Φαίδων

Part 2

Chapter 2 5 words Public domain Markdown

Άφησέ τον, είπεν ο Σωκράτης. Αλλ' εις σας λοιπόν τους δικαστάς θέλω τώρα ν' απολογηθώ περί των αιτίων διά τα οποία μου φαίνεται ότι άνθρωπος, ο οποίος αφιέρωσε την ζωήν του εις την φιλοσοφίαν, όταν πρόκειται ν' αποθάνη, ευλόγως πρέπει να έχη γενναιότητα, και ότι πρέπει να είναι πλήρης ελπίδος ότι εκεί (εις την άλλην ζωήν) θα επιτύχη μέγιστα αγαθά, αφ' ού αποθάνη. Εγώ λοιπόν θα προσπαθήσω να είπω, Σιμμία και Κέβη, τας αποδείξεις περί του ότι αυτά είναι όπως τα λέγω. Διότι όσοι έτυχε να καταγίνωνται σωστά εις την φιλοσοφίαν τρέχουν τον κίνδυνον να μη τους καταλαμβάνουν οι άλλοι ότι αυτοί κανέν άλλο έργον δεν κάμνουν παρά ν' αποθνήσκουν και να είναι αποθαμμένοι. Εάν λοιπόν τούτο είναι αληθές, θα ήτο βεβαίως γελοίον εις όλην των μεν την ζωήν να μη έχουν μέσα εις την καρδίαν των άλλο πράγμα παρά τούτο, δηλ. τον θάνατον όταν δε αυτός τέλος έλθη, να λυπώνται δι' εκείνο το πράγμα, το οποίον από πολύν καιρόν επεθύμουν και εζήτουν.

Και ο Σιμμίας, αφ' ού εγέλασεν, είπε· Μ' έκαμες να γελάσω, μα τον Δία, ω Σώκρατες, εν ώ τώρα μάλιστα δεν είχον καμμίαν όρεξιν να γελάσω. Διότι οι περισσότεροι άνθρωποι, αφ' ού ακούσουν αυτό το οποίον λέγεις, δεν αμφιβάλλω ότι θα συμφωνήσουν ότι πολύ καλά ελέχθη αυτός ο λόγος διά τους καταγινομένους εις την φιλοσοφίαν, και οι μεν πατριώται μου οι Θηβαίοι παρά πολύ θα συνεφώνουν ότι πραγματικώς οι ενασχολούμενοι εις την φιλοσοφίαν επιθυμούν να αποθάνουν, και οι Θηβαίοι τουλάχιστον ηξεύρουν ότι τους αξίζει να πάθουν αυτό το πράγμα. Και λέγουν βεβαίως την αλήθειαν, Σιμμία· εκτός τούτου μόνον, ότι οι Θηβαίοι ηξεύρουν τούτο, εν ώ δεν ηξεύρουν βεβαίως πως οι αληθινοί φιλόσοφοι επιθυμούσι τον θάνατον και πως τους αξίζει ο θάνατος. Αλλ' αφ' ού αφήσωμεν ησύχους τους Θηβαίους, ας ομιλήσωμεν, είπε, μεταξύ μας· νομίζομεν ότι ο θάνατος είναι κανέν πράγμα;

Βεβαίως, είπεν ο Σιμμίας διακόψας.

Άρα γε μήπως είναι άλλο τι ο θάνατος παρά ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα; Και μήπως το να είναι κανείς αποθαμμένος θα είπη το μεν σώμα, αφ' ού χωρισθή από την ψυχήν, να υπάρχη μόνον του χωριστά, η δε ψυχή, αφ' ού χωρισθή από το σώμα, να είναι μόνη της χωριστά; Άρα γε μήπως ο θάνατος είναι άλλο τι και όχι τούτο;

Όχι, αλλά τούτο είναι, είπεν ο Σιμμίας. Εξέτασον λοιπόν, καλέ μου φίλε, εάν παραδέχησαι και συ ως ορθά εκείνα, τα οποία και εγώ παραδέχομαι· διότι νομίζω ότι από αυτά αναχωρούντες θα μάθωμεν καλύτερα εκείνα, δια τα οποία ερευνώμεν. Σου φαίνεται ότι αρμόζει εις φιλόσοφον άνθρωπον να ριφθή εις τας ονομαζομένας ηδονάς (γλέντια), λόγου χάριν τας εξής, τα φαγητά και τα ποτά;

Διόλου, ω Σώκρατες, είπεν ο Σιμμίας.

Τι δε; Του αρμόζει να ριφθή εις τα αφροδίσια;

Ουδόλως, είπεν ο Σιμμίας.

Τι δε; Νομίζεις ότι ο τοιούτος άνθρωπος θεωρεί πολυτίμους τας άλλας διά το σώμα περιποιήσεις; Λόγου χάριν τας αποκτήσεις μεγαλοπρεπών φορεμάτων και υποδημάτων, και τους άλλους διά το σώμα στολισμούς, ποίον από τα δύο νομίζεις, ότι αποδίδει τιμήν εις αυτούς ή όχι, καθόσον δεν έχει απόλυτον ανάγκην να τους μεταχειρίζηται;

Ο αληθινός φιλόσοφος, είπεν ο Σιμμίας, εγώ τουλάχιστον φρονώ, ότι δεν αποδίδει τιμήν εις αυτά.

Δεν σου φαίνεται λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, ότι η ενασχόλησις του τοιούτου φιλοσόφου δεν αποβλέπει εις το σώμα, αλλά καθ' όσον ημπορεί απομακρύνεται από αυτό, διευθύνεται δε προς την ψυχήν;

Βεβαίως, είπεν ο Σιμμίας.

Άρα γε λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, κατά πρώτον μεν εις τα τοιαύτα πράγματα δεν είναι φανερόν ότι ο φιλόσοφος χωρίζει όσον το δυνατόν περισσότερον την ψυχήν από την συγκοινωνίαν με το σώμα, εξαιρετικώς από τους άλλους ανθρώπους;

Είναι φανερόν, είπεν ο Σιμμίας.

Και ότι ίσως βέβαια, Σιμμία, λέγει ο Σωκράτης, οι περισσότεροι άνθρωποι φρονούσιν ότι δεν αξίζει τον κόπον να ζη εκείνος, εις τον οποίον κανέν από τα τοιαύτα δεν προξενεί ευχαρίστησιν, ούτε μέρος λαμβάνει εις αυτά, και ότι εκείνος όστις δεν φροντίζει διόλου διά τας ηδονάς, αι οποίαι προξενούνται διά μέσου του σώματος, κοντεύει κάπως να είναι αποθαμμένος.

Λέγεις βεβαίως, είπεν ο Σιμμίας, πράγματα πολύ αληθινά.

Και τι να είπωμεν λοιπόν δι' αυτήν την απόκτησιν της γνώσεως, ποίον από τα δύο, είναι το σώμα εμπόδιον, εάν το συμπαραλαμβάνωμεν ως συμμέτοχον εις την ζήτησιν αυτής; Εξηγούμαι με το ακόλουθον παράδειγμα· η όρασις άρα γε και η ακοή προσφέρουν τίποτε αληθινόν εις τον άνθρωπον; Ή και οι ποιηταί (11) έχουν δίκαιον επαναλαμβάνοντες πάντοτε εις ημάς τα τοιαύτα τουλάχιστον, ότι ούτε ακούομεν τίποτε ακριβές ούτε βλέπομεν; Εν τούτοις, αν αύται από τας σωματικάς αισθήσεις δεν είναι μήτε ακριβείς μήτε καθαραί, αι άλλαι βεβαίως πολύ ολιγώτερον θα είναι τοιαύται· διότι όλαι είναι κάπως πλέον αδύνατοι από αυτάς. Ή δεν σας φαίνεται ότι είναι τοιαύται;

Τοιαύται είναι βεβαιότατα, είπεν ο Σιμμίας.

Πότε λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, η ψυχή επιτυγχάνει την αλήθειαν; Διότι, όταν μεν επιχειρή να εξετάση κανέν πράγμα μαζί με το σώμα, είναι φανερόν ότι τότε εξαπατάται από αυτό.

Αλήθειαν λέγεις, είπεν ο Σιμμίας.

Άρα γε λοιπόν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, εάν γίνηται φανερόν εις την ψυχήν κανέν από ταληθινά πράγματα εις κανέν άλλο μέρος αυτής, δεν συμβαίνει τούτο εις την συλλογιστικήν αυτής ενέργειαν;

Ναι, είπεν ο Σιμμίας.

Μεταχειρίζεται δε βεβαίως την λογικήν της ενέργειαν κάλλιστα, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, τότε όταν κανέν από αυτά δεν την ενοχλή, μήτε η ακοή, μήτε η όρασις, μήτε ο πόνος, μήτε η ευχαρίστησις, αλλ' ευρίσκηται όσον το δυνατόν περισσότερον μόνη της, αφίνουσα το σώμα κατά μέρος, και, όταν, καθόσον ημπορεί, μη συγκοινωνούσα με αυτό μήτε εγγίζουσα αυτό ορέγηται την πραγματικήν αλήθειαν.

Αληθινά είναι αυτά, είπεν ο Σιμμίας.

Δεν είναι λοιπόν αληθές, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, ότι και εις αυτήν την περίστασιν η ψυχή του φιλοσόφου καταφρονεί τα μέγιστα το σώμα και φεύγει μακράν από αυτό, ζητεί δε να μείνη μόνη της;

Τούτο είναι φανερόν, είπεν ο Σιμμίας.

Αλλά τι είναι λοιπόν αυτά οπού θα είπω, Σιμμία; Εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, θα είπωμεν ότι το καθ' αυτό δίκαιον είναι κάτι τι, ή ότι δεν είναι τίποτε;

Θα είπωμεν, μα τον Δία, είπεν ο Σιμμίας, ότι είναι κάτι τι.

Και το ωραίον και το αγαθόν, ότι είναι και αυτά κάτι τι;

Και πώς όχι; Απεκρίθη ο Σιμμίας.

Έως τώρα λοιπόν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, είδες καμμίαν φοράν κανέν από τα τοιαύτα με τους οφθαλμούς σου;

Διόλου, είπεν ο Σιμμίας.

Αλλά, είπεν ο Σωκράτης, ήγγισας αυτά με καμμίαν από τας άλλας σωματικάς σου αισθήσεις; Και λέγω τούτο δι' όλα, λόγου χάριν διά το μέγεθος, διά την υγείαν και με ένα λόγον διά την ουσίαν όλων των άλλων, δι' ό,τι δηλαδή τυχαίνει να είναι καθέν από αυτά· άρα γε το αληθέστατον μέρος αυτών είναι δυνατόν να το θεωρήση κανείς διά μέσου του σώματος; Ή μήπως συμβαίνει το εξής· όποιος από ημάς ήθελε προετοιμάσει τον εαυτόν του να εξετάση περισσότερον και ακριβέστερον με τον νουν του αυτό καθ' αυτό το κάθε πράγμα, περί του οποίου εξετάζει, αυτός ημπορεί να φθάση πλησιέστατα να λάβη γνώσιν του κάθε πράγματος;

Βεβαιότατα, είπεν ο Σιμμίας. Άρα γε λοιπόν, εκείνος ήθελε κάμει τούτο καθαρώτατα, ο οποίος όσον το δυνατόν περισσότερον ήθελε διευθυνθή εις κάθε πράγμα με μόνην την διάνοιάν του, χωρίς να μεταχειρισθή μαζί την όρασιν, εν ώ σκέπτεται ο νους του, μήτε να σύρη καμμίαν άλλην αίσθησιν μαζί με την ενέργειαν του λογικού, αλλά μεταχειριζόμενος μόνην την διάνοιάν του καθαράν αναλαμβάνει να καταδιώξη καθέν από ταληθινά πράγματα μόνον του και καθαρόν, αφ' ού χωρισθή όσον το δυνατόν περισσότερον και από τους οφθαλμούς και από τα ώτα και, διά να είπωμεν ούτως, από όλον εν γένει το σώμα, διότι τούτο ταράττει και δεν αφήνει την ψυχήν ν' αποκτήση την αλήθειαν και την γνώσιν, όταν λαμβάνη και αυτό μέρος εις την εξέτασιν· άρα γε δεν είναι αυτός, Σιμμία, περισσότερον από κάθε άλλον εκείνος, που θα κατορθώση να εύρη το αληθινά υπάρχον;

Θαυμάσια, είπεν ο Σιμμίας, πόσον αληθινά πράγματα λέγεις, ω Σώκρατες.

Εξ όλων τούτων αναχωρούντες οι αληθινοί φιλόσοφοι, είπεν ο Σωκράτης, σχηματίζουσιν αναγκαίως τοιαύτην ιδέαν, ώστε και μεταξύ των τοιαύτα να λέγωσιν, ότι κάποιο μονοπάτι τρόπον τινά εις την σκέψιν μας αλλάζει τον δρόμον εις ημάς και εις το λογικόν· διότι εν όσω έχομεν το σώμα και η ψυχή μας είναι ανακατωμένη μαζί με το τοιούτον κακόν, ποτέ δεν θ' αποκτήσωμεν αρκετά εκείνο το οποίον επιθυμούμεν· λέγομεν δε ότι τούτο είναι η αλήθεια. Διότι το μεν σώμα παρέχει εις ημάς χιλίων ειδών φροντίδας διά την αναγκαίαν [??] ακόμη δε, αν επέλθωσι και μερικαί ασθένειαι εμποδίζουσιν ημάς από την επιδίωξιν του αληθινά υπάρχοντος, μας γεμίζει δε το σώμα από επιθυμίας και πάθη και φόβους και κάθε είδους πλάσματα της φαντασίας και πολλήν φλυαρίαν (12)· ώστε, καθώς λέγουσιν, ούτε και είναι πραγματικώς κατορθωτόν εις ημάς εξ αιτίας του να έχωμέν ποτε καμμίαν πραγματικήν γνώσιν, διότι πολέμους και ταραχάς και μάχας κανέν άλλο πράγμα δεν προξενεί παρά το σώμα και τα πάθη αυτού. Διότι όλοι οι πόλεμοι γίνονται διά την απόκτησιν των χρημάτων, υποχρεωνόμεθα δε ν' αποκτώμεν χρήματα εξ αιτίας του σώματος, γινόμενοι δούλοι εις την περιποίησιν αυτού και ως εκ τούτου, δηλαδή του σώματος, δι' όλους τούτους τους λόγους δεν ευρίσκομεν καιρόν διά την φιλοσοφίαν. Το δε χειρότερον από όλα, ότι, και εάν εύρωμεν καμμίαν ευκαιρίαν να χωρισθώμεν από αυτό και να επιδοθώμεν εις την εξέτασιν κανενός πράγματος, αυτό παρεμβαίνον πάλιν παντού εις τας ερεύνας μας, προξενεί εις ημάς ταραχήν και σύγχυσιν και έκπληξιν, ώστε εξ αιτίας του να μη ημπορώμεν να διακρίνωμεν την αλήθειαν αλλά πραγματικώς απεδείχθη εις ημάς ότι, εάν μέλλωμεν καμμίαν φοράν να μάθωμεν κανέν πράγμα καθαρά, πρέπει να χωρισθώμεν από αυτό και να παρατηρήσωμεν με μόνην την ψυχήν τα πράγματα μόνα· και τότε, καθώς φαίνεται, θα είναι δυνατόν εις ημάς ν' απολαύσωμεν εκείνο, το οποίον επιθυμούμεν και του οποίου λέγομεν ότι είμεθα ερασταί, δηλαδή την γνώσιν, αφ' ού παύσωμεν να ζώμεν, καθώς το λογικόν αποδεικνύει, όχι δε εν όσω ζώμεν. Διότι, εάν δεν είναι δυνατόν μαζί με το σώμα να μάθωμεν κανέν πράγμα καθαρά, έν από τα δύο, ή πουθενά δεν είναι δυνατόν ν' αποκτήσωμεν την πραγματικήν γνώσιν, ή είναι τούτο δυνατόν, αφού αποθάνωμεν· διότι τότε η ψυχή θα είναι μόνη της χωριστά από το σώμα, προτύτερα δε όχι· και ενόσω θα ευρισκώμεθα εις την ζωήν, θα είμεθα, καθώς φαίνεται, ούτω πλησιέστερα εις την αληθινήν γνώσιν, εάν όσον το δυνατόν περισσότερον παύσωμεν να έχωμεν συγκοινωνίαν με το σώμα, εκτός εν περιπτώσει απολύτου ανάγκης, και δεν γεμίζωμεν τον εαυτόν μας από την (μολυσμένην) φύσιν αυτού, αλλά μένωμεν καθαροί χωριστά από αυτό, έως ότου μας ελευθερώση ο ίδιος ο θεός. Και τοιουτοτρόπως χωριζόμενοι και μένοντες καθαροί από την ανοησίαν του σώματος, ως είναι επόμενον, θα είμεθα με άλλους τοιούτους (καθαρούς) και θα μάθωμεν διά μέσου του εαυτού μας την καθαράν πραγματικότητα· τούτο δε ίσως είναι η αλήθεια· διότι δεν είναι συγχωρημένον εις τον μη καθαρόν να εγγίση πράγμα καθαρόν. Νομίζω, Σιμμία, ότι είναι απαραίτητον όλοι οι αληθώς φιλομαθείς να λέγωσι τοιαύτα ο είς εις τον άλλον και να τα φρονώσι. Ή δεν νομίζεις ότι ούτω πρέπει να κάμνουν;

Ούτω πρέπει να κάμνουν περισσότερον από κάθε άλλο, ω Σώκρατες, είπεν ο Σιμμίας.

Και λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, εάν ταύτα, φίλε μου, είναι αληθή, υπάρχει μεγάλη ελπίς διά κάθε άνθρωπον, όταν φθάση εκεί όπου εγώ τώρα πηγαίνω, ότι θα αποκτήση εκεί αρκετά, περισσότερον παρά εις κάθε άλλο μέρος, τούτο το πράγμα, ένεκα του οποίου ενησχολήθην πολύ καθ' όλην την περασμένην ζωήν μου, ώστε βεβαίως το ταξείδιον, το οποίον διετάχθην τώρα να κάμω, γίνεται με καλήν ελπίδα και δι' άλλον άνθρωπον, ο οποίος νομίζει ότι έχει προετοιμάσει τον νουν του εις το να είναι τρόπον τινά καθαρός.

Βεβαιότατα, είπεν ο Σιμμίας.

Άρα γε δε κάθαρσις (της ψυχής) δεν συμβαίνει να είναι αυτό, το οποίον από πολλήν ώραν αναφέρομεν εις την ομιλίαν μας, το να χωρίζωμεν δηλαδή, όσον το δυνατόν περισσότερον την ψυχήν από το σώμα, και να συνηθίσωμεν αυτήν να συλλέγηται και να συναθροίζηται από όλα τα μέρη του σώματος χωριστά μόνη της, και να κατοική μόνη με τον εαυτόν της όσον το δυνατόν, και εις τον τωρινόν καιρόν και εις τον κατόπιν, ελευθερωνομένη από το σώμα, όπως λύεται κανείς από τα δεσμά;

Βεβαιότατα, είπεν ο Σιμμίας.

Και λοιπόν τούτο βεβαίως δεν ονομάζεται θάνατος, το λύσιμον δηλαδή και ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα;

Βεβαιότατα, είπεν ο Σιμμίας.

Εκείνοι δε, οι οποίοι ορθώς φιλοσοφούσι με όλην την καρδίαν των, καταγίνονται πάντοτε και μόνοι να την λύωσι (την ψυχήν), καθώς λέγομεν, και αυτή ίσα ίσα είναι η ενασχόλησις των φιλοσόφων, το λύσιμον και ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα, ή όχι;

Είναι φανερόν ότι ναι, είπεν ο Σιμμίας.

Και λοιπόν δεν θα ήτο γελοίον, εκείνο το οποίον έλεγον κατ' αρχάς, άνθρωπος, ο οποίος προετοιμάζει τον εαυτόν του κατά τον καιρόν της ζωής τοιουτοτρόπως, ώστε να είναι όσον το δυνατόν πλησιέστερον εις τον θάνατον, να ζη κατ' αυτόν τον τρόπον, και έπειτα, όταν αυτός (δηλαδή ο θάνατος) έλθη προς αυτόν, να λυπήται; τούτο δεν είναι γελοίον;

Και πώς όχι; είπεν ο Σιμμίας.

Πραγματικώς λοιπόν, Σιμμία, είπεν ο Σωκράτης, όσοι φιλοσοφούσιν ορθώς καταγίνονται εις το να αποθάνωσι, και το να αποθάνωσι προξενεί εις αυτούς φόβον πολύ ολιγώτερον παρά εις όλους τους άλλους ανθρώπους. Εξέτασον δε από τα ακόλουθα. Εάν βεβαίως μισούν καθ' όλα το σώμα, επιθυμούν δε να έχωσι την ψυχήν των μόνην της, αφού δε γίνη τούτο, φοβούνται και λυπούνται, δεν θα ήτο τούτο μεγάλη ανοησία, εάν δεν υπάγουν μ' ευχαρίστησιν εκεί, οπού υπάρχει ελπίς ότι, αφού φθάσουν θα επιτύχωσιν εκείνο (το καλόν), το οποίον επεθύμουν καθ' όλην την ζωήν των· επεθύμουν δε γνώσιν (της αληθείας), θα έχωσι δε ελευθερωθή από εκείνο (το σώμα δηλαδή), το οποίον υπήρχε μαζί των και το οποίον είχον μισήσει· ή όταν αγαπητά παιδία και γυναίκες και υιοί των απέθανον, πολλοί βέβαια άνθρωποι ηθέλησαν με την καρδίαν των να υπάγωσιν εις τον Άδην, παρακινούμενοι από αυτήν την ελπίδα, ότι θα ίδωσιν εκεί εκείνους, τους οποίους επεθύμουν, και θα είναι μαζί με αυτούς, όταν δε κανείς πραγματικώς επιθυμή αληθινήν γνώσιν και λάβη με πολλήν βεβαιότητα αυτήν ίσα ίσα την ελπίδα, ότι δεν θα επιτύχη αυτήν εις κανέν άλλο μέρος κατά τρόπον άξιον λόγου παρά εις τον Άδην, θα λυπηθή, διότι πρόκειται ν' αποθάνη, και δεν θα υπάγη εκεί με ευχαρίστησιν; Πρέπει βεβαίως να νομίζωμεν, φίλε μου, ότι θα υπάγη ευχαρίστως, εάν είναι πραγματικώς φιλόσοφος· διότι θα σχηματίση ισχυράν πεποίθησιν περί τούτων, ότι δεν θα επιτύχη καθαρά την γνώσιν της αληθείας εις κανέν άλλο μέρος, παρά μόνον εκεί. Εάν δε τούτο είναι έτσι, δεν θα ήτο μεγάλη ανοησία, καθώς προ ολίγου έλεγον, εάν ο τοιούτος εφοβείτο τον θάνατον;

Πολλή μεγάλη βεβαίως ανοησία θα ήτο, μα τον Δία, είπεν ο Σιμμίας.

Και λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, δεν είναι διά σε αρκετή απόδειξις τούτο, ως προς άνθρωπον τον οποίον θα έβλεπες να λυπήται, διότι πρόκειται ν' αποθάνη, ότι αυτός βεβαίως δεν ήτο φιλόσοφος, αλλά κάποιος φιλοσώματος άνθρωπος; ο ίδιος δε κατά πάσαν πιθανότητα τυγχάνει να είναι και φιλοχρήματος και φιλόδοξος, έχων ή το έν από τα δύο αυτά ή και τα δύο;

Είναι έτσι, είπεν ο Σιμμίας, πραγματικώς όπως λέγεις.

Άρα γε λοιπόν, Σιμμία, είπεν ο Σωκράτης, και η ονομαζομένη ανδρεία δεν ταιριάζει περισσότερον εις τους ούτω πως διακειμένους (δηλαδή τους φιλοσόφους);

Εξάπαντος βέβαια, είπεν ο Σιμμίας. Και η σωφροσύνη (η εγκράτεια δηλαδή), την οποίαν και ο όχλος όμοια ονομάζει σωφροσύνην, το να μη παρασύρηται δηλαδή κανείς από τας επιθυμίας, αλλά να τας περιφρονή και να τας κανονίζη, άρα γε δεν ταιριάζει εις μόνους τούτους, οι οποίοι παραπολύ περιφρονούσι το σώμα και ζώσι με φιλοσοφίαν;

Δεν ημπορεί να είναι αλλέως, είπεν ο Σιμμίας.

Διότι, εάν θέλης, είπεν ο Σωκράτης, να εξετάσης με τον νουν σου και την ανδρείαν και την εγκράτειαν των άλλων, των μη φιλοσόφων, θα σοι φανή ότι δεν έχει τον τόπον της.

Αλλά πώς λοιπόν τούτο, ω Σώκρατες; Είπεν ο Σιμμίας.

Ηξεύρεις, απεκρίθη ο Σωκράτης, ότι όλοι οι άλλοι (εκτός των φιλοσόφων) νομίζουσιν ότι ο θάνατος είναι έν από τα μεγαλύτερα κακά;

Κάλλιστα το ηξεύρω, είπεν ο Σιμμίας.

Οι ανδρείοι λοιπόν από αυτούς δεν υπομένουσι τον θάνατον, όταν τον υπομένωσιν, από φόβον μόνον μεγαλυτέρων κακών;

Αυτό είναι αλήθεια, είπεν ο Σιμμίας.

Όλοι λοιπόν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, είναι ανδρείοι, διότι φοβούνται και η ανδρεία των είναι αποτέλεσμα φόβου, εκτός των φιλοσόφων. Και όμως είναι απρεπές να είναι κανείς ανδρείος ένεκα φόβου ή δειλίας.

Βεβαιότατα, είπεν ο Σιμμίας.

Οι εγκρατείς από αυτούς δεν παθαίνουν αυτό το ίδιον; είναι δηλαδή εγκρατείς ένεκά τινος ακολασίας· και μολονότι λέγομεν βεβαίως ότι τούτο είναι αδύνατον, αλλ' όμως συμβαίνει εις αυτούς ό,τι παθαίνουν με αυτήν την ανόητον εγκράτειάν των να είναι το ίδιον με τούτο (το οποίον προείπομεν)· διότι, επειδή φοβούνται ότι θα στερηθώσιν άλλων ευχαριστήσεων και επειδή επιθυμούσιν εκείνας, απέχουσιν από άλλας, διότι κυριεύονται από άλλας πάλιν. Αν και ονομάζουσι βεβαίως ακολασίαν το να εξουσιάζηται κανείς από τας ηδονάς, αλλ' όμως συμβαίνει εις αυτούς, ενώ κυριεύονται από ηδονάς, να εξουσιάζουν αυτοί άλλας ηδονάς. Τούτο δε είναι όμοιον με εκείνο, το οποίον προ ολίγου ελέγομεν, ήγουν με το ότι αυτοί έγιναν εγκρατείς, τρόπον τινά ένεκα ακολασίας.

Φαίνεται, βέβαια, είπεν ο Σιμμίας.

Ω καλότυχε Σιμμία, παρατήρησε, μήπως αυτός δεν είναι ο ίσος δρόμος, ο οποίος οδηγεί εις την αρετήν, το ν' ανταλλάσσωμεν δηλαδή ηδονάς με ηδονάς και λύπας με λύπας και φόβον με φόβον και μεγαλύτερα με μικρότερα, καθώς ανταλλάσσομεν νομίσματα· αλλά μήπως εκείνο μόνον είναι το σωστόν νόμισμα, η ορθή γνώσις, και μήπως πραγματικώς όλα αγοράζονται και πωλούνται με αυτό και μαζί με αυτό, και η ανδρεία δηλαδή και η εγκράτεια και η δικαιοσύνη, και μήπως με ένα λόγον η αληθινή αρετή είναι μαζί με την ορθήν γνώσιν, και όταν ακόμη και αι ευχαριστήσεις και οι φόβοι και όλα τα άλλα τα όμοια με αυτά και τα αποκτώμεν και τα χάνομεν. Ταύτα δε, όταν χωρισθώσιν από την ορθήν γνώσιν και ανταλλάσσωνται το έν με το άλλο, παρατήρησον μήπως η τοιαύτη αρετή είναι καμμία ζωγραφία σκιάς και πραγματικώς δουλική και δεν έχει τίποτε υγιές ουδέ αληθές· μήπως δε η αλήθεια είναι κάποια κάθαρσις από όλα τα τοιαύτα, και μήπως η εγκράτεια και η δικαιοσύνη και η ανδρεία και αυτή η ορθή γνώσις είναι κάποιος καθαρισμός (13), και βεβαίως αυτοί οι οποίοι μας εσύστησαν τας μυστικάς τελετάς (τα Ελευσίνια μυστήρια) δεν είναι βεβαίως άνθρωποι χωρίς αξίαν, αλλά μήπως πραγματικώς υπαινίττονται από πολύν καιρόν τούτο, ότι όποιος υπάγη εις την κατοικίαν του Άδου χωρίς να λάβη γνώσιν των μυστηρίων και λάβη μέρος εις την εκτέλεσιν αυτών θα ευρίσκηται μέσα εις την λάσπην (214), εκείνος δε ο οποίος καθαρισθή και λάβη μέρος εις την εκτέλεσιν αυτών, άμα φθάση εκεί, θα κατοική μαζί με τους θεούς, «διότι υπάρχουσι βεβαίως, λέγουσιν οι ενασχολούμενοι εις τας μυστικάς τελετάς, πολλοί μεν οι οποίοι φέρουν θύρσον, ολίγοι δε οι εμπνευσμένοι»(15). Αυτοί δε κατά την γνώμην μου δεν είναι άλλοι παρά όσοι υπήρξαν αληθείς φιλόσοφοι. Είς εκ των οποίων και εγώ βέβαια, καθόσον τουλάχιστον ημπόρεσα, δεν παρέλειψα τίποτε εις την ζωήν μου, αλλά προσεπάθησα με όλην μου την καρδίαν με κάθε τρόπον να γίνω. Εάν δε ορθώς προσεπάθησα και εάν ωφελήθην τίποτε, αφ' ού υπάγω εκεί, θα μάθω την αλήθειαν, εάν ο θεός θέλη, ολίγον υστερώτερα, καθώς μου φαίνεται. Εγώ λοιπόν αυτήν την απολογίαν κάμνω, Σιμμία και Κέβη, διά ν' αποδείξω ότι ευλόγως δεν δυσαρεστούμαι οπού αφήνω και σας και τους εδώ κυρίους μου, ούτε λυπούμαι, διότι νομίζω ότι και εκεί όχι ολιγώτερον παρά εδώ θ' απαντήσω και αγαθούς κυρίους και αγαθούς φίλους· τούτο δε οι περισσότεροι άνθρωποι δεν το πιστεύουσιν. Εάν λοιπόν με την απολογίαν μου κατέπεισα σας περισσότερον παρά τους δικαστάς των Αθηναίων, θα είμαι πολύ ευχαριστημένος.

Αφ' ού λοιπόν είπε ταύτα ο Σωκράτης, ο Κέβης έλαβε τον λόγον και είπεν:

Ω Σώκρατες, όσα μεν άλλα είπομεν εγώ τουλάχιστον νομίζω ότι είναι ορθά, όσα δε περί ψυχής προξενούν εις τους ανθρώπους μεγάλην απιστίαν, διότι φοβούνται μήπως, αφ' ού χωρισθή από το σώμα, δεν υπάρχει πλέον εις κανέν μέρος, αλλά καταστρέφεται και διαλύεται κατ' εκείνην την ημέραν, κατά την οποίαν ο άνθρωπος ήθελεν αποθάνει, αμέσως καθώς χωρισθή από το σώμα, και μήπως, καθώς εξέρχεται, αφ' ού σκορπισθή ωσάν φύσημα ή καπνός, χαθή πετώσα και δεν υπάρχη πλέον εις κανέν μέρος· επειδή, εάν ήθελεν υπάρχει εις κανέν μέρος περιμαζευμένη μόνη της μέσα εις τον εαυτόν της και χωρισμένη από αυτά τα κακά, τα οποία προ ολίγου ανέφερες, θα υπήρχε πολλή και καλή ελπίς, ω Σώκρατες, ότι εκείνα τα οποία λέγεις είναι αληθινά. Αλλ' ίσως τούτο ίσα ίσα έχει ανάγκην από εξήγησιν και απόδειξιν όχι ολίγην, ότι η ψυχή του ανθρώπου, αφ' ού αποθάνη, εξακολουθεί να υπάρχη και έχει κάποιαν δύναμιν και γνώσιν.

Αλήθειαν λέγεις, Κέβη, είπεν ο Σωκράτης, αλλά τι λοιπόν να κάμωμεν; Ή θέλεις να εξετάσωμεν συνομιλούντες περί αυτών ίσα ίσα των πραγμάτων, εάν είναι επόμενον να είναι έτσι, ή όχι;

Εγώ λοιπόν βέβαια, είπεν ο Κέβης, ήθελον ακούσει με ευχαρίστησιν ποίαν γνώμην έχεις περί αυτών των πραγμάτων.

Εγώ τουλάχιστον δεν φρονώ, είπεν ο Σωκράτης, ότι, εάν κανείς ακούση τώρα, και κωμωδοποιός εάν είναι, όσα λέγω, ήθελεν είπει ότι πολυλογώ και ότι δεν ομιλώ διά πράγματα, τα οποία μας αποβλέπουν. Εάν λοιπόν νομίζης καλόν και αν είναι χρεία να εξετάσωμεν, ας εξετάσωμεν αυτό ούτω πως, αν αι ψυχαί των ανθρώπων, αφ' ού αποθάνουν, ευρίσκονται εις τον τόπον του Άδου ή όχι. Αυτή μεν η γνώμη, την οποίαν έχομεν αναφέρει, είναι παλαιά, ότι εξακολουθούν να υπάρχουν αι ψυχαί, φθάνουσαι εκεί (εις τον Άδην) από εδώ, και ότι εκ νέου εκείθεν φθάνουσιν εδώ και γεννώνται από τους αποθαμμένους. Και αν αυτό είναι έτσι, αν δηλαδή, οι ζωντανοί γίνωνται πάλιν από τους αποθαμμένους, θα παραδεχθώμεν άλλο τι παρά ότι αι ψυχαί μας υπάρχουν εκεί; Διότι δεν θα ήρχοντο βεβαίως πάλιν εδώ, εάν δεν υπήρχον, και τούτο θα ήτο αρκετή απόδειξις του ότι αυτά είναι αληθινά, εάν εγίνετο πραγματικώς φανερόν ότι οι ζωντανοί από πουθενά αλλού δεν γίνονται παρά από τους αποθαμμένους. Εάν δε τούτο δεν είναι αληθινόν, θα ήτο τότε ανάγκη καμμιάς άλλης αποδείξεως.

Βεβαιότατα, είπεν ο Κέβης.

Το ακόλουθον, είπεν ο Σωκράτης, μη εξετάσης μόνον αναφορικώς προς τους ανθρώπους, εάν θέλης εύκολα να το μάθης, αλλά και αναφορικώς προς όλα τα ζώα και τα φυτά και προς όλα ομού όσα έρχονται εις την ζωήν· δι' όλα αυτά ας ίδωμεν, άρα γε όλα γίνονται κατ' αυτόν τον τρόπον, δηλαδή όχι από αλλού παρά τα εναντία γίνονται από τα εναντία των, όσα συμβαίνει να έχουν τοιούτον τι (δηλαδή το εναντίον των)· λόγου χάριν το ωραίον είναι βέβαια το εναντίον με το άσχημον, και το δίκαιον με το άδικον και βεβαίως και άλλα αμέτρητα είναι έτσι. Τούτο λοιπόν ας εξετάσωμεν· άρα γε είναι απαραίτητον εις όσα πράγματα υπάρχει κάτι άλλο εναντίον των, αυτά να μη γίνωνται από πουθενά αλλού, παρά από το εναντίον με αυτά; Λόγου χάριν όταν έν πράγμα γίνηται μεγαλύτερον, είναι βεβαίως απαραίτητον από μικρότερον οπού ήτο προτύτερα να γίνηται έπειτα μεγαλύτερον;

Ναι, είπεν ο Κέβης.

Λοιπόν και εάν γίνη μικρότερον, από μεγαλύτερον που ήτο προτύτερα, δεν θα γίνη ύστερα μικρότερον; Εξηκολούθησεν ο Σωκράτης.

Έτσι είναι, είπεν ο Κέβης.

Επίσης, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, το πλέον αδύνατον δεν γίνεται από το δυνατώτερον, και το πλέον γρήγορον από το αργότερον;

Βεβαίως, είπεν ο Κέβης.

Τι δε λέγεις εξηκολούθησεν ο Σωκράτης. Αν κανέν πράγμα γίνεται χειρότερον, δεν έγινε τοιούτον από καλύτερον οπού ήτο; Και, εάν γίνη δικαιότερον, δεν έγινεν από αδικώτερον;

Και πώς όχι; είπεν ο Κέβης,

Έχομεν λοιπόν τούτο αρκετά αποδείξει, είπεν ο Σωκράτης, ότι όλα τα πράγματα γίνονται κατ' αυτόν τον τρόπον, δηλαδή τα εναντία γίνονται από τα εναντία των.

Βέβαια, είπεν ο Κέβης.

Τι δε πάλιν λέγεις; Είπεν ο Σωκράτης. Υπάρχει και κάτι εις αυτά τα πράγματα ωσάν αυτό όπου θα είπω, δηλαδή ανάμεσα εις όλα τα ζεύγη των εναντίων δύο γεννήσεις, επειδή αυτά είναι από δύο, ήγουν από τα έν εις το άλλο και πάλιν δευτέραν φοράν από το δεύτερον εις το πρώτον; Διότι μεταξύ ενός πράγματος μεγαλυτέρου και ενός μικρότερου υπάρχει αύξησις και ελάττωσις· και έτσι λέγομεν ότι το μεν έν αυξάνει, το δε άλλο μικραίνει.

Ναι, είπεν ο Κέβης.

Λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, το ανακάτωμα και ο χωρισμός και το κρύο και η ζέστη και όλα τα πράγματα έτσι γίνονται· αν δε εις μερικάς περιστάσεις δεν έχομεν ονόματα να τα ονομάζωμεν, πραγματικώς όμως παντού δεν ημπορεί να γίνωνται αλλέως πως παρά έτσι· δηλαδή να γίνωνται το έν από το άλλο και να υπάρχη παραγωγή του ενός από του άλλου και κατόπιν δευτέρα (παραγωγή) αντιστρόφως;

Βεβαιότατα, είπεν ο Κέβης.