου μιλήση πάλι.

— Για πε μου, Γιώργο, αν αποθάνω, θα με κλάψης;

— Αν αποθάνης; Μα γιάειντα θαποθάνης; Εγώ δε θέλω ναποθάνης...είπα με παιδιάτικη θλίψι, σα, νάμουν έτοιμος να κλάψω. Δε θέλω, γιατί....

— Γιατί; ρώτησε το Βαγγελιό, για να πω κείνο παποσιώπησα.

Συνάμα έσκυψε λίγο και με κύταζε κατάματα με τα μεγάλα της μάτια πούλαμπαν από πυρετό.

Της είπα.

— Γιατί σαγαπώ κύστερα είντα θα γενώ;

— Αγάπη μου!

Μέσυρε στην ποδιά της, με κάθησε στα γόνατά της, σαν όταν ήμουν μικρό παιδί, και με καταφίλησε. Κιόπως αντίκρυζα το πρόσωπό της, έβλεπα ναντιφέγγη στα μάγουλά της η φωτιά που την έκαιε.

Νέα διακοπή κέπειτα μούπε:

— Έλα 'δα να μου διαβάσης τα γράμματα.

Σηκώθηκα κέβγαλα το δέμα από το στήθος μου. Είχα βάλει τα γράμματα σε χρονολογική σειρά· κιόλα είχαν το στερεότυπο προοίμιο περί της υγείας. Στα περισσότερα έκανα και προσπάθειες «πεπαιδευμένου» και παράχωνα κάπου κάπου καμμιά λέξη η φράση από τα βιβλία που διάβαζα. Άρχισα με το πρώτο πούχα γράψει:

«Αγαπημένο μου Βαγγελιό, «Πρώτον έρχομαι, να ερωτήσω δια το αίσιον της υγείας σου. Αν ερωτάς και δι' εμέ, κλαίω, κλαίω, αφ' ότου έφυγα από το χωριό. Και ποιος να με παρηγορήση εδώ που είμαι ξένος στα ξένα; Κλαίω κιόλο τόνομά σου έχω στο νου μου και στο στόμα μου.

Κοιμούμαι και θυμούμαι σου, ξυπνώ στο νου μου σέχω και στόνειρό μου σε θωρώ κιαγκαλιασμένη σέχω.

Όπου δεν είσαι του λόγου σου, ο κόσμος μου φαίνεται έρμος και σκοτεινός. Πιάνω να διαβάσω και δε μπορώ να συμμαζέψω το νου μου. Ο νους μου γίνηκε νερό κιόλο σε σένα τρέχει....»

Το Βαγγελιό μούκοψε το διάβασμα κείπε:

— Γιάε το πονηρό, μαντινάδες απού τσι κατέει! Και πώς τσι ταιριάζει όπου πρέπει!

«Πώς θα τόνε περάσω τόσον καιρό, που θα κάνω να σε δω. Η μέρες μου φαίνουνται χρόνοι. Και θαρρώ πως μιαν ημέρα θα παραιτήσω και τα γράμματα και τους καθηγητάς και θαρθώ στο χωριό. Ω πως τανεζητώ!...»