Part 6
«Το φόρεμα της Sabra, ζωηρού πρωσσικού μπλε, ξεχωρίζει από τωχρό πρασινωπό φόντο με μια κόκκινη σαν κιννάβαρι σάρπα· και στους δυνατούς χρωματισμούς των δύο ανταποκρίνονται σε χαμηλότερον, όπως έπρεπε, τόνο τα πορφυρένια ρούχα κ' η γαλαζωτή σιδερένια πανοπλία του Αγίου δίπλα σε μια ισορροπία του ζωηρά γαλανού παραπετάσματος του προσκηνίου με τις λουλακί σκιές του αγρίου δάσους, που τριγυρίζει το κάστρο».
Και σ' άλλο μέρος μιλεί σοφά για «μιαν αβρά Schiavone ποικιλμένη ωσάν πρασιά λαλέδων με πλούσιους σκόρπιους χρωματισμούς», για «έν' ακτινοβόλο πορτραίτο, αξιοπαρατήρητο τη morbidezza (61) του, του φειδωλού Moroni» και για μιαν άλλη εικόνα «χυλώδη στη σάρκα».
Αλλά κατά κανόνα τις εντυπώσεις του από το έργο τις θεωρεί ως ένα καλλιτεχνικό σύνολο και φροντίζει να μεταμορφώνη τις εντυπώσεις του αυτές σε λόγια, να δίνη δηλαδή το φιλολογικόν αντίστοιχο στο φανταστικό και διανοητικό προϊόν. Ήταν ένας από τους πρώτους που ανέπτυξαν τη φιλολογία της τέχνης, όπως την είπαν, του δεκάτου εννάτου αιώνος, τη φόρμα εκείνη της φιλολογίας, που οι πιο τέλειοι αντιπρόσωποί της υπήρξαν ο Ruskin και ο Browning (62). Η περιγραφή του έργου του Lancret (63) «Ιταλικόν Συμπόσιον», όπου «μια μαυρομαλλούσα κόρη ερωτευμένη με την κακία κοίτεται ξαπλωμένη απάνω στο χόρτο το σπαρμένο με μαργαρίτες», είναι από μερικές επόψεις πολύ γοητευτική. Ιδού η ερμηνεία του της «Σταυρώσεως» του Rembrandt· είναι πολύ χαρακτηριστική του ύφους του:
«Σκοτάδι — μαύρο σαν καπνιά κι απαίσιο σκοτάδι — περικλείει ολόκληρη τη σκηνογραφία· μονάχα πάνω από το καταραμένο ξύλο, ωσάν από μια φρικώδη χαραμάδα του ολοσκότεινου ταβανιού, πλημμύρα βροχής, χιονόνερο, νερό άχρωμο ρέει κάτω μ' ορμή, σκορπίζοντας ένα φως πρισματικό, φρικαλέο, φοβερώτερον ακόμη κι από την ψηλαφητή νύκτα. Τώρα η γη λαχανιάζει δυνατά και γρήγορα! Ο σκοτισμένος Σταυρός τρέμει! Οι ανέμοι εσώπασαν — ο αγέρας ησυχάζει — μια καταχθόνια βουή βογγάει κάτω από τα πόδια τους και μερικοί από τον άθλιον εκείνον όχλο αρχίζουν να κατεβαίνουν από το λόφο. Τα άλογα μυρίζονται τον επερχόμενο τρόμο κι αδάμαστα από το φόβο τους καταντούν. Γοργοσιμώνει η στιγμή όπου σχεδόν κομματιασμένος από το ίδιο του βάρος, εξαντλημένος από το χαμένον αίμα που τρέχει τώρα σε λεπτότερα ρέμματα από τις σχισμένες Του φλέβες, με τα μηλίγγια και το στήθος βουτημένα στον ίδρωτα και τη μελανιασμένη Του γλώσσα ξεραμμένη από τον πύρινο του θανάτου πυρετό, ο Ιησούς κράζει «Διψώ». Και το φονικό ξείδι υψώνεται προς Αυτόν.
»Το κεφάλι Του γέρνει και το ιερό κορμί αναίσθητο κουνιέται πάνω στο Σταυρό. Αστραπή κόκκινης φλόγας διαπερνά την ατμοσφαίρα κ' εξαφανίζεται. Σπάζουν οι βράχοι του Καρμήλου και του Λιβάνου· η θάλασσα κυλάει ψηλά από την άμμο τα μαύρα βορβορώδη κύματά της. Η γη ανοίγει κ' οι τάφοι αφίνουν ελεύθερους τους κατοίκους των. Οι νεκροί κ' οι ζωντανοί ανακατωμένοι σε τέτοιο αφύσικο συναπάντημα τρέχουν μες στην ιερή πόλη. Νέα θαύματα τους περιμένουν εκεί. Το καταπέτασμα του ναού — το αδιαπέραστο καταπέτασμα — σχίζεται από πάνω ίσαμε κάτω κ' εκείνο το φοβερό απομονωτήριο, που έκλεινε τα Εβραϊκά μυστήρια — τη μοιραία Κιβωτό με τις τράπεζες και την Επτάφωτη λυχνία — ξεσκεπάζεται κάτω από το φως υπερφυσικής φλόγας στο πλήθος που απομακρύνθη από το Θεό!
»Ο Rembrandt ποτέ δεν εζωγράφισε με χρώματα αυτό το σκίτσο κ' είχε πολύ δίκηο. Θάχανε σχεδόν όλα του τα θέλγητρα, χάνοντας εκείνον τον ελκυστικό πέπλο της αοριστίας, που δίνει τόση ευρυχωρία στην αβέβαιη φαντασία για ν' ασκήται. Τώρα είναι σαν κάτι από άλλον κόσμο. Ένα σκοτεινό βάραθρο μας χωρίζει. Μονάχα νοερώς μπορεί να το ζυγώσουμε».
Σ' αυτό το κομμάτι γραμμένο — μας το λέει ο συγγραφεύς — «με φόβο κ' ευλάβεια» υπάρχει κάτι τι το φοβερό και πολύ που είναι όλως διόλου φρικαλέο, αλλά με δύναμη λίγο ωμή ή όπως δήποτε με κάποιαν ωμή βιαιότητα λέξεων, ιδιότητα που η σημερινή εποχή πολύ θα την εκτιμούσε, γιατί είναι το κύριό της ελάττωμα.
Πιο ευχάριστο είναι ωστόσο να πάρουμε τώρ' αυτή δα την περιγραφή του «Κεφάλου και της Πρόκριδος (64)» του Giulio Romano (65):
«Πρέπει να διαβάσουμε το θρήνο του Μόσχου για το Βίωνα, το γλυκό βοσκό, προτού να κυττάξουμε τούτη την εικόνα, ή να σπουδάσουμε πρώτα την εικόνα σαν προετοιμασία για το θρήνο. Τις ίδιες σχεδόν μορφές έχομε και στα δυο. Για το κάθε θύμα ψιθυρίζουν τα ψηλά άλση και τα δασωμένα άντρα· τα λουλούδια βγάζουνε μελαγχολική ευωδιά από τα μπουμπούκια τους· ταηδόνι μυρολογάει στους γκρεμνούς και το χελιδόνι μες στις φιδωτές λαγκαδιές· όμοια οι σάτυροι κ' οι φαύνοι με το μαύρο πέπλο βογγάνε, κ' οι νεράιδες μες στο ρουμάνι λυώνουν στα δάκρυα. Τα πρόβατα και οι τράγοι αφίνουν τη βοσκή τους· κ' οι ορειάδες που τους αρέσει να σκαρφαλώνουν στις άφταστες κορφές των ολόισων βράχων κατεβαίνουν με τρεχάλα μακριά από το άσμα των ανεμόδαρτων πεύκων τους, ενώ οι δρυάδες σκύβουν από τα κλαδιά των δέντρων, που ανταμώνονται, και τα ποτάμια βουίζουν πένθιμα για την κάτασπρη Πρόκριδα σε πολυστέναχτα ρέμματα «γεμίζοντας από βουή τον απέραντον Ωκεανό».
»Οι χρυσές μέλισσες λουφασμένες είναι πάνω στον γεμάτο θυμάρι Υμηττό και το κέρας του έρωτος της Ηούς δεν θα σκορπίζη πια το κρύο λυκαυγές απ' την κορφή του. Το προσκήνιο είναι ένα χορτοσκεπασμένο κ' ηλιοκαμμένο ανάχωμα σκασμένο σε ψηλώματα και κοιλώματα σαν κύματα, που γίνονται πιο ανώμαλα από πολλές ρίζες και κούτσουρα δέντρων, πελεκημένων άκαιρα, που ξεπετούνε πάλι πρασινωπά βλαστάρια. Το ανάχωμα αυτό απότομα ψηλώνει δεξιά απόνα πυκνό αλσύλλιο, αδιαπέραστο απ' το φως οποιουδήποτε άστρου, που μπροστά στην είσοδό του κάθεται ο κεραυνόπληκτος Θεσσαλός βασιληάς, βαστώντας ανάμεσα στα γόνατά του το φιλντισένιο κείνο κορμί, που μια στιγμή πρωτήτερα παραμέριζε τα πυκνά κλαριά με το ίσιο του μέτωπο και πατούσε πάνω στις τσουκνίδες και τα λούλουδα με πόδι που το είχε αγκυλώσει η ζήλεια και τώρα δίχως τρόπο να του δοθή βοήθεια βαρύ είναι κι ολότελ' ακίνητο, εκτός όταν ο ζέφυρος ανεμίζη τα πυκνά μαλλιά του.
»Ανάμεσ' από τους πυκνοφυτεμμένους γύρω κορμούς των δέντρων σαστισμένες οι νύμφες του ρουμανιού προσπερνούν βιαστικά με θορυβώδεις φωνές.
»Και σάτυροι προβαίνουν μ' ελαφόδερμα ντυμένοι και στεφανωμένοι με κισσό. Και στις κεράτινες μορφές τους παράξενη ζωγραφίζεται λύπη.
»Η Λαίλαψ ξαπλωμένη χάμου δείχνει με το λαχάνιασμά της τη γοργή περπατησιά του θανάτου. Από την άλλη μεριά του συμπλέγματος ο Ενάρετος Έρως με φτερά μαζωμέν' από τη λύπη προτείνει τη σαΐτα σ' έναν ολόκληρο λαό του ρουμανιού, που σιμώνει, από φαύνους, κριούς, τράγους, σατύρους και σατυρομάννες, που σφίγγουν τα μικρά τους δυνατώτερα με τα τρεμάμεν' από το φόβο τους χέρια, που όλοι μαζί τρέχουν απ' αριστερά μέσα σ' ένα βαθουλό δρομάκι ανάμεσα στο προσκήνιο κ' ένα βραχώδη τοίχο, που στα ριζά του μια βρύση χύνει απ' τον κρουνό της λυπητερά νερά. Πάνω και μακρύτερ' από την Εφιδρυάδα έν' άλλο θηλυκό τραβώντας τα μαλλιά της παρουσιάζεται ανάμεσα στους πλεγμένους γύρω με γιρλάντες κληματαριάς στύλους παρθένου άλσους. Το κέντρο της εικόνας είναι γεμισμένο με ισκιερά λειβάδια που γέρνουν προς τις εκβολές κάποιου ποταμού — πιο πέρα φαίνετ' η άπειρη δύναμη των ρεμμάτων του Ωκεανού, που απ' τα βάθη του η Ροδοδάκτυλος Ηώς, σβύνοντας ταστέρια, οδηγεί ψηλά τους θαλασσόβρεκτους ίππους της για να ιδή την αγωνία του πεθαμού της αντιπάλου της».
Αν η περιγραφή αυτή ξαναγραφόταν με προσοχή, θα ήταν πράγματι θαυμασία. Η ιδέα να κάνουν από ζωγραφιές πεζά ποιήματα είναι έξοχη. Πολύ μέρος της καλύτερης νέας φιλολογίας προέρχεται από την ίδια πηγή. Σε μια πολύ άσχημη κ' αισθαντική εποχή οι Τέχνες δανείζονται όχι απ' τη ζωή, αλλά η μια από την άλλη.
Οι συμπάθειές του ήταν το ίδια αξιοθαύμαστα ποικίλες. Σε καθετί λ.χ. που σχετίζονταν με τη σκηνή ενδιαφέρονταν παραπολύ κ' έντονα υποστήριζε την ανάγκη της αρχαιολογικής ακρίβειας στο κοστούμι και τη σκηνογραφία. «Στην τέχνη, λέει σ' έν' από τα δοκίμιά του, ό,τι αξίζει τον κόπο να γίνη, αξίζει να γίνη καλά» κ' εκφράζει την γνώμην ότι μια κ' επιτρέψουμε να μπαίνουνε κάποιοι αναχρονισμοί, γίνεται δύσκολο ύστερα να ορίσουμε πού πρέπει να βαλθούν τα σύνορα. Στη φιλολογία πάλι, όπως ο Lord Beaconsfield (66) σε μια πολύκροτην ευκαιρία, ήταν κι αυτός «με το μέρος των αγγέλων». Ήταν απ' τους πρώτους που εθαύμαζαν τον Keats και τον Shelley: «τον μέχρι τρεμούλας αισθαντικό και ποιητή Shelley», καθώς τον λέει. Ο θαυμασμός του για τον Wordsworth ήτανε βαθύς κ' ειλικρινής. Εκτιμούσε ακέραια τον William Blake. Έν από τα καλύτερ' αντίγραφα του έργου «Τραγούδια Αθωότητος και Πείρας», που υπάρχει ως τα σήμερα, γράφηκε αποκλειστικά γι' αυτόν. Αγαπούσε τον Alain Chartier και τον Ronsard και τους δραματικούς της εποχής της Ελισάβετ και τους Chaucer, Chapman και Petrarch. Γι' αυτόν όλες οι τέχνες ήταν το ίδιο. «Οι κριτικοί μας, παρατηρεί πολύ σοφά, δεν φαίνονται νάχουν ιδέα της ταυτότητος των αρχικών σπερμάτων της ποιήσεως και της ζωγραφικής, ούτε ότι όποια δήποτε πραγματική πρόοδος στη σοβαρή σπουδή της μιας φέρει ανάλογη τελειότητα και στην άλλη»· κι αλλού λέει ότι, αν ένας άνθρωπος που δεν θαυμάζει τον Michael Angelo κάνη λόγο για το θαυμασμό του προς τον Μίλτωνα, ή τον εαυτό του γελά ή τους ακροατές του. Προς τους συναδέλφους του στη London Magagine ήταν πάντα αβρός κ' επαινεί τους Barry Cornwall, Allan Cunningham, Hazlitt, Elton και Leigh Hunt χωρίς την ελαχίστη δόση φιλικής κακίας. Μερικά σκίτσα του τού Charles Lamb είναι θαυμαστά στο είδος τους και με την τέχνη του αληθινού κωμωδού δανείζονται το ύφος τους από το θέμα τους.
«Τι μπορώ να πω περισσότερο για σένα απ' ό,τι όλοι ξέρουν; Ότι δηλαδή έχεις την ευθυμία μικρού παιδιού με τη γνώση του ανδρός και τόσον ευγενική καρδιά, όσο καμμιά απ' όσες φέρνουν δάκρυα στα μάτια; Πόσον έξυπνα παρεξηγούσε ό,τι θα του έλεγες κ' έβαζε στη μέση επίκαιρα κανένα ψέμμα που ήταν παράκαιρο! Η κουβέντα του δίχως καμμιά προσποίηση, όπως των αγαπημένων του της εποχής της Ελισάβετ, περνούσε κάποτε τελείως απαρατήρητη μάλιστα. Σαν κόκκος καθαρού χρυσού οι φράσεις του μπορούσαν να σφυρηλατηθούνε σε ολάκερα ελάσματα...»
Ένα μέρος του φιλολογικού του σταδίου αξίζει ξέχωρα να σημειωθή. Η νεώτερη δημοσιογραφία, μπορεί να πη κανείς, ότι χρωστάει πολλά σ' αυτόν, καθώς και σ' άλλους που έζησαν στην αρχή αυτού του αιώνος. Ήταν ο πρόσκοπος της Ασιατικής πρόζας και του άρεσαν τα γραφικά επίθετα κ' οι φουσκωμένες υπερβολές. Ένα ύφος τόσο πλούσιο, ώστε να κρύβη το θέμα, είν' έν' απ' τα μεγαλύτερα κατορθώματα μιας σπουδαίας και πολύ θαυμαζόμενης Σχολής των κυριωτέρων συγγραφέων της Fleet Street, που μπορεί να πη κανείς πως ήταν εφεύρεση του Janus Weathercock (67). Κατάλαβε επίσης ότι ήταν πολύ εύκολο με τη συχνήν επανάληψη να κάνη το κοινό να ενδιαφέρεται για την προσωπικότητά του και στα καθαρώς δημοσιογραφικά άρθρα του αυτός ο εξαιρετικός νέος λέει στον κόσμο τι έφαγε στο γεύμα, πού ψωνίζει τα ρούχα του, τι κρασιά του αρέσουν και σε τι κατάσταση βρίσκεται η υγεία του, ωσάν να έγραφε βδομαδιάτικες σημειώσεις σε καμμιά λαϊκή εφημερίδα της εποχής μας. Κ' ενώ αυτή είναι η ολιγώτερο σημαντική όψη του έργου του, έχει εξασκήσει ωστόσο την πιο φανερήν επίδραση. Ο δημοσιογράφος σήμερα είναι ένας άνθρωπος που πεθαίνει τον κόσμο με τις λεπτομέρειες των ανομιών της ιδιωτικής του ζωής.
Καθώς πολλοί άνθρωποι της Τέχνης, αγαπούσε παραπολύ τη Φύση. «Τρία πράματα, λέει κάπου, μ' αρέσουν εξαιρετικά: να κάθωμαι τεμπέλικα πάνω σε μια κορφή, που έχει αποκάτω πλούσια θέα· να κάθωμαι στον ίσκιο ψηλών δέντρων, ενώ γύρω λάμπει ο ήλιος, και ν' απολαιβαίνω μοναξιά με τη γνώση πως τριγύρω υπάρχει γειτονιά. Η εξοχή μού τα δίνει όλ' αυτά». Γράφει για τις περιπλανήσεις του ανάμεσα σε ρείκια κι' άλλα χαμόκλαδα μ' ωραία κίτρινα άνθη, όπου επαναλάβαινε την «Ωδή στη βραδυά» του Collins, έτσι για ν' απολάψη καλύτερα την ομορφιά της στιγμής. Γράφει πως βουτούσε το πρόσωπό του «μέσα σε μια νερωμένη πρασιά μυρτολούλουδων, βρεμμένων με δροσοσταλίδες του Μάη», κ' ακόμα για την απόλαυση να βλέπη τις αγελάδες ν' ανασσαίνουν γλυκά, «να γυρνούν πίσω μ' αργό βήμα στο σπίτι κατά το σούρουπο», και ν' ακούη «τον απόμακρον ήχο των κουδουνιών των προβάτων». Μια του φράση: «ο πολύανθος λαμπύριζε στο κρύο του στρώμα, στο χώμα, σα μια εικόνα μοναξιάς του Giorgione στη μουντή δρύινη κορνίζα της», είναι παράδοξα χαρακτηριστική της ιδιοσυγκρασίας του και το ακόλουθο κομμάτι είναι στο είδος του αρκετά όμορφο:
«Το κοντό τρυφερό χορτάρι ήταν σπαρμένο με μαργαρίτες πυκνές όπως τ' αστέρια στον ουρανό την καλοκαιρινή νυχτιά. Οι άγριοι κρωγμοί των τάχα απασχολημένων κορακιών έρχονταν ευχάριστα ημερωμένες απόνα σε μικρήν απόσταση ψηλό ισκιερόν άλσος φτελιών και σε διαλείμματ' ακούονταν η φωνή παιδιού που έδιωχνε τα πουλιά από τα νιόσπαρτα χωράφια. Το γαλάζιο φόντο είχε χρώμα βαθιά ultramarine. Ούτ' ένα σύγνεφο δεν εχάραζε στον ήσυχον αιθέρα· μονάχα στην άκρη στον ορίζοντα χυνόνταν λίγο φως, ζεστή γάζα ατμού καταχνιάς, που αγνάντια του το γειτονικό χωριό με την παληά πέτρινην εκκλησιά του ξεχώριζε με μια θαμπωτικήν ασπράδα. Θυμήθηκα του Wordsworth το έργο «Στίχοι γραμμένοι το Μάρτη».
Όμως δεν πρέπει να ξεχάσουμε πως ο μορφωμένος, που χάραζε τις γραμμές αυτές και που τόσο τον επιδρούσε ο Wordsworth, ήταν, όπως είπα και στην αρχή αυτής της σκιαγραφίας, ένας από τους πιο έξυπνους και μυστικούς φαρμακευτάς αυτού και οποιουδήποτε άλλου αιώνος. Πώς στην αρχή γοητεύθηκε από την παράξενη αυτήν αμαρτία δεν μας το λέει· και το ημερολόγιο, όπου σημείωσε προσεκτικά ταποτελέσματα των φοβερών πειραμάτων του και των μεθόδων, που έβαλε σ' ενέργεια, είναι δυστυχώς για μας χαμένο. Ακόμα και στις τελευταίες του ημέρες το κρατούσε μυστικό και προτιμούσε ν' ακούη να του λεν για τα έργα «Εκδρομή» και «Ποιήματα Αισθηματικά». Δεν υπάρχει αμφιβολία ωστόσο ότι το δηλητήριο που μεταχειριζόταν ήταν η στρυχνίνη. Σ' έν' από τα ωραία δακτυλίδια του, για τα οποία τόσον εκαυχιόταν και που χρησίμευαν για να δείχνουν κτυπητά τον όμορφο τύπο των αβρών φιλντισένιων χεριών του, συνήθιζε να φέρνη κρύσταλλα του Ινδικού _nux vomica_, που είν' ένα φαρμάκι, καθώς μας λέει ένας από τους βιογράφους του, «σχεδόν δίχως γεύση, δυκολοεύρετο κ' επιδεκτικό διαλύσεως επ' άπειρον». Οι φόνοι που έκανε, λέει ο De Quincey, ήσαν περισσότεροι παρ' ό,τι μαθεύτηκαν από την ανάκριση. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι έτσι είναι, και μερικούς απ' αυτούς αξίζει να τους αναφέρωμε. Το πρώτο του θύμα ήταν ο θειός του Thomas Griffiths. Τον εφαρμάκεψε στα 1829 για να κληρονομήση το Linden House, μέρος που είχε παραπολύ συνδεθή μ' αυτό. Τον Αύγουστο του επόμενου έτους δηλητηρίασε την πεθερά του, την κ. Abercrombie, και τον επόμενο Δεκέμβρη την αξιέραστη Ελένη Abercrombie, την κουνιάδα του. Το γιατί σκότωσε την κ. Abercrombie δεν εμαθεύτηκε. Μπορεί από κάποιο καπρίτσιο, ή για να τονώση κανένα φρικτό αίσθημα δυνάμεως, που ένοιωθε μέσα του, ή γιατί κάτι θα είχε υποψιαστή εκείνη, ή κ' έτσι δίχως λόγο. Αλλά ο σκοτωμός της Ελένης Abercrombie έγινε από τον ίδιο και τη γυναίκα του για ένα ποσό απάνω-κάτω από 18000 λίρες, για το οποίον είχαν ασφαλίσει τη ζωή της σε διάφορα γραφεία Ασφαλείας. Να και τα περιστατικά. Στις 12 του Δεκέμβρη αυτός κ' η γυναίκα του και το παιδί τους ήρθαν από το Linden House στο Λονδίνο κ' ενοικίασαν κάμαρες στο 12 Conduit Street, Regent Street. Μαζί τους έμειναν κ' οι δύο αδερφές Ελένη και Μαγδαληνή Abercrombie. Στις 14 το βράδυ πήγαν όλοι μαζί στο θέατρο και την ίδια νύχτα, ύστερ' από το δείπνο, η Ελένη αρρώστησε. Την άλλη μέρα ήταν πολύ άσχημα και κάλεσαν τον Dr. Locock του Hanover Square, για να την κυττάξη. Έζησε ίσαμε τη Δευτέρα, 20 του μηνός, οπότε ύστερ' από την πρωινήν επίσκεψη του γιατρού ο κ. και η κ. Wainewright της έφεραν λίγη μαρμελάδα φαρμακεμμένη κ' έπειτα βγήκαν έξω για περίπατο. Όταν εγύρισαν πίσω η Helen Abercrombie είχε πεθάνει. Ήταν επάνω-κάτω είκοσι χρόνων, ψηλή, γεμάτη χάρες, ξανθόμαλλη κοπέλλα. Ένα ελκυστικό σκίτσο της με κόκκινη κιμωλία από το γαμπρό της υπάρχει ακόμα και δείχνει πόσον το ύφος του ως καλλιτέχνη είχε επηρεασθή από τον Sir Thomas Lawrence, ζωγράφο, που το έργο του πάντα το θαύμαζε. Ο de Quincey λέει ότι η κ. Wainewright πραγματικά δεν είχε γνώση των μυστικών του φόνου. Ας το ελπίσουμε. Η αμαρτία πρέπει να είναι μοναχική και δίχως συνενόχους. Οι ασφαλιστικές εταιρείες, υποπτεύοντας ταληθινά γεγονότα στην περίστασην αυτή, αρνήθηκαν να πληρώσουν την αποζημίωση με την τεχνική βάση της παρεξηγήσεως και ελλείψεως ενδιαφέροντος κι ο φαρμακευτής μ' έν' αξιοπερίεργο θάρρος έκανε αγωγή στο δικαστήριο, The Court of Chancery, ενάντια στην εταιρεία «Imperials», αφού συμφωνήθηκε ότι η ίδια απόφαση θα κανόνιζε και τις άλλες περιπτώσεις. Η δίκη ωστόσο δεν τέλειωσε ούτε σε πέντε χρόνια, όταν στο τέλος, ύστερ' από μια διαφωνία, βγήκε η απόφαση ευνοϊκή για τις Εταιρείες. Ο δικαστής στην περίσταση αυτή ήταν ο Λόρδος Abinger. Ο _Egomet Bonmot_ αντιπροσωπευόταν από τον κ. Erle και τον Sir William Follet και ο εισαγγελεύς με τον Sir Frederick Pollock παρουσιάστηκαν από το άλλο μέρος. Ο ενάγων δυστυχώς δεν μπόρεσε να παρευρεθή σε καμμιάν από τις συνεδριάσεις της δίκης. Η άρνηση των Εταιρειών να του δώσουν τις 18000 τον έφερε σε μεγάλην οικονομική στενοχώρια. Και πράγματι λίγους μήνες ύστερ' από το φόνο της Helen Abercrombie τον έπιασαν για χρέος στους δρόμους του Λονδίνου την ώρα που έκανε σερενάτα στ' όμορφο κορίτσι ενός από τους φίλους του. Αυτήν τη δυσκολία την ενίκησε εγκαίρως, όμως λίγο αργότερα σκέφτηκε να φύγη κάλλιο στο εξωτερικό και να μείνη εκεί ώσπου να συμβιβαστή κάπως με τους δανειστάς του. Έφυγε λοιπόν για τη Boulogne να επισκεφθή τον πατέρα του κοριτσιού, που αναφέραμε παραπάνω, κ' εκεί τον κατάφερε ν' ασφαλιστή στην Pelican Company για λίρες 3000. Μόλις έγιναν οι απαραίτητες διατυπώσεις και το συμβόλαιο εξεδόθη, έρριξε μερικά κρύσταλλα στρυχνίνης στον καφέ του, εκεί που κάθουνταν οι δυο τους μια βραδυά ύστερ' από το δείπνο. Ο ίδιος δεν κέρδησε τίποτε μ' αυτό. Ο σκοπός του ήταν απλούστατα να εκδικηθή την Εταιρεία που είχε αρνηθή να του πληρώση την αξία της αμαρτίας του. Ο φίλος του πέθανε την άλλη μέρα μπροστά του κι αυτός έφυγε αμέσως από τη Boulogne σ' ένα ταξείδι για σκίτσα στα γραφικώτερα μέρη της Βρεττάνης και φιλοξενιούνταν στην ωραίαν έπαυλη ενός γέρου Γάλλου στο St. Omer. Έπειτα πήγε στο Παρίσι, όπου έμεινε πολλά χρόνια, ζώντας, όπως λένε μερικοί, πολυτελέστατα, και, καθώς λεν άλλοι, «κρυφά με το δηλητήριο στην τσέπη και κατατρομάζοντας όλους όσοι τον εγνώρισαν». Στα 1837 εγύρισε πίσω στην Αγγλία μυστικά. Κάποια ιδιόρρυθμη τρελλή γοητεία τον έφερε πίσω. Ακολούθησε μια γυναίκα, που αγαπούσε.
Ήταν Ιούνιος κ' έμενε σ' έν' από τα ξενοδοχεία του Covent Garden. Η κάμαρά του ήταν στο ισόγειο κ' είχε πάντα κατεβασμένα τα στόρια, από φόβο μην τον ιδούνε. Δεκατρία χρόνια πριν, όταν έκανε την κομψή του συλλογή φαϊάντζας και Μάρκου Αντωνίου, είχε πλαστογραφήσει τα ονόματα των κηδεμόνων του σ' ένα πληρεξούσιο, με το οποίο κατώρθωσε να πάρη αρκετό μέρος από τα χρήματα, που είχε κληρονομίσει από τη μητέρα του, και να κάνη το γάμο του. Ήξερε πως αυτή η πλαστογραφία είχε ανακαλυφθή κι ότι γυρνώντας στην Αγγλία έβαζε σε κίνδυνο τη ζωή του. Κι όμως εγύρισε. Πρέπει κανείς ν' απορήση γι' αυτό; Ειπώθηκε πως η γυναίκα ήταν πολύ όμορφη· κι ότι δεν τον αγαπούσε.
Κατά τύχην τον ανακάλυψαν. Μία φωνή στο δρόμο του έσυρε την προσοχή και με το καλλιτεχνικό του ενδιαφέρον για τη νεώτερη ζωή παραμέρισε για μια στιγμή το στόρι από το παράθυρο. Κάποιος απόξω φώναξε τότε: «Μπρε, τούτος είναι ο Wainewright, ο πλαστογράφος». Ήταν ο Forrester, ο ταχυδρομικός διανομεύς της Bon Street.
Στις 5 του Ιουλίου τον έφεραν στο Old Bailey. Το ακόλουθο ρεπορτάζ της δίκης δημοσιεύτηκε στους Τάιμς:
«Ενώπιον του κ. Justice Vanghan και του κ. Baron Αlderson ο Thomas Griffiths Wainewright, ηλικίας σαράντα δυο ετών, άνθρωπος καλού εξωτερικού, με μουστάκια, κατηγορήθηκε για πλαστογράφηση πληρεξουσίου για £ 2259, με σκοπό ν' απατήση τον Διοικητή και την Εταιρεία της Τραπέζης της Αγγλίας. Η Τράπεζα δήλωσε ότι δεν ήθελε να χυθή αίμα και ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε σε ισόβια εξορία».
Τον πήγαν στο Newgate, για να τον μεταφέρουν κατόπι στις αποικίες. Σε μια σελίδα ενός παληού του δοκιμίου είχε φαντασθή τον εαυτό του «φυλακισμένο στη Horsemonger Gaol με καταδίκη σε θάνατο», γιατί δεν είχε μπορέσει να νικήση τον πειρασμό να κλέψη μερικούς Μάρκους Αντωνίους απ' το Βρεττανικό Μουσείο για να συμπληρώση τη συλλογή του. Τώρα η καταδίκη γι' αυτόν, άνθρωπον μορφωμένον, ήτον είδος θανάτου. Παραπονέθηκε πικρά γι' αυτό στους φίλους του κι απόδειξε με αρκετή δόση λογικής, ότι τα χρήματα κατ' ουσίαν ήταν δικά του, αφού του τα είχε αφημένα η μητέρα του, κι ότι η πλαστογραφία είχε γίνει προ δεκατρία χρόνια, που κατά τη δική του φρασεολογία αποτελούσε μια (ελαφρυντική περίπτωση) circonstance attenuante (68). Η διαρκής ταυτότης της προσωπικότητος είναι ένα πολύ λεπτό μεταφυσικό πρόβλημα και ο Αγγλικός νόμος ασφαλώς λύει το ζήτημα πολύ πρόχειρα. Υπάρχει ωστόσο κάτι το δραματικό στο ότι αυτή η αυστηρή τιμωρία του επιβάλθηκε όχι για το χειρότερο απ' όλα τα εγκλήματά του, αν λάβουμε υπ' όψει την καταστρεπτική του επίδραση στην πρόζα της νεώτερης δημοσιογραφίας.
Όταν ήταν στη φυλακή, ο Dickens, ο Macready και ο Hablot Browne τον βρήκαν εκεί τυχαίως. Γύριζαν τις φυλακές του Λονδίνου ζητώντας καλλιτεχνικές εντυπώσεις και στο Newgate πήρε το μάτι τους ξαφνικά τον Wainewright. Τους αντίκρυσε με μια προκλητική ματιά, καθώς μας λέει ο Forster, και ο Macready «τρόμαξε μόλις αναγνώρισε εκείνον που του ήταν τόσο στενός γνώριμος σε περασμένα χρόνια και που είχε καθήσει πολλές φορές στο τραπέζι του».
Άλλοι έδειξαν μεγαλύτερη περιέργεια και το κελλί του για κάμποσον καιρό ήταν ένα είδος οκνού περιπάτου της μόδας. Πολλοί άνθρωποι των γραμμάτων πήγαιναν να επισκεφθούν τον παληό φιλολογικό σύντροφό τους. Όμως δεν ήταν πια ο ευγενικός ανοικτόκαρδος James που θαύμαζε ο Charles Lamb. Φαίνεται πως είχε καταντήσει αρκετά κυνικός.
Στον πράκτορα μιας ασφαλιστικής Εταιρείας, που του είχε κάνει επίσκεψη έν' απόγεμα και νόμισε πως έπρεπε να επωφεληθή από την περίσταση αυτή, και να του υποδείξη ότι επιτέλους το έγκλημα είναι κακός υπολογισμός, αποκρίθη: «Σερ εσείς οι αστοί κάνετε τους λογαριασμούς σας κι απολαβαίνετε τις συνέπειές των. Μερικοί λογαριασμοί σας βγαίνουν σωστοί, κι άλλοι όχι. Οι δικοί μου δεν βγήκαν σωστοί, οι δικοί σας βγήκαν. Αυτή είναι η μόνη διαφορά, σερ, μεταξύ μου και του επισκέπτη μου. Αλλά, σερ, θα σας πω κάτι, που σ' αυτό πέτυχα ίσαμε το τέλος. Αποφάσισα σ' όλη μου τη ζωή να κρατήσω τη στάση ενός τζέντλμαν και πάντα την κράτησα αυτή τη στάση. Ακόμα την κρατώ. Είναι συνήθεια σ' αυτόν τον τόπο οι κάτοικοι κάθε κελλιού να το σκουπίζουν με τη σειρά του ο καθένας. Έχομ' ένα κελλί εγώ μ' έναν πληθοκτίστη κ' έναν καπνοδοχοκαθαριστή, αλλά ποτέ δε μου δίνουν τη σκούπα!» Όταν κάποιος φίλος του τον κατέκρινε για το φόνο της Helen Abercrombie, σήκωσε τους ώμους κι απάντησε: «Μάλιστα, ήταν φοβερό πράμα, μα κ' εκείν' η ευλογημένη είχε κάτι σφυρά πολύ χοντρά».
Από το Newgate τον πήγαν στις καρίνες του Portsmouth κι από κει τον έστειλαν με τη Susan στη χώρα του Van Diemen μαζί μ' άλλους τριακόσιους κατάδικους. Το ταξίδι θα του φάνηκε πολύ δυσάρεστο και σ' ένα γράμμα του σε κάποιο φίλο του παραπονέθηκε πικρά για το αίσχος· «ο σύντροφος των ποιητών και των καλλιτεχνών» να εξαναγκαστή να συντροφέψη «γουρούνια». Το κοσμητικό που κολνάει στους συντρόφους του δεν πρέπει να μας εκπλήξη. Το έγκλημα στην Αγγλία σπάνια είναι αποτέλεσμα της αμαρτίας. Πάντα σχεδόν είναι συνέπεια της πείνης. Δεν ήταν πιθανώτατα κανένας απάνω στο πλοίο που να ήταν γι' αυτόν συμπαθητικός ακροατής ούτε καν ψυχολογικά ενδιαφέρουσα φύσις.