Στοχασμοί

Part 9

Chapter 9 12 words Public domain Markdown

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Η αντίθεση μεταξύ των είναι ολότελα αυθαίρετη. Δίχως το κριτικό ταλέντο δεν υπάρχει καλλιτεχνική δημιουργία αξία αυτού του ονόματος. Προ ολίγου μίλησες για το λεπτό εκείνο πνεύμα της εκλογής και το αβρό ένστικτο της διαλογής, με τα οποία ο καλλιτέχνης ξετιμάει τη ζωή για μας και της δίνει μια στιγμή την τελειότητα. Λοιπόν εκείνο το πνεύμα το εκλεκτικό, εκείνο το λεπτό τακτ του τι πρέπει να παραλείπεται κάθε φορά είναι πραγματικά το ταλέντο του κριτικού σε μιαν από τις χαρακτηριστικότερες όψεις του και κανένας που δεν έχει το ταλέντο του κριτικού δεν μπορεί να δημιουργήση τίποτε καλλιτεχνικό. Ο ορισμός της φιλολογίας από τον Arnold ότι είναι η κριτική της ζωής δεν ήταν πολύ επιτυχημένος στη διατύπωση, όμως δείχνει πόσο βαθιά εκτιμούσε τη σπουδαιότητα του στοιχείου της κριτικής στη δημιουργικήν εργασία.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Έπρεπε να είχα πη ακόμα ότι οι μεγάλοι καλλιτέχνες εργάζονται δίχως νάχουν συνείδηση της εργασίας των και, όπως κάπου, νομίζω, παρατηρεί ο Emerson, πάντα ήταν «σοφώτεροι απ' ό,τι τους πίστευαν».

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Δεν είν' αλήθεια, Ερνέστε. Κάθε λεπτή εργασία φαντασίας είναι συνειδητή και μ' ώριμη σκέψη γινομένη. Κανένας ποιητής δεν τραγουδάει γιατί πρέπει να τραγουδά· τουλάχιστο κανένας μεγάλος ποιητής δεν το κάνει γι' αυτό. Ο μεγάλος ο ποιητής τραγουδάει γιατί θέλει να τραγουδά. Έτσι είναι σήμερα κ' έτσι ήταν πάντα. Καμμιά φορά πάμε να συλλογιστούμε ότι οι φωνές που ακούστηκαν εις τη χαραυγή της ποιήσεως ήταν απλούστερες, δροσερώτερες και φυσικώτερες παρά οι δικές μας κι ότι ο κόσμος, που έβλεπαν οι πρώτοι ποιηταί κι όπου περπατούσαν, είχε κάποιον ξέχωρο ποιητικό χαρακτήρα και μπορούσε δίχως καμμίαν αλλαγή να γίνη τραγούδι. Το χιόνι τώρα κάθεται πυκνό απάνω στον Όλυμπο και οι απόκρημνες κατηφορικές πλαγιές του είναι γυμνές κ' ερημικές, μα κάποτε φανταζόμαστε πως τα ολόλευκα πόδια των Μουσών εσάρωναν πρωί-πρωί τη δροσιά από τις ανεμώνες και κατάβραδα έρχονταν ο Απόλλων να πη τραγούδια στους βοσκούς μες στη λαγκαδιά. Αλλά μ' αυτό δεν κάνουμε τίποτ' άλλο παρά ν' αποδίδουμε σ' άλλους αιώνες ό,τι επιθυμούμε ή νομίζουμε πως επιθυμούμε για το δικό μας αιώνα. Η ιστορική μας αίσθηση είναι στραβή. Κάθε αιών που γεννά ποίηση είναι τεχνητός αιών κ' η εργασία που μας φαίνετ' εμάς ως το φυσικώτατο κι απλούστατο προϊόν της εποχής της είναι πάντα καρπός της πιο συνειδητής προσπαθείας. Πίστεψέ με, Ερνέστε, δεν υπάρχει καμμία Καλή Τέχνη δίχως αυτοσυνειδησία, κι αυτοσυνειδησία ή κριτικό πνεύμα είν' ένα και το αυτό.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Καταλαβαίνω τι θέλεις να πης και βλέπω πως υπάρχει κάποια αλήθεια σ' αυτό που λες. Μα ασφαλώς θα παραδεχθής και συ πως τα μεγάλα ποιήματα του αρχαίου κόσμου, τα πρώτα ανώνυμα μαζωμένα ποιήματα, ήταν ο καρπός της φαντασίας των φυλών παρά των ατόμων.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Όχι όταν έγιναν ποίηση. Όχι όταν πήραν μιαν ωραία μορφή. Γιατί δεν υπάρχει Τέχνη όπου δεν υπάρχει ύφος, ούτε ύφος όπου δεν υπάρχει ενότης, κ' η ενότης βγαίνει από το άτομο. Δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία ότι ο Όμηρος είχε να κάμη με παληούς σκοπούς, και ιστορίες, όπως ο Shakespeare είχε ν' αντλήση από χρονικά και δράματα και μυθιστορήματα, μα αυτά ήταν απλώς το πρώτο υλικό. Τα πήρε και τάβαλε στο καλούπι του τραγουδιού. Γίνηκαν δικά του, γιατί αυτός τάκαμε αγαπητά. Ήταν πλασμένα από μουσικήν,

Κ' έτσι δεν ήταν διόλου πλασμένα, γ' αυτό δα για πάντα πλασμένα θα ήταν.

Όσο περισσότερο μελετάει κανείς τη ζωή και τη φιλολογία, τόσο γερά αισθάνεται πως από πίσω από κάθε πράγμα θαυμαστό στέκεται το άτομο, κι ότι δεν κάνει η στιγμή τον άνθρωπο, μα ο άνθρωπος πλάθει την εποχή. Πράγματι πάω να πιστέψω πως κάθε μύθος και θρύλος που μας φαίνεται ότι βγήκε από το Θαύμα ή το φόβο ή τη φαντασία μιας φυλής ή ενός έθνους ήταν στην αρχή του εφεύρεση ενός μονάχα νου. Ο παράξενα περιωρισμένος αριθμός των μύθων μου φαίνεται πως μας οδηγεί σ' αυτό το συμπέρασμα. Μα ας μη πελαγώσουμε τώρα σε ζητήματα συγκριτικής μυθολογίας. Ας κρατήσουμε τη θέση μας στο ζήτημα της κριτικής. Εκείνο που θέλω να τονίσω είναι το εξής. Ένας αιών που δεν έχει κριτική τέχνη είν' ένας αιών, στον οποίον η Τέχνη δεν κινείται κ' είναι ιερατική και περιωρισμένη στην αναπαραγωγή παληών καλουπιών, ή ένας αιών που δεν έχει καμμιά Τέχνη. Πέρασαν αιώνες κριτικής τέχνης που δεν ήτανε δημιουργικοί στην κοινή της λέξεως σημασία, αιώνες οπού το μυαλό του ανθρώπου γύρεψε να τακτοποιήση τους θησαυρούς του θησαυροφυλακίου του, να χωρίση το μάλαμα από το ασήμι και το ασήμι από το μολύβι, να μετρήση ξανά και ξανά τις διαμαντόπετρες και να δώση ονόματα στα μαργαριτάρια. Όμως ποτέ δεν επέρασε αιών δημιουργικός που να μην ήταν και της κριτικής τέχνης αιών. Γιατί η κριτική ικανότης είναι που εφευρίσκει καινούριες φόρμες. Η τάσις της δημιουργίας είναι να επαναλαβαίνη τον εαυτό της. Στο κριτικό ένστικτο χρεωστούμε κάθε νέα Σχολή που βγαίνει στη μέση, κάθε καινούριο καλούπι που η Τέχνη βρίσκει έτοιμο στα χέρια της. Δεν υπάρχει πράγματι και μια φόρμα, που τώρα η τέχνη μεταχειρίζεται, που να μη μας ήρθε από το κριτικό πνεύμα της Αλεξάνδρειας, όπου αυτές οι φόρμες εφευρέθηκαν ή έγιναν στερεότυπες και τελειοποιήθηκαν, όχι μονάχα γιατί εκεί το Ελληνικό πνεύμα έγινε πιο συνειδητό, — και πράγματι στο τέλος εξατμίσθηκε στο σκεπτικισμό και τη θεολογία, — αλλά και γιατί σ' αυτή την πόλη, κι όχι στην Αθήνα, αποτάθηκε η Ρώμη για τα μοντέλα της και με τη διάσωση της Λατινικής έζησαν τα γράμματα κ' οι Τέχνες. Όταν στον καιρό της Αναγεννήσεως η Ελληνική φιλολογία χάραζε στην Ευρώπη, το έδαφος ήταν κάπως προετοιμασμένο γι αυτήν. Αλλά για να γλυτώσουμε από τις λεπτομέρειες της ιστορίας, που πάντα είναι κουραστικές και συνήθως ανακριβείς, ας πούμε γενικά ότι οι τύποι των Τεχνών οφείλονται στο Ελληνικό κριτικό πνεύμα. Σε τούτο χρωστούμε το επικό, το λυρικό κι ολάκερο το δράμα σε κάθε του ανάπτυξη μαζί με την κωμωδία, το ειδύλλιο, το ρομαντικό μυθιστόρημα και το μυθιστόρημα των περιπετειών, το δοκίμιο, το διάλογο, τη ρητορική, τη διάλεξη — γι' αυτό το τελευταίο είδος έπρεπε ίσως να θεωρηθούν ασυγχώρητοι — και το επίγραμμα στην πλατειά της λέξεως σημασία. Πραγματικά του χρωστούμε κάθε είδος εκτός από το σοννέτο, που όμως μπορεί σ' αυτό να παραλληλίσουμε κάποιο παράξενο κίνημα σκέψεως που βρίσκουμε στην Ανθολογία, την Αμερικανική δημοσιογραφική τέχνη, που δεν μπορεί αλλού πουθενά να βρεθή όμοια μ' αυτή, και την μπαλλάντα σε μια πλαστή Σκοτζέζικη διάλεκτο, που ένας από τους πιο φιλόπονους συγγραφείς μας επρότεινε τελευταία να χρησιμοποιηθή ως θεμέλιο για μιαν οριστική κι ομόφωνη προσπάθεια από μέρος δευτέρας τάξεως συγγραφέων να γίνουν αληθινά ρομαντικοί. Κάθε νέα Σχολή, καθώς φαίνεται, φωνάζει ενάντια στην κριτική, όμως στην κριτική δύναμη που έχει ο άνθρωπος μέσα του χρωστάει την αρχή της. Το καθαρά δημιουργικόν ένστικτο δεν νεωτερίζει, αλλά ξαναπαράγει.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Έλεγες πως η κριτική είναι ουσιαστικό μέρος του δημιουργικού πνεύματος, και παραδέχομαι κ' εγώ τώρα τελείως τη θεωρία σου. Μα τι θα πης για την κριτική που είναι έξω από τη δημιουργικότητα; Έχω μιαν ανόητη συνήθεια να διαβάζω περιοδικά και μου φαίνεται πως πολύ μέρος της νεωτέρας κριτικής δεν έχει καμμιάν απολύτως αξία.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Τέτοιο είναι και το μεγαλύτερο μέρος της νεωτέρας δημιουργικής εργασίας. Η μετριότης σε ισοζυγία με τη μετριότητα και η αναρμοδιότης χειροκροτούσα τον αδερφό της, αυτό είναι το θέαμα που μας χαρίζει κάπου-κάπου η καλλιτεχνική δράσις στην Αγγλία. Ωστόσο μου φαίνεται πως έχω λίγο άδικο σ' αυτό το ζήτημα. Οι κριτικοί γενικά — και μιλώ φυσικά για την ανώτερη τάξη, για κείνους που γράφουν στα φύλλα των έξη πεννών — είναι πολύ πιο μορφωμένοι από τους ανθρώπους που καλούνται να επιθεωρήσουν τα έργα των. Αυτό βέβαια θα περίμενε κανείς μονάχα, γιατί η κριτική απαιτεί απείρως ανώτερη μόρφωση παρά η δημιουργία.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Αλήθεια;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Και βέβαια. Ο καθένας μπορεί να γράψη ένα τρίτομο μυθιστόρημα. Αρκεί μονάχα να μην έχη απολύτως καμμιά γνώση της ζωής και της φιλολογίας. Η δυσκολία, που φαντάζομαι ότι ο κριτικογράφος αισθάνεται, είναι να υποφέρη νάχη μπροστά του ένα οποιοδήποτε πρότυπο. Όπου δεν υπάρχει ύφος, εκεί ούτε πρότυπο δεν θα μπορή να υπάρχη. Οι φτωχοί κριτικογράφοι υποβιβάζονται, κατά τα φαινόμενα, σε ρεπόρτερ αστυνομίας της λογογραφίας, σε χρονικογράφους των όσα διαπράττουν οι κοινοί εγκληματίαι της Τέχνης. Λένε γι' αυτούς καμμιά φορά πως δεν διαβάζουν πέρα-πέρα τα έργα που τους δίνουν να κριτικάρουν. Και δεν τα διαβάζουν. Αν τα διάβαζαν, θα γίνονταν σίγουρα μισάνθρωποι ή, αν μου επιτρέπεται να δανεισθώ μια φράση κάποιας από τις όμορφες τελειόφοιτες της Newnham (89) τέλειοι μισογύναι για το υπόλοιπο της ζωής των (90). Ούτε είναι ανάγκη να τα διαβάζουν. Για να καταλάβη κανείς την προέλευση και την ποιότητα ενός κρασιού δεν είναι ανάγκη να πιη ολάκερο το βαρέλι. Πρέπει να είναι τελείως εύκολο σε μιαν ώρα να πουν αν ένα βιβλίο αξίζη ή δεν αξίζη τίποτε. Δέκα λεπτά αρκούν πράγματι, αν έχη κανείς την αίσθηση της μορφής. Ποιος θα θέλη να πελαγώση μέσα σ' ένα ηλίθιο τόμο; Τον δοκιμάζει κανείς απλώς, κι αυτό είναι αρκετό, περισσότερο από αρκετό κατά τη γνώμη μου. Ξέρω καλά ότι υπάρχουν πολλοί τίμιοι εργάται στη ζωγραφική καθώς και στη λογογραφία, που αποκρούουν ολότελα την κριτική. Κ' έχουν δίκιο. Η εργασία τους δεν έχει τη μανταλιτέ της εποχής των. Δεν μας φέρνει κανένα καινούριο στοιχείο ηδονής. Δεν υποβάλλει κανένα νέο κίνημα σκέψεως ή πάθους ή ομορφιάς. Ούτε λόγος πρέπει να γίνεται γι' αυτήν. Πρέπει να την αφήσουμε στη λήθη που της αξίζει.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Αλλά, συγγνώμην, αγαπητέ μου, που σε διακόπτω· μου φαίνεται πως αφίνεις το πάθος σου για την κριτική να σε παρασύρη παραπολύ μακριά. Γιατί πρέπει να παραδεχθής επιτέλους και συ πως είναι πιο δύσκολο να κάνη κανένας κάτι παρά να μιλήση γι' αυτό.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Πιο δύσκολο να κάνη κανένας κάτι παρά να μιλήση γι' αυτό; Καθόλου μάλιστα. Είναι μια χοντρή πλάνη του όχλου αυτή. Πολύ πιο δύσκολο είναι να μιλήση κανείς για κάτι παρά να το κάνη. Στην πραγματικότητα της ζωής αυτό είν' ολοφάνερο. Οποιοσδήποτε μπορεί να κάμη ιστορία. Μονάχα ο μεγάλος άνθρωπος μπορεί να τη γράψη. Δεν υπάρχει τρόπος ενεργείας ούτε είδος συγκινήσεως που να μην το συμμεριζόμαστε με τα κατώτερα ζώα. Μονάχα με τη γλώσσα στεκόμαστε πιο ψηλά απ' αυτά ή ο ένας από τον άλλο, με τη γλώσσα πούναι ο γονιός κι όχι το παιδί της σκέψεως. Η δράση είναι πράγματι πάντα εύκολη, κι όταν μας παρουσιάζεται στην πιο βαριά, γιατ' είναι κ' η πιο συνεχής, μορφή της — και τέτοιαν εγώ θεωρώ την εμπορική της μορφή — γίνεται απλούστατα το καταφύγιο των ανθρώπων που δεν έχουν να κάμουν τίποτε απολύτως. Όχι, Ερνέστε, μη μου μιλάς για δράση. Είν' ένα τυφλό εξάρτημα εξωτερικών επιδράσεων και κινείται με μιαν ώθηση που δεν της γνωρίζει τη φύση. Είναι κάτι τι λειψό στην ουσία του, γιατί περιορίζεται από την τύχη και δεν ξέρει την κατεύθυνσή του την ίδια, που βρίσκεται σε διαφωνία με το σκοπό του. Η βάσις του είναι η έλλειψις φαντασίας. Είναι το τελευταίο καταφύγιο εκείνων που δεν ξέρουν να ρεμβάζουν.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Γιλβέρτε, τον κόσμο τον μεταχειρίζεσαι σαν να ήταν κανένα τόπι κρυστάλλινο. Το βαστάς στο χέρι σου και το αναποδογυρίζεις για να κάνης το γούστο μιας πεισματάρας φαντασίας. Δεν κάνεις τίποτ' άλλο παρά ν' αντιγράφης την ιστορία.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Ένα χρέος που έχουμε στην ιστορία είναι να την αντιγράψουμε. Και δεν είν' αυτό η μικρότερη των ασχολιών που επιφυλάσσονται για το πνεύμα της κριτικής. Όταν θάχουμε ανακαλύψει τους κριτικούς νόμους που κυβερνούν τη ζωή, τότε θα νοιώσουμε ότι ο μόνος που έχει περισσότερα ονειροπολήματα από τον ονειροπόλο είναι ο άνθρωπος της δουλειάς. Αυτός, πράγματι, δεν ξέρει ούτε την αρχή ούτε το αποτέλεσμα των πράξεών του. Στο χωράφι, όπου ενόμισε αυτός πως έσπειρε αγκάθια, εμείς κάναμε τον τρύγο μας κ' η συκιά που φύτεψε για να την απολαύσουμε είναι τόσον ξερή όσο ένα γαϊδουράγκαθο και πιο πικρή απ' αυτό. Για να μην ξέρη ποτέ η Ανθρωπότης πού πηγαίνει κατώρθωσε νάβρη το δρόμο της.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Νομίζεις λοιπόν πως στον κύκλο της δράσεως ο συνειδητός σκοπός είναι μια απάτη;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Κάτι χειρότερο από μιαν απάτη. Αν εζούσαμεν αρκετά ώστε να βλέπαμε ταποτελέσματα των πράξεών μας, ίσως όσοι λένε πως είναι καλοί θ' αρρώσταιναν από μιαν οκνή μετάνοια κ' εκείνοι που ο κόσμος τους έχει για κακούς θα ζωντάνευαν με μιαν ευγενική χαρά. Κάθε τι μικρό που κάνομε περνά μέσα στη μεγάλη μηχανή της ζωής που μπορεί ν' αλέθη τις αρετές μας σε σκόνη και να τις κάνη άχρηστες ή να μεταβάλη τις αμαρτίες μας σε στοιχεία καινούριου πολιτισμού, πιο θαυμαστού και λαμπρότερου από κάθε άλλον που πέρασε. Αλλά οι άνθρωποι είναι σκλάβοι των λέξεων. Τους πιάνει μανία εναντίον του Υλισμού, όπως τον ονομάζουν, ξεχνώντας ότι δεν έγινε καμμιά υλική μεταρρύθμισις που να μην επνευματοποίησε τον κόσμο κι ότι λίγα είναι, αν είναι και κανένα, τα πνευματικά ξυπνήματα που δεν σπατάλησαν τη δύναμη του κόσμου σε άγονες ελπίδες κι άκαρπες ορμές κι άδειες ή παγιδευτικές δοξασίες. Ό,τι λεν Αμαρτία είν' ένα ουσιαστικό στοιχείο προόδου. Δίχως αυτήν ο κόσμος θα λίμναζε ή θα γερνούσε ή θα καταντούσε άχρωμος. Με την εντατική βεβαίωση της ατομικότητός μας απολυτρώνει από τη μονοτονία του ενός τύπου. Με το ν' απορρίπτη τις τρέχουσες ιδέες για την ηθική γίνεται ένα με την πιο υψηλήν ηθική. Και για να πούμε και για τις αρετές! Τι είναι οι αρετές; Η φύσις, μας λέει ο Ρενάν, λίγο γνοιάζεται για την εγκράτεια, κ' ίσως στη ντροπή της Μαγδαληνής κι όχι στη δική τους αγνότητα χρωστούν οι Λουκρητίες των νεωτέρων χρόνων την απαλλαγή τους από τις κηλίδες. Η ελεημοσύνη κι αγαθοεργία, καθώς κ' εκείνοι που αποτελούν το τυπικό μέρος της θρησκείας των αναγκάσθηκαν να τ° ομολογήσουν, γεννάει χίλια δυο κακά. Η απλή ύπαρξις της συνειδήσεως, της δυνάμεως εκείνης για την οποία τόσο φλυαρούν ανέκαθεν οι άνθρωποι και με τόσην αμάθεια καυχιώνται, είναι σημάδι της λειψής αναπτύξεώς μας. Πρέπει ν' απορροφηθή από το ένστικτο για να γίνουμε υπέρτεροι. Η αυταπάρνηση είναι απλώς μια μέθοδος, με την οποίαν ο άνθρωπος σταματάει την πρόοδό του, κ' η αυτοθυσία μια επιβίωσις του εθίμου του ακρωτηριασμού που είχαν οι βάρβαροι, μέρος της παληάς λατρείας του ψωμιού, που είναι ένας τόσο φοβερός παράγων στην ιστορία του κόσμου και που έχει και σήμερα τα θύματά της από ημέρα σε ημέρα και τους βωμούς της μες στη χώρα. Οι αρετές! Ποιος ξέρει τι είν' οι αρετές; Όχι εσύ, ούτ' εγώ. Ούτε κανένας. Καλό είναι για τη ματαιοδοξία μας να σκοτώνουμε τον εγκληματία, γιατί, αν τον αφήναμε να ζήση, μπορεί να μας έδειχνε τι κερδίσαμε από το έγκλημά του. Καλό για την ησυχία του να πάη ο άγιος να μαρτυρήση. Του γίνεται η χάρη να μην ιδή το φρικτό θέαμα του θερισμού της σποράς του.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Γιλβέρτε, βγάζεις μια πολύ άσχημη νότα. Ας γυρίσουμε πίσω στα πιο χαριτωμένα χωράφια της φιλολογίας. Τι έλεγες; Ότι πιο δύσκολο είναι να μιλήση κανείς παρά να το κάνη;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. (Ύστερ' από μικρή διακοπή). — Μάλιστα· θαρρώ πως τόλμησα να υποστηρίξω την απλήν αυτή αλήθεια. Ασφαλώς βλέπεις τώρα πως έχω δίκηο. Όταν ένας άνθρωπος ενεργή, είν' ένα νευρόσπαστο. Όταν περιγράφη, είναι ο ποιητής. Εδώ είναι όλο το μυστικό. Ήταν αρκετά εύκολο στις αμμοσκεπασμένες πεδιάδες του ανεμόδαρτου Ιλίου να πετά κανείς τη σκαλισμένη σαΐτα από το έγχρωμο τόξο ή να ρίχνη απάνω σε ασπίδα από βωδινό πετσί και φλογόθωρο χαλκό το μακρύ κοντάρι με την από ξύλο μελίας λαβή. Ήταν εύκολο για τη μοιχαλίδα βασίλισσα ν' απλώση χάμου τα Τυριανά χαλιά για τον κύριό της κ' ύστερα, όταν εκείνος λουζόταν στη μαρμαρένια γούρνα μέσα ξαπλωμένος, να του ρίξη 'πάνω από το κεφάλι του το άλικο δίκτυ και να φωνάξη στον ωρηοπρόσωπο εραστή της να τον λογχίση ανάμεσ' από τα πλέγματα στην καρδιά, που θα έπρεπε να είχε ραγίσει στην Αυλίδα. Και για την Αντιγόνη ακόμα, μόλο που την πρόσμενε σαν αρραβωνιαστικός της ο θάνατος, ήταν εύκολο να περάση μέσ' από τη μολεμένην ατμόσφαιρα καταμεσήμερα, ν' ανέβη στο λόφο και ν' αποσκεπάση με σπλαχνικό χώμα το κακομοιριασμένο γυμνό πτώμα που απόμνησκε άταφο. Μα τι να πούμε για κείνους που γράψανε γι' αυτά τα πράγματα; Τι για κείνους που έδωκαν πραγματικότητα και τα έκαμαν να ζουν για πάντα; Δεν είναι πιο μεγάλοι από τους άντρες και τις γυναίκες που τραγουδούν; «Ο Έκτωρ ο γλυκός εκείνος ιππότης επέθανε», κι ο Λουκιανός μας λέει πως στο μισοσκότεινον κάτω κόσμο είδε ο Μένιππος το λευκασμένο κρανίο της Ελένης κι απόρεσε ότι για το χατήρι ενός τόσον ασχημόθωρου πράγματος όλα εκείνα τα κογχωτά καράβια ρίχτηκαν στη θάλασσα, οι ωραίοι εκείνοι θωρακοφερεμένοι άντρες σύρθηκαν χάμου, οι πόλεις εκείνες με τα κάστρα τους γένηκαν στάχτη. Κι όμως καθεμέρα η όμοια με κύκνο της Λήδας θυγατέρα βγαίνει στο στρατόπεδο και σεργιανίζει τα κύματα του πολέμου. Οι γέροι με τασπρειδερά γένια θαυμάζουν τη χάρη της, ενώ αυτή στέκει πλάι στο βασιλιά. Στην κάμαρά του τη φκιασμένη από χρωματιστό φίλντισι είναι ξαπλωμένος ο αγαπητικός της. Γυαλίζει την κομψή του πανοπλία και κτενίζει το άλικο λοφίο του. Ο άντρας της μ' έναν υπασπιστή κ' ένα δούλο πηγαίνει από σκηνή σε σκηνή. Μπορεί να ιδή τα γυαλιστερά του μαλλιά κ' ακούει ή φαντάζεται πως ακούει την καθαρή εκείνη κρύα φωνή. Στην αυλή κάτω ο γυιός του Πριάμου κουμπώνει τον χάλκινο θώρακά του. Τα άσπρα μπράτσα της Ανδρομάχης είναι γύρω στο λαιμό του. Την περικεφαλαία του αφίνει χάμου για να μη τρομάξη το μωρό τους. Πίσω από τους κεντητούς μπερντέδες της σκηνής του κάθεται ο Αχιλλεύς, ντυμένος μυρωμένη φορεσιά, ενώ ο γκαρδιακός του φίλος με τη στολή του τη χρυσωμένη κι ασημωμένη ετοιμάζεται να πάη στη μάχη. Από ένα παράξενα γλυμμένο κιβώτιο, που η μητέρα του η Θέτις το είχε φέρει στο πλοίο του, ο αρχηγός των Μυρμιδόνων βγάζει τη μυστική κύλικα, που ανθρώπου χείλη ποτέ δεν την είχαν αγγίξει, και την καθαρίζει με θειάφι και με κρύο νερό την δροσίζει και πλένοντας τα χέρια του γεμίζει το γυαλισμένο της κοίλωμα με μαύρο κρασί και ραντίζει τη γη με το πηκτό αίμα του σταφυλιού προς τιμήν Εκείνου, που εις τη Δωδώνη προφήτες με γυμνά πόδια προσκυνούσαν, και προσεύχεται σ' Αυτόν, μη ξέροντας ότι του κάκου προσεύχεται κι ότι από τα χέρια δυο ιπποτών της Τροίας, του Ευφόρβου, του γυιού του Πανθέως, που τα τσουλούφια του με χρυσάφι ήταν θηλυκωμένα, και του γυιού του Πριάμου του λεοντόκαρδου, ο Πάτροκλος, των φίλων του ο φίλτατος, θα εύρισκε το μοιραίο τέλος. Φαντάσματα είν' αυτοί; Ήρωες της καταχνιάς και του βουνού; Σκιές μέσα σε τραγούδι: Όχι! Είναι πραγματικοί. Δράσις! Τι είναι η δράσις; Πεθαίνει τη στιγμή που ενεργεί. Είναι μία ταπεινή παραχώρησις στην πράξη. Ο κόσμος πλάστηκε από τον τραγουδιστή και τον ονειροπόλο.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Ενώ μιλείς μου φαίνεται πως είναι όπως τα λες.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Έτσι είναι πραγματικά. Στο κάστρο της Τροίας που λυώνει σε σκόνη κοίτεται η σαύρα σαν κάτι τι από πράσινο μπρούντζο. Η κουκουβάγια έκτισε τη φωλιά της στο παλάτι του Πριάμου. Στην έρμη πεδιάδα πλανιώνται οι βοσκοί με τα κοπάδια τους κ' εκεί που εις την κρασάτην επιφάνεια της λαδερής θάλασσας, που &Οίνοπα πόντον& (91) τη λέει ο Όμηρος, οι με χάλκινη πρώρα και με μίλτο χαραγμένες μεγάλες τριήρεις των Δαναών άραξαν με τα γυαλιστερά τους ημικύκλια, εκεί ο μοναχικός ψαράς του Θύνου κάθεται στη μικρή του βάρκα και βλέπει πώς πηδάνε οι φελλοί του δικτύου του. Μολαταύτα κάθε πρωί ανοίγουν διάπλατες οι πύλες της πόλης και πεζοί ή πάνω σε άρματα οι πολεμισταί προχωρούν στη μάχη και μυκτηρίζουν τους εχθρούς των πίσω από τις σιδερένιες τους μάσκες. Ολημέρα λυσσομανάει η αμάχη, κι όταν η νύχτα πέση, λαμπυρίζουν τα δαδιά στις τέντες κι' ανάβει ο φανός στη μεγάλη κάμαρα. Όσοι ζούνε δουλεύοντας το μάρμαρο ή ζωγραφίζοντας το πανί ξέρουν από τη ζωή μια μονάχα εξαιρετική στιγμή, αιώνια πράγματι στην ομορφιά της, μα περιωρισμένη σε μια νότα πάθους ή μια διάθεση γαλήνης. Εκείνοι που τους ζωντανεύει ο ποιητής έχουν τα χίλια δυο συναισθήματά τους, της χαράς και του τρόμου, της τόλμης και της απελπισίας, της ηδονής και του πόνου. Οι εποχές έρχονται και πάνε με πρόσχαρην ή λυπητερή συνοδεία, και με πόδια φτερωμένα ή μολυβένια περνούνε τα χρόνια από μπροστά τους. Έχουν τη νιότη τους και την ανδρική τους ηλικία, είναι παιδιά και γερνούνε. Αυγή είναι πάντα για την Αγία Ελένη, ως ο Veronese (92) την είδε στο παράθυρο. Μέσ' από τον ήσυχον αέρα οι άγγελοι της φέρνουν το σύμβολο του πόνου του Θεού. Οι δροσιστικές πρωινές πνοές ξανεμίζουν τα χρυσά μαλλιά στο μέτωπό της. Στον μυτερόν εκείνο λόφο σιμά στη Φλωρεντία, όπου ξαπλωμένοι είναι οι ερωτευμένοι του Giorgione, πάντα είναι ηλιοστάσιο μεσημεριού, μεσημεριού που κάτω από τους καλοκαιρινούς ήλιους δίνει τόσην ατονία, που το ισχνό γυμνό κορίτσι δύσκολα να μπορή να βουτήξη στη μαρμαρένια γούρνα τη στρογγυλή φούσκα του κατακάθαρου ποτηριού και τα μακριά δάκτυλα του κιθαριστή κάθονται ήσυχα 'πάνω στις χορδές. Πάντα χαράμματα είναι για τις χορεύτρες νύμφες που ο Corot άφησ' ελεύθερες ανάμεσα στις ασημένιες λεύκες της Γαλλίας. Σ' αιώνια χαραυγή κουνιώνται κείνες οι λεπτούτσικες διάφανες μορφές, που τάσπρα τρεμουλιαστά ποδαράκια τους φαίνονται σαν να μην αγγίζουν το δροσοποτισμένο χορτάρι που πατούνε. Όμως όσοι περπατούν μέσα στο έπος, το δράμα ή τη ρομάντσα βλέπουν όσο περνούν οι κοπιαστικοί μήνες να μεγαλώνουν και να σβύνουν τα νέα φεγγάρια και παρατηρούν τη νύκτα αποβραδύς ίσαμε το χάραμμα του πρωινού αστεριού και μπορούν να σημειώνουν από την ανατολή του ηλίου ίσαμε το ηλιοβασίλεμμα την ήμερα, που ολοένα μεταμορφώνεται μ' όλο το μάλαμα και μ' όλες τις σκιές της. Γι' αυτούς, όπως και για μας, τα λουλούδια ανθούν και μαραίνονται και η Γη, η Πρασινοτυλιγμένη θεά, καθώς την είπε ο Coleridge, αλλάζει την φορεσιά της για να τους ευχαριστήση. Το άγαλμα συγκεντρώνεται σε μια μοναδική στιγμή τελειότητος. Η εικόνα η χρωματισμένη 'πάνω στο κανναβόπανο δεν έχει πνευματικό στοιχείο για να μπορή να μεγαλώση ή ν' αλλάξη. Αν δεν ξέρουν τίποτε για το θάνατο, είναι γιατί ξέρουν πολύ λίγα για τη ζωή, επειδή τα μυστικά της ζωής και του θανάτου ανήκουν σ' εκείνους, και μόνο σ' εκείνους, που το πέρασμα του καιρού τους επηρεάζει και που κατέχουνε όχι μονάχα το παρόν, αλλά και το μέλλον, και μπορεί να σηκώνωνται ή να πέφτουν από ένα παρελθόν δόξας ή ντροπής. Η κίνησις, αυτό το πρόβλημα των τεχνών που φαίνονται, μπορεί να πραγματοποιήται μονάχα από τη Φιλολογία. Η Φιλολογία μας δείχνει το κορμί με τη γοργότητά του και την ψυχή στην παντοτεινήν ανησυχία της.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Μάλιστα, τώρα βλέπω τι θέλεις να πης. Αλλά βέβαια όσο ψηλότερ' ανεβάζεις τον δημιουργό καλλιτέχνη τόσο χαμηλότερα στέκει ο κριτικός.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Γιατί τάχ' αυτό;