Στοχασμοί

Part 7

Chapter 7 138 words Public domain Markdown

Ο έρωτάς του προς την τέχνη ωστόσο ποτέ δεν τον άφησε. Στη Hobart Town άνοιξ' έν' ατελιέ και ξανάρχισε να σκιτσάρη και να ζωγραφίζη πορτραίτα και η ομιλία και οι τρόποι του δεν φαίνονταν νάχασαν τη γοητεία τους. Ούτε παράτησε τη συνήθειά του να δηλητηριάζη κι αναφέρονται δύο περιστατικά, όπου προσπάθησε να ξεκάμη ανθρώπους, που τον είχανε βρίσει. Αλλά το χέρι του φαίνεται πως είχε χάσει τη μαστοριά του. Κ' οι δύο δοκιμές του ήταν τέλειες αποτυχίες και στα 1844 εντελώς απογοητευμένος από την κοινωνία της Τασμανίας έκανε υπόμνημα στο Διοικητή του τόπου Sir John Eardley Wilmot, παρακαλώντας τον να τον αφήση ελεύθερο. Στο υπόμνημ' αυτό λέει για τον εαυτό του, ότι «βασανίζονταν από ιδέες που ζητούσαν επίμονα εξωτερική φόρμα κ' εκτέλεση, πως εμποδίζονταν ν' αναπτύξη τις γνώσεις του και ν' ασκηθή στο ωφέλιμο ή τουλάχιστο στο διακοσμητικό λόγο. Η αίτησή του όμως απορρίφθηκε κι ο σύντροφος του Coleridge παρηγοριούνταν στους θαυμαστούς εκείνους Paradis Artificiels (69), που το μυστικό τους είναι γνωστό μονάχα στους οπιομανείς. Στα 1852 πέθανε από αποπληξία έχοντας για μόνο σύντροφό του μια γάτα που την αγαπούσε υπερβολικά.

Τα εγκλήματά του φαίνεται πως είχαν σπουδαία επίδραση στην τέχνη του. Έδωκε μια δυνατή ατομικότητα στο ύφος του, που δεν θα την είχε σίγουρα το αρχικό του έργο. Σε μια του σημείωση στο &Βίο του Dickens& ο Forster αναφέρει, ότι στα 1847 η Lady Blessington έλαβε από τον αδερφό της, Major Power, που είχε κάποια στρατιωτική θέση στη Hobart Town, μια ελαιογραφία νεαράς κόρης από το τεχνικό πινέλο εκείνου (70) και λένε πως «φρόντισε να δώση την έκφραση της ιδικής του κακίας στο πορτραίτο του όμορφου καλόκαρδου κοριτσιού». Ο Ζολάς σ' έν' από τα μυθιστορήματά του μας μιλεί για ένα νέο, που, αφού έκανε κάποιο φόνο, ρίχτηκε στην τέχνη και ζωγράφισε πρασινωπά εμπρεσσιονιστικά πορτραίτα εντελώς σεβαστών προσώπων, που όλα έχουν κάποια περίεργη ομοιότητα με το θύμα του. Η ανάπτυξη του ύφους του Wainewright μου φαίνεται πολύ πιο λεπτή ή υποβλητική. Μπορεί κανείς να φαντασθή μια γερή ατομικότητα να ξεπροβάλλη από την αμαρτία.

Αυτή η παράδοξη και γοητευτική μορφή, που θάμπωσε για λίγα χρόνια το φιλολογικό Λονδίνο κ' έκανε μια τόσο λαμπρή debut (71) στη ζωή και στα γράμματα, είναι δίχως αμφιβολία πολύ αξιοσπούδαστη. Ο κ. W. Carew Haglitt, ο τελευταίος του βιογράφος, στον οποίο χρωστώ πολλά από τα συμβάντα που αναφέρονται σ' αυτό το σημείωμα και του οποίου το μικρό βιβλίο είναι πράγματι ατίμητο στο είδος του, είναι της γνώμης ότι ο έρωτάς του στην Τέχνη και στη Φύση ήταν απλή καυχησιολογία και προσποίηση· κι άλλοι του αρνιούνται κάθε φιλολογική δύναμη. Αυτό μου φαίνεται εμένα μια επιπόλαιη ή τουλάχιστο σφαλερή ιδέα. Το ότι ένας άνθρωπος είναι φαρμακευτής, αυτό δεν είν' επιχείρημα κατά της πρόζας του. Οι οικιακές αρετές δεν είναι η αληθινή βάση της Τέχνης, μολονότι μπορεί να χρησιμέψουν εξαίρετα σε τεχνίτες δευτέρας τάξεως. Δυνατόν ο De Quincey να παραφούσκωσε το κριτικό του ταλέντο και δεν μπορώ να μην επαναλάβω ότι στα έργα που δημοσίεψε το περισσότερο μέρος είναι πολύ γνωστό, πολύ κοινό, πολύ δημοσιογραφικό, στην κακή σημασία της κακής αυτής λέξεως. Πού και πού είναι καθαρά χυδαίος στην έκφραση και πάντα του λείπει ο αυτοπεριορισμός του αληθινού καλλιτέχνη. Αλλά για μερικά από τα σφάλματά του πρέπει να ψέξουμε την εποχή οπού ζούσε· κ' επιτέλους πρόζα που την είπε ο Charles Lamb «έξοχη» δεν έχει μικρό ιστορικό ενδιαφέρον. Ότι είχε ειλικρινή έρωτα στην Τέχνη και στη Φύση μου φαίνεται βέβαιο. Δεν είναι ουσιαστικώς ασυμβίβαστα το έγκλημα κ' η διανοητική ανάπτυξη. Δεν μπορούμε να ξαναγράψουμε την ιστορία για να ικανοποιήσουμε το ηθικό αίσθημά μας.

Φυσικά είναι πολύ κοντινός στην εποχή μας, ώστε να μη μπορούμε να μορφώσουμε γι' αυτόν γνώμη καθαρά καλλιτεχνική. Είναι αδύνατο να μην αισθανώμεθα μια δυνατή προκατάληψη εναντίου ενός ανθρώπου, που μπορούσε να δηλητηριάση τον Lord Tennyson ή τον Γλάδστωνα ή τον Master of Balliol (72). Αν όμως ο άνθρωπος είχε φορέσει κοστούμι διαφορετικό ή μιλήσει γλώσσα διαφορετική από τη δική μας, αν είχε ζήσει στην αυτοκρατορική Ρώμη ή στον καιρό της Ιταλικής Αναγεννήσεως ή στην Ισπανία τον δέκατον έβδομον αιώνα ή σ' όποιαν άλλη χώρα ή εποχή εκτός από τη δική μας, θα είμαστε εντελώς ικανοί να εκτιμήσουμε δίχως προκατάληψη τη θέση και την αξία του.

Ξέρω πως είναι πολλοί ιστορικοί ή τουλάχιστο συγγραφείς πάνω σε ιστορικά θέματα, που ακόμα νομίζουν πως είναι ανάγκη να εφαρμόζουν στην ιστορία ηθικές κρίσεις και που μοιράζουν τα εγκώμια και τα ψεγάδια με τη σοβαρήν αυταρέσκεια δασκάλου που πέτυχε στη δουλειά του. Αυτό όμως είναι μια ανόητη συνήθεια, που δείχνει καθαρά πως το ένστικτο της ηθικής μπορεί να υψωθή σε τέτοιο βαθμό τελειότητος, οπού να παρουσιάζεται εκεί που δεν χρειάζεται. Κανείς με αληθινήν αίσθηση της ιστορίας δεν φαντάστηκε να κατηγορήση τον Νέρωνα ή να επιπλήξη τον Τιβέριο ή να κατακρίνη τον Καίσαρα Βοργία. Αυτά τα πρόσωπα γίνηκαν σα νευρόσπαστα θεάτρου. Μπορεί να μας γεμίζουν την ψυχή τρόμο, φρίκη ή θαυμασμό, αλλά δεν μας βλάπτουν. Δεν είναι σε άμεση με μας σχέση. Δεν έχομε να τους φοβηθούμε καθόλου, Αυτοί πέρασαν στη σφαίρα της Τέχνης και της Επιστήμης και ούτε η Τέχνη ούτε η Επιστήμη έχει να κάνη τίποτε με την ηθικήν επιδοκιμασία ή αποδοκιμασία. Αυτό μπορεί να συμβή ίσως καμμιά μέρα και με το φίλο του Charles Lamb. Τώρα νομίζω ότι είναι λίγο πολύ σύγχρονος, ώστε να μπορή να τον μεταχειριστούμε μ' εκείνο το λεπτό πνεύμα της αδιάφορης περιέργειας, στο οποίο χρωστάμε τόσες γοητευτικές μελέτες για τους μεγάλους εγκληματίες της Ιταλικής Αναγεννήσεως από την πέννα του κ. John Addington Symonds, της Miss Α. Mary F. Robinson, της Miss Vernon Lee κι άλλων ξακουσμένων συγγραφέων. Ωστόσο η Τέχνη δεν τον ξέχασε. Είναι ο ήρωας του _Hunted Down_ του Dickens, ο Varney της _Lucretia_ του Bulwer και είναι ικανοποιητικό να σημειωθή ότι το μυθιστόρημα έκανε κάποιαν τιμή σ' έναν που ήταν τόσο γερός με το «κοντύλι, το μολυβοκόντυλο και το φαρμάκι». Να είναι κανείς υποβλητικός για το μυθιστόρημα σημαίνει πως είναι κάτι παραπάνω από μια πραγματικότητα.

Ο ΚΡΙΤΙΚΟΣ ΩΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ

ΜΕ ΛΙΓΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΝΑ ΜΗΝ ΚΑΝΗ ΚΑΝΕΙΣ ΤΙΠΟΤΕ

Ο ΚΡΙΤΙΚΟΣ ΩΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ

ΔΙΑΛΟΓΟΣ. Μέρος I. Πρόσωπα: Γιλβέρτος και Ερνέστος. Σκηνή: Η βιβλιοθήκη ενός σπιτιού στο Piccadilly, που βλέπει το Green Park.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. (στο πιάνο). — Αγαπητέ μου Ερνέστε, σαν τι νάναι αυτό που σε κάνει να γελάς;

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. (σηκώνοντας ψηλά τα μάτια). — Γελώ για μια σπουδαία ιστορία, που μόλις την ετελείωσα σ' αυτόν εδώ τον τόμο των Αναμνήσεων, που βρήκα πάνω στο τραπέζι σου.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Τι βιβλίο είναι; Α! το είδα. Δεν το διάβασα όμως ακόμα. Είναι καλό;

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Να, εκεί που έπαιζες εσύ πιάνο, το ξεφύλλισα διασκεδάζοντας, αν και κατά κανόνα δεν μ' αρέσουν τα νεώτερα βιβλία αναμνήσεων. Γράφονται συνήθως από ανθρώπους που ή ξέχασαν τελείως τις αναμνήσεις των, ή δεν έκαναν τίποτε άξιον αναμνήσεως. Αυτό μολαταύτα είναι αναμφιβόλως η σωστή εξήγηση της λαϊκότητός των, γιατί το Εγγλέζικο κοινό πάντα ευχαριστιέται υπερβολικά όταν του μιλή καμμιά μετριότης.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Αλήθεια. Το κοινόν είναι θαυμαστό για την επιείκειά του. Συμπαθάει καθετί, εκτός από τη μεγαλοφυία. Μα να σου πω, εμένα μ' αρέσουν όλα τα βιβλία αναμνήσεων. Τα αγαπώ τόσο για τη φόρμα, όσο για το θέμα τους. Στη φιλολογία η απλή περιαυτολογία είναι διασκεδαστική. Αυτή είναι που μας γοητεύει μέσα σε επιστολές τόσο διαφορετικών προσώπων, όπως ο Κικέρων και ο Balzac, ο Flaubert και ο Berlioz (73), ο Μπάυρων και η Madame de Savigny. Όταν την ανταμώνουμε, — και περίεργο που πολύ σπάνια συμβαίνει αυτό —, δεν μπορούμε να μην την καλοδεχτούμε και μήτε που τη ξεχνούμεν εύκολα. Η ανθρωπότης πάντα θ' αγαπάη τον Rousseau, γιατί ξομολογήθηκε τις αμαρτίες του όχι σε κανέναν παπά, μα στον κόσμο. Κ' οι κοιμώμενες νύμφες, που ο Cellini (74) έπλασε από μπρούντζο για το κάστρο του Βασιληά Φραγκίσκου, ο πράσινος μαλαματένιος Περσεύς ακόμα, που εις την ανοικτή Loggia της Φλωρεντίας δείχνει στο φεγγάρι τον φονικόν τρόμο που πέτρωνε τη ζωή, δεν της χάρισαν μεγαλύτερην ευχαρίστηση παρ' όσην εκείν' η αυτοβιογραφία, όπου ο υπέροχος κατεργάρης της Αναγεννήσεως διηγείται την ιστορία της δόξης και της ντροπής του. Οι ιδέες, ο χαρακτήρ, τα κατορθώματα του ανθρώπου λίγο μας ενδιαφέρουν. Μπορεί να είναι σκεπτικιστής όπως ο ευγενικός Sieur de Montaigne, ή άγιος σαν το σκληρό γυιό της Μόνικας (75) όμως, όταν μας λέη τα μυστικά του, μπορεί πάντα να μαγέψη ταυτιά μας για ν' ακούνε και τα χείλη μας για να σωπάνε. Ο τρόπος της σκέψεως που ο Καρδινάλιος Newman (76) τον αντιπροσώπευσε — αν μπορή να ειπωθή τρόπος σκέψεως εκείνος που ζητεί να λύση προβλήματα διανοητικά με την άρνηση της υπεροχής του νου — δεν πρέπει, δεν είναι δυνατον, νομίζω, να ζήση. Μα ο κόσμος ποτέ δεν θα βαρεθή να παρακολουθή εκείνη την ταραγμένη ψυχή στην πρόοδό της από σκοτάδι σε σκοτάδι.

Η μοναχική εκκλησία του Littlemore, όπου «η πνοή της πρωίας είναι υγρή και οι πιστοί λίγοι», θα του είναι πάντ' αγαπητή, κι όποτε οι άνθρωποι ιδούν τη μυγδαλιά ν' ανθίζη πάνω στον τοίχο του Trinity College, θα θυμούνται τον χαριτωμένο φοιτητή, που εις του λουλουδιού τον βέβαιο γυρισμό είδε την προφητεία ότι θάμενε πάντα σιμά στην Άγια Μητέρα (77) των ημερών του, προφητεία που η Πίστη στη σοφία, ή την ανοησία της, δεν άφησε να πραγματοποιηθή. Μάλιστα, η αυτοβιογραφία είναι ακαταμάχητα ελκυστική. Ο καημένος, ο κουτός, ο φαντασμένος ο Secretary Pepys (78) με φλυαρίες άνοιξε το δρόμο του στον κύκλο των Αθανάτων και, ξέροντας πως η αδιακρισία είναι το καλύτερο μέρος της αξίας, πηγαινοέρχεται μεταξύ των (79) ντυμένος εκείνον «τον άλικο χνουδωτό μανδύα με τα χρυσά κουμπιά και το δαντελλωτό σειρίτι», που τόσο του αρέσει να μας τον περιγράφη, με την ησυχία του φλυαρώντας για ευχαρίστηση δική του, μα και για δικό μας γλέντι, σχετικά με το Ινδικό μπλε μεσοφούστανο που αγόρασε της γυναίκας του, ή «τα καλά χοιρινά μεζεδάκια» και το «νόστιμο μοσχαρίσιο φρικασέ a la française» που του άρεσαν πολύ, τις παρτίδες μπιλλιάρδου που έκανε με το Vill Joyce, «το τρέξιμό του πίσω από τις όμορφες», την απαγγελία του από τον Hamlet κάποια Κυριακή, το βιολί που έπαιζε τις καθημερινές, κι άλλα ανόητα και τιποτένια πράγματα. Ακόμα και στην καθημερινή ζωή η περιαυτολογία έχει τα θέλγητρά της. Όταν οι άνθρωποι μας μιλούν γι' άλλους είναι συνήθως λίγο κουτοί. Όταν όμως μας μιλούν για τον εαυτό τους, πάντα σχεδόν είν' ελκυστικοί· και θα ήταν τέλειοι, αν μπορούσε κανείς να τους διέκοπτε όταν άρχιζαν να γίνωνται βαρετοί, με τόσην ευκολία μ' όση κλείνει κανείς ένα βιβλίο που το βαριέται.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Είναι πολύ σπουδαίο εκείνο το αν, όπως θάλεγε ο Touchstone. Μα πιστεύεις λοιπόν σοβαρά ότι ο καθένας θα έπρεπε να γίνεται ο δικός του Boswell; (80) Τότε τι θα γίνονταν οι φιλόπονοί μας θησαυρισταί Βίων και Αναμνήσεων;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Τι γίνηκαν ως τώρα; Είναι η πανούκλα του αιώνος μας, τίποτε παραπάνω τίποτε παρακάτω. Κάθε μεγάλος άνθρωπος έχει τώρα τους μαθητάς του και πάντα ο Ιούδας είναι κείνος που γράφει τη βιογραφία του.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Αγαπητέ μου!

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Φοβούμαι πως είν' αλήθεια αυτό που λέω. Άλλοτε συνηθίζαμε ν' αγιάζουμε τους ήρωες. Ο νεωτερισμός είναι να τους εκχυδαΐζουν. Φτηνές εκδόσεις μεγάλων βιβλίων μπορεί νάναι ευχάριστο πράγμα, μα φτηνές εκδόσεις μεγάλων ανδρών είναι τέλεια σιχαμερό.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Μπορεί να σε ρωτήσω, Γιλβέρτε, ποιους εννοείς;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Ω! Όλους τους δευτέρας τάξεως litterateurs (81). Μας έχουν κάνει έφοδο ένα σωρό άνθρωποι που, όταν ο ποιητής ή ο ζωγράφος πεθαίνη και πάη, έρχονται σπίτι με το νεκροθάφτη και ξεχνούν πως η μόνη τους δουλειά είναι να καθήσουν βουβοί. Αλλά δεν πρέπει να γίνη λόγος γι' αυτούς. Αυτοί είναι οι ταφογδύτες της φιλολογίας. Η σκόνη δίνεται στον ένα και η στάχτη στον άλλο, μα την ψυχή δεν μπορούν να την φτάσουν. Και τώρα τι θέλεις να σου παίξω; Chopin ή Dvorak; Θέλεις να σου παίξω μια φαντασία Dvorak; Συνθέτει παθητικά, παράξενα, χρωματισμένα πράγματα.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Όχι· δεν θέλω μουσική τώρ' αυτή τη στιγμή. Είναι κάτι πολύ αόριστο πράγμα. Ψες που τρώγαμε με τη βαρώνη Bernstein, μολονότι πολύ γοητευτική γυναίκα, επέμενε να συζητή για τη μουσική σαν να ήταν κάτι γραμμένο γερμανικά. Τώρα μ' ό,τι κι αν μοιάζη η μουσική στη φωνή, με χαρά μου το λέω ότι δεν μοιάζει ούτε στον ελάχιστο βαθμό τα γερμανικά. Είναι κάτι τύποι πατριωτισμού πράγματι τέλεια εξευτελιστικοί. Όχι, Γιλβέρτε, σε παρακαλώ μη παίζης πια. Μίλα μου ως που το λεπτό φως της ημέρας μπη μέσα στην κάμαρα. Υπάρχει κάτι στη φωνή σου που είναι θαυμαστό.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — (Σηκωνόμενος από το πιάνο). Δεν έχω απόψε διάθεση για κουβέντα. Αληθινά σου λέω. Τι απαίσια που χαμογελάς έτσι! Πού είναι τα σιγάρα; Α! ευχαριστώ. Τι εξαίσιοι αυτοί οι μοναδικοί νάρκισσοι! Φαίνονται σαν καμωμένοι από κεχριμπάρι και καινούριο φίλτινσι. Είναι σαν Ελληνικές αντίκες της καλυτέρας περιόδου. Ποια ιστορία στην εξομολόγηση του γεμάτου τύψεις Ακαδημαϊκού σ' έκανε να γελάσης; Πες μου την. Τώρα, που έπαιξα Chopin, νοιώθω σαν να έκλαψα για αμαρτίες που ποτέ δεν έκανα και σαν να μυρολόγησα πάνω σε τραγικές ιστορίες που δεν ήτανε δικές μου. Η μουσική πάντα μου φαίνεται πως κάνει αυτήν την εντύπωση. Πλάθει για τον καθένα κάτι περασμένα που δεν τα ήξερε ποτέ και τον εμπνέει λύπες που κρυβόταν πίσω από τα δάκρυά του. Μπορώ να φαντασθώ άνθρωπον που να πέρασε μια τελείως πεζή ζωή, που όμως ακούοντας κατά τύχην ένα παράξενο κομμάτι μουσικής ν' ανακάλυψε έξαφνα ότι η ψυχή του, δίχως αυτός να λάβη γνώση, πέρασε φοβερές δοκιμασίες, ένοιωσε τρομερές χαρές, ή άγριους ρομαντικούς έρωτες ή μεγάλες αυταπαρνήσεις. Έλα λοιπόν, πες μου την αυτήν την ιστορία. Θέλω να περάσω την ώρα μου ευχάριστα.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Ω! Δεν ξέρω και αν έχη και καμμία σημασία. Μα εγώ νομίζω πως εξηγεί θαυμάσια την αληθινή αξία της συνειθισμένης κριτικής της Τέχνης. Κάποια κυρία, φαίνεται, ρώτησε κάποτε σοβαρά τον γεμάτον τύψεις Ακαδημαϊκόν, όπως τον λες, αν η ξακουστή εικόνα του «Μια ανοιξιάτικη ήμερα στο Whiteley» ή «Περιμένοντας το τελευταίο λεωφορείο», ή κάποιο άλλο τέτοιο θέμα, ζωγραφίστηκε με το χέρι.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Κ' έτσι ήταν;

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Είσαι αδιόρθωτος. Και για να μιλήσουμε σοβαρά, ποια η ωφέλεια της κριτικής της Τέχνης; Γιατί να μην αφίνεται μονάχος κ' ελεύθερος ο καλλιτέχνης να πλάθη καινούριον κόσμο, σαν θέλει κι όχι να ζωγραφίζη τον γνωστό μας κόσμο, που, φαντάζομαι, πόσο θέλαμε τον βαρεθή, αν η τέχνη με το λεπτό της εκλεκτικό πνεύμα και το αβρό της ένστικτο της διαλογής δεν τον εξάγνιζε για μας και δεν τον τελειοποιούσε προς στιγμήν; Μου φαίνεται πως η φαντασία σκορπίζει, ή θάθελε να σκορπίση, γύρω της μοναξιά και ό,τι εργάζεται καλύτερα στη σιωπή και την ερημιά. Γιατί τάχα να πρέπη ο καλλιτέχνης να ενοχλήται από τη διαπεραστική φωνή της κριτικής; Γιατί εκείνοι που δεν μπορούν να δημιουργούν ν' αναλαμβάνουν να εκτιμούνε την δημιουργικήν εργασία; Τι μπορεί να ξέρουν τούτοι για κείνη; Αν η εργασία ενός ανθρώπου εύκολα εννοείται, κάθε εξήγηση είναι περιττή...

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Κι αν είναι ακατανόητη, κάθε εξήγηση είναι κακή.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Δεν είπα αυτό.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Κι όμως έπρεπε να το πης. Σήμερα τόσο λίγα μυστήρια μας έχουν μείνει, ώστε δεν θέλουμε να χωριστούμε ούτε κι από έν' απ' αυτά. Τα μέλη της Browning Society, όπως οι θεολόγοι της Broad Church Party ή οι συγγραφείς της Walter Scott Great Writers Series μου φαίνεται πως περνούν τον καιρό τους πολεμώντας να εξατμίσουν τη θεϊκότητά τους. Εκεί που θαρρούσε κανείς πως ο Browning ήταν μυστικιστής, αυτοί πάσχισαν ν' αποδείξουν ότι δεν ήταν παρά ένας μουγγός. Εκεί που κανένας φανταζόταν πως κάτι είχε να κρύψη, αυτοί αποδείξανε ότι πολύ λίγα πράγματα είχε να μας αποκαλύψη. Αλλά μιλώ τώρα μονάχα για την ασυνάρτητη εργασία του. Εν συνόλω ο άνθρωπος ήταν μεγάλος. Δεν ήταν βέβαια κανένας από τους Ολυμπίους και είχε όλες τις ατέλειες ενός Τιτάνος. Δεν έβλεπε συνολικά, και σπάνια μπορούσε να ψάλλη. Η εργασία του χάλασε με την πάλη, τη βία και τον κόπο και δεν πέρασε από το αίσθημα στη φόρμα, αλλ' από τη σκέψη στο χάος. Μολαταύτα ήταν μεγάλος. Τον είπαν penseur, και πράγματι ήταν ένας άνθρωπος που πάντα σκεπτόταν, και σκεπτόταν μεγαλόφωνα. Όμως δεν τον εγοήτευε η σκέψη, αλλά οι τρόποι σύμφωνα με τους οποίους κινείται η σκέψη. Τη μηχανή αγαπούσε, κι όχι εκείνο που φτιάν' η μηχανή. Η μέθοδος, με την οποίαν ο τρελλός φτάνει στην τρέλλα του, του ήταν τόσον αγαπητή, όσον η πιο υψηλή σοφία του σοφού. Τόσο μάλιστα ο λεπτός μηχανισμός του μυαλού τον εγοήτευε, οπού περιφρονούσε τη γλώσσα ή τη θεωρούσε σαν λειψό όργανο της εκφράσεως. Η ρίμα, εκείνος ο εξαίσιος ήχος που εις της Μούσας τον κοίλο λόφο δημιουργεί τον εαυτό του κι απαντά στην ίδια του φωνή· η ρίμα που εις τα χέρια του αληθινού καλλιτέχνη γίνεται όχι απλώς υλικό στοιχείο της ομορφιάς του μέτρου, μα και πνευματικό στοιχείο της σκέψεως και του πάθους, ξυπνώντας νέες, μπορεί, διαθέσεις ή ταράζοντας καινούρια πομπή ιδεών ή ανοίγοντας μ' απλή γλύκα κ' υποβολή φωνής καμμιά χρυσόπορτα που κι αυτή ακόμα η φαντασία του κάκου την είχε κρούσει· η ρίμα, που μπορεί του ανθρώπου τη φωνή να την μεταβάλη σε θεϊκή λαλιά· η ρίμα, η μόνη χορδή που προσθέσαμε στην Ελληνική λύρα, στα χέρια του Robert Browning γίνηκε έν' αλλόκοτο, άμορφο πράγμα, που κάπου-κάπου τον έκανε να μεταμορφώνεται στην ποίηση σαν κανένας ταπεινός κοσμικός και με τη γλώσσα φουσκώνοντας το μάγουλο ν' ανεβαίνη πολύ συχνά τον Πήγασο. Είναι στιγμές όπου μας πληγώνει με μια τερατώδη μουσική. Ναι, κι όταν μόνο σπάζοντας τις χορδές της λύρας του μπορή να βγάζη μουσική, την σπάζει και κροτούνε παράφωνα, και καμμιά φορά Αθηναϊκός τέττιξ βγάζοντας μελωδία από τρέμουλα φτερά δεν κάθεται πάνω στο φίλντισι για να κάνη την κίνηση τέλεια ή λιγώτερο τραχύ το διάλειμμα. Ωστόσο ήταν μεγάλος. Και μολονότι τη γλώσσα την μετέβαλε σε περιφρονημένο πηλό, όμως έπλασε άντρες και γυναίκες, όπου ζούνε. Είναι το πιο Σαιξπήρειο πλάσμα από τον καιρό του Σαίξπηρ. Αν ο Σαίξπηρ μπορούσε να ψάλλη με μυριάδες χείλη, ο Browning μπορούσε να τραυλίζη με χιλιάδες στόματα. Και τώρ' ακόμα τη στιγμή που μιλώ — και μιλώ όχι εναντίον του, αλλά ευνοϊκά γι' αυτόν — γλιστρά μέσα στην κάμαρα το κοπάδι των προσώπων που έπλασε. Να, εκεί σέρνεται ο Fra Lippο Lippi με το μάγουλ' ακόμ' αναμμένο από το ζεστό κάποιας κοπέλλας φιλί. Εκεί στέκει ο φοβερός Saul με ταρχοντικά ζαφείρια που λαμπυρίζουν στο σαρίκι του. Εκεί είναι ο Mildred Tresham κι ο Ισπανός καλόγερος κιτρινισμένος από μίσος και χολή και ο Blougram κι ο Ben Ezra και ο επίσκοπος του St. Praxed. Ο τζουτζές του Setebos (82) τραυλίζει στην κόγχη κι ο Sebald, ακούοντας την Pippa να περνά δίπλα, κυττάζει το άγριο πρόσωπο της Ottima και τη σιχαίνεται και σιχαίνεται τη δική του αμαρτία και τον εαυτό του. Ωχρός σαν το λευκό ατλάζι του γιλέκου του ο μελαγχολικός βασιληάς παρατηρεί με ρεμβώδη επίβουλα μάτια τον παραπολύ φιλόνομο Strafford να προχωρή προς το μοιραίο του τέλος. Κι ο Ανδρέας ανατριχιάζει ακούοντας τα κουνούπια να βουΐζουν στον κήπο και προστάζει την ίδια του γυναίκα να κατέβη κάτω. — Μάλιστα, ο Browning ήταν μεγάλος. Και σαν τι θα τον θυμάται ο κόσμος; Σαν ποιητή; Ά! όχι σαν ποιητή! Θα τον θυμούνται σαν μυθιστοριογράφο, σαν το μεγαλύτερο ίσως μυθιστοριογράφο απ' όσους είχαμε. Η αίσθησή του της δραματικής τοποθετήσεως ήταν ασύγκριτη, κι αν δεν μπορούσε να λύση τα δικά του προβλήματα, μπορούσε τουλάχιστο να προτείνη προβλήματα· και τι περισσότερο πρέπει ένας καλλιτέχνης να κάμη; Αν τον πάρουμε σαν πλάστη χαρακτήρων, έρχεται δεύτερος στη σειρά ύστερ' από το δημιουργό του Hamlet. Αν ήταν και στο λόγο δυνατός, ίσως θα κάθονταν στο πλάι του. Ο μόνος άνθρωπος που μπορεί να του εγγίση την άκρη του μανδύα του είναι ο George Meredith. Ο Meredith είναι ο Browning της πρόζας. Το ίδιο είναι και ο Browning κατ' ουσίαν. Μεταχειρίστηκε την ποίηση σαν μέσο για να γράψη πρόζα.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Κάποια αλήθεια υπάρχει σ' αυτά που λες, μα δεν είναι όλ' η αλήθεια. Σε πολλά σημεία έχεις άδικο.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Είναι δύσκολο να μην είναι κανένας άδικος σ' ό,τι αγαπά. Μα ας ξαναγυρίσουμε τώρα εκεί που είχαμε καταλήξει. Τι έλεγες;

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Απλούστατα, ότι στις καλύτερες ημέρες της Τέχνης δεν υπήρχαν τεχνοκρίτες.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Μου φαίνεται πως άκουσα αυτή την παρατήρηση πρωτήτερα, Ερνέστε. Έχει όλη τη ζωτικότητα μιας πλάνης κι όλη την οχληρότητα παληού φίλου.