Ειδύλλια

Part 2

Chapter 2 1 words Public domain Markdown

Τώρα τον έρωτα ένοιωσα· σκληρός θεός· λιοντάρι τον βύζαξε, κ' η μάννα του τον έθρεψε στο λόγγο. Βαθυά - βαθυά ως τα κόκκαλα με κατακαίει εκείνος. Όσο η ματιά σου είνε γλυκειά, τόσο η καρδιά σου πάγος· αχ! μαυροφρύδα, δέξου με κ' ένα φιλάκι δος μου. Και τα φιλάκια μοναχά έχουν κ' εκείνα γλύκα.

Θα βγάλω τη φλοκάτη μου στα κύματα να πέσω από το βράχο που ο ψαράς παραμονεύει τόννους· κι αν δεν πεθάνω, όμως κι αυτό θε να σ' ευφράνη εσένα.

Το ξέρω πως δε μ' αγαπάς· θέλοντας να το μάθω, έκρουσα μέσ' στη φούχτα μου της παπαρούνας φύλλο κ' εκείνο απομαράθηκε χωρίς να κάνη κρότο.

Μα κ' η κοσκινομάτισσα η σταχολόγα η Γραίω κι αυτή που την ερώτησα αληθινά μου τώπε πως είμ' εγώ τρελλός για σε και συ δε με λογιάζεις.

Φυλάω για σένα κάτασπρη και διπλομάννα γίδα, που την ζητά η μελαχροινή του Μέρμνωνα δουλεύτρα· σαν δε με καταδέχεσαι σ' αυτήν θα τη χαρίσω.

Παίζει το μάτι μ' το δεξί· μήπως την ανταμώσω; Θα γύρω δίπλα στη φτελιά και θε να τραγουδήσω κ' ίσως γυρίση να με 'δη· δεν είνε δα από πέτρα.

Την Αταλάντη θέλοντας να πάρη ο Ιππομένης, παράβγηκε στο τρέξιμο κ' είχε στα χέρια μήλα, κ' ευθύς τον ερωτεύθηκε μόλις τον είδ' εκείνη.

Όταν στην Πύλο ο Μέλαμπος έφερε το κοπάδι από την Όθρυ, έγειρε στην αγκαλιά του Βία η ωραία Πειρώ, της γνωστικής Αλφεσιβοίας η μάννα.

Και μήπως τάχα ο Άδωνις, μέσ' στα βουνά τσοπάνης, δε μάγεψε τόσο τρελλά την ώμορφη Αφροδίτη που και νεκρό στον κόρφο της σφικτά τον εκρατούσε;

Μα και τον Ενδυμίωνα ζηλεύω που εκοιμήθη τον ύπνο τον αξύπνητο· και τον Γιασίων' ακόμα που απόλαψε όσα δεν μπορούν οι αμάθευτοι νακούσουν.

Πονεί μου εμένα η κεφαλή κ' εσένα δε σε μέλει. Θα πάψω το τραγούδι μου και θε να πέσω χάμω νάρθουν οι λύκοι να με φαν για να χαρή η καρδιά σου.

ΝΟΜΕΙΣ ΒΑΤΤΟΣ ΚΑΙ ΚΟΡΥΔΩΝ

ΒΑΤΤΟΣ Οι αγελάδες που θωρώ μην είνε του Φιλώνδα;

ΚΟΡΥΔΩΝ Όχι· είνε του Αίγωνα· μ' άφησε να τις βόσκω.

ΒΑΤΤΟΣ Μήπως κρυφά και κλέφτικα το βράδυ τις αρμέγεις;

ΚΟΡΥΔΩΝ Τι λες! ο γέρος έρχεται και βάζει τα μοσχάρια στη μάννα να βυζάξουνε και με προσέχει εμένα.

ΒΑΤΤΟΣ Και σε ποια χώραν άφαντος επήγεν ο βουκόλος;

ΚΟΡΥΔΩΝ Δεν τάμαθες; στον Αλφειό μαζί του τον επήρε ο Μίλων.

ΒΑΤΤΟΣ Μπα; και πότε αυτός στα μάτια του είδε λάδι; (4)

ΚΟΡΥΔΩΝ Μα λένε πως στη δύναμι τον Ηρακλή περνάει.

ΒΑΤΤΟΣ Και μένα μ' είπε η μάννα μου κι από τον Πολυδεύκη πιο δυνατό.

ΚΟΡΥΔΩΝ Κ' επήγ' εκεί μ' ένα σκερπάνι· πήρε μαζί του είκοσι πρόβατα.

ΒΑΤΤΟΣ Αν είν' αλήθεια τούτα, ο Μίλων τότε θα μπορή και λύκους να λυσσάξη.

ΚΟΡΥΔΩΝ Κ' εδώ οι δαμαλοπούλες του με μουγκρυτά τον κράζουν.

ΒΑΤΤΟΣ Κακός βοσκός τις έλαχε· δυστυχισμένες πούνε!

ΚΟΡΥΔΩΝ Αλήθεια· κι ούτε θέλουνε σαν πρώτα να βοσκήσουν.

ΒΑΤΤΟΣ Κείνης εκεί, τα κόκκαλα της έχουν απομείνει. Μην τρέφεται σαν τζίτζικας με τη δροσιά μονάχα;

ΚΟΡΥΔΩΝ Καθόλου· χόρτο μαλακό δεμάτια την ταΐζω· κι άλλοτε πάλι τη βοσκώ στις όχτες του Αισάρου κι άλλοτε στο βαθύσκιωτο Λάτυμνο τήνε φέρνω.

ΒΑΤΤΟΣ Αδύνατος είνε κι αυτός ο κόκκινος ο ταύρος. Τέτοιος είθε να λάχαινε στο δήμο του Λαμπρέα στην Ήρα να τον σφάξουνε· τ' είνε κακός ο δήμος.

ΚΟΡΥΔΩΝ Κι όμως τον φέρνω πάντοτε στο λιμνοθαλασσάκι, στου Φύσκου τη ριζοβουνιά, στου Νήαιθου τις όχτες, που όλα καλά φυτρώνουνε κι όλα καλά βλαστάνουν, φυτρώνει γιδοβότανο και κονυζός κ' εκείνο τώμορφο μελισσόχορτο το μοσχομυρωδάτο.

ΒΑΤΤΟΣ Αλλοίμονό σου, Αίγωνα! εσύ γυρεύεις νίκες και τα φτωχά τα βώδια σου τραβούν κατά τον Άδη, και τη φλογέρα πούκανες σκουριά την περιζώνει.

ΚΟΡΥΔΩΝ Όσο για τη φλογέρα του, πριν φύγη για την Πίσα μου την εχάρισε, κ' εγώ, τεχνίτης στη φλογέρα, παίζω γλυκά και τεχνικά της Γλαύκης τα τραγούδια, παίζω γλυκά και τεχνικά του Πύρρου τα τραγούδια. Και τραγουδώ την Κρότωνα, τη Ζάκυνθο, κ' εκείνο τακρόβουνο Λυκίνιο, που ο Αίγωνας μια μέρα ογδώντα πίττες έφαγε μόνος και μοναχός του· κι όπου ένα ταύρον άρπαξεν από το νύχι, κ' έτσι τον έσυρεν απ' το βουνό και στην Αμαρυλλίδα για δώρο της τον έδωκε· κι όλες μαζί οι γυναίκες ανάκραξαν με θαυμασμό, κ' εγέλασε ο βουκόλος.

ΒΑΤΤΟΣ Αμαρυλλίδα μ' ώμορφη, και πεθαμμένη ακόμα δε θε να σε ξεχάσωμε! Όσο μ' ευφραίνουν γίδες τόσο και συ μ' ελύπησες που σβήστηκες κ' εχάθης. Μοίρα σκληρή που μούλαχεν! Αλλοίμονο σε μένα!

ΚΟΡΥΔΩΝ Θάρρος χρειάζεται η ζωή κι όλα καλλιτερεύουν Οι ελπίδες για τους ζωντανούς και μόνο οι πεθαμμένοι τίποτα δεν προσμένουνε, τίποτα δεν ελπίζουν. Άλλοτε βρέχει ο ουρανός κι άλλοτε ξαστερώνει.

ΒΑΤΤΟΣ Ας έχω θάρρος. Διώξε τα 'δώ κάτω τα μοσχάρια γιατί ριχτήκαν στης εληάς τα χαμηλά βλαστάρια.

ΚΟΡΥΔΩΝ Ουστ! Ασπρομάλλη! σύρε συ, Κυμαίθα, προς το λόφο Μα δεν ακούς; αι! μα το ναι, τέλος κακό θα σ' εύρη αν δε θα φύγης από 'κεί. Για 'δές, ξαναπηγαίνει. Πού νάνε τάχα η γκλίτσα μου ναρθώ να σε κτυπήσω;

ΒΑΤΤΟΣ Κύττα, Κορύδων, προς θεού! ετούτο εδώ ταγκάθι κάτ' από τον αστράγαλο μού τρύπησε το πόδι. 'Δές τι βαθυά που χώθηκαν οι αδραχτυλίδες μέσα! Το δαμαλάκι διώχνοντας, που κακό ψόφο νάχη, πλήγωσα το ποδάρι μου. Είδες πούνε ταγκάθι;

ΚΟΡΥΔΩΝ Τώπιασα με τα νύχια μου· να, κύτταξέ το, Βάττε.

ΒΑΤΤΟΣ Πόσο μικρό ταγκύλωμα και πόσο πόνο κάνει!

ΚΟΡΥΔΩΝ Μην τρέχης, Βάττε, στο βουνό ξυπόλυτος ποτέ σου, γιατί φυτρώνουν παλουριές κι ασπαλωθιές κι αγκάθια.

ΒΑΤΤΟΣ Ας είνε· πες μου, φίλε μου, το γεροντάκι εκείνο τη μαυροφρύδα κορασιά την αγαπάει ακόμα;

ΚΟΡΥΔΩΝ Ακόμα, δόλιε μου· και πριν πουρχόμουν κατά 'δώθε, τους έπιασα τους δυο μαζί κάπου κοντά στη σκάφη.

ΒΑΤΤΟΣ Γειά σου, γέρο βαρβάτε μου! ή με τους Σατυρίσκους ή με τους στραβοπόδαρους Πάνας θα συγγενεύης.

ΒΟΥΚΟΛΙΑΣΤΑΙ ΔΑΦΝΙΣ ΚΑΙ ΔΑΜΟΙΤΑΣ

Δαμοίτας κάποτε, Άρατε, και Δάφνις ο βουκόλος μάζεψαν τα κοπάδια τους κ' οι δυο σ' ένα λιβάδι· ο ένας μόλις χνούδωνε κι ο άλλος ξανθογένης· στη βράση του καλοκαιριού και μέσ' στο μεσημέρι σε μια βρυσούλα εκάθονταν και τέτοια τραγουδούσαν. Πρώτος ο Δάφνις άρχισε γιατί και τώπε πρώτος.

(Δάφνιδος ωδή)

Πολύφημε, στα πρόβατα ρίχνει η Γαλάτεια μήλα και ρίχνοντας τα μήλα της σ' ερωτοπεριπαίζει· και συ δε στρέφεις να την 'δης μηδέ να την κυττάξης, μα κάθεσαι, κακότυχε, και παίζεις τη φλογέρα. Τώρα κτυπάει τη σκύλλα σου που σου φυλάει ταρνάκια κ' η σκύλλα προς τη θάλασσα κυττάζοντας γαυγύζει· κοχλάζοντας τα κύματα, την ώμορφη νεράιδα που τρέχει απάνω στο γιαλό, αχνά την καθρεφτίζουν. Έχε το νου σου μη τυχόν στις γάμπες της ορμήση, μέσ' στη στιγμή που η κορασιά μέσ' απ' το κύμα βγαίνει, και της ξεσχίση τώμορφο και ταπαλό της δέρμα. Αυτή από 'κείθε χίλια δυο τσακίσματα σου κάνει σαν αγκινάρας λούλουδο στου θεριστή ταγέρι· και φεύγει όταν την κυνηγάς, σε κυνηγά όταν φεύγης, και λαχταρά για να σε 'δή· γιατί από την αγάπη πολλές φορές, Πολύφημε, και τάσχημα ωμορφαίνουν.

Αντί για τον Πολύφημο απάντησε ο Δαμοίτας.

(Δαμοίτου ωδή)

Την είδα μα τον Πάνα, ναι, που κτύπαε το κοπάδι, μα το γλυκό το μάτι μου που τώχω ένα μονάχο κι άμποτε κι άμποτε μ' αυτό να βλέπω ως να πεθάνω, κι ο Τήλεμος που το κακό προφήτεψε για μένα κακό να 'δη στο σπίτι του κακό και στα παιδιά του.

Κ' εγώ πεισμώνοντάς τηνε δεν την κυττάζω διόλου, και λέω πως άλλην αγαπώ, κ' εκείνη που τακούει, απ' την πολλή τη ζήλεια της μαραίνεται και λειώνει κι ορμώντας απ' τη θάλασσα τρελλή και μανιωμένη μ' αναζητά μέσ' στις σπηληές και σ' όλα τα κοπάδια.

Σφυρίζω και στη σκύλλα μου να την γαυγύζη πάντα· γιατί σαν ήμουν μια φορά γι' αυτήν ξετρελλαμένος χαϊδολογώταν κρύβοντας τη μούρη της στα σκέλια.

Ίσως θωρώντας όλ' αυτά μαντάτορα θα στείλη όμως εγώ τη θύρα μου θα την κρατώ κλεισμένη ως να την κάνω να ορκισθή πως θάρθη να μου στρώση γάμου κρεββάτι στη στεριά και στο νησί μας τούτο. Γιατί δεν είμαι κι άσχημος όπως με λέει ο κόσμος. Μια 'μέρα καθρεφτίστηκα στου πόντου τη γαλήνη κ' είδα τα γένεια μ' ώμορφα κι ώμορφο τώνα μάτι κ' είδα κι αυτά τα δόντια μου, τα κάτασπρά μου δόντια να ξαπερνούν στη λάμψη των τα μάρμαρα της Πάρου.

Κ' εγώ για να μη βασκαθώ, χωρίς στιγμή να χάσω, έφτυσ' αμέσως τρεις φορές στον εδικό μου κόρφο· γιατ' έτσι μ' έμαθε η γρηά Κοτυταρίς να κάνω.

Είπ' ο Δαμοίτας κ' έπαψε κ' εφίλησε το Δάφνι και μια φλογέρα τούδωκε· κ' ευθύς γι' αντιδοσίδι ένα σουραύλι εχάρισεν ο Δάφνις στο Δαμοίτα. Και το σουραύλι παίζοντας, παίζοντας τη φλογέρα, τα δαμαλάκια εχόρευαν στη μαλακή τη χλόη.

Κ' έτσι κανείς δε νίκησε τον άλλο στο τραγούδι.

ΒΟΥΚΟΛΙΑΣΤΑΙ ΔΑΦΝΙΣ, ΜΕΝΑΛΚΑΣ, ΑΙΠΟΛΟΣ

Τα πρόβατά του βόσκοντας απάντησ' ο Μενάλκας απάνω στα ψηλά βουνά το Δάφνι το βουκόλο. Ήταν κ' οι δυο ξανθόμαλλα κι ανήλικα κοπέλια, τεχνίτες στη φλογέρα οι δυο, τεχνίτες στο τραγούδι. Και προς το Δάφνι στρέφοντας είπ' ο Μενάλκας πρώτος «Δάφνι, που βώδια εσύ βοσκάς με τα μουγκρύσματά των »θέλεις να δοκιμάσωμε ποιος κάλλιο τραγουδάει; »Εγώ με το τραγούδι μου σου λέω πως θα νικήσω.» Κι ο Δάφνις ταποκρίθηκε και τέτοια λόγια τούπε: «Μενάλκα, που ταρνιά βοσκάς και παίζεις τη φλογέρα, »ποτέ δε με νικάς εσύ κι αν σκάσης τραγουδώντας.»

ΜΕΝΑΛΚΑΣ Θέλεις να δοκιμάσωμε και να στοιχηματίσης;

ΔΑΦΝΙΣ Θέλω να δοκιμάσωμε και να στοιχηματίσω.

ΜΕΝΑΛΚΑΣ Τι στοίχημα να βάλωμε καλό και για τους δυο μας;

ΔΑΦΝΙΣ Ένα μοσχάρι βάζω εγώ· εσύ τρανό κριάρι.

ΜΕΝΑΛΚΑΣ Δε βάζω το κριάρι εγώ, τ' έχω κακό πατέρα κ' είνε κ' η μάννα μου κακιά, κι όταν γυρνώ το βράδυ μου τα μετρούν τα πρόβατα και τα ξαναμετρούνε.

ΔΑΦΝΙΣ Τι θα κερδίση ο νικητής; τι στοίχημα θα βάλης;

ΜΕΝΑΛΚΑΣ Θα βάλω τη φλογέρα μου, μ' εννιά φωνές φλογέρα, απ' άκρη ως άκρη ολόστρωτα μ' άσπρο κερί δεμένη, αυτή θα βάλω στοίχημα πούνε 'δικό μου πράμμα· ό,τ' είνε του πατέρα μου δεν το στοιχηματίζω.

ΔΑΦΝΙΣ Ίδια φλογέρα έχω κ' εγώ, μ' εννιά φωνές φλογέρα, απ' άκρη ως άκρη ολόστρωτα μ' άσπρο κερί δεμένη. Τώρα κοντά την έκανα. Μούκοψε το καλάμι ετούτο μου το δάχτυλο και μου πονάει ακόμα.

ΜΕΝΑΛΚΑΣ Ποιος θα μας κρίνη τώρα 'δώ και ποιος θα μας ακούση;

ΔΑΦΝΙΣ Εκείνο το γιδοβοσκό — που ο σκύλλος του γαυγύζει απόκοντα στα γίδια του — ας κράξωμε για νάρθη.

Και τα κοπέλια εκράξανε κι αυτός ήρθε ν' ακούση. Κ' έβαλαν κλήρο κ' έλαχε κι άρχισεν ο Μενάλκας κι ο Δάφνις αποκρίνονταν μ' αγροτικό τραγούδι και τραγουδούσε δεύτερος. Κ' είπ' ο Μενάλκας πρώτος.

ΜΕΝΑΛΚΑΣ Εσείς από τη θεία γενιά κοιλάδες και ποτάμια, αν κάποτ' ετραγούδησα κ' είπα γλυκό τραγούδι, παρακαλώ σας, βόσκετε με προθυμιά ταρνιά μου· κι αν έρθη ο Δάφνις από 'δώ φέρνοντας τις γελάδες, την ίδια πάλι προθυμιά δείξετε και σ' εκείνον.

ΔΑΦΝΙΣ Βρυσούλες με τα κρύα νερά και γλυκερά βοτάνια, αν είνε το τραγούδι μου σαν αηδονιού τραγούδι θρέψετε τις γελάδες μου· κι αν έρθη κι ο Μενάλκας μαζί με το κοπάδι του, όλ' άφθονα να τάβρη.

ΜΕΝΑΛΚΑΣ Όπου είν' ο Μίλων ο ώμορφος κι όπου διαβαίνει εκείνος, εκεί με μέλι οι μέλισσες γεμίζουν τις κυψέλες, εκείν' οι γίδες εύρωστες κ' είν' όλες διπλομάννες, εκείνε κ' οι βελανιδιές ψηλότερες ακόμα· σαν φεύγη αυτός, μαραίνονται βοτάνια και τσοπάνης.

ΔΑΦΝΙΣ Εκεί που πηγαινώρχεται πεντάμορφη η Νεράιδα, εκείνε πάντα η άνοιξη, πάντα βοσκές, και πάντα απ' τα μαστάρια αστείρευτα τα γάλατ' αναβλύζουν και τρέφουν τα νιογέννητα· μα όταν εκείνη φεύγη, στεγνώνουν και μαραίνονται γελάδες και βουκόλος.

ΜΕΝΑΛΚΑΣ Ω τράγε, εσένα πούχουνε οι άσπρες γίδες άντρα, ώ λόγγε εσύ βαθύσκιωτε· σύρετε, γίδες, τώρα σ' εκείνο το τρεχούμενο νεράκι· εκεί είν' εκείνος· σύρε να βρης το Μίλωνα, σύρε και πες του, τράγε, πως κι ο Πρωτεύς αν και θεός κι αυτός έβοσκε φώκες.

ΔΑΦΝΙΣ [ελλείπουσι στίχοι εκ του αρχαίου κειμένου]

ΜΕΝΑΛΚΑΣ Μην εύχεσαι για κτήμα μου του Πέλοπος τη χώρα μηδέ 'δικό μου θησαυρό το βιος του Κροίσου νάχω και μηδέ καν να ξεπερνώ στο δρόμο τους ανέμους· μα ευχήσου με να τραγουδώ κάτω απ' το βράχο τούτο, να σ' αγκαλιάζω βλέποντας ταρνιά μου μαζωμένα, που βόσκουνε στ' ολόδροσο Σικελικό ακρογιάλι.

ΔΑΦΝΙΣ Για όλα τα δένδρα είνε κακό, φρικτό κακό ο χειμώνας, για τα ποτάμια η αναβροχιά, για τα πουλιά η παγίδα και γι' ταγρίμια τα θεριά τα δίχτυα από λινάρι και για τον άντρα ο έρωτας της κορασιάς. Ω Δία, δεν είμαι μόνος που αγαπώ, και συ αγαπάς γυναίκες.

Έτσι λιανοτραγούδησαν με την αράδα οι δυο των, μα το τραγούδι το στερνό πρωτάρχισ' ο Μενάλκας.

ΜΕΝΑΛΚΑΣ Λύκε, μακρυά απ' τα γίδια μου κι απ' τις γιδομαννάδες· είμαι μικρός κι ανήξερος, μη θέλης το κακό μου. Ασπρόσυρε σκύλλε μου, γιατί τόσο βαθυά κοιμάσαι; όταν κοπέλι είνε βοσκός, άγρυπνος μένει ο σκύλλος.

Και σεις, καλά μου πρόβατα, χλόη απαλή χορτάστε· μη την φιλαργυρεύεστε, θε να φυτρώση πάλι.

Εμπρός! βόσκετε, βόσκετε, γεμίστε τα μαστάρια, ταρνάκια να χορτάσουνε κ' εγώ τυρί να πήξω.

Κι άρχισ' ο Δάφνις δεύτερος το λιγερό τραγούδι. Απ' τη σπηληά διβαίνοντας μαζί με τα δαμάλια, μια σμιχτοφρύδα μ' είδε χθες κ' είπεν: ώμορφος πούνε!

Κ' εγώ δεν αποκρίθηκα, λόγο πικρό δεν είπα, μα με τα μάτια χαμηλά τράβηξα στη δουλειά μου.

Είνε γλυκό το μουγκρυτό κ' η ανάσα της γελάδας, γλυκό είνε και το πλάγιασμα στη ρεμματιά το θέρος.

Καμάρι της βελανιδιάς είνε τα βελανίδια, μήλα καμάρι της μηλιάς, μοσχάρι της γελάδας και του βουκόλου αληθινό καμάρ' είν' οι γελάδες.

Έτσι γλυκοτραγούδησαν τα δυο κοπέλια εκείνα κ' εστράφηκε ο γιδοβοσκός κ' έτσι είπε κρίνοντάς τα: «Είνε γλυκό το στόμα σου, γλυκειά η φωνή σου, Δάφνη. »Κάλλιο ν' ακούω τραγούδι σου παρά να γλείφω μέλι. »Πάρε και το σουραύλι του· νίκησες στο τραγούδι. »Κι αν θες, εκεί που βόσκομε, κ' εμένα να με μάθης, »μ' εκείνη την ακέρατη θα σε πληρώσω γίδα, »που την καρδάρα ξεχειλά με το πολύ της γάλα».

Όπως πηδάει στη μάννα του το γίδι, έτσι κι ο Δάφνις τα χέρια κροταλίζοντας πήδησ' απ' τη χαρά του. Κι όπως η νύφη ντρέπεται, παρόμοια κι ο Δαμοίτας εζάρωσε κι ανάνοιωσε τη λύπη στην καρδιά του. Κι ο Δάφνις πρώτος στους βοσκούς εγίνηκε από τότε, κι άγουρος επαντρεύτηκε κ' επήρε τη Νεράιδα.

ΒΟΥΚΟΛΙΑΣΤΑΙ ΔΑΦΝΙΣ ΚΑΙ ΜΕΝΑΛΚΑΣ,

Άρχισε, Δάφνι, να μας 'πής, βουκολικό τραγούδι, άρχισε πρώτος, κ' ύστερα μας τραγουδεί ο Μενάλκας· βάλετε τα μοσχάρια σας κάτ' από τις 'γελάδες, βάλετε και τους ταύρους σας στις άγονες ακόμα. Εκείν' ας βόσκουνε μαζί στα φυλλωμένα χόρτα χωρίς να ξεμακραίνωνται καθόλου απ' το κοπάδι, και συ τραγούδι αρχίνησε βουκολικό τραγούδι κ' έπειτ' αποκρινάμενος τραγούδι ας 'πή ο Μενάλκας.

ΔΑΦΝΙΣ Το μουγκρυτό του μοσχαριού γλυκό, και της 'γελάδας, και της φλογέρας η λαλιά γλυκειά, και του βουκόλου, όλα γλυκά, κ' εγώ γλυκά, γλυκά θα τραγουδήσω. Εκεί κοντά στη ρεμματιά πούχει το κρύο νεράκι. έστησα το κρεββάτι μου κ' έστρωσα απάνω στρώμα μ' άσπρες και μαλακές προβειές από 'γελάδες άσπρες, που ο λίβας μου τις γκρέμισε 'ψηλά από τακροβούνια ενώ βοσκούσαν κ' έτρωγαν της κουμαριάς τα φύλλα. Τη φλόγα του καλοκαιριού τόσο τη λογαριάζω, όσο τα λόγια των γονιών ο ερωτοχτυπημένος. Τέτοια μας ετραγούδησεν ο Δάφνις ο βουκόλος και τέτοια αποκρινάμενος τραγούδησ' ο Μενάλκας.

ΜΕΝΑΛΚΑΣ Η Αίτνα είν' η μητέρα μου, κ' εγώ για κατοικιά μου έχω μιαν ώμορφη σπηληά μέσα σε κούφιο βράχο· κ' έχω κι όσα στον ύπνο του βλέπει κανείς μονάχα, κ' έχω πολλά τα πρόβατα κ' έχω πολλές τις γίδες κ' έχω προβειές προσκέφαλο κ' έχω προβειές στα πόδια, μελένιες γαλατόπιττες σε ξύλα απάνω ψήνω και καίω στη βαρυχειμωνιά οξυάς ξερά κλωνάρια· και τόσο λογαριάζω εγώ τον άγριο το χειμώνα, όσο ο φαφούτης, τρώγοντας χυλό, ζητά καρύδια.

Κ' εγώ τους χειροκρότησα, κ' εχάρισα στο Δάφνι ρόπαλο, απ' του πατέρα μου κομμένο το χωράφι, που ήταν αυτοκάμωτο, έτοιμο κι απ' το δέντρο και που τεχνίτης δεν μπορεί να βρη γι' αυτό ψεγάδι· και στο Μενάλκα εχάρισα κογχύλι που είχα πιάσει στου Ικάριου την ακρογιαλιά και το φαΐ του ωστόσο πέντε μερίδια τώκανα, τήμαστε τότε πέντε. Κ' εξεκαρδίστηκε γι' αυτό το δώρο μου ο Μενάλκας.

Χαίρετε, χιλιοχαίρετε, βουκολικές μου Μούσες, κάνετε τώρα νακουστούν κι αυτά μου τα τραγούδια που τα τραγούδησα κ' εγώ στους δυο βοσκούς εκείνους, κι ούτε να βγάλη η γλώσσα μου στην άκρη φουσκαλλίδα. Τζίτζικας τζίτζικ' αγαπά και μέρμηγκας μερμήγκι, γέρακας γέρακ' αγαπά κ' εγώ αγαπώ τραγούδι· κι άμποτε νάν' το σπίτι μου γεμάτο από τραγούδια. Μηδέ κι ο ύπνος ο γλυκός τόσο γλυκός δεν είνε, μηδέ κ' η ξάφνια η άνοιξη τόσο γλυκειά δεν είνε, μηδέ και για τις μέλισσες τόσο γλυκά είνε τάνθια όσο είν' οι Μούσες οι καλές για μένα αγαπημένες. Όσους αυτές ορέγονται κι όσους καλοκυττάζουν, αυτοί τα μαγικά πιοτά της Κίρκης δεν φοβούνται.

ΕΡΓΑΤΙΝΑΙ Ή ΘΕΡΙΣΤΑΙ

ΜΙΛΩΝ Δυστυχισμένε θεριστή, τέπαθες τώρα - τώρα; Ούτε το δρόμο ακολουθείς, όπως και πριν, τον ίσο, ούτε θερίζεις πλάγι μας, μα μένεις πάντα πίσω, σαν πρόβατο που πλήγωσε το πόδι του έν' αγκάθι και μένει πίσω απ' τάλλα αρνιά και πίσω απ' το κοπάδι. Ποιος είσαι συ, κακόμοιρε, που 'μέρα μεσημέρι αρχινισμένο αυλάκι σου αθέριστο ταφήνεις;

ΒΑΤΤΟΣ Μίλων, που πάντα ακούραστος βραδυάζεσαι στο θέρος κ' είσαι τραχύς σαν πέτρινος, ποτέ δε σούχει λάχει να νοιώσης πόθο στην καρδιά για κάποιονε που λείπει;

ΜΙΛΩΝ Ποτέ. Τι πόθο στην καρδιά νάχω γι' αυτούς που λείπουν;

ΒΑΤΤΟΣ Δε σούχει λάχει κάποτε γι' αγάπη ναγρυπνήσης;

ΜΙΛΩΝ Ούτε κι αυτό· τέτοιες δουλειές μας κακοσυνηθίζουν.

ΒΑΤΤΟΣ Εγώ ερωτοχτυπήθηκα εδώ κ' έντεκα 'μέρες.

ΜΙΛΩΝ Αγέρα κοπανάς εσύ· μα εγώ καιρό δε χάνω.

ΒΑΤΤΟΣ Γι αυτό κ' εμπρός στην πόρτα μου ταφήνω τα χωράφια, απ' τον καιρό που τάσπειρα, ασκάλιστα ως τα τώρα.

ΜΙΛΩΝ Και ποια είνε που σε τυραγνά;

ΒΑΤΤΟΣ Του Πολυβώτη η κόρη, πούπαιζε το σουραύλι της στην άκρη στο ποτάμι.

ΜΙΛΩΝ Τα γύρευες και τάπαθες· πληρώνεις τα έχεις κάνει· Κοιμάτ' η ακρίδα ολονυκτίς μαζί σου πλάι με πλάι.

ΒΑΤΤΟΣ Με πήρες στο περίγελο; Είνε τυφλός ο Πλούτος μάνε κι ο Έρωτας τυφλός. Μη λες μεγάλο λόγο.

ΜΙΛΩΝ Εγώ, καλέ μου σύντροφε, δε λέω μεγάλο λόγο· όμως και συ μην κάθεσαι, δούλευε το δρεπάνι και λέγε για την κορασιά το ερωτικό τραγούδι και τραγουδώντας δούλευε — τότ' η δουλειά γλυκειά 'νε. Ξέρω πως είχες κάποτε του τραγουδιού τη χάρη.

ΒΑΤΤΟΣ

(Ωδή)

Μαζί μου τραγουδήσετε, Μούσες, την κορασιά μου, γιατί ό,τι σεις εγγίζετε, ώμορφα γίνοντ' όλα,

Βομβύκα αγαπημένη μου, Συριάνα όλοι σε λένε, ηλιοκαμμένη, αδύνατη, μα εγώ σε λέω σταράτη.

Τα γιούλια είνε μαυρειδερά, μαυρειδεροί οι λαλέδες, μα στα στεφάνια πάντοτε την πρώτη θέση παίρνουν.

Η γίδα γι' άνθη της ροδιάς, ο λύκος για τη γίδα, για σπόρο ο γερανός, κ' εγώ τρελλαίνομαι για σένα.

Το βιος του Κροίσου ας είχα εγώ, να κάνω και τους δυο μας χρυσοπλασμέν' αγάλματα, τάμμα στην Αφροδίτη,

Εσύ σουραύλι να κρατής τριαντάφυλλο είτε μήλο κ' εγώ με πέδιλ' αλαφρά το χορευτή να κάνω.

Τα πόδια σου αλαφροπατούν κ' είνε γλυκειά η φωνή σου, για τους καλούς τους τρόπους σου παινέματα δε βρίσκω.

ΜΙΛΩΝ Δεν ξέραμε πως τραγουδεί τόσο καλά ο εργάτης. Αρμονικά τα ταίριασε τα λόγια του στις ρίμες. Κρίμα σ' αυτά τα γένεια σου που ανώφελα τα φέρνεις! Άκουσε και τι τραγουδούν στο θείο Λιτυέρση.

(Ωδή)

Δήμητρα συ χιλιόκαρπη, τούτο μου το χωράφι κάνε το καλοδούλευτο και πολυκαρποφόρο. Σφίγγετε τα δεμάτια σας να μην τα 'δούν διαβάτες και πουν: εργάτες είν' αυτοί; κρίμα στο 'μεροδούλι.

Ας βλέπουν πίσω οι θημωνιές ή στο βοριά ή στη δύση. Έτσι μονάχα θα μπορούν τα στάχυα να φουσκώνουν.

Όσοι αλωνίζουν, μη ζητούν ύπνο το μεσημέρι· αυτή την ώρα τρίβονται σαν άχυρα τα στάχυα.

Όταν ξυπνά ο κορυδαλλός αρχίσετε το θέρος και πάψετε όταν κοιμηθή· στο κάμμα αναπαυθήτε.

Καλότυχος ο βάτραχος με τη ζωή που κάνει, μηδέ φροντίζει για νερό, γιατί παντού το βρίσκει.

Βράσε καλλίτερα φακή φιλάργυρ' επιστάτη, μη κόβοντας το κύμινο κόψης το δάχτυλό σου.

Τέτοια τραγούδια, θεριστή, πρέπουν στους θεριστάδες· κι όσο για την αγάπη σου, που κατατυραγνά σε, τραγούδα την στη μάννα σου ταχυά μόλις ξυπνήση.

ΚΥΚΛΩΨ

Νικία, για τον έρωτα βοτάνι δεν είν' άλλο, μηδέ κανένα γιατρικό παρά τα τραγουδάκια· αυτά αλαφρώνουν τα δεινά και τους καϊμούς γλυκαίνουν, φθάνει να νοιώθης να τα βρης και να τα τραγουδήσης. Θαρρώ πως θα το ξέρης δα και θα το καλοξέρης, τ' είσαι γιατρός κι αγαπητός και στις εννιά τις Μούσες. Έτσι περνούσεν εύκολα τον πόνο της καρδιάς του κι ο Κυκλομμάτης ο παληός Πολύφημος εκείνος, όταν με τη Γαλάτεια βρέθηκ' ερωτευμένος τότε που πρωτοχνούδωναν τα πρώτα του γενάκια. Δεν ήταν έρωτας αυτός με ρόδα και με μήλα μάτανε τρέλλ' αληθινή, κ' έξω απ' τον έρωτά του τίποτα δε λογάριαζε, τίποτα δεν ψηφούσε. Πολλές φορές εγύριζαν απ' τα χλωρά λιβάδια δίχως αυτόν τα πρόβατα κ' έρημα στο μαντρί των· κ' εκείνος τη Γαλάτεια με πόνο τραγουδώντας στα φύκια της ακρογιαλιάς απ' την αυγή ως το βράδυ, ένοιωθε πόνο στην καρδιά κ' έλειων' από τον πόνο. Μα τώχε βρη το γιατρικό· σε βράχο καθισμένος και βλέποντας στη θάλασσα σαν τέτοια ετραγουδούσε.

(Ωδή)

Αφρόπλαστη Γαλάτεια, τι μ' αποδιώχνεις έτσι σαν το μοσχάρι πεταχτή, σκληρή σαν αγουρίδα, και βγαίνεις έξω στη στεριά την ώρα που κοιμούμαι και πας τρεχάτη στο γιαλό μόλις ξυπνώ ο καϊμένος σαν προβατίνα που άξαφνα το γερολύκο βλέπει;

Εγώ σε πρωταγάπησα, κόρη μου, σαν πρωτώρθες θέλοντας με τη μάννα μου λαλέδες να μαζέψης απ' το βουνό, κ' εγώ μπροστά σας έδειχνα τη στράτα. Αχ! από τότε λαχταρώ και θέλω να σε βλέπω και δεν μπορώ να κάνω αλλοιώς· μα δε σε νοιάζει εσένα.

Ξέρω, χαριτωμένη μου, γιατί με φεύγεις έτσι· γιατ' έχω φρύδι τριχωτό σ' όλο το μέτωπο μου που αρχίζει απ' τώνα μου ταυτί και φθάνει ίσα με τάλλο κ' έχω ένα μάτι μοναχά κάτ' απ' το φρύδι εκείνο, και πέφτ' η μύτη μου πλατειά κατά το στόμ' απάνω.

Μα μ' όλη μου την ασχημιά πρόβατα χίλια βόσκω, κι αρμέγοντάς τα πίνω εγώ το πιο καλό τους γάλα· και δε μου λείπει το τυρί μηδέ το καλοκαίρι μηδέ και το φθινόπωρο μηδέ και το χειμώνα κ' είνε τα τυροβόλια μου ολοχρονίς γεμάτα.

Και τη φλογέρα παίζω εγώ καλλίτερ' απ' τους άλλους τους Κυκλομμάτες που είν' εδώ· και παίζω τη φλογέρα για σένανε, γλυκόμηλο, και για παρηγοριά μου τη νύχτα τα μεσάνυχτα. Κ' έχω πολλά λαφάκια με τραχηλίτσες στο λαιμό, και τέσσερ' αρκουδάκια. Μα έλα μαζί μου στη στεριά κι ό,τ' έχω χάρισμά σου, Τη γαλανή τη θάλασσα για τη στεριά παραίτα και πιο γλυκά θε να περνάς τις νύκτες στη σπηληά μου. Μπροστά σε τόσα πούχω 'γώ, ποιος με τη θέλησή του θα προτιμάη τη θάλασσα την αφροκυματούσσα;

Εκεί είνε δάφνες φουντωτές, κισσός σκοτεινιασμένος και κυπαρίσσια λυγερά, εκεί είνε και ταμπέλι που κάνει γλυκοστάφυλα, εκεί το κρύο νεράκι που μου το στέλνει από ψηλά η δασωμένη η Αίτνα βγαλμένο από τα χιόνια της, γάργαρο και δροσάτο.

Κι αν σου φανώ και πιο δασύς απ' όσο πρέπει νάμαι, έχω βελανιδόξυλα κ' έχω φωτιά στη στάχτη· κ' εγώ για το χατήρι σου μέσ' στη φωτιά θα πέσω κι ας χάσω πια και τη ζωή κι αυτό μου τώνα μάτι που άλλο δεν έχω τίποτα γλυκύτερο στον κόσμο.

Ωιμέ! που δε μ' εγέννησε με σπάραχνα η μητέρα, νάπεφτα μέσ' στη θάλασσα να σου φιλώ το χέρι αν δε σ' αρέση να φιλώ το γλυκερό σου στόμα· κ' είτε με κρίνα κάτασπρα να σε φιλοδωρούσα είτε με κοκκινόφυλλες κι ώμορφες παπαρούνες.

Εκείνα καλοκαίρι ανθούν και τούτες το χειμώνα. Όμως αν έρθη, κόρη μου, κάποιος καραβοκύρης μαζί με το καράβι του, κολύμπι θε να μάθω να κολυμπήσω και ναρθώ στης θάλασσας τα βύθη να 'δώ τι βρίσκεις μέσα εκεί και τ' είνε που σ' ευφραίνει. Έβγα, Γαλάτεια, στη στεριά και μείνε και ξεχάσου όπως εδώ ξεχνάω κ' εγώ στο σπίτι να γυρίσω. Έβγα να βόσκης πρόβατα μαζί μου στο λιβάδι, ν' αρμέγης γάλα και μ' αυτό χλωρό τυρί να πήζης μ' εκείνη την τραχειά πιτυά που θε να ρίχνης μέσα.

Μένα μου φταίγ' η μάννα μου κ' εγώ μαζί της τάχω, που ενώ με βλέπει πιο αχαμνό μέρα με την ημέρα, ποτέ δε σου ξεστόμισε λόγο καλό για μένα. Όμως κ' εγώ θε να της 'πώ τάχα πως μ' έχουν πιάσει σπασμοί στα δυο ποδάρια μου και πόνοι στο κεφάλι, για να την 'δώ να θλίβεται όπως θλιμμένος είμαι.