Ειδύλλια

Part 5

Chapter 5 11 words Public domain Markdown

Δεν ήτανε μεσουρανίς ακόμα το φεγγάρι κ' οι δυο ψαράδες ξύπνησαν απ' της δουλειάς την έννοια· εδιώξανε τον ύπνο τους κι αρχίσαν να 'μιλούνε: — Ψέμματα λένε, σύντροφε, πως τάχατες οι νύχτες το καλοκαίρ' είν' πλιο μικρές που μεγάλων' η 'μέρα· Εγώ είδα τόσα ονείρατα, κι ακόμα που να φέξη!... Μην τύχη κ' εγελάστηκα, για μάκρυναν οι ώρες; — Άδικα 'βρίζεις, γέρο μου, τώμορφο καλοκαίρι. Δεν παραστράτησ' ο καιρός από τον ίσιο δρόμο, μόνον οι έννοιες σε 'ξυπνούν και τις νυχτιές μακραίνουν. — Μην ξέρεις απ' ονείρατα; γιατ' είδα απόψε κάτι, κάτι καλό στον ύπνο μου και θέλω να το μάθης. Πρέπει καθώς μοιράζομε οι δυο την ψαρική μας, το ίδιο να μοιράζωμε και τα ονείρατά μας. Θα το 'ξηγήσης με τον νου και δε θε να λαθέψης· γιατ' όποιος έχει δάσκαλο το νου σε κάθε κρίση, εκείνος είνε πάντα του καλός ονειροκρίτης. Έπειτα δα χωρίς δουλειά και τι κανείς να κάνη πάνω στα φύκια ξαπλωτός, κοντά στο περιγιάλι;... — Έλα, για λέγε τώνειρο, κι αφού το λες σ' εμένα, στον σύντροφό σου τον παληό, καλά να το 'στορήσης. — Το βράδυ σαν πλαγιάσαμε απ' τις δουλειές κομμένοι (θυμάσαι που δειπνήσαμε και χθες καθώς και πάντα και δεν παραφορτώσαμε καθόλου το στομάχι) είδα πως τάχα καθιστός απάνω σ' ένα βράχο τα ψάρια παραμόνευα μ' ένα μακρύ καλάμι. Ετάραξα το δόλωμα και κάποιο τρυφερούδι γλυκάθηκε κ' ετσίμπησε και πιάστηκε σ' ταγκίστρι — Όποιος πεινά στον ύπνο του πάντα καρβέλια βλέπει κ' εγ' όλο βλέπω ψαρικές και σ' τώνειρό μου ακόμα, — λοιπόν το ψάρι επιάστηκε και 'μάτωσε ταγκίστρι, κ' εγώ σφιχτά στα χέρια μου κρατούσα το καλάμι, γιατί το ψάρι εσπάραζε και το καλάμι ελύγα. Μα όταν έσκυψα 'μπροστά, εσάστισεν ο νους μου· πως μ' έν' αγκίστρι τόσο δα να σύρω τέτοιο ψάρι; Έπειτα όμως τίναξα κι απόλυσα ταγκίστρι για να την νοιώση την πληγή σ' τα σπάραχνά του μέσα, και σαν δεν εσπαρτάριζεν, απάνω τανασέρνω και βλέπω πλούσια πληρωμή σ' τον τόσο μου τον κόπο, ψάρι μεγάλο ολόχρυσο και χρυσοπλουμισμένο. Μ' αληθινά φοβήθηκα, γιατ' είπα μήπως είνε κανένα ψάρι 'ξωτικό ή ψάρι μαγεμμένο. Προσεκτικά ξεκάρφωσα ταγκίστρι από τα χείλη, μήπως τυχόν το σίδερο του ξύση το χρυσάφι· τώρριξα απάνω σ' τη στεριά κι ωρκίστηκα και είπα πως δε θε να πατήσω πια σ' το πέλαγος το πόδι, παρά θα ζήσω σ' τη στεριά με το χρυσάφι πούχω. Τα είδ' αυτά και 'ξύπνησα. Και τώρα, σύντροφέ μου, πες μου και συ τη γνώμη σου, γιατί πολύ φοβούμαι μ αυτόν τον όρκο πώκανα μην πέσω σ' αμαρτία. — Κ' εγώ σου λέω, φίλε μου, καθόλου μη φοβάσαι, γιατί μηδ' όρκον έκανες και μηδέ ψάρι βρήκες· ήτανε ψεύτικ' όνειρο, κι αν θες να βγη σ' ταλήθεια, ψάρευε, ψάρια αληθινά με κόκκαλα και κρέας, γιατί μ' ονείρατα χρυσά της πείνας θα πεθάνης.

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε. ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 - ΤΗΛ. 614.686, 634.506

***

1) Το επίγραμμα αυτό δεν θεωρείται εκ των αναμφισβητήτων. Συρακούσιος

2) Η σεισοπυγίς (σουσουράδα) ήτο αφιερωμένη εις την Αφροδίτην και δια τούτο την μετεχειρίζοντο εις τας ερωτικάς μαγγανείας.

3) Το ελαιοδοχείον δια την παλαίστραν. Θέλει να δείξη την μεγάλην οικειότητα που τους συνέδεε.

4) Το είδε λάδι = έχει ιδέαν από πάλην· διότι οι παλαίοντες ηλείφοντο με έλαιον.

5) Εννοεί τους χρυσοφόρους μύρμηκας των Ινδών, οι οποίοι, μεγάλοι ως αλώπεκες, εξώρυττον τον χρυσόν.

6) Σημ. Εις την σειράν των υπ' εμού μεταφρασθέντων Ειδυλλίων του Θεοκρίτου, παρεκάλεσα τον ποιητήν κ. Γ. Δροσίνην να μου επιτρέψη να συμπεριλάβω και το άνω, υπ' εκείνου άλλοτε μεταφρασθέν και δημοσιευθέν υπό τον τίτλον &Οι Ψαράδες& είς τινα των ποιητικών του συλλογών. Και τούτο, όχι μόνον διά την ακριβή απόδοσιν της ποιητικής χάριτος και απλότητος του πρωτοτύπου, αλλά και επί πλέον διότι είναι το μόνον εκ των Ειδυλλίων του Θεοκρίτου που πραγματεύεται θέμα θαλασσινόν.