Part 6
Σωκράτης. Καλά. Τόρα όμως τα πρώτα, τα οποία δεν έχουν άλλα ως βάσιν, πώς θα καταστήσουν εις ημάς όσον το δυνατόν περισσότερον ευνόητα τα όντα, αφού πρόκειται να είναι ονόματα; Δηλαδή απάντησέ μου εις το εξής: Εάν δεν είχαμεν φωνήν ουδέ γλώσσαν και όμως ηθέλαμεν να εκφράσωμεν μεταξύ μας τα πράγματα άραγε δεν θα εδοκιμάζαμεν, καθώς τόρα οι κωφάλαλοι, να εκφρασθώμεν με τας χείρας και με την κεφαλήν και με το άλλο σώμα;
Ερμογένης. Και βέβαια πώς αλλέως, καλέ Σωκράτη;
Σωκράτης. Και νομίζω ότι εάν ηθέλαμεν να εκφράσωμεν το άνω και το ελαφρόν, θα υψώναμεν την χείρα προς τον ουρανόν μιμούμενοι αυτήν την φύσιν του πράγματος. Εάν δε πάλιν τα κάτω και βαρέα, θα εφέραμεν την χείρα προς την γην. Και αν ηθέλαμεν να εκφράσωμεν ίππον τρέχοντα ή κανέν άλλο ζώον, γνωρίζεις ότι θα εκάμναμεν χειρονομίας και σχήματα με το σώμα μας, όσον το δυνατόν ομοιότατα προς εκείνα.
Ερμογένης. Μου φαίνεται ότι δεν ημπορεί παρά να είναι καθώς το λέγεις.
Σωκράτης. Διότι νομίζω ότι κατ' αυτόν τον τρόπον θα εσχηματίζετο σωματική (σχηματική) γλώσσα, διότι το σώμα θα εμιμείτο εκείνο το οποίον ήθελε να εκφράση.
Ερμογένης. Μάλιστα.
Σωκράτης. Τόρα όμως αφού θέλομεν να εκφράσωμεν με την φωνήν και με την γλώσσαν και με το στόμα, δεν σου φαίνεται ότι τότε μόνον θα είναι έκφρασις το σχηματιζόμενον από αυτά, όταν μιμηθώμεν οποιονδήποτε πράγμα με αυτά;
Ερμογένης. Μου φαίνεται ότι είναι ανάγκη.
Σωκράτης. Ώστε, καθώς φαίνεται, το όνομα είναι διά της φωνής μίμησις εκείνου του πράγματος το οποίον απομιμείται. Και ονομάζει κανείς όταν απομιμηθή με την φωνήν εκείνο το οποίον μιμείται.
Ερμογένης. Πιστεύω.
Σωκράτης. Εγώ όμως, μα τον Δία, ακόμη δεν πιστεύω ότι τα λέγομεν καλά.
Ερμογένης. Πώς δηλαδή;
Σωκράτης. Εκείνοι οι οποίοι απομιμούνται την φωνήν των προβάτων και των πετεινών και των άλλων ζώων, δεν θα αναγκασθώμεν να παραδεχθώμεν ότι ονομάζουν αυτά τα οποία μιμούνται;
Ερμογένης. Πολύ ορθά.
Σωκράτης. Σου φαίνεται λοιπόν αυτό ορθόν;
Ερμογένης. Όχι σε βεβαιώ. Αλλά τότε πάλιν, καλέ Σωκράτη, τι είδους μίμησις είναι το όνομα;
Σωκράτης. Πρώτον νομίζω ότι δεν είναι μίμησις, καθώς όταν με την μουσικήν μιμούμεθα τα πράγματα, μολονότι και τότε με την φωνήν βεβαίως τα μιμούμεθα. Δεύτερον, όσα μιμείται η μουσική, αν τα μιμούμεθα και ημείς, δεν μου φαίνεται ότι λέγομεν το όνομά των. Εννοώ δε το εξής· υπάρχει εις έκαστον πράγμα ήχος και σχήμα, και χρώμα ακόμη εις πολλά από αυτά;
Ερμογένης. Βεβαίως.
Σωκράτης. Ιδού λοιπόν ότι δεν είναι τέχνη ονομαστική το να μιμήται κανείς αυτά, ουδέ να καταγίνεται εις τοιαύτας μιμήσεις. Διότι τούτο το εκτελεί η μουσική και η ζωγραφική. Δεν είναι έτσι;
Ερμογένης. Μάλιστα.
Σωκράτης. Και πώς σου φαίνεται το εξής; δεν σου φαίνεται ότι και την ουσίαν του έχει έκαστον πράγμα καθώς έχει και το χρώμα και τα άλλα τα οποία ελέγαμεν τελευταίως; Πρώτον το ίδιον το &χρώμα& και η &φωνή& δεν έχει το καθέν κάποιαν ουσίαν καθώς και όλα τα άλλα πράγματα, όσα ηξιώθησαν να έχουν την ιδιότητα της υπάρξεως;
Ερμογένης. Μου φαίνεται.
Σωκράτης. Και λοιπόν; εάν ημπορέση κανείς να μιμηθή με τα γράμματα και τας συλλαβάς την ιδίαν την ουσίαν, άραγε δεν θα εξέφραζε τι είναι έκαστον; ή μήπως απατώμαι;
Ερμογένης. Πολύ μάλιστα θα εξέφραζε.
Σωκράτης. Και πώς θα ονομάσης εκείνον ο οποίος έχει αυτήν την ικανότητα, καθώς από τους προηγουμένους τον ένα τον ωνόμασες μουσικόν και τον άλλον ζωγραφικόν; Αυτόν πώς θα τον ονομάσης;
Ερμογένης. Μου φαίνεται, καλέ Σωκράτη, ότι αυτό είναι εκείνο το οποίον ζητούμεν να εύρωμεν εδώ και τόσην ώραν, δηλαδή ότι αυτός είναι ο ονομαστικός.
Σωκράτης. Αφού λοιπόν τούτο είναι αληθές, τόρα νομίζω ότι πρέπει να εξετάσωμεν εκείνα τα ονόματα διά τα οποία συ ερώτησες, δηλαδή την ροήν και την κίνησιν και την στάσιν, αν με τα γράμματα και τας συλλαβάς πλησιάζουν τα ιδικά των όντα, ώστε να μιμούνται την ουσίαν των, ή όχι;
Ερμογένης. Πολύ ορθά.
Σωκράτης. Λοιπόν ας εξετάσωμεν μήπως άραγε μόνον αυτά είναι από τα πρώτα ονόματα ή και άλλα πολλά.
Ερμογένης. Εγώ νομίζω ότι υπάρχουν και άλλα πολλά.
Σωκράτης. Βέβαια είναι λογικόν να υπάρχουν. Αλλά πώς πρέπει να τα διακρίνωμεν, όχι άραγε καθώς αρχίζει την μίμησιν ο μιμούμενος; Επομένως αφού η μίμησις της ουσίας γίνεται με συλλαβάς και με γράμματα, δεν είναι ορθότερον πρώτον να διακρίνωμεν τα στοιχεία; Καθώς οι καταγινόμενοι εις τους ρυθμούς πρώτον διέκριναν τας δυνάμεις των στοιχείων, έπειτα δε των συλλαβών και τότε πλέον έρχονται να εξετάσουν τους ρυθμούς, όχι όμως προηγουμένως;
Ερμογένης. Μάλιστα.
Σωκράτης. Επομένως και ημείς ομοίως πρέπει πρώτον μεν να διακρίνωμεν τα φωνήεντα, έπειτα από τα άλλα να διακρίνωμεν τα &άφωνα& και τα &άφθογγα& (ημίφωνα) — διότι ούτω πως τα ονομάζουν όσοι είναι έμπειροι εις τα τοιαύτα — και πάλιν όσα δεν είναι φωνήεντα ούτε όμως &άφθογγα& (ημίφωνα). Και πάλιν από τα ίδια τα φωνήεντα πόσα είδη υπάρχουν. Και αφού διακρίνωμεν όλα καλώς, τότε πάλιν πρέπει να εξετάσωμεν τα όντα, εις τα οποία πρόκειται να δώσωμεν ονόματα, αν υπάρχουν μερικά εις τα οποία υπάγονται όλα, καθώς είναι τα στοιχεία. Από τα οποία είναι δυνατόν να παρατηρήσωμεν και τα ίδια τα όντα, και αν διαιρούνται εις είδη, καθώς τα στοιχεία. Όλα αυτά αφού τα ερευνήσωμεν καλώς, να προσθέτωμεν επιστημονικώς έκαστον στοιχείον αναλόγως της ομοιότητος, είτε έν μόνον στοιχείον εις έν ον, είτε και αναμιγνύοντες πολλά στοιχεία εις έν ον. Καθώς και οι ζωγράφοι θέλοντες να κατασκευάσουν εικόνα, κάποτε θέτουν μόνον το κόκινον, και κάποτε άλλο οποιονδήποτε χρώμα, πολλάκις όμως αναμιγνύουν πολλά χρώματα, καθώς παραδείγματος χάριν όταν κατασκευάζουν προσωπογραφίαν ή άλλο τίποτε παρόμοιον, αναλόγως, νομίζω, της ανάγκης την οποίαν έχει η εικών από έκαστον χρώμα. Ομοίως λοιπόν και ημείς θα επιθέσωμεν τα στοιχεία εις τα πράγματα, είτε έν εις έν, ό,τι νομίσωμεν ότι χρειάζεται, είτε πολλά ομού και θα κατασκευάσωμεν αυτά τα οποία λέγονται συλλαβαί, και πάλιν θα ενώσωμεν τας συλλαβάς, από τας οποίας σχηματίζονται και τα ονόματα και τα ρήματα. Και πάλιν από τα ονόματα και τα ρήματα θα αποτελέσωμεν πλέον κάτι τι μέγα και ωραίον και ακέραιον, καθώς εκεί διά της ζωγραφικής το ζωντανόν, ομοίως εδώ τον λόγον διά της &ονομαστικής& ή &ρητορικής&, ή οποιαδήποτε είναι αυτή η τέχνη. Ή καλλίτερον όχι ημείς, αλλά απλώς παρεσύρθην από τους λόγους. Διότι τα κατεσκεύασαν, όπως είναι κατασκευασμένα, οι παλαιοί. Εμείς δε πρέπει αν θέλωμεν να τα εννοήσωμεν τεχνικώς, αφού τα διακρίνομεν κατ' αυτόν τον τρόπον, να τα εξετάσωμεν αν είναι τεθειμένα ορθώς και τα πρώτα (πρωτότυπα) και τα τελευταία (παράγωγα) ή μήπως δεν είναι. Αλλέως όμως να τα συγχωνεύωμεν, ίσως είναι κακόν και όχι μεθοδικόν, αγαπητέ μου Ερμογένη.
Ερμογένης. Ίσως μα τον Δία, καλέ Σωκράτη.
Σωκράτης. Και λοιπόν; Συ βασίζεσαι εις τον εαυτόν σου ότι είσαι ικανός να τα διακρίνης κατ' αυτόν τον τρόπον; Διότι όσον δι' εμέ εγώ δεν είμαι ικανός.
Ερμογένης. Τότε πολύ περισσότερον εγώ δεν είμαι ικανός.
Σωκράτης. Λοιπόν θέλεις να τα αφήσωμεν ή να δοκιμάσωμεν όσον μας είναι δυνατόν, έστω και αν κατορθώσωμεν ολίγον μόνον να τα εννοήσωμεν. Και καθώς εδηλώσαμεν εις τους θεούς ολίγον προηγουμένως, ότι ημείς δεν γνωρίζομεν την αλήθειαν περί αυτών των ιδίων και μόνον τας δοξασίας των ανθρώπων τας οποίας έχουν περί θεών ερευνώμεν, ομοίως και τόρα πριν αποχωρισθώμεν πρέπει να μείνωμεν σύμφωνοι μεταξύ μας, ότι εάν επρόκειτο να τα διαιρέση σκοπίμως αυτά είτε άλλος κανείς είτε ημείς, αυτή η διαίρεσις την οποίαν είπαμεν είναι ορθή, και ότι προς το παρόν πρέπει να καταγίνωμεν εις αυτά κατά τας δυνάμεις μας, καθώς λέγει η παροιμία. Παραδέχεσαι αυτά, ή έχεις άλλην γνώμην;
Ερμογένης. Βεβαίως τα παραδέχομαι.
Σωκράτης. Ομολογώ, Ερμογένη μου, ότι ίσως θα μας φανούν γελοία τα πράγματα, όταν αποδειχθούν ότι είναι διά μιμήσεως, αποτυπωμένα εις γράμματα και συλλαβάς, είναι όμως ανάγκη να γίνη αυτό. Διότι δεν έχομεν άλλο καλλίτερον εις το οποίον να παραπέμψωμεν την έρευναν περί της αληθείας των πρώτων ονομάτων. Εκτός εάν θέλεις, καθώς οι δραματογράφοι οι οποίοι, όταν ευρεθούν εις απορίαν, καταφεύγουν εις τας μηχανάς και αναβιβάζουν θεούς, το ίδιον και ημείς προς ευκολίαν μας να ειπούμεν ότι τα πρώτα ονόματα τα έθεσαν οι θεοί και διά τούτο είναι ορθά. Άραγε αυτός ο λόγος είναι προτιμότερος και εις ημάς; ή ο άλλος εκείνος, ότι δηλαδή αυτά τα ονόματα μας ήλθαν από κάποιους βαρβάρους, και ότι οι βάρβαροι είναι αρχαιότεροι από ημάς; ή ότι ένεκα της πολυκαιρίας είναι αδύνατον να τα ερευνήσωμεν, καθώς και τα βαρβαρικά; Διότι αυταί πάλιν αι υπεκφυγαί είναι πολύ επιτυχημέναι δι' εκείνον, ο οποίος αποφεύγει να δώση λόγον περί των πρώτων ονομάτων, πώς είναι ορθώς βαλμένα. Και όμως αν κανείς δεν γνωρίζη την ορθότητα των πρώτων ονομάτων, είναι βεβαίως αδύνατον να γνωρίση την ορθότητα των τελευταίων, τα οποία κατ' ανάγκην εξηγούνται από εκείνα και περί των οποίων δεν γνωρίζει τίποτε. Επομένως είναι προφανές ότι όστις διισχυρίζεται ότι είναι ειδικός εις τα ονόματα, πρέπει προ πάντων να δύναται να εξηγήση τα πρώτα ονόματα με πολλήν σαφήνειαν, άλλως να είναι βέβαιος ότι διά τα τελευταία (παράγωγα) θα λέγη πλέον φλυαρίας. Ή μήπως συ έχεις άλλην γνώμην;
Ερμογένης. Διόλου, καλέ Σωκράτη, δεν έχω άλλην γνώμην.
Σωκράτης. Και τόρα εξ όσων εννόησα εγώ περί των πρώτων ονομάτων, μου φαίνονται πολύ υβριστικά και γελοία. Αυτά λοιπόν, εάν αγαπάς, θα τα μεταδώσω και εις εσέ. Συ όμως αν δύνασαι να συλλάβης κάτι ορθότερον από άλλο μέρος, προσπάθησε να το μεταδώσης και εις εμέ.
Ερμογένης. Αυτό θα γίνη. Αλλά λέγε με θάρρος.
Σωκράτης. Και πρώτον λοιπόν το ρω μου φαίνεται ότι είναι όργανον πάσης &κινήσεως&, περί της οποίας ελησμονήσαμεν να είπωμεν διατί φέρει αυτό το όνομα. Όμως είναι προφανές ότι έπρεπε να είναι &ίεσις&, διότι η αρχαιοτέρα γλώσσα δεν μετεχειρίζετο ήτα αλλά έψιλον. Το δε αρχικόν κάππα προέρχεται από το &κίω&, το οποίον είναι ξενικόν και σημαίνει πορεύομαι (&ιέναι&). Εάν λοιπόν συνέβαινε να απαντά το αρχαίον αυτής όνομα εις την ιδικήν μας γλώσσαν, κατά πάσαν πιθανότητα θα ήτο ορθόν να λέγεται &ίεσις&. Αλλά τόρα και από το ξενικόν &κίω&, και από την μετατροπήν του ήτα, και από την παρεμβολήν του νυ, ωνομάσθη &κίνησις&, ενώ έπρεπε να ονομασθή &κιείνησις&, ή &είσις&. Η &στάσις& όμως είναι κυρίως άρνησις της κινήσεως και έγινε &στάσις& χάριν κομψότητος. Λοιπόν, επαναλαμβάνω, το στοιχείον ρω ενομίσθη από εκείνον ο οποίος έθεσε τα ονόματα, ότι είναι κατάλληλον όργανον της κινήσεως διά να τα παρομοιάζη προς την &φοράν& (ορμήν). Και απόδειξις είναι ότι το μεταχειρίζεται συχνά προς τούτο. Και πρώτον εις το ίδιον το &ρέω& και την &ροήν& με αυτό το γράμμα απομιμείται την ορμήν, έπειτα εις τον &τρόμον&, κατόπιν εις το &τραχύ& και ακόμη εις παρόμοια ρήματα, καθώς το &κρούω, θραύω, ερείκω& (κοπανίζω) &θρύπτω& (κάμνω θρύμματα), &κερματίζω, ρυμβώ& (στρυφογυρίζω). Όλα αυτά κυρίως με το ρ απομιμούνται τα όντα. Διότι, νομίζω, έβλεπε ότι η γλώσσα εις αυτό το στοιχείον, διόλου δεν μένει στάσιμος, αλλά σείεται υπερβολικά. Δι' αυτό μου φαίνεται ότι μετεχειρίσθη αυτό τόσον πολύ εις αυτά. Το δε ιώτα πάλιν είναι κατάλληλον εις όλα τα λεπτά, τα οποία είναι πολύ επιτήδεια να διαπερνούν τα πάντα. Δι' αυτόν τον λόγον το &ιέναι& (πορεύομαι) και το &ίεσθαι& (ρίπτομαι) το απεμιμήθη με το ιώτα. Καθώς πάλιν επειδή το φι και το ψι και το σίγμα και το ζήτα είναι φυσητικά γράμματα, απεμιμήθη με αυτά όλα τα παρόμοια, καθώς το &ψυχρόν& και το &ζέον& (ζεματιστόν) και το &σείω& και εν γένει τον &σεισμόν&. Και βεβαίως οσάκις απομιμείται το &φύσημα&, τότε ως επί το πλείστον αυτά τα γράμματα μεταχειρίζεται εκείνος ο οποίος έθεσε τα ονόματα. Και πάλιν την συμπιεστικήν δύναμιν του δέλτα (προφερομένου ως d) και του ταυ και την απόκρουσιν της γλώσσης, φαίνεται ότι την ενόμισε χρήσιμον διά την απομίμησιν του &δεσμού& και της &στάσεως&. Και εννοήσας καλώς ότι πάρα πολύ &ολισθαίνει& (γλυστρά) η γλώσσα εις το λάβδα, ωνόμασε κατά παρομοίωσιν τα &λεία& και αυτό το ίδιον το &ολισθαίνω& και το &λιπαρόν& (παχύ) και το &κολλώδες& και όλα τα όμοια. Και επειδή όταν ολισθαίνει η γλώσσα, την συγκρατεί η δύναμις του γάμμα, με αυτό απεμιμήθη το &γλίστρον& και το &γλυκύ& και το &γλοιώδες&. Και πάλιν επειδή εννόησε ότι είναι εσωτερική η φωνή του νυ, ωνόμασε από αυτό το &ένδον& και το &εντός&, διότι απομιμείται με τα γράμματα τας πράξεις. Έπειτα πάλιν εις το &μέγας& έθεσε το άλφα και εις το &μήκος& το ήτα (=ε ε), διότι αυτά τα γράμματα είναι μεγάλα. Εις δε το &γογγύλον& (ολοστρόγγυλον) επειδή εχρειάζετο το όμικρον ως εκφραστικόν της στρογγυλότητος, το μετεχειρίσθη εις ολόκληρον σχεδόν το όνομα (10). Ομοίως και εις όλα τα άλλα φαίνεται ότι προχωρεί ο νομοθέτης και κατασκευάζει με τα γράμματα και τας συλλαβάς ένα όνομα δι' έκαστον ον, ως γνώρισμα αυτού, και από αυτά πλέον διά της συνθέσεως απομιμείται τα άλλα. Αυτή μου φαίνεται, Ερμογένη μου, ότι είναι κυρίως η ορθότης των ονομάτων, εκτός εάν λέγη άλλο τίποτε ο Κρατύλος απ' εδώ.
Ερμογένης. Και πραγματικώς, καλέ Σωκράτη, πολύ συχνά ο Κρατύλος με φέρει εις δυσκολίαν, καθώς είπα εις την αρχήν, διότι διισχυρίζεται μεν ότι υπάρχει ορθότης των ονομάτων, δεν λέγει όμως σαφώς ποία είναι αυτή, ώστε εγώ δεν δύναμαι να γνωρίζω, άραγε εν γνώσει του ή χωρίς να θέλη ομιλεί τόσον ασαφώς περί αυτών πάντοτε. Τόρα λοιπόν κύριε Κρατύλε, ειπέ εμπρός εις τον Σωκράτη, άραγε επιδοκιμάζεις όσα λέγει ο Σωκράτης περί των ονομάτων, ή έχεις να ειπής τίποτε καλλίτερον; και αν έχης λέγε, ώστε ή να σε διδάξη ο Σωκράτης ή συ να διδάξης ημάς και τους δύο.
Κρατύλος. Δεν μου λέγεις, καλέ Ερμογένη, μήπως νομίζεις ότι είναι εύκολον, τόσον ταχέως να διδαχθής και να διδάξης οποιονδήποτε πράγμα, πολύ δε περισσότερον εκείνο το οποίον φαίνεται ότι είναι από τα μεγαλείτερα;
Ερμογένης. Μα τον Δία εγώ δεν το νομίζω αυτό. Μου φαίνεται όμως ότι είναι ορθόν εκείνο το οποίον λέγει η παροιμία: φασούλι στο φασούλι γεμίζει το σακούλι. Ώστε και ελάχιστον αν ημπορείς να μας ωφελήσης μη αποκάμνεις αλλ' ευεργέτησε και τον Σωκράτη απ' εδώ και εμέ, καθώς είναι δίκαιον.
Σωκράτης. Και σε βεβαιώ, Κρατύλε μου, ότι και εγώ ο ίδιος εις τίποτε δεν επιμένω από όσα είπα, καθώς μου εφάνησαν τότε. Εγώ απλώς ηρεύνησα μαζί με τον Ερμογένην, ώστε ως προς αυτό με θάρρος λέγε, εάν έχης να ειπής τίποτε καλλίτερον, και γνώριζε ότι εγώ θα το παραδεχθώ. Και δεν μου φαίνεται δύσκολον να είσαι συ εις θέσιν να ειπής τίποτε καλλίτερον από αυτά, διότι μου φαίνεται ότι και συ ο ίδιος εσκέφθης τα τοιαύτα και από άλλους εδιδάχθης. Εάν λοιπόν γνωρίζης τίποτε καλλίτερον θεώρησε και εμέ ένα από τους μαθητάς σου εις το περί ορθότητος των ονομάτων.
Κρατύλος. Πραγματικώς, καλέ Σωκράτη, καθώς είπες, και εφρόντισα έως τόρα δι' αυτά και ίσως να σε κάμω μαθητήν μου. Όμως φοβούμαι μήπως συμβαίνει όλως το αντίθετον από αυτό, διότι κάπως έρχεται εις τον νουν μου να σου ειπώ εκείνο το οποίον λέγει ο Αχιλλεύς προς τον Αίαντα εις τα I της Ίλιάδος. Λέγει δε:
«Αίαντα Τελαμώνιε μεγάλε στρατηλάτη, »εγλύκαναν το στήθος μου τα λόγια σου, σπολλάτη».
Το ίδιον και συ, καλέ Σωκράτη, μου φαίνεσαι ότι προφητεύεις σχεδόν με την γνώμην μου, αδιάφορον αν σε ενέπνευσε ο Ευθύφρων, ή αν υπήρχε προ καιρού εντός σου καμμία άλλη μούσα χωρίς να φαίνεται.
Σωκράτης. Αγαπητέ μου Κρατύλε, και εγώ ο ίδιος τόσην ώρα απορώ με την σοφίαν μου και δυσπιστώ. Δι' αυτό μου φαίνεται ότι πρέπει να εξετάσωμεν εξ αρχής πάλιν, τι είναι αυτά τα οποία είπα. Διότι το να απατά κανείς ο ίδιος τον εαυτόν του, είναι το χειρότερον πράγμα. Και πραγματικώς όταν δεν σε αφίνει ποτέ, αλλά είναι πάντοτε εμπρός σου εκείνος ο οποίος θέλει να σε εξαπατά, πώς δεν είναι τρομερόν πράγμα; Ώστε, καθώς φαίνεται, πρέπει συχνά να επιστρέφωμεν εις τα προηγούμενα και να δοκιμάσωμεν, να βλέπωμεν συγχρόνως εμπρός και οπίσω, καθώς λέγει εκείνος ο ίδιος ποιητής. Λοιπόν και ημείς τόρα ας εξετάσωμεν, τι είπαμεν. Λέγομεν ότι ορθότης του ονόματος είναι εκείνη, η οποία θα μας δείξη ποίου είδους είναι το πράγμα. Θέλεις να δεχθώμεν ότι αυτό είναι ορθόν;
Κρατύλος. Εις εμέ φαίνεται πολύ ορθόν, καλέ Σωκράτη.
Σωκράτης. Ώστε χάριν διδασκαλίας λέγονται τα ονόματα;
Κρατύλος. Βεβαιότατα.
Σωκράτης. Λοιπόν και αυτήν δεν θα την θεωρήσωμεν ως τέχνην και ότι υπάρχουν και τεχνίται δι' αυτήν;
Κρατύλος. Μάλιστα.
Σωκράτης. Ποίοι;
Κρατύλος. Εκείνοι τους οποίους έλεγες συ εις την αρχήν, δηλαδή οι νομοθέται.
Σωκράτης. Θέλεις να παραδεχθώμεν ότι και αυτή είναι διά τους ανθρώπους, καθώς όλαι αι άλλαι τέχναι, ή όχι: Εννοώ δε το εξής: Από τους ζωγράφους δεν είναι άλλοι χειρότεροι και άλλοι καλλίτεροι;
Κρατύλος. Βεβαίως.
Σωκράτης. Και λοιπόν οι μεν καλλίτεροι δεν κατασκευάζουν τα έργα των, δηλαδή τας εικόνας, καλλίτερα, οι δε άλλοι κατώτερα; Και οι κτίσται κατά τον ίδιον τρόπον δεν κατασκευάζουν άλλοι μεν καλλιτέρας τας οικίας, άλλοι δε χειροτέρας;
Κρατύλος. Μάλιστα.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν και από τους νομοθέτας δεν παρουσιάζουν άλλοι μεν καλλίτερα τα έργα των, άλλοι δε ασχημότερα;
Κρατύλος. Αυτό δεν το ενόησα ακόμη.
Σωκράτης. Δηλαδή δεν φρονείς ότι από τους νόμους άλλοι είναι καλλίτεροι και άλλοι κατώτεροι;
Κρατύλος. Όχι σε βεβαιώ.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν ουδέ από τα ονόματα σου φαίνονται ότι άλλα μεν ετέθησαν ολιγώτερον ορθώς, άλλα δε περισσότερον;
Κρατύλος. Όχι είπα.
Σωκράτης. Και λοιπόν όλα τα ονόματα ορθώς είναι τεθειμένα;
Κρατύλος. Ναι, αλλά όσα είναι πραγματικώς ονόματα.
Σωκράτης. Πώς δηλαδή; καθώς και προ ολίγου ελέχθη, θα δεχθώμεν ότι απ' εδώ ο Ερμογένης δεν έχει καν αυτό το όνομα, αφού δεν έχει καμμίαν συγγένειαν με τον Ερμήν, ή ότι το έχει, όχι όμως ορθώς;
Κρατύλος. Εγώ νομίζω, καλέ Σωκράτη, ότι ουδέ το έχει αλλά νομίζεται ότι το έχει, το όνομα όμως τούτο ανήκει εις άλλον, ο οποίος έχει και την φύσιν η οποία εκφράζεται με το όνομα αυτό.
Σωκράτης. Άραγε ουδέ ψεύδεται, όταν κανείς λέγη ότι αυτός είναι ο Ερμογένης; Δηλαδή μήπως ακόμη είναι αδύνατον και να τον ειπή το στόμα μας Ερμογένη, αφού δεν είναι;
Κρατύλος. Πώς εννοείς;
Σωκράτης. Μήπως δηλαδή θέλεις να ειπής κυρίως ότι το να λέγομεν ψευδείς λόγους είναι κατ' αρχήν αδύνατον; Διότι τούτο το διισχυρίζονται πολλοί, αγαπητέ μου Κρατύλε, και τόρα και άλλοτε.
Κρατύλος. Και βέβαια διότι, καλέ Σωκράτη, πώς είναι δυνατόν όταν κανείς λέγη αυτό το οποίον λέγει, να μη λέγη το πραγματικόν; Ή μήπως δεν θεωρείς ψευδείς λόγους, το να μη λέγη κανείς το πραγματικόν;
Σωκράτης. Ομολογώ ότι ομιλείς κομψότερα από ότι συμβιβάζεται με εμέ και με την ηλικίαν μου, καλέ μου φίλε. Όμως απάντησέ μου εις τούτο μόνον. Άραγε μήπως νομίζεις ότι είναι αδύνατον μόνον το να λέγωμεν ψευδείς λόγους, όχι όμως και το να εκφράζωμεν αυτούς;
Κρατύλος. Ούτε να εκφράζωμεν.
Σωκράτης. Ούτε να απαγγέλλωμεν ούτε να προσφωνούμεν; Παραδείγματος χάριν εάν σε συναντήση κανείς εις ξένην χώραν και σου πιάση το χέρι και σου ειπή: Χαίρε, ξένε Αθηναίε, υιέ του Σμικρίωνος Ερμογένη. Τότε φρονείς ότι αυτός μόνον εις σε δεν ημπορεί να τα ειπή αυτά, ή να τα εκφράση, ή να τα απαγγείλη, ή να τα προσφωνήση, ημπορεί όμως εις τον Ερμογένη, απ' εδώ, ή εις κανένα απολύτως;
Κρατύλος. Εγώ νομίζω, Σωκράτη μου, ότι αυτός φωνάζει απλώς.
Σωκράτης. Αρκεί και τούτο. Αλλά πώς εννοείς; την αλήθειαν θα φωνάξη αυτός που φωνάζει αυτά, ή ψέμματα: Ή μήπως ένα μεν μέρος είναι αληθές, το άλλο όμως ψευδές; Διότι και τούτο ακόμη θα ήτο αρκετόν.
Κρατύλος. Εγώ φρονώ ότι αυτός απλώς θορυβεί, εις μάτην θέτων εις κίνησιν τον εαυτόν του, ως να εκτύπα και έθετε εις κίνησιν ένα χάλκινον αγγείον.
Σωκράτης. Ειπέ μου τόρα, καλέ Κρατύλε, ίσως και φθάσωμεν εις ένα συμβιβασμόν. Άραγε δεν νομίζεις ότι άλλο είναι το όνομα και άλλο το πράγμα το οποίον φέρει αυτό το όνομα;
Κρατύλος. Μάλιστα.
Σωκράτης. Και λοιπόν δεν παραδέχεσαι ότι το όνομα είναι απομίμησις του πράγματος;
Κρατύλος. Βεβαιότατα.
Σωκράτης. Αλλά και τα ζωγραφήματα δεν φρονείς ότι είναι ενός είδους απομιμήσεις των πραγμάτων;
Κρατύλος. Βέβαια.
Σωκράτης. Ειπέ μου λοιπόν — διότι πιθανόν εγώ να μην εννοώ αυτά τα οποία λέγεις, ενώ ίσως συ τα λέγεις ορθώς — είναι δυνατόν να μοιράσωμεν και να αποδώσωμεν αυτάς τας δύο απομιμήσεις, δηλαδή τα ζωγραφήματα και τα ονόματα εις τα πράγματα, τα οποία απεικονίζουν, ή όχι;
Κρατύλος. Είναι δυνατόν.
Σωκράτης. Πρώτον λοιπόν πρόσεξε εις το εξής: Άραγε ημπορεί κανείς να αποδώση την εικόνα του ανδρός εις τον άνδρα και της γυναικός εις την γυναίκα, και ούτω καθ' εξής;
Κρατύλος. Πολύ μάλιστα.
Σωκράτης. Και πάλιν δεν ημπορεί αντιστρόφως να αποδώση την εικόνα του ανδρός εις την γυναίκα και την εικόνα της γυναικός εις τον άνδρα;
Κρατύλος. Γίνεται και αυτό.
Σωκράτης. Αλλ' άραγε και αι δύο αυταί διανομαί είναι ορθαί, ή μόνον η μία.
Κρατύλος. Μόνον η μία.
Σωκράτης. Εκείνη, υποθέτω, η οποία αποδίδει εις έκαστον το αρμόδιον και το όμοιον.
Κρατύλος. Έτσι μου φαίνεται.
Σωκράτης. Τόρα λοιπόν διά να μη λογομαχούμεν δύο φίλοι εδώ, εγώ και συ, παραδέξου αυτό το οποίον εννοώ. Δηλαδή εγώ, φίλε μου, αυτήν την διανομήν και διά τας δύο απομιμήσεις, δηλαδή και διά τας προσωπογραφίας και διά τα ονόματα την ονομάζω ορθήν, χωριστά όμως πάλιν διά τα ονόματα πλην της ορθής την ονομάζω και αληθή. Την δε άλλην, δηλαδή την απόδοσιν του ανομοίου, την ονομάζω όχι ορθήν, χωριστά δε διά τα ονόματα την ονομάζω και ψευδή ακόμη.
Κρατύλος. Πρόσεξε όμως, καλέ Σωκράτη, μήπως διά μεν τα ζωγραφήματα είναι δυνατόν να γίνη η όχι ορθή διανομή, όχι όμως και διά τα ονόματα, αλλά κατ' ανάγκην δι' αυτά είναι πάντοτε ορθή.
Σωκράτης. Πώς το εννοείς; Ποίαν διαφοράν έχει το έν από το άλλο; Άραγε δεν ημπορώ να πλησιάσω εις ένα άνθρωπον και να του ειπώ: αυτό το σκίτσο είναι ιδικόν σου, συγχρόνως δε να δείξω εις αυτόν εκ τύχης είτε την ιδικήν του εικόνα είτε μίαν εικόνα γυναικός; Να δείξω δε θα ειπή να την πλησιάσω εις το αισθητήριον των οφθαλμών του.
Κρατύλος. Βεβαιότατα.
Σωκράτης. Και λοιπόν; Δεν ημπορώ πάλιν να πλησιάσω εις αυτόν τον ίδιον και να του ειπώ: αυτό το όνομα είναι ιδικόν σου; Διότι είπαμεν ότι το όνομα είναι απομίμησις, καθώς το ζωγράφημα. Εννοώ δηλαδή το εξής· άραγε δεν ημπορώ να ειπώ εις αυτόν: αυτό το όνομα είναι ιδικόν σου, και κατόπιν να πλησιάσω πάλιν εις το αισθητήριον της ακουής, είτε τυχόν το ιδικόν του απομίμημα και να του ειπώ στο αυτί: &ανήρ&, είτε το απομίμημα του θήλεος του ανθρωπίνου γένους, και να του ειπώ: &γυνή&; Αυτό δεν σου φαίνεται δυνατόν, και ότι συμβαίνει κάποτε;
Κρατύλος. Δέχομαι, καλέ Σωκράτη, να συμφωνήσω μαζί σου και ας είναι καθώς το λέγεις.