Φαίδων

Part 7

Chapter 7 0 words Public domain Markdown

Ούτε συ λοιπόν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, θα παρεδέχεσο, αν κανείς έλεγεν, ότι είς άλλος είναι μεγαλύτερος από ένα άλλον κατά την κεφαλήν, και είς μικρότερος ότι είναι μικρότερος τούτου κατά το ίδιον (δηλαδή κατά την κεφαλήν), αλλά θα διεμαρτύρεσο (υποστηρίζων), ότι συ μεν δεν λέγεις τίποτε άλλο παρά ότι κάθε άλλο πράγμα, το οποίον είναι μεγαλύτερον από έν άλλο πράγμα, κατά τίποτε άλλο δεν είναι μεγαλύτερον από αυτά παρά κατά το μέγεθος, και ότι ένεκα τούτου είναι μεγαλύτερον, ένεκα δηλαδή του μεγέθους· το δε μικρότερον διά καμμίαν άλλην αιτίαν δεν είναι μικρότερον από άλλο παρά ένεκα της μικρότητος, και είναι μικρότερον ένεκα τούτου, ένεκα δηλαδή της μικρότητος· (ή δεν θα διεμαρτύρεσο) φοβούμενος, νομίζω, μήπως κανένας ενάντιος ισχυρισμός σου εναντιωθή, αν είπης ότι κάποιος είναι μεγαλύτερος ή μικρότερος άλλου κατά την κεφαλήν, αντιτάσσων ότι κατά πρώτον μεν κατά το αυτό πράγμα (δηλαδή κατά την κεφαλήν) υποστηρίζεις ότι το μεγαλύτερον είναι μεγαλύτερον και το μικρότερον είναι μικρότερον, έπειτα ότι υποστηρίζεις ότι ο μεγαλύτερος είναι μεγαλύτερος κατά την κεφαλήν, η οποία είναι μικρά (μικρόν πράγμα δηλαδή), και ότι τούτο είναι τερατώδης ισχυρισμός, το να είναι δηλαδή κανείς μεγάλος κατά τι, το οποίον είναι μικρόν. Ή δεν θα εφοβείσο αυτάς τας αντιφάσεις;

Και ο Κέβης εγέλασε και είπε· Βέβαια (θα τας εφοβούμην).

Θα εφοβείσο λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, να είπης ότι τα δέκα είναι περισσότερα από τα οκτώ κατά δύο, και ότι τα υπερτερούν δι' αυτήν την αιτίαν και όχι κατά το πλήθος και ένεκα του πλήθους (της πολλότητος δηλαδή); και ότι το έχον μάκρος δύο πήχεων είναι κατά το ήμισυ μεγαλύτερον από εκείνο, το οποίον έχει μάκρος ενός πήχεως, και όχι κατά το μέγεθος, διότι υπάρχει (και εις το παράδειγμα τούτο ίσως) ο ίδιος φόβος (της αντιρρήσεως).

Βέβαια, είπεν ο Κέβης.

Τι δε λέγεις; Εξηκολούθησεν ο Σωκράτης. Δεν θα εδυσκολεύεσο να είπης, όταν έν προστεθή εις άλλο έν, ότι η πρόσθεσις είναι αιτία, όπου έγειναν δύο, ή, όταν έν σχισθή εις δύο, ότι αιτία (του δύο) είναι το σχίσιμον; και δεν θα εφώναζες δυνατά ότι δεν ηξεύρεις κάθε πράγμα να γίνεται με άλλον τρόπον, πάρα αφού λάβη μέρος της ανηκούσης εις καθέν ουσίας, της οποίας ήθελε λάβει μέρος· και ότι εις (τα παραδείγματα) ταύτα δεν έχεις να είπης άλλην αιτίαν του ότι έγειναν (το έν και έν ή το ήμισυ και το ήμισυ) δύο, παρά διότι έλαβον μέρος εις την δυάδα και ότι πρέπει εκείνα, τα οποία μέλλουν να είναι δύο, να λάβουν μέρος εις αυτήν και εκείνο, το οποίον μέλλει να είναι έν (πρέπει να λάβη μέρος), εις την μονάδα; θα άφηνες δε κατά μέρος αυτά τα σχισίματα και τας προσθέσεις και τας άλλας τας τοιαύτας νοστιμάδας, αφήνων ν' αποκριθώσι με αυτάς εκείνοι, οι οποίοι είναι σοφώτεροι από σε· συ δε φοβούμενος, καθώς λέγουν, τον ίσκιον σου και την απειρίαν σου, στηριζόμενος εις την στερεότητα εκείνην της βάσεως (μας), δεν θα απεκρίνεσο τοιουτοτρόπως; Εάν δε εστηρίζετο κανείς εις την ιδίαν (μας) βάσιν, διά να την προσβάλη, θα τον άφηνες να λέγη και δεν θα απεκρίνεσο, έως ότου να εξετάσης, αν όσα συμπεραίνονται από εκείνην, κατά την κρίσιν σου, συμφωνούν ή δεν συμφωνούν μεταξύ των; όταν δε παρουσιάζετο ανάγκη να δώσης λόγον και δι' αυτήν την ιδίαν (βάσιν), θα έδιδες επίσης, θέτων πάλιν άλλην βάσιν, εκείνην, η οποία θα εφαίνετο καλυτέρα παρά τας προηγουμένας, έως να φθάσης εις κανέν πράγμα αρκετόν (δηλαδή αδιαφιλονείκητον); συγχρόνως δε (δεν είναι αληθές) ότι δεν θα τα ανεκάτευες καθώς οι φιλόνεικοι, συζητών και διά την βάσιν και διά τα εξ αυτής συμπεράσματα, εάν ήθελες να εύρης κανέν από τα πραγματικώς υπάρχοντα πράγματα; διότι ίσως εκείνοι ούτε ομιλούσιν ούτε φροντίζουσι δι' αυτό το πράγμα (δηλαδή διά τα πραγματικώς υπάρχοντα)· διότι είναι καλοί ανακατεύοντες όλα μαζί από την μεγάλην προκοπήν των να κατορθώνουν εν τούτοις να αρέσκουν οι ίδιοι εις τον εαυτόν των· συ δε, αν είσαι ένας από τους φιλοσόφους, θα έκαμνες, νομίζω, καθώς εγώ λέγω.

Αληθέστατα λέγεις, είπον μαζί και ο Σιμμίας και ο Κέβης.

Μα τον Δία, Φαίδων, είπεν ο Εχεκράτης, δίκαιον είχον βέβαια. Διότι μου φαίνεται ότι εκείνος όσον ήτο δυνατόν θαυμασίως καθαρά είπεν αυτά δι' εκείνον, ο οποίος έχει έστω και μικρόν νουν.

Και συγχρόνως εχαμογέλασε και είπε· Φαίνομαι ότι ομιλώ με λεπτομέρειαν συμβολαιογραφικήν αλλ' αυτό τουλάχιστον είναι βέβαια όπως λέγω.

Συνεφώνησεν ο Κέβης.

Το λέγω δε, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, ένεκα τούτου, επειδή επιθυμώ να σχηματίσης και συ την γνώμην, την οποίαν εσχημάτισα και εγώ. Διότι μου φαίνεται ότι όχι μόνον το ίδιον το μέγεθος ποτέ δεν θέλει να είναι συγχρόνως μεγάλον και μικρόν, αλλά ότι και το μέγεθος, το οποίον είναι μέσα εις ημάς, ποτέ δεν παραδέχεται την μικρότητα, ούτε θέλει να υπερτερήται, αλλ' έν από τα δύο· ή ότι φεύγει και αποσύρεται, όταν το εναντίον του, δηλαδή η μικρότης, πλησιάζη προς αυτό, ή άμα εκείνη (δηλαδή η μικρότης) παρουσιασθή, αυτό (δηλαδή το μέγεθος) χάνεται· και ότι, αν διαμείνη και δεχθή την μικρότητα, δεν θέλει να είναι άλλο παρά ό,τι ήτο προτήτερα. Καθώς εγώ αφ' ού εδέχθην και υπέμεινα την μικρότητα και εξακολουθώ ακόμη να είμαι εκείνος, οπού είμαι, είμαι δε ο ίδιος μικρός άνθρωπος, εκείνο δε (δηλαδή το μέγεθος), το οποίον είναι μεγάλο, δεν ετόλμησε να γείνη μικρόν επίσης δε και το μικρόν, το οποίον είναι μέσα μας, δεν θέλει ποτέ να γείνη μεγάλον, ούτε να είναι, ούτε κανένα άλλο από τα μεταξύ των εναντία, το οποίον είναι ακόμη ό,τι ήτο προτήτερα, θέλει ποτέ να γείνη και να είναι το εναντίον παρ' ό,τι είναι, αλλά ή απέρχεται ή χάνεται, όταν πάθη τούτο.

Μου φαίνεται, είπεν ο Κέβης, ότι είναι καθ' όλα έτσι.

Και είς από τους παρευρεθέντας (ποίος δε ήτο, καθαρά δεν ενθυμούμαι), άμα ήκουσεν αυτά, είπε· Διά το όνομα των θεών, δεν παρεδέχθημεν εις τας προηγουμένας ομιλίας μας το εναντίον ίσα ίσα από αυτά, τα οποία λέγομεν τώρα, ότι το μεγαλύτερον γίνεται από το μικρότερον και το μικρότερον από το μεγαλύτερον, και ότι υπάρχει πραγματικώς αυτός ο τρόπος να γίνωνται τα εναντία από τα εναντία; Τώρα δε λέγομεν, νομίζω, ότι τούτο δεν είναι δυνατόν να γείνη ποτέ.

Έτσι βέβαια ενομίσαμεν όλοι οι παρευρισκόμενοι, Εχέκρατες, είπεν ο Φαίδων.

Έτσι νομίζομεν και ημείς, είπεν ο Εχεκράτης, οι οποίοι δεν ήμεθα εκεί, τακούομεν δε τώρα. Αλλά ποία λοιπόν ήσαν εκείνα, τα οποία ελέχθησαν έπειτα από αυτά;

Καθώς μεν εγώ νομίζω, απεκρίθη ο Φαίδων, αφ' ού παρεδέχθημεν τας σκέψεις του ταύτας και ωμολογήσαμεν ότι κάθε μία ιδέα είναι κάτι, οπού υπάρχει, και ότι τα άλλα, τα οποία λαμβάνουν μέρος από αυτήν, λαμβάνουν από αυτήν την ιδίαν το όνομά των, εξηκολούθησεν έπειτα να ερωτά τον Κέβητα τοιουτοτρόπως· Εάν λοιπόν λέγης ότι αυτά είναι έτσι, όταν λέγης ότι ο Σιμμίας είναι μεγαλύτερος από τον Σωκράτην και μικρότερος από τον Φαίδωνα, άρα γε δεν λέγεις τότε ότι υπάρχουν και τα δύο εις τον Σιμμίαν και μέγεθος και μικρότης;

Μάλιστα, είπεν ο Κέβης.

Αλλά λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, παραδέχεσαι ότι το να είναι μεγαλύτερος ο Σιμμίας από τον Σωκράτην, δεν είναι μα την αλήθειαν έτσι, όπως το λέγομεν με τα λόγια· διότι ο Σιμμίας βέβαια δεν έγεινεν εκ φύσεως τοιούτος, ώστε να υπερτερή διά τούτο, διότι είναι Σιμμίας, αλλ' ένεκα του μεγέθους, το οποίον τυχαίνει να έχη. Ούτε να υπερτερή πάλιν τον Σωκράτην, διότι Σωκράτης είναι ο Σωκράτης, αλλά διότι ο Σωκράτης έχει μικρότητα σχετικώς με το μέγεθος εκείνου;

Αλήθειαν λέγεις, είπεν ο Κέβης.

Ούτε πάλιν βέβαια, είπεν ο Σωκράτης, να υπερτερήται από τον Φαίδωνα ένεκα τούτου, ότι Φαίδων είναι ο Φαίδων, αλλά διότι ο Φαίδων έχει μέγεθος σχετικώς με την μικρότητα του Σιμμίου;

Αληθινά είναι αυτά, είπεν ο Κέβης.

Τοιουτοτρόπως λοιπόν ο Σιμμίας λέγομεν ότι είναι μικρός και μεγάλος, διότι είναι ανάμεσα και εις τα δύο, προσφέρων μεν την μικρότητά του να την υπερτερή το μέγεθος του ενός, προσφέρων δε το μέγεθός του να υπερτερή την μικρότητα του άλλου.

Και ο Σωκράτης, αφ' ού επρόβαλεν εμπρός την κεφαλήν του και ήκουσεν, είπε· το εκράτησες εις την ενθύμησίν σου με γενναιότητα· δεν καταλαμβάνεις όμως την διαφοράν μεταξύ εκείνου, το οποίον τώρα λέγομεν, και εκείνου, το οποίον είπομεν τότε. Διότι τότε μεν ελέγομεν ότι το εναντίον πράγμα γίνεται από το εναντίον πράγμα· τώρα δε λέγομεν, ότι το ίδιον το εναντίον δεν είναι δυνατόν να γείνη εναντίον εις τον εαυτόν του, ούτε εκείνο, το οποίον είναι μέσα μας, ούτε εκείνο, το οποίον είναι μέσα εις την φύσιν. Διότι τότε μεν, φίλε μου, ελέγομεν περί εκείνων των πραγμάτων, τα οποία έχουσι τα εναντία των, και τα οποία ονομάζομεν με το όνομα εκείνων, τώρα δε ομιλούμεν περί εκείνων των ιδίων πραγμάτων, τα οποία, επειδή είναι μέσα εις τα υπάρχοντα, δίδουν το όνομά των εις αυτά· δεν ημπορούμεν δε να είπωμεν ποτέ ότι αυτά τα ίδια θα θελήσουν να δεχθούν να γίνωνται το έν από το άλλο. Και συγχρόνως κυττάξας τον Κέβητα είπεν· Άρα γε, Κέβη, μήπως τυχόν κανέν από αυτά, τα οποία αυτός είπεν, ετάραξε και σε;

Δεν ευρίσκομαι εις τοιαύτην κατάστασιν, είπεν ο Κέβης· αν και δεν ημπορώ να είπω, ότι πολλά πράγματα δεν με ταράττουν.

Έχομεν λοιπόν μαζί παραδεχθή, είπεν ο Σωκράτης, τούτο μόνον, ότι κανέν εναντίον πράγμα δεν ημπορεί να είναι το εναντίον εις τον εαυτόν του.

Δεν ημπορεί διόλου, είπεν ο Κέβης.

Εξέτασε λοιπόν, παρακαλώ, είπεν ο Σωκράτης, ακόμη και το εξής, διά να ίδωμεν αν θα το παραδεχθής· ονομάζεις κανέν πράγμα ζεστόν και κρύον;

Ναι βέβαια, είπεν ο Κέβης.

Άρα γε εκείνο, το οποίον ονομάζεις χιόνα και φωτιάν;

Μα τον Δία, όχι βέβαια.

Αλλά το ζεστόν είναι άλλο παρά η φωτιά και το κρύον άλλο παρά το χιόνι; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.

Ναι, είπεν ο Κέβης.

Αλλά τουλάχιστον το εξής, είπεν ο Σωκράτης, νομίζω ότι το παραδέχεσαι, ότι ποτέ το χιόνι, εν όσω τουλάχιστον είναι χιόνι, αφού δεχθή το ζεστόν, καθώς ελέγομεν εις τα προηγούμενα, θα εξακολουθήση να είναι ακόμη εκείνο, το οποίον ήτο, δηλαδή χιόνι και ζεστόν (συγχρόνως), αλλ' όταν πλησιάση το ζεστόν, ή θα υποχωρήση εις αυτό ή θα χαθή.

Βέβαια, είπεν ο Κέβης.

Και η φωτιά βεβαίως πάλιν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, όταν το ψυχρόν πλησιάση εις αυτήν, ή θα υποχωρήση ή θα χαθή· δεν θα τολμήση όμως ποτέ, αφού δεχθή την ψυχρότητα, να εξακολουθή να είναι ακόμη εκείνο, το οποίον ήτο, δηλαδή φωτιά και ψυχρόν μαζί.

Αλήθειαν λέγεις, είπεν ο Κέβης.

Συμβαίνει λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, ως προς μερικά από τα τοιαύτα, ώστε όχι μόνον η ιδέα των να κρίνηται αξία να έχη το ίδιον όνομα, πάντοτε καθ' όλον τον καιρόν, αλλά και έν άλλο, το οποίον δεν είναι μεν εκείνο, έχει όμως την μορφήν εκείνου πάντοτε, όταν ήθελεν υπάρχει. Ακόμη δε εις το εξής παράδειγμα θα είναι ίσως καθαρώτερον εκείνο, το οποίον λέγω, διότι πρέπει πάντοτε το περιττόν (το μονόν) να λαμβάνη το όνομα τούτου, το οποίον τώρα αναφέρομεν, ή όχι;

Πρέπει βέβαια, είπεν ο Κέβης.

Αλλ' ερωτώ τούτο, είπεν ο Σωκράτης· Άρα γε είναι το μονόν από τα πραγματικώς υπάρχοντα, το οποίον φέρει αυτό το όνομα, ή υπάρχει και κανέν άλλο, το οποίον δεν είναι μεν εκείνο, το οποίον είναι το μονόν, αλλ' όμως πρέπει να ονομάζωμεν και αυτό πάντοτε με το ιδικόν του όνομα, διότι εκ φύσεως είναι τοιούτον, ώστε ποτέ να μη υπάρχη χωρίς το μονόν; λέγω δε ότι αυτό είναι ένα τοιούτον πράγμα, ωσάν εκείνο, το οποίον έπαθε και η τριάς και πολλοί άλλοι αριθμοί. Εξέτασε λοιπόν διά την τριάδα, άρα γε δεν σου φαίνεται ότι πρέπει να την ονομάζωμεν πάντοτε και με το ιδικόν της όνομα και με το όνομα του περιττού (δηλαδή του μονού αριθμού), το οποίον δεν είναι το όνομα της τριάδος; Αλλ' όμως και η τριάς και η πεντάς και όλον το ήμισυ μέρος των αριθμών είναι κάπως εκ φύσεως τοιούτον, ώστε, εν ώ δεν είναι ό,τι είναι το περιττόν (το μονόν), είναι όμως πάντοτε καθείς από αυτούς αριθμός περιττός (δηλαδή μονός). Και πάλιν τα δύο και τα τέσσαρα και όλη πάλιν η άλλη σειρά των αριθμών, εν ώ δεν είναι ό,τι είναι το άρτιον (δηλαδή το ζυγόν), καθείς όμως από αυτούς είναι πάντοτε άρτιος (δηλαδή ζυγός). Το παραδέχεσαι ή όχι;

Και πώς όχι; είπεν ο Κέβης.

Πρόσεχε λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, εκείνο, το οποίον θέλω ν' αποδείξω· είναι δε το εξής· ότι όχι μόνον εκείνα τα εναντία φαίνονται ότι το έν δεν δέχεται το άλλο, αλλά και όσα, εν ώ δεν είναι εναντία μεταξύ των, έχουν πάντοτε τα εναντία των· φαίνεται ότι ούτε αυτά δέχονται εκείνην την ιδέαν, η οποία ήθελεν είναι εναντία με την υπάρχουσαν εις αυτά, αλλά, όταν αύτη παρουσιασθή, αυτά ή χάνονται ή υποχωρούν, Ή δεν θα είπωμεν ότι τα τρία και θα χαθούν και θα πάθουν ό,τι δήποτε άλλο πάθημα, προτού παρά να υποφέρωσιν, εν ώ είναι ακόμη τρία, να γείνωσι ζυγά;

Βέβαια, είπεν ο Κέβης.

Και όμως, είπεν ο Σωκράτης, ο αριθμός δύο τουλάχιστον δεν είναι πράγμα εναντίον εις τον αριθμόν τρία.

Δεν είναι βέβαια, είπεν ο Κέβης.

Και λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, όχι μόνον αι εναντίαι ιδέαι δεν υποφέρουσιν η μία την άλλην, όταν παρουσιάζηται, αλλά και μερικά άλλα ακόμη δεν υποφέρουσι τα εναντία, όταν παρουσιάζονται.

Αληθέστατα πράγματα λέγεις, είπεν ο Κέβης.

Θέλεις λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, αν είμεθα ικανοί, να προσδιορίσωμεν, οποία είναι αυτά;

Μάλιστα, είπεν ο Κέβης.

Άρα γε λοιπόν, Κέβη, είπεν ο Σωκράτης, δεν είναι εκείνα τα πράγματα, τα οποία, όποιον πράγμα και αν καταλάβωσι, το υποχρεώνουσιν όχι μόνον να έχη την ιδέαν του εαυτού του, αλλά προς τούτοις και την ιδέαν κανενός άλλου πράγματος εναντίου πάντοτε με αυτό;

Πώς λέγεις; Ηρώτησεν ο Κέβης.

Καθώς ελέγομεν προ ολίγου, είπεν ο Σωκράτης· διότι θα ηξεύρης βέβαια ότι εκείνα τα πράγματα, τα οποία ήθελε καταλάβει η ιδέα των τριών, είναι ηναγκασμένα όχι μόνον να είναι τρία, αλλά να είναι και περιττά (δηλαδή μονά);

Κάλλιστα το ηξεύρω, είπεν ο Κέβης.

Δεν λέγομεν λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, ότι η εναντία ιδέα εις εκείνην την μορφήν, η οποία το κάμνει τοιούτον, δεν είναι δυνατόν ποτε να έλθη εις το τοιούτον πράγμα;

Δεν είναι βέβαια δυνατόν να έλθη, είπεν ο Κέβης.

Το έκαμε δε βέβαια η ιδέα του περιττού; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.

Ναι, είπεν ο Κέβης.

Εναντία δε εις ταύτην είναι η ιδέα του αρτίου (δηλαδή του ζυγού);

Ναι, είπεν ο Κέβης.

Εις τα τρία λοιπόν η ιδέα του αρτίου (δηλαδή του ζυγού) δεν θα έλθη ποτέ; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.

Δεν θα έλθη βέβαια, απήντησεν ο Κέβης.

Τα τρία λοιπόν είναι αμέτοχα εις το άρτιον (δηλαδή εις το ζυγόν); Ηρώτησεν ο Σωκράτης.

Αμέτοχα, απήντησεν ο Κέβης.

Η τριάς λοιπόν είναι ανάρτιος (δηλαδή δεν είναι ζυγή);

Ναι, είπεν ο Κέβης.

Ιδού λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, εκείνο, το οποίον έλεγον να προσδιορίσωμεν, ποία δηλαδή πράγματα, εν ώ δεν είναι εναντία με άλλο, όμως δεν δέχονται αυτό ως εναντίον (καθώς τώρα η τριάς, η οποία, εν ώ δεν είναι εναντία εις τον ζυγόν αριθμόν, δεν δέχεται όμως αυτόν ένεκα τούτου διόλου, διότι φέρει πάντοτε κατόπιν του εκείνο, το οποίον είναι εναντίον· έτσι και η δυάς φέρει μαζί της το εναντίον εις το μονόν, και η φωτιά το εναντίον εις το ψυχρόν και άλλα πράγματα παραπολλά κάμνουν το ίδιον)· αλλά κύτταξε τώρα αν σου αρέσει να κάμωμεν έτσι τον ορισμόν, ότι όχι μόνον το εναντίον δεν δέχεται το εναντίον, αλλά και εκείνο που ήθελε φέρει μαζί του κάτι εναντίον προς εκείνο, προς το οποίον αυτό διευθύνεται, αυτό το ίδιον πού φέρει μαζί του, ποτέ δεν θα δεχθή το εναντίον εκείνου, το οποίον έφερε μαζί του. Ενθυμήσου δε πάλιν· διότι είναι καλύτερον ν' ακούη κανείς πολλάς φοράς· τα πέντε δεν θα δεχθούν την ιδέαν του αρτίου (δηλαδή του ζυγού), ούτε να δέκα, δηλαδή το διπλάσιον του πέντε, θα δεχθούν την ιδέαν του περιττού, δηλαδή του μονού· τούτο λοιπόν το διπλάσιον, αν και αυτό δεν είναι εναντίον με το περιττόν, όμως δεν θα δεχθή την ιδέαν του περιττού (δηλαδή του μονού). Ούτε τα τρία τέταρτα, ούτε τα άλλα τα τοιαύτα, ούτε το ήμισυ θα δεχθή την ιδέαν του όλου και το τρίτον πάλιν και όλα τα τοιαύτα μέρη δεν θα δεχθούν την ιδέαν του όλου· (ειπέ) αν με καταλαμβάνεις και νομίζεις και συ ότι αυτά είναι έτσι.

Και μου φαίνονται σωστά, είπεν ο Κέβης, και πολύ καλά σε καταλαμβάνω.

Λέγε μου λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, πάλιν από την αρχήν, και μη μου αποκρίνεσαι εκείνο, το οποίον σε ερωτώ, αλλά με άλλον τρόπον, κάμνων όπως κάμνω και εγώ. Θέλω δε να είπω ότι εκτός της αποκρίσεως εκείνης της βεβαίας, την οποίαν έλεγον κατ' αρχάς, βλέπω τώρα, κατόπιν εκείνων, τα οποία λέγομεν, και άλλην ασφαλή απόκρισιν. Διότι, αν μ' ερωτήσης, ποίον είναι εκείνο, το οποίον όταν υπάρξη μέσα εις το σώμα, το σώμα θα είναι θερμόν, δεν θα σοι είπω εκείνην την αμαθή απόκρισιν, η οποία είναι ασφαλής; Ότι δηλαδή είναι η θερμότης, αλλά κατόπιν εκείνων, τα οποία τώρα λέγομεν, θα σοι είπω απόκρισιν τεχνικωτέραν (σοφωτέραν), ότι δηλαδή είναι η φωτιά· ούτε αν μ' ερωτήσης, ποίον είναι εκείνο, το οποίον όταν συμβή μέσα εις το σώμα, το σώμα θ' αρρωστήση, δεν θα σοι είπω ότι είναι η αρρώστια, αλλά θα σοι είπω ότι είναι η θέρμη· ούτε εις το ποίον όταν συμβή μέσα εις τον αριθμόν, ο αριθμός γίνεται περιττός (δηλαδή μονός), δεν θα σοι είπω ότι είναι η περιττότης, αλλά η μονάς, και εις τα άλλα ομοίως. Αλλά κύτταξε, αν τώρα πλέον ηξεύρεις αρκετά εκείνο, το οποίον θέλω.

Αλλά πολύ αρκετά το ηξεύρω, είπεν ο Κέβης.

Αποκρίσου λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, ποίον είναι εκείνο, το οποίον αν γείνη μέσα εις το σώμα, το σώμα θα είναι ζωντανόν;

Είναι η ψυχή, είπεν ο Κέβης.

Τούτο λοιπόν συμβαίνει πάντοτε έτσι; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.

Και πώς όχι; Είπεν ο Κέβης.

Η ψυχή λοιπόν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, οποιονδήποτε πράγμα και αν καταλάβη, έρχεται πάντοτε εις αυτό φέρουσα ζωήν;

Έτσι έρχεται βέβαια, είπεν ο Κέβης.

Ποίον λοιπόν από τα δύο; Ηρώτησεν ο Σωκράτης. Υπάρχει κανέν πράγμα εναντίον εις την ζωήν ή δεν υπάρχει κανέν;

Υπάρχει έν, είπεν ο Κέβης.

Ποίον; ηρώτησεν ο Σωκράτης.

Ο θάνατος, απεκρίθη ο Κέβης.

Η ψυχή λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, δεν θα δεχθή ποτέ το εναντίον εις εκείνο, το οποίον φέρει πάντοτε μαζί της, καθώς εμείναμεν σύμφωνοι συνεπεία των προηγουμένων συλλογισμών μας.

Τούτο είναι και παρά πολύ βέβαιον, είπεν ο Κέβης.

Τι λοιπόν λέγεις; Εξηκολούθησεν ο Σωκράτης. Εκείνο, το οποίον δεν δέχεται την ιδέαν του αρτίου (δηλαδή του ζυγού), τώρα πώς το ονομάζομεν;

Ανάρτιον, είπεν ο Κέβης.

Εκείνο δε, το οποίον δεν δέχεται το δίκαιον, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, και εκείνο, το οποίον δεν δέχεται το μουσικόν δηλαδή το αγαθόν);

Άμουσον (δηλαδή κακόν) το δεύτερον, είπεν ο Κέβης, άδικον δε το άλλο.

Έστω, είπεν ο Σωκράτης. Εκείνο δε, το οποίον δεν δέχεται θάνατον, πώς το ονομάζομεν;

Αθάνατον, είπεν ο Κέβης.

Η ψυχή λοιπόν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, δέχεται ή δεν δέχεται θάνατον;

Δεν δέχεται, είπεν ο Κέβης.

Είναι λοιπόν η ψυχή αθάνατον; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.

Αθάνατον είναι, απεκρίθη ο Κέβης.

Έστω, είπεν ο Σωκράτης· να είπωμεν λοιπόν ότι τούτο έχει αποδειχθή, ή μήπως νομίζεις ότι δεν απεδείχθη;

Και πολύ αρκετά απεδείχθη, ω Σώκρατες.

Τι λοιπόν λέγεις, Κέβη; Είπεν ο Σωκράτης. Αν ήτο υποχρεωτικόν εις το ανάρτιον (δηλαδή εις εκείνο, οπού δεν είναι μονόν), να είναι άφθαρτον, τα τρία θα ήσαν άλλο τίποτε παρά άφθαρτα;

Και πώς όχι; Είπεν ο Κέβης.

Και λοιπόν εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, αν ήτο υποχρεωτικόν και το άζεστον να είναι άφθαρτον, οπόταν ήθελε πλησιάσει κανείς ζεστόν επάνω εις χιόνι, το χιόνι δεν θα εγλύτωνε και θα έμενεν απείρακτον και άλυωτον; Διότι βεβαίως δεν θα εφθείρετο, ούτε πάλιν υποφέρον το ζεστόν θα εδέχετο την ζέστην.

Αληθινά λέγεις, είπεν ο Κέβης.

Ομοίως δε, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, νομίζω ότι και το άκρυον, εάν ήτο άφθαρτον, οπόταν κανέν κρύον πράγμα επλησίαζεν επάνω εις την φωτιάν, αυτή ποτέ δεν θα εσβύνετο, ούτε θα εφθείρετο, αλλά θα έφευγεν εκείθεν απείρακτος.

Άφευκτον είναι, είπεν ο Κέβης.

Και λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, δεν είναι απαραίτητον να είπωμεν το ίδιον και διά το αθάνατον; Εάν το αθάνατον είναι και άφθαρτον, είναι αδύνατον εις την ψυχήν να φθαρή, όταν ο θάνατος έλθη εις αυτήν· διότι, σύμφωνα με όσα είπομεν προηγουμένως, δεν θα δεχθή τον θάνατον, ούτε θα γείνη αποθαμμένη καθώς είπομεν τα τρία, ούτε βέβαια πάλιν το περιττόν (δηλ. το μονόν), θα γείνη άρτιον (ζυγόν), ούτε η φωτιά θα γείνη κρύον, ούτε βέβαια η ζέστη, η οποία είναι μέσα εις την φωτιάν, δύναται να γείνη κρύον. Αλλά, ημπορούσε, να είπη κανείς, τι εμποδίζει το μεν μονόν να μη γίνεται ζυγόν, όταν πλησιάζη εις αυτό το ζυγόν, καθώς έχομεν παραδεχθή, αφ' ού δε αυτό (δηλαδή το μονόν) φθαρή, εις τον τόπον εκείνου να γείνη έν ζυγόν; Εις εκείνον, οπού λέγει αυτά, δεν δυνάμεθα να φιλονεικήσωμεν, υποστηρίζοντες ότι το μονόν δεν χάνεται· διότι το ανάρτιον (δηλαδή το μονόν) δεν είναι άφθαρτον. Διότι, αν παρεδεχόμεθα τούτο, θα υπεστηρίζομεν ευκόλως, ότι, όταν το ζυγόν παρουσιασθή, το μονόν και τα τρία παίρνουν και φεύγουν· και διά την φωτιάν και το ζεστόν και τα άλλα θα εσυζητούσαμεν με τον ίδιον τρόπον, ή όχι;

Βεβαιότατα, είπεν ο Κέβης.

Και τώρα λοιπόν επίσης, είπεν ο Σωκράτης, προκειμένου διά το αθάνατον, αν μεν παραδεχθώμεν ότι το αθάνατον είναι και άφθαρτον, η ψυχή, κοντά εις το ότι είναι αθάνατος, θα ήτο και άφθαρτος. Εάν δε δεν παραδεχθώμεν, θα είναι χρεία άλλης αποδείξεως.

Αλλά δεν είναι διόλου χρεία τουλάχιστον διά τούτο, είπεν ο Κέβης, διότι ποίον πράγμα θα απέφευγε την φθοράν, αν βεβαίως εκείνο, το οποίον είναι αθάνατον και αναλλοίωτον, δέχεται φθοράν;

Ο δε θεός βέβαια, είπεν ο Σωκράτης, και η ιδέα της ζωής, και κάθε άλλο πράγμα, το οποίον είναι αθάνατον, δεν ημπορεί παρά όλοι να βεβαιώσουν, καθώς νομίζω, ότι ποτέ δεν φθείρονται.

Όλοι βέβαια, μα τον Δία, οι άνθρωποι τουλάχιστον θα το βεβαιώσουν· και πολύ περισσότερον, καθώς εγώ φρονώ, οι θεοί, είπεν ο Κέβης.

Αφού λοιπόν το αθάνατον είναι και άφθαρτον, η ψυχή, αν συμβαίνη να είναι αθάνατος, ημπορεί να είναι άλλο τίποτε παρά και άφθαρτος; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.

Δεν ημπορεί παρά έτσι να είναι, είπεν ο Κέβης.

Όταν λοιπόν επέλθη θάνατος εις τον άνθρωπον, καθώς φαίνεται, το μεν θνητόν μέρος αποθνήσκει, το δε αθάνατον σηκώνεται και φεύγει απείρακτον και άφθαρτον, αφού σιγά σιγά δώση τόπον εις τον θάνατον.

Έτσι φαίνεται, είπεν ο Κέβης.

Η ψυχή λοιπόν, Κέβη, είπεν ο Σωκράτης, είναι πράγμα αθάνατον και άφθαρτον περισσότερον από κάθε άλλο· και αι ψυχαί μας πραγματικώς θα ευρίσκωνται εις την κατοικίαν του Άδου.

Εγώ λοιπόν βέβαια, ω Σώκρατες, είπεν ο Κέβης, δεν ευρίσκω τίποτε εναντίον να είπω εις αυτό, ούτε κανένα τρόπον να μη πιστεύσω εις τους λόγους σου· αλλ' αν αυτός εδώ ο Σιμμίας, ή κανείς άλλος έχη τι να είπη, θα κάμη καλά να μη κρατήση σιωπήν διότι, αν θέλη κανείς να είπη ή να ακούση τίποτε διά τα τοιαύτα πράγματα, δεν ηξεύρω εις ποίαν άλλην ευκαιρίαν παρά εις την παρουσιαζομένην τώρα ημπορεί ν' αναβάλη το πράγμα.

Αλλ' όμως, είπεν αυτός, δηλαδή ο Σιμμίας, δεν έχω πλέον λόγους να μη πιστεύω έπειτα από όσα είπες. Ένεκα όμως του μεγαλείου των πραγμάτων, περί των οποίων ωμιλήσαμεν, και επειδή δεν έχω υπόληψιν εις την ανθρωπίνην αδυναμίαν, ευρίσκομαι υποχρεωμένος να έχω ακόμη απιστίαν μέσα εις τον εαυτόν μου ως προς όσα είπομεν.

Όχι μόνον τούτο βέβαια, Σιμμία, είπεν ο Σωκράτης, αλλά λέγεις καλά και αυτά τα πράγματα και τας πρώτας των βάσεις, και αν ακόμη τας πιστεύητε, πρέπει όμως πάλιν να τας εξετάσωμεν καθαρώτερα και αν τας αναλύσητε αρκετά, θα παρακολουθήσητε, καθώς νομίζω, την ομιλίαν μου, όσον περισσότερον ημπορεί είς άνθρωπος να την παρακολουθήση· και αν τούτο το ίδιον συμπέρασμα γείνη φανερόν, δεν θα ζητήσητε καμμίαν παραπάνω απόδειξιν.

Αλήθειαν λέγεις, είπεν ο Κέβης.