Part 4
Καλά λέγεις, είπεν ο Κέβης. Και λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, χρεωστούμεν ν' απευθύνωμεν εις τους εαυτούς μας μίαν τοιαύτην ερώτησιν· ποίον τάχα πράγμα είναι υποκείμενον να παθαίνη αυτό το πάθημα, δηλαδή να διαλύηται και διά ποίον πράγμα πρέπει να φοβώμεθα μήπως πάθη αυτό το πάθημα και εις ποίον μέρος του· και έπειτα από τούτο χρεωστούμεν πάλιν να εξετάσωμεν τι από τα δύο είναι η ψυχή (διαλυτόν ή αδιάλυτον), και κρίνοντες από αυτά να ελπίζωμεν ή να φοβώμεθα διά την ψυχήν μας. Αλήθειαν λέγεις, είπεν ο Κέβης. Και λοιπόν εκείνο το οποίον έγεινεν από σύνθεσιν άλλων πραγμάτων και είναι σύνθετον πράγμα, είναι υποκείμενον να παθαίνη το εξής, να διαιρήται κατά τον τρόπον κατά τον οποίον συνετέθη; Εάν δε υπάρχη κανέν πράγμα, το οποίον να μη είναι σύνθετον, τούτο δεν είναι υποκείμενον, μόνον αυτό, να μη παθαίνη τοιαύτην διάλυσιν, περισσότερον από κάθε άλλο;
Μου φαίνεται ότι έτσι είναι, είπεν ο Κέβης.
Και λοιπόν εκείνα τα πράγματα, είπεν ο Σωκράτης, τα οποία ευρίσκονται πάντοτε κατά τον αυτόν τρόπον και εις την ιδίαν απαραλλάκτως κατάστασιν, δεν είναι επόμενον ότι αυτά προ πάντων είναι τα ασύνθετα (δηλαδή δεν αποτελούνται από μέρη), εκείνα δε τα οποία είναι άλλοτε έτσι και άλλοτε αλλέως και ποτέ δεν ευρίσκονται εις την ιδίαν κατάστασιν, ότι αυτά είναι τα σύνθετα (δηλαδή τα αποτελούμενα από μέρη);
Εγώ τουλάχιστον νομίζω ότι έτσι είναι, είπεν ο Κέβης.
Ας μεταβώμεν λοιπόν τώρα, είπεν ο Σωκράτης, εις εκείνα τα πράγματα περί των οποίων ωμιλούσαμεν προηγουμένως. Εκείνα τα πράγματα, τα οποία πραγματικώς υπάρχουν, και τα οποία εις την ομιλίαν μας εχαρακτηρίζαμεν ως τοιαύτα και εις τας ερωτήσεις και αποκρίσεις μας, τι από τα δύο, είναι τα ίδια πάντοτε κατά τον ίδιον τρόπον, ή άλλοτε είναι έτσι και άλλοτε αλλέως. Η καθ' αυτό ισότης, η καθ' αυτό ωραιότης, κάθε πράγμα καθ' αυτό, το οποίον πραγματικώς υπάρχει, μήπως υφίσταταί ποτε καμμίαν και οποιουδήποτε είδους αλλαγήν; Ή καθ' έν από αυτά τα οποία είναι ενός μόνον είδους καθ' αυτό υπάρχοντα πράγματα, ευρίσκονται πάντοτε κατά τον αυτόν τρόπον με μόνον τον εαυτόν των, αμετάβλητα και ποτέ δεν επιδέχονται εις κανέν μέρος και με κανένα τρόπον καμμίαν αλλαγήν; Δεν ημπορεί αλλέως, ω Σώκρατες, είπεν ο Κέβης, παρά να ευρίσκωνται κατά τον αυτόν τρόπον χωρίς καμμίαν αλλαγήν.
Τι δε λέγεις, είπεν ο Σωκράτης, διά τα πολλά ωραία πράγματα, λόγου χάριν δι' ωραίους ανθρώπους, ή ωραίους ίππους, ή ωραία φορέματα, ή δι' οιαδήποτε άλλα τοιαύτα πράγματα, ή δι' όλα εκείνα τα οποία έχουν το ίδιον όνομα με εκείνα, άρα γε δεν παθαίνουν καμμίαν αλλαγήν, ή όλως διόλου το εναντίον με εκείνα (δηλαδή τα πραγματικώς υπάρχοντα), διά να είπωμεν με ένα λόγον δεν ευρίσκονται ποσώς εις την αυτήν κατάστασιν ούτε τα ίδια με τον εαυτόν των, ούτε καμμίαν φοράν το έν με το άλλο;
Ταύτα πάλιν έτσι είνε, είπεν ο Κέβης· ποτέ δεν ευρίσκονται εις την αυτήν κατάστασιν· και λοιπόν ημπορείς και να τα εγγίσης, και να τα ίδης και να τα αισθανθής με τας άλλας σου αισθήσεις· εκείνα όμως τα οποία ευρίσκονται εις την αυτήν κατάστασιν (αμετάβλητα), δεν δύνασαι να τα εγγίσης ποτέ με τίποτε άλλο παρά με την σκέψιν του νου σου, αλλά τα τοιαύτα δεν έχουν μορφήν και δεν ημπορεί να τα ίδη κανείς;
Λέγεις, είπεν ο Κέβης, πράγματα όλως διόλου αληθινά.
Θέλεις λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, να παραδεχθώμεν των υπαρχόντων πραγμάτων δύο τάξεις, την τάξιν των ορατών και την τάξιν των αοράτων;
Ας παραδεχθώμεν, είπεν ο Κέβης.
Και ότι τα μεν αόρατα είναι πάντοτε τα ίδια αμετάβλητα, τα δε ορατά ότι δεν είναι ποτέ τα ίδια.
Ας παραδεχθώμεν και τούτο, είπεν ο Κέβης.
Έλα τώρα, είπεν ο Σωκράτης, ειπέ μου, αποτελούμεθα από τίποτε άλλο, παρά από δύο πράγματα, από το σώμα και από την ψυχήν;
Από τίποτε άλλο, είπεν ο Κέβης.
Με ποίαν λοιπόν από τας δύο τάξεις των πραγμάτων, είπεν ο Σωκράτης, το σώμα ομοιάζει περισσότερον και έχει περισσοτέραν συγγένειαν;
Τούτο βεβαίως είναι φανερόν εις κάθε άνθρωπον είπεν, ο Κέβης, ότι ομοιάζει με τα ορατά πράγματα.
Τι δε λέγεις; Η ψυχή είναι ορατόν πράγμα ή αόρατον; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.
Διά τους ανθρώπους τουλάχιστον δεν είναι ορατόν, ω Σώκρατες, είπεν ο Κέβης.
Αλλ' όμως ημείς βέβαια ελέγομεν τα πράγματα ότι είναι άλλα ορατά και άλλα αόρατα διά την φύσιν των ανθρώπων· ή νομίζεις ότι το ελέγομεν και διά καμμίαν άλλην φύσιν; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.
Το ελέγομεν διά την φύσιν των ανθρώπων, είπεν ο Κέβης.
Τι λέγομεν λοιπόν διά την ψυχήν, είπεν ο Σωκράτης, ότι είναι πράγμα ορατόν, ή ότι δεν είναι ορατόν;
Ότι δεν είναι ορατόν, είπεν ο Κέβης.
Είναι λοιπόν αόρατον; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.
Ναι, είπεν ο Κέβης.
Η ψυχή λοιπόν ομοιάζει με το αόρατον περισσότερον παρ' ό,τι ομοιάζει το σώμα, το δε σώμα ομοιάζει περισσότερον με το ορατόν, είπεν ο Σωκράτης.
Χωρίς άλλο, ω Σώκρατες, είπεν ο Κέβης.
Και λοιπόν δεν ελέγομεν από πολύν καιρόν και το εξής, ότι η ψυχή, όταν μεν μεταχειρίζηται και το σώμα διά να εξετάση κανέν πράγμα, ή διά μέσου της οράσεως, ή διά μέσου της ακοής, ή διά μέσου καμμίας άλλης αισθήσεως (διότι τούτο είναι το οποίον γίνεται διά του σώματος, η εξέτασις οιουδήποτε πράγματος διά της αισθήσεως), τότε μεν σύρεται από το σώμα εις τα πράγματα, τα οποία ποτέ δεν ευρίσκονται εις την ιδίαν κατάστασιν, και αυτή η ιδία περιπλανάται, ταράττεται και κλονίζεται ωσάν μεθυσμένη, διότι εγγίζει τοιαύτα πράγματα; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.
Βεβαίως, απεκρίθη ο Κέβης.
Όταν όμως εξετάζη αυτή μόνη με τον εαυτόν της, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, φεύγει τότε και πηγαίνει εκεί, εις εκείνο το οποίον και καθαρόν είναι και πάντοτε υπάρχει και αθάνατον είναι και ευρίσκεται εις την ιδίαν κατάστασιν και, επειδή είναι της αυτής φύσεως με αυτό, ευρίσκεται πάντοτε με εκείνο, όταν όμως ευρεθή αυτή μόνη με τον εαυτόν της και γείνη τούτο δυνατόν εις αυτήν, και παύει πλέον την περιπλάνησιν και ως προς εκείνα τα αντικείμενα (τα πραγματικώς υπάρχοντα, τα αόρατα) ευρίσκεται πάντοτε εις την αυτήν κατάστασιν υπό τους αυτούς όρους, διότι εγγίζει τοιαύτης φύσεως αντικείμενα; Και το πάθημά της τούτο δεν ονομάζεται φρόνησις (γνώσις, σοφία);
Εντελώς καλά ομιλείς, ω Σώκρατες, και αληθινά πράγματα (λέγεις), είπεν ο Κέβης.
Με ποίον λοιπόν από τα δύο ταύτα είδη (δηλαδή τα ορατά και τα αόρατα ή πραγματικώς υπάρχοντα) σου φαίνεται πάλιν και κατόπιν όσων είπομεν προηγουμένως, και κατόπιν όσων λέγομεν τώρα, ότι η ψυχή έχει περισσοτέραν ομοιότητα και συγγένειαν;
Εις εμέ τουλάχιστον φαίνεται, είπεν ο Κέβης, κατόπιν ταύτης της μεθόδου σου, ότι και ο πλέον χονδροκέφαλος ήθελε συμφωνήσει ότι η ψυχή όλη και καθ' όλα της περισσότερον ομοιάζει με εκείνο το οποίον ευρίσκεται πάντοτε εις την ιδίαν κατάστασιν (δηλαδή το αόρατον), παρά με εκείνο το οποίον δεν ευρίσκεται πάντοτε εις την ιδίαν κατάστασιν.
Και το σώμα, ηρώτησεν ο Σωκράτης;
Έχει περισσοτέραν ομοιότητα με το άλλο (δηλαδή το ορατόν), απεκρίθη ο Κέβης.
Παρατήρησον τώρα και υπό την ακόλουθον έποψιν, ότι, όταν η ψυχή και το σώμα ήθελον ευρίσκεσθαι μαζί, η φύσις διατάττει εις μεν το έν (δηλαδή το σώμα) να είναι δούλον και να εξουσιάζηται, εις δε την άλλην (δηλαδή την ψυχήν) να κυβερνά και να είναι κυρίαρχος· και σύμφωνα λοιπόν με αυτά πάλιν ποίον από τα δύο (τα σώμα ή η ψυχή) σου φαίνεται ότι είναι όμοιον με το θείον και ποίον με το θνητόν; Ή δεν σου φαίνεται ότι το μεν θείον εκ φύσεως έγεινεν ικανόν να εξουσιάζη και να κυβερνά, το δε θνητόν να εξουσιάζηται και να είναι δούλον; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.
Εγώ τουλάχιστον έτσι νομίζω, είπεν ο Κέβης.
Με ποίον λοιπόν από τα δύο (με το θείον ή με το θνητόν) η ψυχή ομοιάζει; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.
Είναι βέβαια φανερόν, ω Σώκρατες, είπεν ο Κέβης, ότι η μεν ψυχή ομοιάζει με το θείον, το δε σώμα με το θνητόν.
Εξέτασε λοιπόν, Κέβης είπεν ο Σωκράτης, αν εξ όλων, τα οποία έχομεν είπει, δυνάμεθα να συμπεράνωμεν, ότι η μεν ψυχή είναι ομοιοτάτη με το θείον και αθάνατον και νοητόν και μονοειδές και αδιάλυτον και ευρισκόμενον πάντοτε εις την ιδίαν κατάστασιν (δηλαδή αναλλοίωτον) και υπό τους αυτούς όρους· το δε σώμα ότι είναι ομοιότατον με το ανθρώπινον και θνητόν και ανόητον και πολυειδές και ευκολοδιάλυτον και το οποίον ποτέ δεν ευρίσκεται εις την ιδίαν κατάστασιν (δηλαδή πάντοτε μεταβάλλεται).
Εκτός τούτων έχομεν να είπωμεν τίποτε άλλο, αγαπητέ Κέβη, είπεν ο Σωκράτης, διά να αποδείξωμεν ότι αυτά δεν είναι έτσι;
Τι λοιπόν λέγεις, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, αφ' ού αυτά είναι έτσι, δεν είναι λοιπόν ίδιον του μεν σώματος γρήγορα να διαλύηται, της δε ψυχής πάλιν να είναι όλως διόλου αδιάλυτος, ή κάτι πλησίον με τούτο;
Πώς όχι; Είπεν ο Κέβης.
Παρατηρείς λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, ότι, όταν ο άνθρωπος αποθάνη, το μεν ορατόν μέρος αυτού, δηλαδή το σώμα, και το οποίον ευρίσκεται εις ορατόν τόπον, τον οποίον ονομάζομεν νεκρόν πτώμα, και το οποίον πρέπει να διαλυθή και ν' αποσυντεθή και να χαθή, δεν παθαίνει αμέσως τίποτε από αυτά, αλλά διατηρείται αρκετά πολύν καιρόν και αν κανείς αποθάνη, ο οποίος να είναι εύμορφος κατά το σώμα, διατηρείται με τοιαύτην ωραιότητα και παρά πολύ μάλιστα, διότι το σώμα αφ' ού πέση νεκρόν και ταριχευθή, καθώς εκείνα τα οποία έχουν ταριχευθή εις την Αίγυπτον, διατηρείται επί παρά πολύν καιρόν και σχεδόν πάντοτε· μερικά δε μέρη του σώματος, και τα οστά δηλαδή και τα νεύρα και όλα τα τοιαύτα, και εάν σαπούν, όμως, διά να είπωμεν έτσι, είναι αθάνατα· ή δεν είναι;
Ναι, είναι, είπεν ο Κέβης.
Η δε ψυχή λοιπόν, το αόρατον πράγμα, το οποίον πηγαίνει εις άλλον τόπον ωσάν αυτήν, ευγενή και καθαρόν και αόρατον, δηλαδή εις την κατοικίαν του Άδου, τη αληθεία πλησίον εις τον αγαθόν και σοφόν Θεόν, όπου, αν θέλη ο Θεός, μετ' ολίγον και η ιδική μου ψυχή θα υπάγη, αυτή λοιπόν η ψυχή, η οποία είναι τοιαύτη, και τοιουτοτρόπως έγεινεν εκ φύσεως, αφ' ού χωρισθή από το σώμα, θα διαλυθή και θα την χάσωμεν αμέσως, καθώς λέγουν οι περισσότεροι άνθρωποι; Αδύνατον είναι, αγαπητέ Κέβη και Σιμμία. Αλλά πολύ περισσότερον το πράγμα είναι ως εξής· εάν μεν η ψυχή χωρισθή από το σώμα καθαρά, χωρίς να σύρη μαζί της κανέν από τα ανήκοντα εις το σώμα, διότι θεληματικώς δεν ήτο συμμέτοχος εις τίποτε με αυτό κατά το διάστημα της ζωής, αλλ' απέφευγεν αυτό και ήτο συμμαζευμένη αυτή μόνη εις τον εαυτόν της, διότι διά τούτο εφρόντιζε πάντοτε· ότι τούτο δεν είναι τίποτε άλλο παρά ότι ορθώς εφιλοσόφει και εμελέτα πραγματικώς να αποθάνη ευκόλως· ή μήπως τούτο δεν είναι μελέτη θανάτου;
Βεβαιότατα, είπεν ο Κέβης.
Και λοιπόν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, εις τοιαύτην κατάστασιν ευρισκομένη δεν μεταβαίνει εις το όμοιον με αυτήν, το αόρατον, το θείον εν ταυτώ και αθάνατον και σοφόν, όπου, αφ' ού φθάση, ανήκει εις αυτήν να είναι ευτυχής, ελευθέρα από πλάνην και άγνοιαν και φόβους και αγρίας επιθυμίας και από τα άλλα ανθρώπινα κακά, καθώς δε λέγουν διά τους λαμβάνοντας μέρος εις τα μυστήρια, περνώσα αληθινά τον επίλοιπον καιρόν μαζί με θεούς. Να το παραδεχθώμεν έτσι, Κέβη, ή αλλέως; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.
Έτσι, μα τον Δία, είπεν ο Κέβης.
Νομίζω δε, είπεν ο Σωκράτης, ότι, εάν χωρισθή από το σώμα γεμάτη μιάσματα και ακαθαρσίας, διότι όλον τον καιρόν ευρίσκετο μαζί με το σώμα, και επεριποιείτο και ηγάπα τούτο, και ήτον από αυτό μαγευμένη, και ένεκα των επιθυμιών και ένεκα των ευχαριστήσεων, τόσον πολύ, ώστε να νομίζη ότι κανέν άλλο πράγμα δεν είναι αληθινόν παρά εκείνο, το οποίον έχει μορφήν σώματος, το οποίον ημπορεί κανείς να πιάση και να ίδη και να πίη και να φάγη και να μεταχειρισθή εις τας αφροδισίους ευχαριστήσεις· εκείνο δε το οποίον είναι σκοτεινόν και δεν ημπορούν τα μάτια να ίδουν, ημπορεί δε κανείς να το ίδη και να το συλλάβη διά της φιλοσοφίας, τούτο δε συνηθισμένη να μισή και να το τρέμη και να το αποφεύγη· νομίζεις ότι μία λοιπόν ψυχή ευρισκομένη εις τοιαύτην κατάστασιν ότι θα χωρισθή από το σώμα καθαρά και απλή;
Όλως διόλου, είπεν ο Κέβης.
Αλλά νομίζω βέβαια, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, ότι θα αφήση το σώμα τυλιγμένη με εκείνο το οποίον έχει μορφήν σώματος, το οποίον και η συναναστροφή και η συνεύρεσις με το σώμα, επειδή πάντοτε ευρίσκετο μαζί με αυτό και το επεριποιείτο πολύ, κατέστησαν εις αυτήν ωσάν φυσικόν.
Βέβαια, είπεν ο Κέβης.
Πρέπει δε βέβαια, είπεν ο Σωκράτης, να πιστεύωμεν, φίλε μου, ότι αυτό (το μίασμα της ψυχής) είναι ογκώδες και βαρύ και γήινον και ορατόν το οποίον και έχουσα η τοιαύτη ψυχή γίνεται βαρεία και σύρεται πάλιν εις τον ορατόν τόπον, και επειδή φοβείται το αόρατον και τον Άδην, τριγυρίζει ολόγυρα εις τα μνημεία και εις τους τάφους. Ολόγυρα ίσα ίσα εις τα οποία παρετηρήθησαν μερικά φαντάσματα ψυχών, ωσάν σκιαί, φαντάσματα τοιαύτα οποία παρουσιάζουν αι τοιαύται ψυχαί, αι οποίαι ελύθησαν από το σώμα όχι καθαραί, αλλ' εξακολουθούσαι να έχουν μέρος από το ορατόν και διά τούτο βλέπονται.
Τούτο βέβαια είναι επόμενον, ω Σώκρατες, είπεν ο Κέβης.
Επόμενον όμως είναι, Κέβη, ότι αύται δεν είναι βέβαια ψυχαί αγαθών ανθρώπων, αλλ' αι ψυχαί των κακών, αι οποίαι υποχρεώνονται να περιπλανώνται ολόγυρα εις τοιούτους τόπους υποφέρουσαι την τιμωρίαν της προηγουμένης των ζωής, η οποία ήτο κακή, και γυρίζουν εδώ και εκεί έως ότου, ένεκα της επιθυμίας της σωματικής μορφής, η οποία ακολουθεί μαζί των, δεθώσι πάλιν μέσα εις σώμα.
Δένονται δε, καθώς είναι επόμενον, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, εις τοιαύτας οποιασδήποτε συνηθείας, οποίας ήθελον εξασκήσει εις την ζωήν των.
Και ποίαι είναι αυταί λοιπόν αι συνήθειαι τας οποίας λέγεις, ω Σώκρατες; Ηρώτησεν ο Κέβης.
Λόγου χάριν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, εκείνοι, οι οποίοι έχουν εξασκήσει κοιλιοδουλείας και βιαιότητας και μέθας και δεν έδειξαν καμμίαν εντροπήν, είναι επόμενον ότι θα χωθώσι μέσα εις τα διάφορα γένη, των όνων και των τοιούτων ζώων. Ή δεν σου φαίνεται σωστόν;
Τούτο οπού λέγεις είναι πολύ σωστόν, είπεν ο Κέβης.
Εκείνοι δε, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, οι οποίοι έχουν προτιμήσει τας αδικίας και τας τυραννίας και τας αρπαγάς, είναι επόμενον ότι θα χωθώσιν εις τα διάφορα είδη των λύκων και των γυπών και των ιεράκων ή εις ποίον άλλο μέρος θα παραδεχθώμεν ότι θα υπάγουν αι τοιαύται ψυχαί;
Αναμφιβόλως, είπεν ο Κέβης, θα υπάγουν εις τα τοιαύτα μέρη.
Και λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, επίσης και τα άλλα είναι φανερά, ότι κάθε μία ψυχή θα υπάγη εις πράγμα όμοιον με εκείνο, εις το οποίον ενησχολείτο.
Είναι φανερόν, είπεν ο Κέβης, και πώς όχι;
Και λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, εκείνοι οι οποίοι εξήσκησαν την δημοτικήν και πολιτικήν αρετήν, ακριβώς εκείνην την οποίαν ονομάζουσιν οι άνθρωποι εγκράτειαν και δικαιοσύνην, η οποία προέρχεται από συνήθειαν και επιμέλειαν μόνον χωρίς να φιλοσοφή κανείς και να σκέπτηται, δεν είναι από τούτους οι ευτυχέστατοι και οι οποίοι πηγαίνουν εις κάλλιστον τόπον;
Πώς λοιπόν αυτοί είναι ευτυχέστατοι; ηρώτησεν ο Κέβης.
Διότι, είπεν ο Σωκράτης, επόμενον είναι να επιστρέφουν πάλιν εις έν γένος ζώων ωσάν αυτούς κοινωνικόν και ήμερον, ίσως ή μελισσών ή σφηκών ή μυρμήκων ή και εκ νέου εις το ίδιον το ανθρώπινον γένος και να γίνωνται από αυτούς άνδρες φρόνιμοι.
Επόμενον είναι, είπεν ο Κέβης.
Εις δε το γένος των θεών δεν είναι επιτετραμμένον να υπάγη κανείς εάν δεν φιλοσοφήση και δεν αναχωρήση απ' εδώ εντελώς καθαρός· κανείς άλλος δηλαδή παρά ο φιλομαθής· αλλ' ένεκα τούτων, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, φίλοι μου Σιμμία και Κέβη, οι αληθώς φιλόσοφοι αποφεύγουν όλας τας επιθυμίας, αι οποίαι αναφέρονται εις το σώμα, και επιμένουν και δεν παραδίδονται εις αυτάς και δεν φοβούνται ποσώς την καταστροφήν της περιουσίας των και την πτωχείαν καθώς ο όχλος και οι φιλοχρήματοι, ούτε φοβούνται πάλιν μήπως δεν τους τιμήσουν και δεν τους δοξάσουν οι μοχθηροί, καθώς κάμνουν οι φίλαρχοι και οι φιλόδοξοι. Τούτου ένεκα αποφεύγουσιν αυτάς.
Διότι δεν θα ήρμοζε τούτο εις αυτούς, ω Σώκρατες, είπεν ο Κέβης.
Μα τον Δία, δεν θα ήρμοζε, βέβαια, είπεν ο Σωκράτης, επομένως εκείνοι, οι οποίοι φροντίζουν διά την ψυχήν των και δεν ζώσι πλάττοντες (δηλαδή περιποιούμενοι) τα σώματά των, αφ' ού αποχαιρετίσουν όλα αυτά, δεν ακολουθούν τον ίδιον δρόμον με τους δευτέρους τούτους, διότι αυτοί δεν ηξεύρουν πού πηγαίνουν, αλλ' αυτοί, επειδή φρονούν ότι δεν πρέπει να πράττουν πράξεις εναντίας εις την φιλοσοφίαν και εις το λύσιμον και εις τον καθαρισμόν τον οποίον κάμνει εκείνη, διευθύνονται και ακολουθούν εκείνον τον δρόμον, τον οποίον εκείνη δεικνύει εις αυτούς.
Πώς, ω Σώκρατες; Ηρώτησεν ο Κέβης.
Εγώ θα σοι το είπω, είπεν ο Σωκράτης, διότι εκείνοι οι οποίοι αγαπώσι την μάθησιν (δηλαδή οι φιλόσοφοι), είπεν, ηξεύρουσιν ότι η φιλοσοφία επειδή παρέλαβε την ψυχήν των δεμένην αληθώς μέσα εις το σώμα και προσκολλημένην εις αυτό, υποχρεούμενην δε ωσάν διά φυλακίσεως να παρατηρή τα αληθινά υπάρχοντα πράγματα, διά μέσου τούτου (δηλαδή του σώματος), και όχι τον εαυτόν της διά του εαυτού της, και ότι κυλίεται μέσα εις τελείαν αμάθειαν και παρατηρήσασα καλώς ότι η φοβερά φυλάκισις προέρχεται ένεκα επιθυμιών, εις τρόπον ώστε ο ίδιος ο άνθρωπος να γίνηται βοηθός εις το να δεθή· όπως λοιπόν λέγω, εκείνοι οι οποίοι αγαπώσι την μάθησιν ηξεύρουν ότι η φιλοσοφία, αφού παραλάβη την ψυχήν αυτών ευρισκομένην εις τοιαύτην κατάστασιν, σιγά σιγά την παρηγορεί και προσπαθεί να την λύση, δεικνύουσα εις αυτήν ότι η μεν διά μέσα των ομμάτων παρατήρησις είναι γεμάτη από απάτην, από απάτην δε και η διά μέσου των ώτων και των άλλων αισθήσεων, πείθουσα δε αυτήν ν' απομακρύνηται από αυτά και να τα μεταχειρίζηται μόνον όταν είναι απόλυτη ανάγκη, παρακινούσα δε αυτήν να περιμαζεύηται και να συναθροίζηται μόνη μέσα εις τον εαυτόν της· να μη εμπιστεύηται δε εις κανένα άλλον, παρά μόνον αυτή εις τον εαυτόν της δι' οποιονδήποτε από τα πραγματικώς υπάρχοντα, το οποίον ήθελεν εξετάσει αυτή μόνη με τον εαυτόν της αυτό μόνον του· οποιονδήποτε δε πράγμα ήθελεν εξετάσει διά μέσου άλλων (δηλαδή αισθήσεων), επειδή είναι άλλο μέσα εις άλλα (δηλαδή αδιακόπως μεταβάλλεται), να νομίζη ότι δεν είναι διόλου αληθές, ότι δε είναι μεν το τοιούτον πράγμα και αισθητόν και ορατόν εκείνο δε, το οποίον μόνη της βλέπει, ότι είναι νοητόν και αόρατον. Εις τούτο λοιπόν το λύσιμον, επειδή νομίζει ότι δεν πρέπει να εναντιώνηται η ψυχή του αληθινού φιλοσόφου, διά τούτο αποφεύγει όσον ημπορεί και τας ευχαριστήσεις και τας επιθυμίας και τας λύπας και τους φόβους, επειδή σκέπτεται ότι, οπόταν ήθελε κανείς ευχαριστηθή δυνατά ή φοβηθή ή λυπηθή ή επιθυμήσει, δεν παθαίνει διόλου από αυτά κανέν κακόν τόσον μικρόν, όσον ήθελε νομίσει κανείς, οποίον παθαίνει λόγου χάριν ή όταν αρρωστήση ή όταν εξοδιάση τίποτε ένεκα των επιθυμιών του, αλλά παθαίνει εκείνο το οποίον είναι το μεγαλύτερον και το χειρότερον από όλα τα κακά, και χωρίς να το καταλαμβάνη.
Ποίον είναι τούτο, ω Σώκρατες; Ηρώτησεν ο Κέβης.
Ότι, είπεν ο Σωκράτης, η ψυχή κάθε ανθρώπου υποχρεώνεται συγχρόνως να ευχαριστηθή ή να δυσαρεστηθή δυνατά δι' οιονδήποτε αντικείμενον, νομίζουσα ότι εκείνο το αντικείμενον, εκ του οποίου παθαίνει τούτο περισσότερον, είναι και καθαρώτατον και αληθέστατον, εν ώ δεν είναι τοιούτον· ταύτα δε (τα οποία προξενούν την ευχαρίστησιν ή δυσαρέσκειαν) είναι προ πάντων τα ορατά ή όχι;
Βεβαίως, είπεν ο Κέβης.
Και λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, όταν παθαίνη τούτο προ πάντων η ψυχή, δεν δένεται καλά από το σώμα;
Πώς λοιπόν; Ηρώτησεν ο Κέβης.
Διότι, είπεν ο Σωκράτης, κάθε ευχαρίστησις και δυσαρέσκεια, ωσάν να έχη καρφίον, καρφώνει και προσκολλά αυτήν (την ψυχήν) εις το σώμα, και την κάμνει σωματοειδή και νομίζουσαν ότι είναι αληθινά εκείνα, τα οποία και το σώμα ήθελεν είπη ότι είναι αληθινά. Διότι, επειδή έχει την ιδίαν γνώμην με το σώμα και ευχαριστείται με τα ίδια πράγματα, με τα οποία και εκείνο ευχαριστείται, υποχρεώνεται, νομίζω, ν' αποκτήση τα ίδια ήθη και τα ίδια έθιμα με αυτό και τοιαύτα, ώστε ποτέ να μη φθάση καθαρά εις την κατοικίαν του Άδου, αλλά να εξέρχηται πάντοτε γεμάτη από το σώμα, ώστε γρήγορα να πίπτη πάλιν μέσα εις άλλο σώμα και να φυτρώνη εκεί ωσάν να σπείρηται και ένεκα τούτου να μη λαμβάνη μέρος εις την συναναστροφήν του θείου και καθαρού και μονοειδούς.
Αληθέστατα λέγεις, ω Σώκρατες, είπεν ο Κέβης.
Ένεκα τούτων λοιπόν, Κέβη, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, εκείνοι, οι οποίοι αληθινά επιθυμούσι να μανθάνωσιν, είναι εγκρατείς και ανδρείοι, όχι ένεκα εκείνων των λόγων, τους οποίους φαντάζεται ο όχλος· ή παραδέχεσαι την ιδέαν του λαού;
Εγώ όχι, είπεν ο Κέβης.
Όχι βέβαια, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, αλλ' η ψυχή φιλοσόφου ανθρώπου δεν είναι δυνατόν να σκεφθή παρά τοιουτοτρόπως· και δεν είναι δυνατόν να νομίση ότι πρέπει η μεν φιλοσοφία να λύη αυτήν, εν ώ δε εκείνη την λύει, αυτή να παραδίδη τον εαυτόν της εις τας ευχαριστήσεις και τας δυσαρεσκείας, να δένεται πάλιν και άλλας φοράς, και να πράττη έργον ατελείωτον, υφαίνουσα κατ' αντίθετον τρόπον το πανί της Πηνελόπης· αλλ' απεναντίας προετοιμάζουσα γαλήνην από αυτά τα πράγματα (δηλαδή αποχήν απ' αυτά), ακολουθούσα την λογικήν σκέψιν και ευρισκομένη πάντοτε μέσα εις την λογικήν ταύτην σκέψιν, θεωρούσα διαρκώς την αλήθειαν και το θείον και το ανώτερον από κάθε σκέψιν και τρεφομένη από εκείνο, πιστεύει ότι πρέπει να ζη κατ' αυτόν τον τρόπον, εν όσω εδώ ζη, και ότι, όταν τελειώση την εδώ ζωήν, αφ' ού φθάση εις εκείνο, το οποίον είναι της αυτής φύσεως και όμοιον με αυτήν, θα ελευθερωθή από τα ανθρώπινα κακά. Ένεκα δε του τοιούτου τρόπου της ζωής, Σιμμία και Κέβη, δεν είναι διόλου παράξενον ότι, αφ' ού εφαρμόση ταύτα κατά τον χωρισμόν της από το σώμα, δεν θα φοβηθή μήπως μερικοί άνεμοι φυσήσουν και την πάρουν και φύγη και πετώσα εδώ και εκεί χαθή και καταντήση τίποτε, ώστε να μη ευρίσκηται πουθενά.
Αφ' ού είπε ταύτα ο Σωκράτης, έγεινε σιωπή, δια πολλήν ώραν· και ο ίδιος, καθώς φανερά εφαίνετο, ήτο συλλογισμένος με την ομιλίαν, την οποίαν έκαμε, καθώς και οι περισσότεροι από ημάς. Ο Κέβης δε και ο Σιμμίας συνομιλούν σιγά μεταξύ των και ο Σωκράτης, αφ' ού είδεν αυτούς τους δύο ομιλούντας, ηρώτησε:
Τι ελέγετε μεταξύ σας; Μήπως σας φαίνεται ότι ωμίλησα ελλιπώς; Διότι το ζήτημα έχει ακόμη πολλάς αμφιβολίας και αντιρρήσεις, αν πρόκειται να διαπραγματευθή κανείς αυτά τα πράγματα αρκετά. Όταν λοιπόν εσκέπτεσθε κανέν άλλο πράγμα, δεν λέγω τίποτε· εάν δε έχητε ακόμη καμμίαν απορίαν δι' αυτά, διόλου μη δυσκολευθήτε να την είπητε και να διαπραγματευθήτε το ζήτημα και σεις οι ίδιοι, εάν νομίζητε ότι ημπορεί με κάποιον τρόπον να το είπη κανείς καλύτερα και να πάρητε πάλιν και εμέ μαζί σας (εις την συζήτησιν), όταν νομίζητε ότι μαζί μου θα ευκολυνθήτε περισσότερον.
Και ο Σιμμίας είπε· και όμως, ω Σώκρατες, θα σοι είπω την αλήθειαν. Διότι από πολλήν ώραν και ο είς και ο άλλος από ημάς, επειδή έχομεν απορίας, ο είς σπρώχνει τον άλλον και του λέγει να ερωτήση, διότι επιθυμούμεν μεν ν' ακούσωμεν, δυσκολευόμεθα δε να σου προξενήσωμεν ενόχλησιν, μήπως τούτο σου είναι δυσάρεστον ένεκα της παρούσης συμφοράς.
Και εκείνος, αφ' ού ήκουσε ταύτα με αταραξίαν, εγέλασε και είπεν· Αλλοίμονον, Σιμμία, βεβαίως δυσκόλως ήθελα πείσει τους άλλους ανθρώπους, ότι δεν νομίζω ως συμφοράν αυτό οπού μ' εύρε, όταν βέβαια δεν ημπορώ να πείσω ούτε σας· να φοβάσθε μήπως τώρα ευρίσκομαι κάπως εις περισσοτέραν λύπην· και, καθώς φαίνεται, σας φαίνομαι ότι είμαι κατά την μαντικήν τέχνην κατώτερος από τους κύκνους, οι οποίοι, ότε ήθελον καταλάβει ότι μέλλουν ν' αποθάνουν, εν ώ ψάλλουν και εις τον προηγούμενον καιρόν, τότε ίσα ίσα ψάλλουν περισσότερον και καλύτερον, χαίροντες, διότι μέλλουν να υπάγουν πλησίον του Θεού, του οποίου είναι υπηρέται. Οι δε άνθρωποι ένεκα του φόβου των διά τον θάνατον συκοφαντούν τους κύκνους και λέγουν ότι αυτοί, επειδή θρηνούν τον θάνατον, ψάλλουν από την λύπην των και δεν σκέπτονται ότι κανέν πτηνόν δεν ψάλλει, όταν πεινά ή κρυώνη ή έχη καμμίαν άλλην λύπην, ούτε η ιδία η αηδών ούτε η χελιδών ούτε ο τσαλαπετεινός, τα οποία λέγουν οι άνθρωποι ότι ψάλλουν, θρηνούντα από την λύπην των· αλλ' ούτε αυτά μου φαίνονται ότι ψάλλουν ένεκα λύπης, ούτε οι κύκνοι, αλλά νομίζω, ότι, επειδή είναι αφιερωμένοι εις τον Απόλλωνα, έχουν το προτέρημα να μαντεύουν, και επειδή ηξεύρουν από προτήτερα τα καλά τα οποία υπάρχουν εις τον Άδην, ψάλλουν και διασκεδάζουν εκείνην την ημέραν περισσότερον παρά κατά τον προηγούμενον καιρόν. Εγώ δε νομίζω ότι εδώ είμαι και εγώ δούλος μαζί με τους κύκνους, και αφιερωμένος εις τον ίδιον θεόν, και έχω λάβει από τον κύριόν μου το χάρισμα να μαντεύω καλύτερα από εκείνους, και να χωρίζωμαι από την ζωήν όχι περισσότερον από αυτούς κακοκαρδισμένος. Ένεκα τούτου λοιπόν πρέπει να λέγητε και να ερωτάτε ό,τι θελήσητε, εν όσω το επιτρέπουσιν οι Ένδεκα άρχοντες των Αθηναίων.