Φαίδων

Part 9

Chapter 9 36 words Public domain Markdown

Δεν ημπορώ να καταπείσω τον Κρίτωνα, φίλοι μου, ότι εγώ είμαι αυτός ο Σωκράτης, ο οποίος συνομιλεί τώρα και θέτει εις τάξιν κάθε πράγμα, το οποίον λέγει, αλλά νομίζει ότι εγώ είμαι εκείνος, τον οποίον έπειτα θα ίδη από ολίγον αποθαμμένον, και διά τούτο ερωτά πώς να με θάψη. Ότι λοιπόν εγώ από πολύν καιρόν έκαμα πολύν λόγον, ότι, αφ' ού πίω το δηλητήριον, δεν θα μένω πλέον πλησίον σας, αλλά θα υπάγω να κατοικήσω εις τας κατοικίας της ευτυχίας, όπου κατοικούν οι μακάριοι, μου φαίνεται ότι είπον ουχί ανωφελώς, διά να παρηγορήσω από το έν μέρος σας και από το άλλο τον εαυτόν μου. Γίνετε λοιπόν εγγυηταί μου προς τον Κρίτωνα, είπε, δίδοντες εις αυτόν εγγύησιν εναντίαν προς εκείνην, την οποίαν αυτός έδωκε προς τους δικαστάς. Διότι ούτος μεν υπεσχέθη (εις τους δικαστάς), ότι εγώ τω όντι θα μείνω και δεν θα φύγω· σεις δε εγγυηθήτε, ότι τω όντι δεν θα μείνω, αφ' ού αποθάνω, αλλά θα πάρω να φύγω, διά να υποφέρη ευκολώτερα ο Κρίτων την λύπην και να μη αισθάνηται θλίψιν προς χάριν μου βλέπων ότι παθαίνω μερικά φοβερά πράγματα· βλέπων δηλαδή το σώμα μου ή να καίηται ή να χώνηται μέσα εις την γην, ούτε να λέγη εν καιρώ της κηδείας μου ότι, ή εκθέτει τον Σωκράτην, ή εκφέρει τον Σωκράτην, ή θάπτει τον Σωκράτην. Διότι ήξευρε καλά, είπεν ο Σωκράτης, κάλλιστε Κρίτων, ότι το να μη εκφράζηται κανείς καλά δεν είναι μόνον αυτό καθ' εαυτό σφάλμα, αλλά προξενεί και βλάβην εις τας ψυχάς. Αλλά πρέπει και γενναιότητα να έχω και να σου είπω να θάψης το σώμα μου και να το θάψης όπως σου αρέση καλύτερα και όπως νομίσης ότι ήθελεν είναι περισσότερον σύμφωνον με τους νόμους. Αφ' ού είπεν αυτά, εκείνος μεν εσηκώθη να υπάγη εις έν δωμάτιον, διά να λουσθή, και ο Κρίτων τον ηκολούθει· επεριμένομεν λοιπόν συνομιλούντες μεταξύ μας δι' όσα είχον λεχθή και εξετάζοντες αυτά πάλιν και τότε δε αναφέροντες πόσον μεγάλην συμφοράν θα πάθωμεν, νομίζοντες αληθώς ότι θα περάσωμεν την μετά ταύτα ζωήν ορφανοί, ωσάν να εχάσαμεν πατέρα. Αφ' ού δε ελούσθη, έφεραν προς αυτόν και τα παιδία του (διότι είχε δύο υιούς μικρούς και ένα μεγάλον), έφθασαν δε αι γυναίκες της οικογενείας του, και αφ' ού συνωμίλησε με εκείνας ενώπιον του Κρίτωνος και παρήγγειλεν εις αυτάς εκείνα, τα οποία ήθελε, τας μεν γυναίκας και τα παιδία διέταξε ν' αναχωρήσωσιν, ο ίδιος δε ήλθε πλησίον μας και επλησίαζε πλέον το βασίλευμα του ηλίου, διότι έμεινε μέσα πολύν καιρόν. Αφ' ού δε ήλθεν, εκάθισε λουσμένος και κατόπιν δεν είπε πλέον πολλάς ομιλίας. Και ο υπηρέτης των Ένδεκα ήλθε, και σταθείς πλησίον του είπεν Ω Σώκρατες, δεν θα σε καταδικάσω δι' εκείνο, διά το οποίον καταδικάζω άλλους, ότι θυμώνουν εναντίον μου και με καταρώνται, όταν παραγγέλλω εις αυτούς να πίωσι το δηλητήριον, εν ώ με υποχρεώνουν οι άρχοντες να κάμω τούτο· εγώ και από άλλα σε εγνώρισα εις το διάστημα του καιρού τούτου, ότι είσαι γενναιότατος και γλυκύτατος και ο κάλλιστος άνθρωπος από όσους έως τώρα ήλθον εδώ· και λοιπόν και τώρα καλώς γνωρίζω, ότι δεν δυσαρεστείσαι εναντίον μου, επειδή γνωρίζεις ποίοι είναι οι αίτιοι· αλλά με εκείνους. Τώρα λοιπόν, διότι ηξεύρεις εκείνο, το οποίον ήλθα να σου αναγγείλω, χαίρε και προσπάθησον να υποφέρης όσον το δυνατόν γενναιότερον εκείνο, το οποίον δεν ημπορείς ν' αποφύγης. Και συγχρόνως, αφ' ού εδάκρυσεν, εγύρισεν από το άλλο μέρος και ανεχώρει. Και ο Σωκράτης, ρίψας έν βλέμμα προς αυτόν, και συ, χαίρε, είπε· και ημείς θα πράξωμεν αυτά (τα οποία παρήγγειλας). Και συγχρόνως στρέψας προς ημάς είπε· Πόσον φιλόφρων(27) είναι ο άνθρωπος αυτός· και εις όλου του καιρού αυτού το διάστημα μ' επλησίαζε, και συνωμίλει κάποτε μαζί μου και ήτο ο καλύτερος άνθρωπος και τώρα με πόσον γενναίαν καρδίαν με κλαίει. Αλλ' έλα λοιπόν, Κρίτων, ας υπακούσωμεν εις αυτόν και ας φέρη κανείς το δηλητήριον, εάν έχη τριφθή· εάν δε όχι, ο άνθρωπος, ας το τρίψη.

Και ο Κρίτων είπεν· Αλλ' εγώ νομίζω, ω Σώκρατες, ότι είναι ακόμη ήλιος επάνω εις τα βουνά και ακόμη δεν έχει βασιλεύσει· και συγχρόνως ηξεύρω και άλλους, οι οποίοι το πίνουν πολύ αργά, αφ' ού δοθή εις αυτούς η παραγγελία και αφ' ού δειπνήσουν και πίουν πολύ καλά και μερικοί μάλιστα αφ' ού συνευρεθούν με εκείνους, τους οποίους ήθελον επιθυμήσει· αλλά διόλου μη βιάζησαι, διότι υπάρχει ακόμη καιρός.

Και ο Σωκράτης είπεν· Ευλόγως, βέβαια, ω Κρίτων, εκείνοι, τους οποίους συ λέγεις, κάμνουν αυτά· διότι νομίζουν ότι, να κάμουν αυτά, θα κερδίσουν και εγώ βέβαια ευλόγως δεν θα κάμω αυτά· διότι νομίζω ότι, αν πίω ολίγον υστερώτερα, τίποτε άλλο δεν θα κερδίσω παρ' ό,τι θα γείνω γελοίος εις τον εαυτόν μου επιθυμών την ζωήν και λυπούμενος έν πράγμα, το οποίον δεν είναι τίποτε. Αλλ' έλα, είπε, υπάκουσε και μη κάμης αλλέως.

Και ο Κρίτων, άμα ήκουσε τούτο, έκαμε νεύμα εις τον υπηρέτην, ο οποίος έστεκε πλησίον και ούτος, αφ' ού εξήλθε και έλειψε πολλήν ώραν, ήλθεν οδηγών εκείνον, ο οποίος έμελλε να δώση το δηλητήριον και το έφερε τριμμένον μέσα εις έν ποτήριον. Ο δε Σωκράτης, άμα είδε τον άνθρωπον, είπεν· Έστω, φίλτατε, ειπέ μοι (διότι συ ηξεύρεις αυτά τα πράγματα) τι πρέπει να κάμω.

Τίποτε άλλο, είπεν εκείνος, παρά αφού το πίης να περιφέρησαι, έως να αισθανθής βάρος εις τα σκέλη σου, έπειτα να πλαγιάσης και έτσι αυτό θα ενεργήση. Και συγχρόνως επρόσφερε το ποτήριον εις τον Σωκράτην. Και αυτός, αφού το έλαβε και παρά πολύ γαλήνιος, Εχεκράτη, χωρίς διόλου να τρέμη, ούτε ν' αλλάξη το χρώμα του, ούτε η όψις του προσώπου του, αλλά καθώς συνήθιζε, κυττάξας με σταθερότητα προς τον άνθρωπον είπε· Τι λέγεις δι' αυτό το ποτόν, επιτρέπεται να κάμωμεν σπονδήν από αυτό εις κάποιον ή όχι;

Τρίβομεν τόσον, ω Σώκρατες, είπεν, όσον νομίζομεν ότι είναι αρκετόν, διά να πίη κανείς.

Εκατάλαβα, είπεν ο Σωκράτης, αλλ' ίσως βέβαια επιτρέπεται και πρέπει να ευχηθή κανείς εις τους θεούς η αλλαγή της κατοικίας απ' εδώ εις τα εκεί να γείνη ευτυχής· το οποίον και εγώ εύχομαι λοιπόν και άμποτε να γείνη κατ' αυτόν τον τρόπον. Και άμα είπεν αυτούς τους λόγους εσταμάτησε και το έπιεν όλον με πολλήν ευκολίαν και ηρεμίαν. Και οι περισσότεροι από ημάς έως εκείνην την στιγμήν αρκετά ημπόρεσαν να κρατήσουν τα δάκρυα των· αλλά, άμα τον είδομεν να το πίνη και να το τελειώση, δεν ημπορέσαμεν πλέον να κρατηθώμεν. Αλλ' εναντίον βεβαίως της θελήσεώς μου τα δάκρυα επήραν δρόμον αφθόνως, ώστε σκεπάσας με τον μανδύαν το πρόσωπον έκλαια ελευθέρως τον εαυτόν μου, διότι δεν έκλαιον βεβαίως εκείνον, αλλά την κακήν μου τύχην, σκεπτόμενος ποίον άνδρα φίλον έχανα. Ο δε Κρίτων ακόμη προτήτερα από εμέ, επειδή δεν ήτο ικανός να κρατήση τα δάκρυα, εξήλθεν. Ο δε Απολλόδωρος και προηγουμένως δεν έπαυε διόλου από του να κλαίη, και τώρα, αφ' ού εξέβαλε δυνατόν βογγητόν κλαίων και στενάζων, έκαμεν όλους τους παρευρισκομένους να κλαίουν, εκτός μόνου του Σωκράτους. Εκείνος δε είπε· Τι είναι αυτά όπου κάμνετε, παράξενοι άνθρωποι; Αλλ' εγώ προ πάντων δι' αυτήν την αιτίαν (δηλαδή διά να μη κλαίουν) έδιωξα τας γυναίκας, διά να μη κάμνουν τοιαύτα σφάλματα· διότι έχω ακούσει ότι πρέπει κανείς να ξεψυχά εν τω μέσω καλών λόγων. Αλλά ησυχάσατε, παρακαλώ, και δείξατε γενναιότητα. Και ημείς, άμα ηκούσαμεν αυτά, εντράπημεν και εκρατήσαμεν τα δάκρυά μας. Εκείνος δε, αφ' ού περιεπάτησε, μόλις είπεν ότι αισθάνεται βάρος εις τα σκέλη, επλάγιασεν ανάσκελα, διότι ο άνθρωπος έτσι διέταξε να κάμη· και συγχρόνως αυτός, ο οποίος έδωκε το δηλητήριον, εγγίζων αυτόν, αφ' ού επέρασεν ολίγος καιρός, εξήταζε τους πόδας και τα σκέλη του και έπειτα πιέσας δυνατά τον πόδα του τον ηρώτησεν αν αισθάνεται· εκείνος δε είπεν ότι όχι· κατόπιν επίεσε τας κνήμας του και προχωρών εις τα επάνω μέρη του σώματος με πιέσεις εδείκνυε το σώμα του και εις ημάς ότι εκρύωνε και επάγωνε το σώμα. Και ο ίδιος ήγγισε πάλιν και είπεν ότι, όταν φθάση το ψύχος εις την καρδίαν, τότε θ' αποθάνη. Τώρα πλέον τα πέριξ της κάτω κοιλίας μέρη του σχεδόν εκρύωσαν· και ξεσκεπασθείς, διότι ήτο σκεπασμένος, είπε τους τελευταίους του λόγους· Ω Κρίτων, είπε, χρεωστούμεν ένα πετεινόν εις τον Ασκληπιόν· πληρώσατε λοιπόν το χρέος και μη αμελήσητε (28).

Αλλ' αυτά θα γείνουν, είπεν ο Κρίτων κύτταξε όμως μήπως έχης τίποτε άλλο να παραγγείλης. Ενώ δε αυτός έκαμεν αυτήν την ερώτησιν, ο Σωκράτης δεν απεκρίθη πλέον τίποτε. Αλλ' αφ' ού επέρασεν ολίγος καιρός εκινήθη, και ο άνθρωπος εξεσκέπασεν αυτόν. Και είχε τα μάτια του προσηλωμένα ακίνητα· ο δε Κρίτων, καθώς είδε τούτο, του έκλεισε και το στόμα και τα μάτια.

Τοιούτον μας υπήρξεν, Εχεκράτη, το τέλος της ζωής του φίλου μας, του καλυτέρου, καθώς ημείς ημπορούμεν να βεβαιώσωμεν, ανδρός, και αφ' ετέρου του σοφωτάτου και δικαιοτάτου από όλους τους τότε, όσους εγνωρίσαμεν.

ΤΕΛΟΣ

Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (Ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.

Φαίδων είναι υψηλή και μεγάλη μελέτη περί ψυχής. Εν μέσω των μαθητών του ο Σωκράτης εις τας τελευταίας ώρας της ζωής του διδάσκει με ηρεμίαν και γαλήνην τον θείον προορισμόν του ανθρώπου και προσάγει, ισχυρά επιχειρήματα υπέρ της μετά θάνατον ζωής. Η λιτή δραματική αφήγησις του διά κωνείου θανάτου του Σωκράτους εις το τέλος του διαλόγου είναι μία από τας θαυμασιωτέρας σελίδας της παγκοσμίου φιλολογίας. Η μετάφρασις πιστή και σαφής υπό του κ. Αρ. Χαροκόπου.

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ

ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε. ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 - ΤΗΛ. 614.686, 634.506

ΤΙΜΑΤΑΙ ΔΡΧ. 10

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1) Ο Φαίδων κατήγετο εξ Ήλιδος και ήτο είς των καλυτέρων του Σωκράτους και του Πλάτωνος φίλων. Νέον ακόμη τον συνέλαβον πειραταί και εξηγόρασε παρ' αυτών τούτον ο Σωκράτης, του οποίου εγένετο μετά τούτο μαθητής. Μετά τον θάνατον του διδασκάλου του επέστρεψεν εις την Ήλιδα και συνέστησε την καλουμένην Ερετριακήν φιλοσοφικήν σχολήν. — Ο Εχεκράτης δε ήτο εκ της Φλιούντος πόλεως της Σικυωνίας, αναφερόμενος και ως οπαδός του φιλοσόφου Πυθαγόρου.

2) Ο Σωκράτης, καθώς αναφέρει ο Ξενοφών, έπιε το κώνειον τριάκοντα ημέρας μετά την εις θάνατον καταδίκην του.

3) Μίνως ο β', βασιλεύς της Κρήτης, εκδικούμενος τους Αθηναίους θανατώσαντας τον υιόν αυτού Ανδρόγεων, επολιόρκησε τας Αθήνας και συγκατετέθη να λύση την πολιορκίαν μόνον, αφού οι Αθηναίοι ανέλαβον την υποχρέωσιν να πέμπουν εις Κρήτην κατ' έτος επτά νέους και επτά νέας προς τροφήν του Μινωταύρου, τέρατος κατά το ήμισυ βοός και κατά το έτερον ήμισυ ανθρώπου, κλεισμένου δε εντός του αδιεξόδου λαβυρίνθου. Η υποχρέωσις αύτη εξετελέσθη πιστώς επί δύο έτη, κατά δε το τρίτον έτος, ο Θησεύς, υιός του βασιλέως των Αθηνών Αιγέως, εκουσίως περιληφθείς μεταξύ των επτά νέων, απήλλαξε του φόρου τούτου την πατρίδα του φονεύσας τον Μινώταυρον και επανελθών σώος μετά των συντρόφων του.

4) Θεωρία εκαλείτο θρησκευτική αποστολή θυσίας μετά επισήμου πρεσβείας εις τον εν τη νήσω Δήλω φημιζόμενον ναόν του Απόλλωνος.

Η θεωρία ήρχιζε με διακόσμησιν διά στεφάνου της πρύμνης του αποσταλησομένου πλοίου.

5) Εκ των παρευρεθέντων κατά τας τελευταίας του Σωκράτους στιγμάς πολλοί εγένοντο ιδρυταί ή πεφημισμένοι οπαδοί Φιλοσοφικών σχολών. Ο Αθηναίος Αισχίνης ήτο πεφημισμένος του Σωκράτους οπαδός. Ό Αντισθένης εγένετο ιδρυτής της σχολής των Κυνικών. Ο Μενέξενος εν διαλόγω του Πλάτωνος φέροντι το όνομά του εξαίρεται διά την φιλοπατρίαν του. Ο Σιμμίας και ο Κέβης φέρονται ως ονομαστοί Σωκρατικοί· ο τελευταίος μάλιστα συνέγραψε τον «Πίνακα» αλληγορίαν έξοχον της ανθρωπίνης ζωής. Ο Ευκλείδης και ο Τερψίων ήσαν Μεγαρείς. Ο Ευκλείδης την εριστικήν καλουμένην φιλοσοφικήν σχολήν του Ξενοφάνους μετωνόμασε Μεγαρικήν, τόσον δε πόθον είχε ν' ακροάται, της διδασκαλίας του Σωκράτους, ώστε καταδικαζομένου εις θάνατον παντός Μεγαρέως τολμώντος να έλθη εις Αθήνας διά νόμου, αυτός ήρχετο ενδυμένος γυναικεία, ίνα μη τον αναγνωρίζουν. Ο Αρίστιππος εγένετο αρχηγός της Κυρηναϊκής φιλοσοφικής Σχολής. Είναι ο πρώτος εκ των Σωκρατικών, όστις απήτει δίδακτρα παρά των ακροατών της διδασκαλίας αυτού, κατηγορήθη δ' ως φιλήδονος και χαμερπής κόλαξ εν τη αυλή του τυράννου της Σικελίας Διονυσίου. Ο Πλάτων ομιλεί ενταύθα δηκτικώς περί αυτού και του εξ Αμβρακίας Κλεομβρότου, διότι ενώ διέμενον πλησίον των Αθηνών, δεν έσπευσαν κατά την τελευταίαν και κρίσιμον στιγμήν, ως είχον καθήκον, προς τον διδάσκαλον αυτών. Λέγουσι μάλιστα, ότι ο Κλεόμβροτος αναγνούς τον Φαίδωνα ερρίφθη αφ' υψηλού εις την θάλασσαν και επνίγη.

6) Η μεταφορά αύτη λαμβάνεται εκ του αποτελέσματος του παραγομένου εκ δύο σχοινιών συνδεδεμένον εχόντων το τελευταίον άκρον του ενός μετά του πρώτου του ετέρου, διαπεπερασμένων δε επί τροχαλίας, ώστε συρομένου του ενός συμπαρασύρεται και το έτερον.

7) Ο εκ Κρότωνος της Ιταλίας Φιλόλαος υπήρξε μαθητής του εκ Τάραντος Αρχύτα και κατ' ακολουθίαν οπαδός του Πυθαγόρου, επληροφορήθη δε περί αυτού ο Πλάτων διατριβών εν Ιταλία. Οι Πυθαγόρειοι επρέσβευον ότι δεν επιτρέπεται η αυτοκτονία. Ο Φιλόλαος εδίδαξεν έπειτα και εν Θήβαις, ένθα ο Σιμμίας και ο Κέβης ηκροάσαντο των διδασκαλιών αυτού.

8) Λέγων ο Σωκράτης ότι ο θάνατος είναι απλούν, δηλ. πάντοτε και διά πάντας μόνον αγαθόν, κατ' αντίθεσιν προς άλλα, οίον την νόσον, τον γάμον κτλ., τα οποία δι' άλλους είναι αγαθόν και δι' άλλους κακόν, νοεί τον απόλυτον θάνατον, δηλ. τον χωρισμόν της ψυχής από παντός εν γένει υλικού στοιχείου και από πάσης εν γένει υλικής επιδράσεως, την τελείαν δηλαδή αυτής απομόνωσιν και καθαρότητα.

9) Υπονοεί ενταύθα ο Σωκράτης τας μυστικάς διδασκαλίας τας γενομένας εις τα μυστήρια του Ορφέως και της Δήμητρος, τας οποίας μόνον οι μεμυημένοι ήκουον, τηρούντες αυτάς απολύτως μυστικάς, και διά τούτο απόρρητα εκαλούντο και τα μυστικά δόγματα της σχολής του Πυθαγόρου.

10) Το φάρμακον έδιδεν ο υπό τας διαταγάς των ένδεκα δούλος, τον οποίον εκάλουν και δημόσιον ή δήμιον.

Ο υπηρέτης παραγγέλλει εις τον Σωκράτην μετά την λήψιν του κωνείου να μη ομιλή, μήτε να κινήται διά να μη, θερμανθέντος του σώματος, γίνη πέψις του φαρμάκου και δεν επέλθη ο θάνατος εξ αυτού.

11) Ποιητάς ενταύθα εννοεί τον Παρμενίδην, Εμπεδοκλέα και Επίχαρμον, οι οποίοι πρεσβεύουν ότι διά των αισθήσεων ουδεμίαν ακριβή γνώσιν λαμβάνομεν. Ο Επίχαρμος έλεγε· «Νους ορά και νους ακούει, τα δ' άλλα πάντα κωφά και τυφλά».

12)Φλυαρίαν ονομάζει ο Πλάτων παν το περιττόν και εν λόγοις και εν έργοις.

13) Ο καθαρμός ήτο η πρώτη πράξις της μυήσεως εις τα μυστήρια, η β' ήτο η της τελετής παράδοσις, η γ' η εποπτεία, η δ' η ανάθεσις και επίδεσις στεμμάτων, η ε' το θεοφιλές και η θεοίς συνδίαιτος ευδαιμονία.

14) Δες κατωτέρω

15) Αυτή και η ανωτέρω υποσημείωση είναι παρωδία στίχων του Ορφέως, ο οποίος λέγει δι' αυτών ότι «όστις δεν λάβη μέρος εις την τελετήν των μυστηρίων θα ευρίσκεται κάτω ωσάν μέσα εις λάσπην» και ότι «πολλοί μεν είναι οι κρατούντες ράβδον (ναρθηκοφόροι)», οι παριστάμενοι δηλ. εις τα μυστήρια, «ολίγοι δε οι ιερείς γενόμενοι των μυστηρίων (Βάκχοι)». Νάρθηξ είναι η ράβδος, την οποίαν εκράτουν εις τα μυστήρια, Βάκχοι δ' εκαλούντο οι τελείως μεμυημένοι, οι ιερείς γενόμενοι των μυστηρίων.

16) Ο Αναξαγόρας επρέσβευεν ότι όλα τα στοιχεία απετέλουν εν αρχή μίγμα συγκεχυμένον, εις το οποίον το πνεύμα κατόπιν επήνεγκε την τάξιν. «Ομού, λέγει, πάντα χρήματα ην, νους δε αυτά διείλε και διεκόσμησε».

17) Οι αρχαίοι έκειρον τας τρίχας εις ένδειξιν πένθους αντιθέτως από σήμερον.

18) Ο πορθμός του Ευρίπου λέγουσιν ότι επτάκις της ημέρας είχε παλίρροιαν και άμπωτιν.

19) Οι Ίωνες φιλόσοφοι και ιδίως ο Αναξαγόρας και ο Αρχέλαος εφρόνουν ότι τα ζώα έγειναν «εξ υγρού τε και θερμού και γεώδους». Ο Αρχέλαος έλεγε «δύο αιτίας είναι της γενέσεως, θερμόν και ψυχρόν».

20) Προ του Αναξαγόρου, ο Αναξίμανδρος εφρόνει ότι η γη είναι επίπεδον, ο δε Αναξιμένης ότι είναι στρογγύλη.

21) Η γνώμη των Ιώνων και Ελεατών φιλοσόφων είναι ότι η γη ευρίσκεται εν τω μέσω του κόσμου.

22) Οι φίλοι του συνεβούλευον τον Σωκράτη να φύγη εις τα Μέγαρα ή την Βοιωτίαν.

23) Η μετενσάρκωσις υπεστηρίζετο και υπό του φιλοσόφου Εμπεδοκλέους

24) «Ουχ η Γλαύκου τέχνη» είναι ελληνική παροιμία λεγομένη διά τα μη έχοντα ανάγκην ευφυίας και ετοιμότητος διά να εκτελεσθώσιν. Άγνωστος είναι η προέλευσίς της.

25) Γενικώς τότε επιστεύετο ότι η Ευρώπη εξετείνετο μέχρι του Φάσιδος ποταμού προς Ανατολάς.

26) Υπαινίσσεται χωρίον τι της Αλκήστιδος του Ευριπίδου, το εξής:

«Ορώ δίκωπον ορώ σκάφος [εν λίμνα], νεκύων δε πορθμεύς έχων χέρ' επί κοντώ Χάρων μ' ήδη καλεί· τι μέλλεις;

Επείγου· συ κατείργεις. τάδε τοι με σπερχόμενος ταχύνει.

27) «Αστείος» γίνεται εκ του «άστυ», το οποίον σημαίνει πόλις. Αστείοι ελέγοντο οι ευγενείς τους τρόπους, οι φιλόφρονες και χαρίεντες, οίοι είναι οι μάλλον πολιτισμένοι κάτοικοι των πόλεων.

28) Είναι αστεϊσμός του Σωκράτους κατά τας τελευταίας του στιγμάς, δι' ου θέλει να εκφράση ότι ελευθερούμενος υπό του θανάτου από πάντων των εν ανθρώποις δεινών και ιατρευόμενος ούτως οριστικώς οφείλει να εκφράση την ευγνωμοσύνην του προς τον θεόν της Ιατρικής προσφέρων αυτώ την συνήθη θυσίαν.