Part 8
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Είν' αλήθεια. Μάλιστα, δεν είναι ανάγκη να κουνάς το κεφάλι σου έτσι ιδιότροπα. Είναι πολύ σωστή η παρατήρηση. Στις καλύτερες ημέρες της Τέχνης δεν ήταν τεχνοκρίτες. Ο γλύπτης εσκάλιζε στον όγκο του μαρμάρου τον μεγάλο με τα κάτασπρα μέλη Ερμή, που εκοιμόταν εκεί μέσα. Οι προπλάστες κ' οι χρυσωτές εικόνων έδιναν τόνο και υφή στο άγαλμα, κι ο κόσμος, όταν το έβλεπε, το ελάτρευε κ' εβουβαίνονταν. Έχυνε τον αναλυμένο μπρούντζο στο καλούπι του άμμου και το ποτάμι του κόκκινου μετάλλου επάγωνε σε καμπύλες ευγενικές κ' έπαιρνε τον τύπο θεϊκού κορμιού. Με σμάλτο ή στιλβωμένα πετράδια έδιν' ανάβλεμμα στα δίχως δράση μάτια. Τα σαν υάκινθος (83) σγουρά μαλλιά κυμάτιζαν κάτω από τη σμίλη του. Κι όταν σε κανένα σκοτεινό ζωγραφισμένο ναό ή σε καμμιά πολύστηλη ηλιοφώτιστη στοά ο γυιός της Λητώς στήθηκε πάνω στανάβαθρό του, όσοι περνούσαν σιμά, περνώντας αβρά μέσ' από τον λαμπρότατο γύρω αιθέρα (διά λαμπροτάτου βαίνοντες αβρώς αιθέρος) (84) ένοιωθαν μια καινούργια επίδραση να πλημμυρίζη τις ζωές του και σαν όνειρο ή με το αίσθημα αλλόκοτης και ζωντανής χαράς πήγαιναν σπίτια τους ή στην καθημερινή τους εργασία ή πλανιόνταν ίσως έξω από τις πύλες της πόλεως στο νυμφοσύχναστο εκείνο λειβάδι, όπου ο νεαρός Φαίδρος έπλενε τα πόδια του, και ξαπλώνοντας απάνω στο μαλακό χορτάρι και κάτω από τα ψηλά ανεμόδαρτα πλατάνια και τανθισμένα agnus castus άρχιζαν να μελετούν το θαύμα της ομορφιάς και σώπαιναν σαν μουγγοί μ' έν' ασυνήθιστο φόβο. Εκείνη την εποχή ο καλλιτέχνης ήταν ελεύθερος. Από τη ρεμματιά έπαιρνε τον λεπτό πηλό στα δάκτυλά του και μ' ένα μικρό εργαλείο από ξύλο ή κόκκαλο το μεταμόρφωνε σε φόρμες τόσον εξαίσιες, οπού οι άνθρωποι τις έδιναν σαν αθύρματα στους νεκρούς και τα βρίσκουμε και τώρα στους σκονισμένους τάφους, απάνω στην κίτρινη βουνοπλαγιά της Τανάγρας, με τωχρό χρυσό και τη σβυνάμενη πορφύρα, που μένουν χρονοτριβώντας λίγον καιρό ακόμα στα μαλλιά, στα χείλη, στη φορεσιά. Πάνω σε τοίχο φρεσκοπλαστρωμένο και βαμμένο με λαμπερό κόκκινον άμμο ή μίγμα γάλακτος και κρόκου, ζωγράφιζε κάποια που πατούσε με κουρασμένα πόδια τους άλικους και μ' άσπρα λουλούδια αστροκέντητους ασφοδελώνες, κάποια «που εις τα ματόκλαδά της, απλώνονταν όλος ο Τρωικός πόλεμος», την Πολυξένη, τη θυγατέρα του Πριάμου, ή παράσταινε τον Οδυσσέα, τον συνετό και πολυμήχανο, δεμένο με γερά σχοινιά στο κατάρτι του πλοίου για να μπορή ν' ακούη δίχως πειρασμό το άσμα των Σειρήνων, ή περιπλανώμενον πλάι στο καθαρό ποτάμι του Αχέροντα, όπου φαντάσματα ψαριών γλυστρούσαν κάτω στη χαλικόστρωτη κοίτη, ή έδειχνε τους Πέρσες με περικεφαλαίες και περικνημίδες να κυνηγιούνται από τους Έλληνες στον Μαραθώνα, ή τις τριήρεις να κροτούν με τα χάλκινα έμβολά τους στη μικρή της Σαλαμίνας θάλασσα. Σχεδίαζε με μυτερό ασήμι και κάρβουνο πάνω στην περγαμηνή και την αργασμένη κέδρο. Και σε φίλντισι απάνω και ροδόχρωμη τερρακότα ζωγράφιζε με κερί, λυώνοντάς το πρώτα σε χυμόν από εληές και στερεώνοντάς το ύστερα με ζεσταμένο σίδερο. Το λεπτοπελεκημένο ξύλο, το μάρμαρο, το λινό κανναβόπανο γέμιζαν θαύματα, όταν το πινέλο του περνούσε χαϊδευτικά από πάνω τους· κ' η ζωή βλέποντας την ίδια της εικόνα σώπαινε, μη τολμώντας να μιλήση. Κάθε ζωή ήτανε δική του πράγματι· από τους εμπόρους που κάθονταν στην αγορά ως τον κουκουλωμένο στην κάππα του βοσκό του βουνού, από τη νύμφη την κρυμμένη ανάμεσα στις δάφνες και τον φαύνο που έπαιζε το σουραύλι καταμεσήμερα ίσαμε τον βασιληά που μέσα σε μακρουλό φορείο με πράσινα παραπετάσματα τον έφερναν δούλοι πάνω σε λαμπυρίζοντας από το λάδι ώμους και τον ανέμιζαν με ριπίδια από φτερά παγωνιού. Άντρες και γυναίκες με τη χαρά ή τη λύπη στο πρόσωπό τους περνούσαν από μπροστά του. Τους εκύτταζε και το μυστικό τους ήταν δικό του πια. Με τη φόρμα και το χρώμα εξανάπλαθε έναν κόσμο.
Όλες οι άλλες τέχνες ήταν το ίδιο δικές του. Αυτός κρατούσε τα πετράδια γύρω στο στρεφόμενο δίσκο κι ο αμέθυστος γινόταν το άλικο κλινάρι του Άδωνι και πάνω στον φλεβοχρωματισμένον αχάτη περνούσε τρεχάτη η Άρτεμις με τα λαγωνικά της. Σφυρηλατούσε το μάλαμα σε τριαντάφυλλα και τάσμιγε κατόπιν για να φκιάση περιδέραιο ή βραχιόλι. Σφυρηλατούσε το μάλαμα σε στεφάνια για του νικητή το κράνος ή σε σχήμα φοινικιάς για τη χλαμύδα της Τύρου, ή σε μάσκες για τους βασιλικούς νεκρούς. Στο πίσω του ασημένιου καθρέφτη χάραζε την Θέτιδα γεννημένη από τις Νηρηίδες ή την ερωτοκτυπημένη Φαίδρα με την τροφό της, ή την Περσεφόνη που βαργεμένη από το να θυμάται εκάρφωνε παπαρούνες στα μαλλιά της. Ο αγγειοπλάστης καθόταν στο καλύβι του και σαν λουλούδι από το σιωπηλό τροχό το αγγείο έβγαινε μέσα στα χέρια του. Στόλιζε τη βάση και τον κορμό και τις άκρες με ομοίωμα λεπτού φύλλου εληάς ή πολύκλωνον αγκαθιού ή καμπυλωτού κι αφροστεφανωμένου κύματος. Έπειτα με μαύρο ή κόκκινο χρώμα ζωγράφιζε εφήβους παλαιστάς ή δρομείς· ιππείς πάνοπλους μ' αλλόκοτες οικοσημασμένες ασπίδες και παράξενες προσωπίδες, ενώ καβαλλίκευαν από κοχυλωτό άρμα άλογα ολόρθα στα πισινά τους πόδια· τους θεούς καθισμένους σε συμπόσιο ή κάνοντας θαύματα· τους ήρωες με τους θριάμβους ή τους πόνους των. Κάποτε χάραζε με λεπτές άλικες γραμμές σε άσπρο φόντο τον αποχαυνωμένο νιόνυφο με τη νέα του γυναίκα και τον Έρωτα φτερουγίζοντα γύρω τους — έναν Έρωτα σαν έν' από τους αγγέλους του Donatello —, ένα πλασματάκι γελαστό με χρυσωμένα ή μπλε φτερά. Και στην κυρτή πλευρά έγραφε τόνομα του φίλου του. Το ΚΑΛΟΣ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ ή ΚΑΛΟΣ ΧΑΡΜΙΔΗΣ μας λέει την ιστορία της εποχής του. Το ίδιο στη στεφάνη του ανοικτού κυπέλλου εσκίτσαρε το λάφι στη βοσκή του ή το λεοντάρι στην ησυχία του, όπως η φαντασία του θα το ήθελε. Από το λεπτεπίλεπτο μπουκαλάκι της μυρουδιάς χαμογελούσε η Αφροδίτη για την τουαλέττα της και μ' ολόγυμνον Μαινάδιον συντροφιά ο Διόνυσος χόρευε, με τα πόδια γυμνά και μες στο μούστο βαμμένα, γύρω στην κανάτα του κρασιού, εκεί που σαν Σάτυρος ο γέρω-Σειληνός κυλιόταν πάνω στα φουσκωμένα ασκιά ή κουνούσε κείνο το μαγικό σπαθί, που είχε στην άκρη ένα τριμμένο κώνον ελάτου και τη λαβή στεφανωμένη με μουχρό κισσό. Και κανένας δεν ερχόταν να ταράξη τον καλλιτέχνη στην εργασία του. Καμμιά ανεύθυνη φλυαρία δεν τον ανησυχούσε. Δεν βασανίζονταν με γνώμες. Δίπλα στον Ιλισσό, λέει κάπου ο Arnold, δεν ήταν κανένας Higginbotham. Κοντά στον Ιλισσό, αγαπητέ μου Γιλβέρτε, δεν γίνονταν ανόητα συνέδρια για την Τέχνη, που να κουβαλούν επαρχιωτισμό στις επαρχίες και να μαθαίνουν τις μετριότητες πώς να γαυγύζουν. Σιμά στον Ιλισσό δεν ήταν οχληρές εφημερίδες για την τέχνη, όπου μέσα να φλυαρούν μπακάληδες για ό,τι δεν νοιώθουν. Στους καλαμοφυτεμμένους όχθους της μικρής εκείνης ρεμματιάς δεν επόζαρε γελοία δημοσιογραφία που νάχη το μονοπώλιο της κριτικής καθέδρας, ενώ έπρεπε ν' απολογιέται στην έδρα του κατηγορουμένου. Οι Έλληνες δεν είχαν τεχνοκρίτες.
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Ερνέστε, είσαι πολύ διασκεδαστικός, αλλά οι θεωρίες σου είναι εντελώς σάπιες. Φοβούμαι πως θ' άκουες κανένα μεγαλύτερό σου, όταν κουβέντιαζε γι' αυτά. Αυτό πάντα είναι επικίνδυνο κι αν το αφήσης να εκφυλισθή σε συνήθεια, θα δης ότι είναι ολότελα καταστρεπτικό για τη διανοητική ανάπτυξη. Όσο για τη νέα δημοσιογραφία, δεν είναι δουλειά δική μου να την υπερασπισθώ. Δικαιολογεί την ύπαρξή της με τη μεγάλην αρχή του Δαρβίνου της επιβιώσεως του χυδαιοτέρου. Εμένα μ' ενδιαφέρει μονάχα η φιλολογία.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Μα ποια είναι η διαφορά δημοσιογραφίας και φιλολογίας;
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Ω! η δημοσιογραφία δεν είναι για διάβασμα κ' η φιλολογία δεν διαβάζεται. Αυτό είναι όλο. Όσο για κείνο όμως που είπες ότι οι Έλληνες δεν είχαν κριτικούς της Τέχνης, αυτό σε βεβαιώ είναι μεγάλη πλάνη, θα ήταν πιο σωστό νάλεγες πως οι Έλληνες ήταν έθνος τεχνοκριτών.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Αλήθεια;
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Και βέβαια, έθνος τεχνοκριτών. Αλλά δεν θέλω να σου χαλάσω την ηδονικήν αναληθή εικόνα, που μου ζωγράφισες, της σχέσεως του Έλληνος καλλιτέχνη με τη διανοητικότητα της εποχής του. Δεν είναι απλώς η καθαυτό ασχολία του ιστορικού το να δίνη μίαν ακριβή περιγραφή του ό,τι δεν έχει συμβή, αλλά και το αναπαλλοτρίωτο προνόμιο κάθε ανθρώπου μυαλωμένου και μορφωμένου. Ούτε θέλω να μιλήσω σαν σοφός. Η δασκαλική συνδιάλεξη είναι είτε επιτήδευση των αμαθών είτε επάγγελμα των διανοητικά αχρήστων. Όσο για την, που λεν μεταρρυθμιστική συνομιλία, αυτή είναι απλώς η ανόητη μέθοδος, με την οποίαν οι πιο ανόητοι φιλανθρωπισταί πολεμούν αρρωστιάρικα ν' αφοπλίσουν τη δίκαιη κατακραυγή των εγκληματικών τάξεων. Όχι, άσε με να σου παίξω κάτι τι τρελλό άλικο του Dvorak. Οι ωχρές μορφές απάνω στα ταπητουργήματα των τοίχων μας χαμογελούν και τα βαριά ματόκλαδα του μπρούντζινου Ναρκίσσου μου εδιπλώθηκαν για ύπνο.
Ας μη συζητήσουμε τίποτε σοβαρά. Έχω τέλεια συνείδηση του ότι γεννηθήκαμε σ' έναν αιώνα, όπου οι κουτοί μονάχα περνούν για σοβαροί και ζω με τον τρόμο μην παρεξηγηθώ. Μη με ταπεινώνης ίσαμε το επίπεδο να σου δίνω χρήσιμες πληροφορίες. Η εκπαίδευση είναι κάτι θαυμαστό, όμως καλόν είναι να θυμόμαστε πού και πού ότι τίποτε που αξίζει τη γνώση δεν μπορεί να διδαχθή. Από τις μισοανοιγμένες κουρτίνες του παραθυριού βλέπω το φεγγάρι σαν ένα κομμένο κομμάτι ασήμι. Σαν χρυσωμένα μελίσσια σωρεύονται γύρω του ταστέρια. Ο ουρανός είν' ένας σκληρός κοίλος σάπφειρος. Πάμ' έξω στη νυχτιά. Η σκέψη είναι κάτι θαυμάσιο, όμως η περιπέτεια είναι κάτι πιο θαυμάσιο. Ποιος ξέρει αν δεν μπορή να συναντήσωμε τον Prince Florizel της Βοημίας και ν' ακούσωμε την όμορφη της Κούβας να μας πη πως δεν είναι ό,τι φαίνεται πως είναι; (85)
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Είσαι φοβερά απολυταρχικός. Επιμένω να συζητήσουμε το ζήτημα. Είπες πως οι Έλληνες ήταν έθνος από τεχνοκρίτες. Τι κριτική της Τέχνης μας άφησαν;
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Αγαπητέ μου Ερνέστε, κι αν κ' ένα κομμάτι ακόμα κριτικής της Τέχνης δεν διασώζονταν ίσαμ' εμάς από την εποχή των Ελλήνων ή των Ελληνιστών, πάλι θα ήταν όχι λιγώτερον αληθινό πως οι Έλληνες ήταν έθνος τεχνοκριτών κι ότι αυτοί εφεύραν την κριτική της Τέχνης, όπως εφεύραν την κριτική κάθε άλλου πράγματος. Γιατί, — ποιο επιτέλους είναι το πρώτο μας χρέος στους Έλληνες; Απλούστατα το κριτικό πνεύμα. Κι αυτό το πνεύμα, που το εξασκήσαν σε ζητήματα θρησκευτικά κ' επιστημονικά, ηθικής και μεταφυσικής, πολιτικής και αγωγής, το εξασκήσαν το ίδιο και σε ζητήματα Τέχνης· και πράγματι, των δύο πιο υψηλών και υπερόχων Τεχνών μας άφησαν το πιο στερεό σύστημα κριτικής που είδε ο κόσμος.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Και ποιες είναι οι δυο υπέροχες και πιο υψηλές Τέχνες;
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Η Ζωή και η Φιλολογία, η ζωή και η τέλεια έκφραση της ζωής. Τις αρχές της πρώτης, όπως τις παραδεχτήκαν οι Έλληνες, δεν μπορεί σχεδόν να τις εκτιμήσουμε σ' έναν αιώνα χαλασμένον από ψεύτικα ιδανικά, όπως είναι τα δικά μας. Οι αρχές της τελευταίας, όπως τις παραδεχτήκαν εκείνοι, είναι τόσο λεπτές καμμιά φορά, που δύσκολα τις νοιώθουμ' εμείς. Αναγνωρίζοντας ότι η πιο τέλεια Τέχνη είν' εκείνη που πιο τέλεια καθρεφτίζει τον άνθρωπο σ' όλες τις άπειρες ποικιλίες του, μαστόρεψαν την κριτική της γλώσσας, μελετημένη στο φως του απλού υλικού εκείνης της Τέχνης, σε τέτοιο βαθμό, που εμείς με το τονικό σύστημά μας της λογικής ή αισθηματικής εμφάσεως πολύ δύσκολα μπορούμε να την φτάσουμε. Μελέτησαν λ. χ. τη μετρική κίνησι της πρόζας τόσον επιστημονικά, όσον επιστημονικά ένας νεώτερος μουσικός μελετά, την αρμονία και τη μελοποιία και, περιττό να το προσθέσω, με πιο λεπτό αισθητικό ένστικτο. Σ' αυτό είχαν δίκηο, όπως σ' όλα είχανε δίκηο. Από την εφεύρεση της τυπογραφίας κ' εδώ και την καταστρεπτική γέννηση του διαβάσματος στης μεσαίες και κατώτερες τάξεις στη χώρα τούτη, μια τάση αναπτύχθηκε στη φιλολογία ν' αποτείνεται όσον πάει και πιώτερο στο μάτι και λιγώτερο πάντα στ' αυτί, που είναι η αίσθηση, την οποίαν από της απόψεως της καθαράς τέχνης έπρεπε να ζητά να ευχαριστή και στους κανόνας της ικανοποιήσεώς της να μένη πιστή. Ακόμα και το έργο του κ. Pater, του καλύτερου γενικά τεχνίτη της Αγγλικής πρόζας που σήμερα πλάθεται γύρω μας, μοιάζει συχνά πιο πολύ κομμάτι μωσαϊκού παρά μουσικού και φαίνεται εδώ κ' εκεί πως του λείπει η αληθινή ρυθμική ζωή των λέξεων, και η ωραία λευτεριά και ο πλούτος της εντυπώσεως, που η τέτοια ρυθμική ζωή κάνει. Εμείς πράγματι τη γραφή την κάναμε έναν ωρισμένον τύπο εκθέσεως και την πήραμε για μια φόρμα δουλεμένου σχεδίου. Οι Έλληνες από το άλλο μέρος τη γραφή την θεωρούσαν απλώς σαν έναν τρόπο χρονογραφίας. Τη δοκιμή την έκαναν πάντα με τον προφορικό λόγο στις μουσικές και μετρικές σχέσεις του. Η φωνή ήταν το μέσον και ταυτί ο κριτικός. Μου έρχεται καμμιά φορά στο νου η σκέψη πως η τύφλωση του Ομήρου μπορεί νάναι πράγματι καλλιτεχνικός μύθος, πλασμένος σε ημέρες που είχε πέραση η κριτική, και χρησιμεύοντας για να μας θυμίζη όχι απλώς ότι ο μεγάλος ποιητής είναι πάντα ένας προφήτης που βλέπει πιο πολύ με τα μάτια της ψυχής παρά του σώματος, αλλά κι ότι είν' ένας αληθινός ψάλτης, που πλάθει το άσμα του από μουσική, επαναλαβαίνοντας κάθε στίχο πολλές φορές μονάχος στον εαυτό του ώσπου να βρη το μυστικό της μελωδίας του, ψάλλοντας κρυφά τα λόγια που είναι φτερωμένα με φως. Κι αν αυτό είν' έτσι ή αλλοιώς, ασφαλώς όμως στην τύφλωσή του ως αφορμή, αν όχι ως αιτία, χρωστάει ο μεγάλος Άγγλος ποιητής το μεγαλόπρεπο περπάτημα και το φωνητικό μεγαλείο των τελευταίων του στίχων. Όταν ο Μίλτων δεν μπορούσε πια να γράφη, άρχισε να ψάλλη. Ποιος θα σύγκρινε το μέτρο του έργου του C o m u s με τα μέτρα των έργων του S a m s o n A g o n i s t e s, Paradise Lost ή Paradise Regained; Όταν ο Μίλτων τυφλώθηκε, εσύνθετε τα ποιήματά του, όπως και κάθε άλλος έπρεπε να κάνη, με τη φωνή μονάχα κ' έτσι ο αυλός ή το καλάμι της παληάς εποχής έγινε κείνο το όργανο με τις πολλές στάσεις, που η πλούσια ηχηρά μουσική του έχει όλη τη μεγαλοπρέπεια του Ομηρικού στίχου, αν όχι τη γληγοράδα του, και είναι η μια άφθαρτη κληρονομιά της Αγγλικής φιλολογίας που κυριαρχεί σ' όλους τους αιώνες, γιατί τους ξεπερνάει και μένει πάντα μαζί μας, γιατ' είναι αθάνατη στη μορφή. Μάλιστα, το γράψιμο έβλαψε πολύ τους συγγραφείς. Πρέπει να ξαναγυρίσουμε στη φωνή. Αυτή πρέπει νάναι ο γνώμονάς μας, κ' ίσως τότε θα μπορέσουμε να εκτιμήσουμε κάποιες από τις λεπτότητες της κριτικής της Τέχνης των Ελλήνων.
Σήμερα, όπως είναι τα πράγματα, δεν μπορούμε να το κάνουμε. Κάποτε όταν έγραψα ένα κομμάτι πρόζας, που ήμουν αρκετά μετριόφρων ώστε να το θεωρήσω απολύτως απαλλαγμένο από λάθος, μια τρομερή σκέψη μου πέρασε από το μυαλό, πως μπορούσε να ήμουνα ένοχος της ανήθικης θηλυπρεπείας να μεταχειρίζωμαι τροχαϊκά και τρισβραχέα μέτρα, εγκλήματος, για το οποίον ένας σοφός κριτικός της εποχής του Αυγούστου ελέχχει με παραπολύ δίκαιη αυστηρότητα τον λαμπρόν αν και κάπως παράξενον Ηγεσίαν. Με πιάνει ρίγος ακόμα όταν το σκέπτωμαι, κι απορώ αν το θαυμάσιο ηθικό αποτέλεσμα της πρόζας εκείνου του μάγου συγγραφέως, που κάποτε με πνεύμα αφρόντιστης γενναιοδωρίας προς την αμόρφωτη τάξη της κοινωνίας μας εκήρυξε ότι η διαγωγή είναι τα τρία τέταρτα της ζωής, δεν θα εκμηδενισθή ολότελα από την ανακάλυψη ότι οι paeons δεν είναι καλά βαλμένοι.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Α! τώρα καταντάς πια φλύαρος.
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Και ποιος δεν θα γινόταν τέτοιος, όταν του λέγαν πως οι Έλληνες δεν είχαν τεχνοκρίτες; Μπορώ να το καταλάβω επί τέλους όταν μου ειπούνε πως η δημιουργική ιδιοφυία των Ελλήνων εχάθηκε μέσα στην κριτική, όχι όμως πως η φυλή που της χρωστούμε το κριτικό πνεύμα δεν έκανε κριτική. Μη μου ζητάς να σου δώσω τον απολογισμό της Κριτικής της Τέχνης των Ελλήνων από τον Πλάτωνα ως τον Πλωτίνον. Η νύκτα είναι τόσον ερατεινή, ώστε να μη μπορή να γίνη αυτό, και το φεγγάρι, αν μας άκουε, θάβαζε περισσότερη στάχτη στα μούτρα του, παρ' όσην έχει τώρα. Όμως θυμήσου μοναχά ένα τέλειο μικρό έργο αισθητικής κριτικής, την Ποιητική του Αριστοτέλη. Δεν είναι τέλειο στη μορφή, γιατί δεν είναι καλογραμμμένο, καμωμένο ίσως από σκόρπιες σημειώσεις για καμμιά τεχνική διάλεξη ή ξέχωρες περικοπές προωρισμένες για κανένα μεγαλύτερο έργο, μα απολύτως τέλειο ως προς την ουσία και την εξέταση του θέματος. Η ηθική επίδραση της Τέχνης, η σπουδαιότης της για τη μόρφωση και η θέση της στη διάπλαση του χαρακτήρος αναπτύχθηκε μια για πάντα από τον Πλάτωνα. Εδώ η Τέχνη εξετάζεται όχι από την ηθική της άποψη, μα από την καθαρά αισθητική της όψη. Ο Πλάτων βέβαια πραγματεύθηκε πολλά τελείως καλλιτεχνικά θέματα, όπως η σημασία της ενότητος σ' ένα έργο Τέχνης, η ανάγκη του τόνου και της αρμονίας, η αισθητική αξία των φαινομένων, η σχέση των ορατών τεχνών με τον εξωτερικόν κόσμο και του μύθου με την πραγματικότητα. Πρώτος ίσως αυτός ξύπνησε στην ψυχή των ανθρώπων την ανεκπλήρωτη ακόμη επιθυμία να γνωρίσουμε τη συνάφεια της Ομορφιάς προς την Αλήθεια και τη θέση του Ωραίου στην ηθική και διανοητική τάξη του Κόσμου. Τα προβλήματα του ιδεαλισμού και του ρεαλισμού, όπως τα εκθέτει, μπορεί να φαίνωνται στους πολλούς δίχως καμμιά συνέπεια στη μεταφυσική σφαίρα της αφηρημένης οντότητος όπου τα τοποθετεί, αλλά μετατόπισέ τα στη σφαίρα της Τέχνης και θα δης πώς πάλι είναι ζωντανά κ' έχουν τη σημασία τους. Μπορεί μάλιστα σαν κριτικός του Ωραίου νάναι προωρισμένος ο Πλάτων να ζη αιώνια, κι αλλάζοντας τόνομα του κύκλου της θεωρίας του μπορεί ν' ανακαλύψουμε μια νέα φιλοσοφία. Αλλά ο Αριστοτέλης, όπως ο Goethe, πραγματεύεται την Τέχνη στις αρχικές συγκεκριμένες εκδηλώσεις της. Παίρνει λ. χ. την τραγωδία, εξετάζει το υλικό που μεταχειρίζεται, δηλ. τη γλώσσα, την υπόθεσή της που είναι η ζωή, τη μέθοδο με την οποίαν εργάζεται, που είναι η δράση, τους όρους κάτω από τους οποίους ξεσκεπάζει τον εαυτό της, που είναι οι όροι της θεατρικής παραστάσεως, τη λογική κατασκευή της που είναι η πλοκή, και τον τελικόν αισθητικό σκοπό της, που είναι ν' αποτείνεται στο αίσθημα του καλού διαμέσου των παθών, του φόβου και του ελέου. Εκείνη η εξάγνιση και πνευματικοποίηση της φύσεως, που την ονομάζει &κάθαρσιν& (86), είναι, όπως είπε ο Goethe, ουσιαστική αισθητική και όχι ηθική, όπως το φαντάσθηκε ο Lessing. Αποβλέποντας πρώτα-πρώτα στην εντύπωση που κάνει ένα έργο Τέχνης, ο Αριστοτέλης φροντίζει ν' αναλύση εκείνη την εντύπωση, να ερευνήση την πηγή της, να ιδή πώς παράγεται. Σαν φυσιολόγος και ψυχολόγος, ξέρει ότι η υγεία μιας λειτουργίας είναι στην ενέργεια. Νάχη κανείς κάποιαν ικανότητα για ένα πάθος και να μη το νοιώθη έχει ως συνέπεια το να μένη ατελής και περιωρισμένος. Το μιμητικό θέαμα της ζωής, που η τραγωδία το παρουσιάζει, καθαρίζει την ψυχή από πολύ «υλικό επικίνδυνο». Και παρασταίνοντας υψηλά κι άξια θέματα για την άσκηση των συναισθημάτων εξαγνίζει και κάνει πνευματικώτερο τον άνθρωπο· και μάλιστα όχι μόνο τον κάνει πνευματικώτερο, μα και τον οδηγεί σε ευγενικά αισθήματα, για τα οποία αλλοιώτικα μπορεί να μην είχε καμμιά ιδέα, γιατί κατά την γνώμην μου η λέξη &κάθαρσις& έχει κάποια σχέση με την ιεροτελεστία της μυήσεως, αν δεν είναι αυτή, όπως φαντάζομαι, η μόνη κι αληθινή της έννοια εδώ. Αυτά φυσικά είναι ένας σκέτος σκελετός του βιβλίου. Αλλά βλέπεις τι τέλειο κομμάτι αισθητικής κριτικής που είναι. Ποιος άλλος πράγματι εκτός από ένα Έλληνα μπορούσε ν' αναλύση έτσι την τέχνη; Ύστερ' από τη μελέτη του βιβλίου αυτού δεν απορεί πια κανένας γιατί η Αλεξάνδρεια αφιερώθηκε τόσον πλατειά στην κριτική της Τέχνης και γιατί βλέπομε σήμερα τις καλλιτεχνικές ιδιοσυγκρασίες να ερευνούνε κάθε ζήτημα ύφους και τρόπου, να συζητούν για τις μεγάλες Ακαδημείες της ζωγραφικής, όπως λ. χ. για τη Σχολή της Σικυώνος, πού πάσχισε να φυλάξη τις άξιες παραδόσεις της παληάς τεχνοτροπίας ή για τις ρεαλιστικές κ' εμπρεσιονιστικές Σχολές, που αποβλέπανε στο ν' αναπαρασταίνουν τη ζωή ή τα στοιχεία του ιδεαλισμού με πορτραίτα ή την καλλιτεχνικήν αξία της επικής φόρμας σ' έναν αιώνα τόσο νεωτεριστικό, όπως ο δικός των, ή αυτό ακόμα το θέμα του καλλιτέχνη. Πράγματι φοβούμαι ότι οι αντικαλλιτεχνικές ιδιοσυγκρασίες της εποχής ασχολήθηκαν το ίδιο με θέματα της φιλολογίας και της Τέχνης, γιατί οι καταγγελίες για λογοκλοπία δεν είχαν τέλος και τέτοιες κατηγορίες πηγάζουνε είτε από τα τερατώδη στόματα εκείνων που μην έχοντας τίποτε δικό τους φαντάζονται πως μπορούν να κερδίσουν φήμη πλουσίων με τις φωνές που βάζουν ότι τάχα τους έκλεψαν. Και σε βεβαιώ, αγαπητέ μου Ερνέστε, ότι οι Έλληνες φλυάρησαν για τους ζωγράφους των, ακριβώς όπως κάνουν σήμερα οι άνθρωποι, και είχαν τις ιδιαίτερες θεωρίες των και τις χρηματικές επιδείξεις των και σωματεία Τεχνών και επαγγελμάτων και το Προρραφαηλικό κίνημά τους και τάσεις προς τον ρεαλισμό κ' έκαναν και διαλέξεις καλλιτεχνικές κ' έγραφαν δοκίμια καλλιτεχνικά κ' έβγαλαν ιστορικούς της Τέχνης κι αρχαιολόγους κι όλα τα σχετικά τους. Ακόμα κ' οι θεατρικοί ιμπρεσσάριοι των θιάσων που περιώδευαν είχανε μαζί τους τούς δραματικούς κριτικούς των, όταν έβγαιναν σε περιοδεία και τους πλήρωναν πολύ καλούς μισθούς για να γράφουν κριτικές για ρεκλάμα. Ό,τι πράγματι είναι νεωτεριστικό στη ζωή μας το χρωστούμε στους Έλληνες. Ό,τι είναι αναχρονισμός οφείλεται στο μεσαιωνισμό. Οι Έλληνες μας έδωκαν ολόκληρο το σύστημα της κριτικής της Τέχνης και πόσο λεπτό ήταν το κριτικό τους ένστικτο το βλέπει κανείς λαβαίνοντας υπ' όψιν ότι το υλικό, που απάνω του έκαναν κριτική, ήταν, όπως είπα παραπάνω, η γλώσσα. Γιατί το υλικό, που μεταχειρίζεται ο ζωγράφος ή ο γλύπτης, είναι ισχνό, αν συγκριθή με το υλικό των λέξεων. Οι λέξεις δεν έχουν μοναχά μουσική γλυκειά σαν της λύρας και της κιθάρας τη μουσική, χρώμα τόσον πλούσιο και ζωηρό όσον εκείνο που κάνει ερατεινή για μας την οθόνη των Βενετών και των Ισπανών, και πλαστικότητα όχι λιγώτερο θετική και ασφαλή από κείνη που παρουσιάζεται στο μάρμαρο ή το μπρούντζο, αλλά και η σκέψη και το πάθος και η πνευματικότης ανήκει σ' αυτές κι αποκλειστικά μάλιστα σ' αυτές. Αν οι Έλληνες έκαναν την κριτική μονάχα της γλώσσας θα ήταν πάλιν οι πιο μεγάλοι τεχνοκρίτες του κόσμου. Η γνώση των αρχών της πιο υψηλής Τέχνης είναι και γνώση των αρχών όλων των τεχνών.
Μα βλέπω ότι το φεγγάρι κρύβεται πίσω από ένα θειαφόχρωμο σύννεφο. Μέσ' από μια μαυρειδερή χαίτη, που αναταράζεται, λαμπυρίζει σαν μάτι λιονταριού. Φοβάται πως θα σου μιλήσω για τον Λουκιανό και τον Λογγίνο, για τον Κουϊντιλιανό και τον Διονύσιο, για τον Πλίνιο και τον Φρόντο και τον Παυσανία· για όλους εκείνους που στον αρχαίο κόσμο έγραψαν ή μίλησαν απάνω σε καλλιτεχνικά ζητήματα. Δεν είν' ανάγκη όμως να φοβάται. Είμαι κουρασμένος από την εκστρατεία μου μέσα στη σκοτεινή ανιαρή άβυσσο των γεγονότων. Τώρα τίποτ' άλλο δεν μου μένει πάρεξ η θεία &μονόχρονος ηδονή& (87) ενός ακόμα σιγάρου. Τα σιγαρέττα τουλάχιστο δεν φέρνουν κόρο.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Δοκίμασε ένα από τα δικά μου. Είναι καλύτερα, υποθέτω. Τα παίρνω κατ' ευθείαν από το Κάιρο. Η μόνη χρησιμότης των attachés (88) μας είναι ότι προμηθεύουν στους φίλους των εξαίρετον καπνό. Κι αφού εκρύβηκε ξανά το φεγγάρι, ας μιλήσουμε, λίγο ακόμα. Είμαι σχεδόν έτοιμος να παραδεχθώ πως δεν είχα δίκηο σ' ό,τι έλεγα για τους Έλληνες. Ήταν, όπως είπες, έθνος τεχνοκριτών. Το παραδέχομαι και λυπούμαι λιγάκι για λογαριασμό τους· γιατί το δημιουργικό ταλέντο είναι ανώτερο από το κριτικό. Ούτε μπορεί να γίνη καμμιά σύγκριση μεταξύ τους.