Part 1
Produced by Sophia Canoni
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Footnotes have been converted to endnotes. Words with bold characters are enclosed in &.
Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &.
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΘΕΟΚΡΙΤΟΥ ΕIΔΥΛΛΙΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ I. ΠΟΛΕΜΗ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΘΕΟΚΡΙΤΟΥ ΕΙΔΥΛΛΙΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΙΩΑΝ. ΠΟΛΕΜΗ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΦΕΞΗ 1911
Η Βουκολική ποίησις, ως εκ των θεμάτων, περί τα οποία στρέφεται, είνε αρχαιοτάτη, προηγηθείσα της Επικής και εξικνουμένη μέχρι των πρώτων ριζών της Δραματικής ποιήσεως, με την οποίαν έχει κοινήν την καταγωγήν. Εις τους αγρούς και εις τα όρη, εις τας βοσκάς και εις τα δάση, όπου οι αγρόται και οι ποιμένες παρακαλούντες τους θεούς διά την ευόδωσιν των έργων των, ήρχισαν ήδη να ευρίσκουν ρυθμικωτέρας εκφράσεις προς εκδήλωσιν των ιδίων αισθημάτων, εδόθη η πρώτη ώθησις και εις τα δύο αυτά είδη της ποιήσεως, υπό μορφήν θρησκευτικήν κατ' αρχάς και κατόπιν υποκειμενικήν και συν τω χρόνω αντικειμενικήν.
Η τελευταία αύτη μορφή ανεδείχθη πρώτη με τα έπη του τυφλού αοιδού, τα οποία δεν εβράδυναν να εκθρέψουν, ούτως ειπείν, και την προγενεστέραν, την υποκειμενικήν ή λυρικήν και εν συνδυασμώ μετ' εκείνης, την δραματικήν. Όταν η λυρική και δραματική ποίησις, εξαρθείσαι εις το έπακρον διά των μεγάλων διδασκάλων της τέχνης, ήρχισαν να παρακμάζουν, η βουκολική ποίησις αναγεννάται, δανειζομένη ύλην και υφήν παρ' όλων των άλλων ειδών και συνεχίζουσα την ιδίαν αυτής παράδοσιν. Και ανευρίσκομεν εις αυτήν και την απλότητα της πρώτης αφετηρίας της και την περιγραφήν της φύσεως και την αντικειμενικήν αφήγησιν των γεγονότων, ήτις διακρίνει την επικήν ποίησιν, και πολλαχού τον διάλογον, το ιδιαίτερον χαρακτηριστικόν της ποιήσεως της δραματικής. Ούτω το ειδύλλιον, το οποίον, ως και η λέξις εμφαίνει, είνε μικρόν τι είδος (μορφή) ποιήσεως, μας παρουσιάζεται ως μίγμα όλων των άλλων ειδών, διακρινόμενον δια την απλοϊκήν αφέλειαν, την οποίαν απαιτούν τα εν αυτώ δρώντα πρόσωπα, ποιμένες και αγρόται, και κοσμούμενον με την απέριττον εκείνην χάριν, την οποίαν προσδίδουν αφ' ενός μεν αυτή αύτη η απλοϊκή αφέλεια, αφ' ετέρου δε το περιβάλλον, εντός του οποίου δρα. Το περιβάλλον αυτό είνε η φύσις.
Ο Θεόκριτος, το γένος, υιός του Πραξαγόρα και της Φιλίνης (ως ο ίδιος λέγει εις το XIV επίγραμμα) (1) ακμάσας περί το 280 π. Χ., όχι μόνον τα μέγιστα συνετέλεσεν εις την αναγέννησιν της Βουκολικής ποιήσεως, αλλά θεωρείται τρόπον τινά ως ο δημιουργός της νέας αυτής μορφής. Οπωσδήποτε τα μέχρις ημών περισωθέντα τριάκοντα ειδύλλιά του καί τινα άλλα, ανεφίκτου τεχνικής τελειότητος και χάριτος απαραμίλλου, προβάλλουσιν αυτόν ως τον πρώτον των βουκολικών ποιητών, απείρως υπερέχοντα των μετέπειτα Μόσχου και Βίωνος, οίτινες εις πολλά τον εμιμήθησαν.
Αναγινώσκων τις τα ειδύλλια του Θεοκρίτου μεταφέρεται μακράν των πόλεων, εις τα δάση και τα βουνά και τας παραλίας της Σικελίας, εις την κατά τους χρόνους του ποιητού, επί Ιέρωνος, ακμάζουσαν νήσον, της Μεγάλης Ελλάδος. Αι εικόνες διαδέχονται αλλήλας, εικόνες της ωραίας εκείνης φύσεως και εικόνες του φυσικού βίου των απλοϊκών προσώπων, τα οποία ο ποιητής μας καθιστά συμπαθέστατα· αι ιδέαι μάλλον εικονίζονται και αι παρομοιώσεις είνε ειλημμέναι εκ της φύσεως αυτής. Ολίγοι εκ των ποιητών εμιμήθησαν τόσον ακριβώς την φύσιν και κατέστησαν αυτήν τόσον ευάρεστον εις τους αναγνώστας των, όσον ο Θεόκριτος. Αλλά και εις τα μη καθαρώς βουκολικά ειδύλλιά του, οποία είνε αι Φαρμακεύτριαι, Έρως Κυνίσκας, αι Αδωνιάζουσαι, Χάριτες, Ελένης επιθαλάμιος καί τινα άλλα, εις τα οποία ανέρχεται εις λυρικόν ύψος, και εις αυτά ο μιμητής της φύσεως μας παρίσταται αμίμητος.
Ο μεταφραστής των ανά χείρας ειδυλλίων θα εθεώρει τον εαυτόν του ευτυχή, εάν και κατ' ελάχιστον κατώρθωσε ν' αποδώση τας ποιητικάς αρετάς του πρωτοτύπου και να καταστήση αισθητοτέραν την ενότητα μεταξύ αυτού καί τινων ποιημάτων της δημοτικής μας ποιήσεως. I. Π.
Υ. Γ. Εις τους επιθυμούντας να παραβάλουν την μετάφρασιν προς το αρχαίον κείμενον καθιστώ γνωστόν ότι, μεταφράζων, είχον υπ' όψει την νεωτέραν έκδοσιν (1909) του Ερρίκου Ρουδόλφου Άρενς, εις την οποίαν όχι μόνον πολλοί στίχοι προηγουμένων εκδόσεων αφηρέθησαν, θεωρηθέντες ως παρείσακτοι, αλλά και πολλών μετεβλήθη η σειρά και άλλοι ουκ ολίγοι διωρθώθησαν, μεταβαλόντες ούτως έννοιαν.
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Θύρσις ή Ωδή............................ Σελ. 1 Φαρμακεύτριαι........................... » 8 Κώμος................................... » 17 Νομείς, Βάττος και Κορύδων.............. » 20 Βουκολιασταί: Δάφνις και Δαμοίτας....... » 25 Βουκολιασταί: Δάφνις, Μενάλκας, Αιπόλος. » 28 Βουκολιασταί: Δάφνις και Μενάλκας....... » 34 Εργατίναι ή Θερισταί.................... » 37 Κύκλωψ.................................. » 41 Κυνίσκας Έρως ή Θυώνιχος................ » 45 Συρακούσιαι ή Αδωνιάζουσαι.............. » 49 Χάριτες ή Ιέρων......................... » 58 Εγκώμιον εις Πτολεμαίον................. » 63 Ελένης επιθαλάμιος...................... » 69 Ηρακλίσκος.............................. » 72 Βουκολίσκος............................. » 77 Κηριοκλέπτης............................ » 80 Ηλακάτη................................. » 81 Λήναι ή Βάκχαι.......................... » 83 Αλιείς (μετάφρασις Γ. Δροσίνη).......... » 85
ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ
Άλλος είν' ο Θεόκριτος εκείνος απ' τη Χίο,
εγ' όμως, πούχω γράψει αυτά, είμ' απ τις Συρακούσες
κ' είμαι του Πραξαγόρα γυιός και της γνωστής Φιλίνης
κι' απ' άλλη Μούσα ξενική τίποτα δεν επήρα.
ΘΥΡΣΙΣ Ή ΩΔΗ
ΘΥΡΣΙΣ Γλυκά θροεί η κουκουναριά στης ρεμματιάς το πλάι, όμως και συ, γιδοβοσκέ, γλυκειά φλογέρα παίζεις· δώρο σου πρέπει δεύτερο, ύστερ' από τον Πάνα. Αν τράγο θα διαλέξη αυτός, εσύ θα πάρης γίδα, μα αν όμως γίδα πάρη αυτός, βετούλα εσένα πέφτει· κ' είνε καλό το κρέας της ωσότου την αρμέξης.
ΓΙΔΟΒΟΣΚΟΣ Βοσκέ μου, το τραγούδι σου γλυκύτερο είν' ακόμα κι απ' το νερό που ηχολογά στάζοντας απ' το βράχο. Αν προβατίνα πάρουνε για δώρο τους οι Μούσες, θα πάρης το μαννάρι εσύ· κι αν πάλι της αρέση να πάρουν το μαννάρι αυτές, συ παίρνεις προβατίνα.
ΘΥΡΣΙΣ Κάθεσ' εδώ, γιδοβοσκέ, να παίξης τη φλογέρα; όσο θα παίζης, ξέννοιαζε, σου βόσκω εγώ τα γίδια.
ΓΙΔΟΒΟΣΚΟΣ Δεν πρέπει σε κανένα μας να παίζη τη φλογέρα τώρα καταμεσήμερα· φοβώμαστε τον Πάνα. Την ώρ' αυτή κατάκοπος απ' το πολύ κυνήγι κοιμάται κι αναπαύεται· κ' είνε πικρός, αλήθεια, είνε πικρός και πάντα του στάζει χολή απ' τη μύτη. Μα, Θύρσι, εσύ που τραγουδείς τα βάσανα του Δάφνι και πρόκοψες στο γλυκερό βουκολικό τραγούδι, έλα από κάτω απ' τη φτελιά κοντά μου να καθίσης, αγνάντια εκεί στον Πρίαπο κι αντίκρυ στις Νεράιδες πούνε τσοπάνικο σκαμνί, βελανιδιές το ησκιώνουν· κι αν τραγουδήσης ώμορφα σαν την ημέρα εκείνη που στο τραγούδι ενίκησες το Χρόμι απ' τη Λιβύα, μια γίδα διπλομάννα εγώ σου τάζω να σου δώσω να την αρμέξης τρεις φορές, πούχει τα δυο κατσίκια και πάντα την αρμέγουνε μέσα σε δυο καρδάρες. Και θα σου δώσω και βαθύ ποτήρι με δυο χέρια πούν' αλειμμένο με κερί κ' είνε καινούργιο τόσο, τόσο καινούργιο που θαρρείς μυρίζει το γλυφάνι. Απάνω από τα χείλη του πλέκει κισσός κλωνάρια, κισσός μαζί μ' ελίχρυσο· του ελίχρυσου η ψαλίδα στρέφεται καμαρώνοντας τον κροκωτόν ανθό της. Μέσα, γυναίκα που θεοί την έχουν ζωγραφίσει, με μια κορδέλλα στα μαλλιά και πέπλο από τεχνίτη. Από τη μια της τη μεριά κι απ' τη μεριά την άλλη δυο άνδρες με πολλά μαλλιά λογομαχούν για δαύτη. Όμως εκείνη ακούοντας δείχνει πως δεν τη νοιάζει· και πότε με χαμόγελο θωρεί από 'δώ τον ένα, πότε στον άλλο η πονηρή στρέφει το νου της πάλι. Κι αυτοί ερωτοχτυπούμενοι με βουρκωμένα μάτια, χάνουν τους κόπους άδικα, κακοπαθούν του κάκου. Παρέκει γέροντας ψαράς σε ριζολίθι απάνω σέρνει με βια το δίχτυ του, ένα μεγάλο δίχτυ, και μοιάζει και στη δύναμι με κουρασμένον άντρα. Λες και ψαρεύει μ' όλη του τη δύναμι στα χέρια· πρήσκονται γύρω ολόγυρα του σβέρκου του τα νεύρα και μοιάζει νιος στη δύναμι κι ας είνε κι ασπρομάλλης. Κοντά-κοντά στο γέροντα το θαλασσοδαρμένο, είν' έν' αμπέλι με πυκνά και κόκκινα σταφύλια που το φυλάει μικρό παιδί στο φράχτη καθισμένο. Στώνα πλευρό του μια αλεπού, στάλλο πλευρό του μια άλλη· χώνετ' η μια στα κλήματα και τα τσαμπιά αφανίζει, η άλλη πάει με πονηριά κρυφά προς το ταγάρι ωσάν να λέη και στο παιδί πως δεν θε να 'συχάση αν δεν ταφήση νηστικό κι αν δεν του φάη ό,τ' έχει. Κρατεί σφερδούκλια το παιδί και δένει τα με σκοίνο και τα σφερδούκλια δένοντας ακριδοπιάστρα πλέκει· και μηδέ τόσο νοιάζεται γι' αμπέλι και ταγάρι όση χαρά έχει μέσα του γι' αυτό το πλέξιμό του. Στρώνονται φύλλ' απερουνιάς τριγύρω στο ποτήρι· μεγάλο θάμμα αληθινά που το μυαλό ξιππάζει. Απώνα Καλυδώνιο ταγόρασα βαρκάρη κ' έδωκα γίδα κ' έδωκα κ' ένα κεφαλοτύρι· δεν τάγγιξα στα χείλη μου κι απάρθενο απομένει. Θα σου το δώσω με χαρά και μ' όλη την καρδιά μου αν θα θελήσης να μου πης το γλυκερό τραγούδι. Και δε θα σε γελάσω εγώ. Έλα, καλέ μου, 'πές το· στον Άδη δε θα το φυλάς, γιατ' όλα εκεί ξεχνιούνται.
ΘΥΡΣΙΣ
(Ωδή)
Αρχίστε, Μούσες μου καλές, βουκολικό τραγούδι.
Ο Θύρσις απ' την Αίτνα εγώ κι αυτή η φωνή του Θύρσι· Πού ήστε αν μαραίνονταν ο Δάφνις, πού κ' οι Νύμφες; Στου Πηνειού τις λαγκαδιές, στου Πίνδου τα λαγκάδια; Μηδέ στης Αίτνας την κορφή μηδέ στο ρέμμα του Άκι. Αρχίστε, Μούσες μου καλές, βουκολικό τραγούδι.
Εκείνον τον εθρήνησαν και λύκοι και τσακάλια εκείνον και τον έκλαψε στο λόγγο το λιοντάρι. Αρχίστε, Μούσες μου καλές, βουκολικό τραγούδι.,
Βώδια πολλά στα πόδια του, ταύροι πολλοί θρηνούσαν, πολλές 'γελάδες και πολλές πολλές δαμαλοπούλες. Αρχίστε, Μούσες μου καλές, βουκολικό τραγούδι.
Ήρθαν βουκόλοι κ' ήρθανε γιδοβοσκοί τριγύρω κι αναρωτούσαν όλοι τους σαν τι κακό έχει πάθει. Ήρθε κι αυτός ο Πρίαπος, ήρθε κ' εκείνος κ' είπε: «Πώς έτσι απομαραίνεσαι, δυστυχισμένε Δάφνι; Η κόρη εκείνη π' αγαπάς περνοδιαβαίνει τώρα σε βρύσες με τα κρυά νερά και σε πυκνά λαγκάδια. Τι σε ζαλίζω; έχεις εσύ δυστυχισμένη αγάπη.» Αρχίστε, Μούσες μου καλές, βουκολικό τραγούδι.
«Τις γίδες που βατεύονται γιδοβοσκός θωρώντας λιγώνεται απ' τη ζήλεια του που δεν εγίνη τράγος.» Αρχίστε, Μούσες μου καλές, βουκολικό τραγούδι.
«Και συ θωρώντας τα ώμορφα κοράσια να γελάνε λιγώνεσαι απ' τη ζήλεια σου που δεν τα συντροφεύεις». Αρχίστε, Μούσες μου καλές, βουκολικό τραγούδι.
Ήρθεν ακόμα κ' η γλυκειά και γελαστή Αφροδίτη κ' ήταν στην όψη γελαστή, μα δολερή η καρδιά της· κ' είπε: «Καυχώσουν πως λυγάς τον Έρωτα συ, Δάφνι, μα ο τρομερός ο Έρωτας σ' ελύγησεν εσένα». Μούσες, και πάλι αρχίσετε βουκολικό τραγούδι.
Κι αυτός της αποκρίθηκε: «Απάνθρωπη Αφροδίτη, που σε μισούν οι άνθρωποι κι οργίζονται μαζί σου· λες τάχα να φοβώμαστε πράγματα τιποτένια; αι! και νεκρός τον Έρωτα θα τυραγνάη ο Δάφνις». Μούσες, και πάλι αρχίσετε βουκολικό τραγούδι.
«Σύρε να βρης τον Άδωνι, τον ώμορφο Άδωνί σου, σύρε στην Ίδη να τον βρης που βόσκει το κοπάδι. Και κάνε και παλληκαριές μπροστά στο Διομήδη λέγοντας πως ενίκησες το Δάφνι το βουκόλο». Μούσες, και πάλι αρχίσετε βουκολικό τραγούδι.
«Λύκοι, τσακάλια, αφήνω 'γειά, κι αφήνω 'γειά και πάλι, αρκούδες που φωλιάζετε μέσ' σε σπηληές βουνήσιες· ο Δάφνις ο βουκόλος σας δε θάνε πια σε λόγγους, δε θάνε σε λαγκάδια πια, δε θάνε πια σε δάση. Αρέθουσα, σ' αφήνω 'γειά, κι αφήνω 'γειά, ποτάμια». Μούσες, και πάλι αρχίσετε βουκολικό τραγούδι.
«Ω Παν, είτε στ' ατέλειωτου Λυκαίου τα κορφοβούνια, είτε στου Μαίναλου γυρνάς τα πυκνωμένα δάση, παράτησε της ξακουστής Ελίκης τακρωτήρι και του Λυκαονίδη εκεί παράτησε το μνήμα, αυτό που ακόμα κ' οι θεοί θωρώντας το θαυμάζουν, κ' έλα σε τούτο το νησί της Σικελίας, έλα». Πάψετε, Μούσες, πάψετε ταγροτικό τραγούδι.
«Έλα και πάρε, βασιλιά, τούτη μου τη φλογέρα πούν' ώμορφη, γλυκόφωνη και με κερί δεμένη, γιατί απ' τον τόσον έρωτα στον Άδη κατεβαίνει ο Δάφνις που τα βώδια σου βόσκει εδώ πέρα, ο Δάφνις που τις δαμαλοπούλες σου, τους ταύρους σου ποτίζει». Πάψετε, Μούσες, πάψετε ταγροτικό τραγούδι.
«Βάτοι κι αγκάθια, τώρα σεις βγάλετε μενεξέδες και συ, ζιμπούλι, στόλισε ταγκαθωτά βοτάνια, οι άκαρπες κουκουναριές ας κάνουν τώρ' αχλάδια, τώρα τα λάφια, θαρρετά, ας κυνηγούν τους σκύλλους και τώρα οι κούκοι ας κελαϊδούν ταηδόνια να σωπαίνουν κι όλα ας αλλάξουνε στη γη μια που πεθαίνει ο Δάφνις». Πάψετε, Μούσες, πάψετε ταγροτικό τραγούδι.
Αυτά είπ' ο Δάφνις κ' έπεσε, κ' έδραμ' η Αφροδίτη κ' έδραμε κ' εδοκίμασε να τον ανασηκώση· μα της ζωής του την κλωστή την είχαν κόψει οι Μοίρες και τον επήρε αγύριστα του χάρου το ποτάμι, το Δάφνι που τον έστεργαν Μούσες και Νύμφες όλες. Πάψετε, Μούσες, πάψετε ταγροτικό τραγούδι.
Και συ, καλέ γιδοβοσκέ, δόσε μου το ποτήρι, δόσε μου και τη γίδα σου να την αρμέξω τώρα, να στάξω από το γάλα της πρώτα σπονδές στις Μούσες. Μούσες, σας χιλιοχαιρετώ και για 'δική σας χάρι άλλη φορά γλυκύτερα θα ξανατραγουδήσω.
ΓΙΔΟΒΟΣΚΟΣ Θύρσι, τώμορφο στόμα σου νάνε γεμάτο μέλι, σύκα γλυκά του Αιγάλεου τα χείλη σου να ευφραίνουν γιατί περνάς το τζίτζικα στο γλυκερό τραγούδι. Να το ποτήρι θαύμασε πόσο καλά μυρίζει· λες και στις βρύσες των Ωρών είνε μοσχοπλυμένο. Έλα κοντά, Κισσαίθα μου· και συ άρμεξέ την τώρα. Και σεις οι άλλες γίδες μου για μη χοροπηδάτε, γιατ' είν' ο τράγος έτοιμος να σας καβαλλικέψη.
ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΡΙΑΙ
Θέστυλι, πούν' οι δάφνες μου και πού τα μαγικά μου; Με πρόβειο κόκκινο μαλλί στόλισε τη λεκάνη, αυτόν που με βαρέθηκε να τον μαγέψω πάλι. Δώδεκα 'μέρες πέρασαν, ούτ' ήρθε κι ούτ' εφάνη, ούτε και ξέρει ο άκαρδος αν ζούμε ή αν δε ζούμε, ούτ' έκρουσε την πόρτα μου δώδεκα 'μέρες τώρα. Ω! δίχως άλλο ο Έρωτάς κ' η πονηρή Αφροδίτη θα του σηκώσαν το μυαλό κ' έπιασεν άλλη αγάπη. Ταχυά θα πάω να τόνε βρω μονάχη στην παλαίστρα και θα του παραπονεθώ για όσα κακά μου κάνει. Τώρα μ' ευωδιαστούς καπνούς θε να του κάνω μάγια. Σελήνη, αθόρυβη θεά, φέγγε γλυκά και λάμπε· στα μάγια πριν καταπιαστώ θα τραγουδήσω εσένα και την Εκάτη πούρχεται μέσ' απ' της γης τα σπλάχνα και τριγυρνά στα μνήματα και την φοβούνται οι σκύλλοι. Ω! χαίρε, Εκάτη τρομερή, παρακαλώ σε, Εκάτη, συντρόφεψε και βόηθα μας απ' την αρχή ως το τέλος και κάνε και τα μάγια μας όμοια μ' αυτά της Κίρκης, κατώτερα να μη γενούν απ' της Μηδείας τα μάγια μηδ' απ' τα μάγια της ξανθής εκείνης Περιμήδης.
Α'
Φέρε τον, σουσουράδα (2) μου, τον άντρα μου στο σπίτι.
Για σένα αλεύρι στη φωτιά θα ρίξω πρώτα-πρώτα. Θέστυλι, σκόρπα το λοιπόν. Άμοιρη, πούν' ο νους σου; Σιχαμερή είμαι τάχα εγώ και περιγέλιο μ' έχεις; Σκόρπα και λέγε αυτά: «σκορπώ τα κόκκαλα του Δέλφι».
Φέρε τον, σουσουράδα μου, τον άντρα μου στο σπίτι.
Ο Δέλφις μου με πίκρανε· δάφνη γι' αυτόν θα κάψω· κι όπως η δάφνη στη φωτιά κροταλιστά θα σκάση και θε ν' ανάψη στη στιγμή και στάχτη δε θ' αφήση έτσι κι ο Δέλφις να καή στου πόθου μου τη φλόγα.
Φέρε τον, σουσουράδα μου, τον άντρα μου στο σπίτι.
Τώρα θα κάψω πίτουρα κ' η Άρτεμι ας μαλάξη και το διαμάντι το σκληρό και κάθε στέρεο άλλο. Θέστυλι, άκου τα σκυλλιά στην πόλη πώς γαυγύζουν· θάνε στους δρόμους η θεά και θα περιδιαβαίνη. Κρούσε μιαν ώρ' αρχήτερα την χάλκινη τη λάμα.
Φέρε τον, σουσουράδα μου, τον άντρα μου στο σπίτι.
Οι ανέμοι καταλάγιασαν, ησύχασε κι ο πόντος, ο πόθος μέσ' στα στήθια μου ποτέ δεν ησυχάζει, μα καίω και φλέγομαι γι' αυτόν, που μ' έκανε τη μαύρη, αντί γυναίκα του σωστή, γυναίκα ντροπιασμένη.
Φέρε τον, σουσουράδα μου, τον άντρα μου στο σπίτι.
Όπως ετούτο το κερί μέσ' στη φωτιά το λειώνω έτσι κι από τον έρωτα να λειώση ευθύς κι ο Δέλφις· κι όπως αυτή τη ρόδα μου γυρίζει η Αφροδίτη έτσι κι αυτός να τριγυρνά στην πόρτα τη 'δική μου.
Φέρε τον, σουσουράδα μου, τον άντρα μου στο σπίτι.
Στάζοντας τρεις φορές σπονδές τρεις φορές τέτοια κράζω: Μ' όποια γυναίκα τώρ' αυτός ερωτικά πλαγιάζει, τόσο να την απαρνηθή, όσο ο Θησέας στη Νάξο την Αριάδνη αρνήθηκε την ωμορφομαλλούσα.
Φέρε τον, σουσουράδα μου, τον άντρα μου στο σπίτι.
Στην Αρκαδία τη δασωτή φυτρώνει ένα χορτάρι, το τρώνε και τρελλαίνονται κι άλογα και φοράδες κι ορμούν και παίρνουν τα βουνά και τρέχουνε με λύσσα. Έτσι το Δέλφι να τον 'δώ ν' αφήση την παλαίστρα κ' έτσι με λύσσα σαν τρελλός στο σπίτι μου να δράμη.
Φέρε τον, σουσουράδα μου, τον άντρα μου στο σπίτι.
Τούτο το κουρελόπανο του Δέλφι τώχω πάρει, κ' είν' απ' το γύρο χαμηλά της χλαίνας του κομμένο· το ξαίνω και τα νήματα μέσ' στη φωτιά τα ρίχνω. Αχ! Έρωτα σκληρόκαρδε, γιατί μούχεις ρουφήξει όλο το αίμα της καρδιάς σαν απ' τη λίμνη αβδέλλα;
Φέρε τον, σουσουράδα μου, τον άντρα μου στο σπίτι
Σαύρα θα κάψω στη φωτιά και θα την κάνω σκόνη κ' ένα πιοτό, κακό πιοτό ταχυά θε να σου φέρω. Πάρε τα μάγια, Θέστυλι, πάρε τα μάγια τώρα και την κορφή της πόρτας του σύρε μ' αυτά ν' αλείψης και λέγε ψιθυρίζοντας: «τα κόκκαλά του αλείφω.»
Φέρε τον, σουσουράδα μου, τον άντρα μου στο σπίτι.
Β'.
Τώρα, πούμεινα μόνη μου, τον έρωτά μου ας κλάψω. Πούθε ν' αρχίσω να θρηνώ, ποιος μου τον έχει φέρει; Κανιστροφόρα η Αναξώ, η κόρη του Ευβούλου στο λόγγο της Αρτέμιδος μας είχεν έρθει τότε· θεριά την ετριγύριζαν και θηλυκό λιοντάρι.
Πες μου, Σελήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθ' η αγάπη
Κ' η παραμάννα η άμοιρη του Θευχαρίδη, που ήταν το σπίτι της στο σπίτι μου κοντά, πόρτα με πόρτα, με θερμοπαρακάλεσε να πάω στο πανηγύρι· κ' η δόλια εγώ ξεκίνησα να πάω ν' ακλουθήσω φορώντας το ξανθόλινο κι ώμορφο φόρεμά μου και στολισμένη με ταχνό της Κλεαρίστας πέπλο.
Πες μου, Σελήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθη η αγάπη.
Στο δρόμο, μόλις έφθασα στου Λύκωνα το σπίτι, μαζί με τον Ευδάμνιππο είδα το Δέλφι εμπρός μου· ξανθότερ' από ελίχρυσο είχαν κ' οι δυο τα γένεια κ' εγυάλιζαν τα στήθια των πειότερ' απ' τη Σελήνη, δείχνοντας πως εγύριζαν μόλις απ' την παλαίστρα.
Πες μου, Σελήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθη η αγάπη.
Τον είδα κ' ετρελλάθηκα κι άναψεν η καρδιά μου, ξεθώριασεν η όψη μου κ' έσβυσ' η ωμορφιά μου, κι ούτ' ένοιωσα τι γίνηκε στο πανηγύρι εκείνο ούτε και ξέρω η δύστυχη πώς γύρισα στο σπίτι· μα κάποια αρρώστια πύρινη άλλαξε τη θωριά μου κ' ήμουν δέκα μερόνυχτα πεσμένη στο κρεββάτι.
Πες μου, Σελήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθη η αγάπη.
Συχνά-πυκνά το χρώμα μου κιτρίνιζε σα θράψος, έπεφταν αναρίθμητες της κεφαλής μου οι τρίχες κ' εκόλλησε το δέρμα μου στα κόκκαλά μου απάνω. Και πού δεν πήγα η δύστυχη γυρεύοντας να γιάνω, και ποια γερόντισσ' άφησα που ξέρει να ξορκίζη; Τίποτα δε μ' αλάφραινε κ' έλειωνα με το χρόνο.
Πες μου, Σελήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθη η αγάπη.
Κ' εκάλεσα τη σκλάβα μου κι άνοιξα την καρδιά μου. «Θέστυλι, βρες μου γιατρικό στη φοβερή μου αρρώστια »Ο Δέλφις την ταλαίπωρη όλη δική του μ' έχει· »μα στην παλαίστρα πήγαινε και παραμόνευέ τον »εκεί συχνά πηγαίνει αυτός, εκεί ταρέσει νάνε».
Πες μου, Σελήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθη η αγάπη.
«Κι όταν μονάχο τον ιδής γνέψε του να σιμώση, και πες του πως τονε καλώ και φέρε τον στο σπίτι». Έτσ' είπαμε' κ' επήγε αυτή και μούφερε το Δέλφι, κ' εγώ μόλις τον ένοιωσα κ' εγώ μόλις τον είδα να διασκελίζη ανάλαφρα της πόρτας το κατώφλι,
(Πες μου, Σελλήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθη η αγάπη)
μου 'πάγωσ' όλο το κορμί πειότερο κι απ το χιόνι κ' έσταζ' ιδρώτας άφθονος από το μέτωπό μου σαν τη δροσούλα της νοτιάς, κ' εκόπηκ' η φωνή μου και δε μ' απόμεινε φωνή μηδ' όση έχει το βρέφος που ψιθυρίζοντας καλεί τη μάννα του στον ύπνο· κ' ενέκρωσαν τα μέλη μου σαν της κερένιας κούκλας.
Πες μου, Σελήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθη η αγάπη.
Και μόλις μ' είδε ο άπονος χαμήλωσε τα μάτια και στο σκαμνί εθρονιάστηκε και τέτοια λόγια μούπε: «Πρόλαβες και μ' εκάλεσες στο σπίτι σου, Σιμαίθα, »όπως εγώ στο τρέξιμο πρόλαβα το Φιλίνο.»
Πες μου, Σελήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθη η αγάπη.
«Όμως λογάριαζα κ' εγώ νάρθω τη νύκτ' απόψε, »μα το γλυκό τον Έρωτα, μαζί μ' άλλους μου φίλους, »κρύβοντας μέσ' στον κόρφο μου γλυκόμηλα του Βάκχου »κ' ένα στεφάνι ολόγυρα στην κεφαλή φορώντας, «στεφάνι λεύκας, ιερό κλωνάρι του Ηρακλέους, «στεφάνι καταστόλιστο με κόκκινες κορδέλλες.»
Πες μου, Σελήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθη η αγάπη.
»Κι αν με καλοδεχόσαστε, θα τώχα για χαρά μου »αν μοναχά το στόμα σου το γλυκερό 'φιλούσα » — γιατ' είμαι νιος ευγενικός κι ώμορφος μέσα σ' όλους — »μ' αν εύρισκα την πόρτα σας κλειστή, μανταλωμένη, »θάχα πελέκια κοφτερά, θάχα δαυλιά για δαύτη».
Πες μου, Σελήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθη η αγάπη.
«Και τώρα χάρη εγώ χρωστώ στην Αφροδίτη πρώτα »κ' ύστερα χάρη δεύτερη χρωστώ σε σένα πάλι »που μ' έβγαλες απ' τη φωτιά του πόθου πριν με κάψη »κ' έστειλες και μ' εκάλεσες ναρθώ στο σπιτικό σου· »γιατί κι από το φλογερό ηφαίστειο της Λιπάρας »πιο καυτερά, πιο φλογερά ο έρως καίει και φλέγει».
Πες μου, Σελήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθη η αγάπη.
«Αυτός σηκώνει τα μυαλά και κάνει και την κόρη, »την κόρη την ανήξερη, να φεύγη από το σπίτι, »και κάνει και τη νιόνυφη ν' αφήνη, ν' απαρνιέται
»το στρώμ' ακόμη το ζεστό του αντρός της και να φεύγη». Είπε' κ' εγώ ευκολόπιστη τον έπιασ' απ' το χέρι κι αγάλια τον επλάγιασα στο μαλακό μου στρώμα· κι άρχισαν να μαλάζωνται μαζί τα δυο κορμιά μας και τα ζεστά μας πρόσωπα ν' ανάβουν, να κορώνουν· κ' εψιθυρίζαμε γλυκά στόμα με στόμα οι δυο μας. Και να μη σ' τα πολυλογώ, Σελήνη αγαπημένη, τα πιο μεγάλα εκάναμε κ' ήρθαμ' οι δυο σε πόθο. Κι ως χθες κανείς μας απ' τους δυο παράπονο δεν είχε· μα σήμερα ήρθε σπίτι μου η μάννα της Φιλίστας και της χορεύτρας Μελαξώς, την ώρα που φοράδες φέρνουν απ' τον ωκεανό στον ουρανό τρεχάτες τη ροδοχέρα την Αυγή· και κοντά στάλλα μούπε πως έχει πιάσει ο Δέλφις μου κάποια καινούργια αγάπη, μα ποια αγαπά, δεν ήθελε να μου το φανερώση, παρά μονάχα πως συχνά πίνει κρασί για κάποια και πως το πίνει ανέρωτο και πως στολίζει ακόμα την κάμαραν όπου μεθά μ' ευωδιαστά στεφάνια· κ' ύστερα φεύγει βιαστικός. Αυτά μούπεν εκείνη κ' εγώ ταναλογιάζομαι κι αληθινά τα βρίσκω· γιατ' άλλοτε πολλές φορές ερχόταν την ημέρα κι άφηνε και στο σπίτι μου το Δωρικό λαγήνι. (3) Μα τώρα πούχω να τον 'δώ σωστά δώδεκα 'μέρες κάποια άλλη θα τονε τραβά και με ξεχνάει εμένα. Μα τώρα με τα μάγια μου θε να τον σφικτοδέσω, κι αν πάλι θα με τυραγνά, τωρκίζομαι στις Μοίρες, την πόρτα του Άδη ο άκαρδος ταχυά να πάη να κρούση.
Βαθυά μέσ' στο σεντούκι μου κρύβω κακά φαρμάκια που ένας Ασσύριος κάποτε μου τάχει μαθημένα.
Μα εσύ στρέψε χαρούμενη ταλόγατά σου τώρα, Σελήνη, στον ωκεανό· κ' εγώ θε να υπομένω όπως ως τώρα υπόμενα τον πόνο της καρδιάς μου. Σ' αφήνω 'γειά, λαμπρόχρωμη Σελήνη και σεις άστρα, που αθόρυβα την άμαξα της νύκτας ακλουθάτε.
ΚΩΜΟΣ
Για την Αμαρυλλίδα μου θα 'πώ ένα τραγουδάκι κ' οι γίδες βόσκουν στο βουνό κι ο Τίτυρος τις βόσκει. Βόσκε τις γίδες, Τίτυρε, και φέρε τες στο ρέμμα κ' έχε το νου στο Λιβυκό και στο βαρβάτο τράγο, τον τράγο τον ξανθόμαλλο, να μη σε κουτουλήση.
Πώς δεν προβάλλεις στη σπηληά να με καλέσης νάρθω; Μ' εχθρεύεσαι το δύστυχο, γλυκειά μου Αμαρυλλίδα, ή μήπως τάχα από κοντά με βρίσκεις πλατομύτη;
Αμαρυλλίδα αγάπη μου, με κάνεις να μαδήσω τολόδροσο στεφάνι αυτό πούχω για σένα πλέξει μ' ευωδιασμένα σέλινα και με μπουμπούκια κίστου.
Αλλοίμονό μου! δε μ' ακούς; τι έχω να πάθω ο μαύρος! Να, δέκα μήλα σούφερα' τάκοψα 'κεί που μούπες· να, δέκα μήλα, και ταχυά θε να σου φέρω κι άλλα.
Αχ! κύτταξε τον πόνο μου: Πώς ήθελα να γίνω βομβολαλούσσα μέλισσα και νάρθω στη σπηληά σου, μέσ' στον κισσό σου να χωθώ, στη φτέρη που σ' ησκιώνει.