Στοχασμοί

Part 3

Chapter 3 89 words Public domain Markdown

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Θαρρώ πως αυτή η όψη του πράγματος είναι συζητήσιμη. Εγώ πάω να πιστέψω κάλλιο στην «παρόρμηση από έν' ανοιξιάτικο δάσος», μολονότι βέβαια η καλλιτεχνική αξία μιας τέτοιας παρορμήσεως εξαρτάται εντελώς από το είδος της ιδιοσυγκρασίας που τη δέχεται, έτσι που ο γυρισμός στη Φύση να σημαίνη απλώς την κατεύθυνση προς μια μεγάλη προσωπικότητα. Υποθέτω πως θα συμφωνήσετε σ' αυτό. Προχωρώ ωστόσο στο διάβασμα.

ΒΙΒΙΑΝ. (Διαβάζει) — «Η τέχνη αρχίζει με την αφηρημένη διακόσμηση, με την καθαρά φανταστική και ηδονική εργασία, έχοντας να κάνη με ό,τι δεν είναι πραγματικό, με το ανύπαρκτο. Αυτός είναι ο πρώτος σταθμός. Ύστερα η Ζωή γοητεύεται με το νέο τούτο θαύμα και γυρεύει να γίνη δεκτή στο μαγεμμένο κύκλο. Η Τέχνη παίρνει τη ζωή σαν ένα μέρος του αρχικού υλικού της, την ξαναπλάττει και τη μεταμορφώνει σε καινούργιες φόρμες κι απολύτως αδιαφορεί στα όσα συμβαίνουν, εφευρίσκει, φαντάζεται, ονειρεύεται, τηρώντας αναμεταξύ της ίδιας και της πραγματικότητος το αδιαπέραστο διάφραγμα του ωραίου ύφους, της χρήσεως της διακοσμητικής ή του ιδεαλισμού. Το τρίτο στάδιο είναι όταν η Ζωή αρχίζη να επικρατή και διώχνη την Τέχνη έξω στην ερημιά. Αυτό είναι η αληθινή παραμονή στην Τέχνη κι απ' αυτό υποφέρομε σήμερα.

»Ας πάρουμε την περίπτωση του αγγλικού δράματος. Στην αρχή στα χέρια των μοναχών η δραματική τέχνη ήταν αφηρημένη, διακοσμητική και μυθολογική. Έπειτα επήρε τη Ζωή στην υπηρεσία της και μεταχειριζομένη μερικές εξωτερικές φόρμες της ζωής έπλασε ένα τέλειο νέο είδος όντων, που οι λύπες τους ήταν φοβερώτερες από τη λύπη που ποτέ αισθάνθηκε ο άνθρωπος, και οι χαρές τους δυνατώτερες από τη χαρά του εραστού, που είχαν τη μανία των Τιτάνων και τη γαλήνη των Θεών, τερατώδεις και θαυμαστές αμαρτίες, τερατώδεις και θαυμαστές αρετές. Τους έδωκε γλώσσα διαφορετική από τη γλώσσα της κοινής χρήσεως, μια γλώσσα γεμάτη από λαμπρόηχη μουσική και γλυκό ρυθμό, καμωμένη μεγαλόπρεπη με μια σοβαρή καντέντσα, ή απαλή με μια φανταστική ρίμα, στολισμένη με τα πετράδια θαυμαστών λέξεων και πλουτισμένη με μιαν υψηλήν έκφραση. Έντυσε τα παιδιά της με παράξενα ρούχα και μάσκες κι όταν αυτή έδωκε το σύνθημα, ο αρχαίος κόσμος εσηκώθη από το μαρμαρένιο του τάφο. Νέος Καίσαρ εβάδισε υπερήφανα διαμέσου των δρόμων της αναστημένης Ρώμης και με πορφυρά πανιά και κώπες κινούμενες στο ρυθμό του αυλού άλλη Κλεοπάτρα πέρασε τον ποταμό κατά πάνω προς την Αντιόχεια. Οι παληοί μύθοι και θρύλοι και τα παληά όνειρα πήρανε μορφή και υπόσταση. Η ιστορία ξαναγράφηκε ολάκερη και δύσκολα θα βρισκόταν κανένας δραματικός, που να έννοιωθε και να μη παραδεχόταν πως το αντικείμενο της Τέχνης δεν είναι η καθαρή αλήθεια, μα η πολύπλοκη ομορφιά. Σε τούτο είχαν κάθε δίκηο. Η Τέχνη η ίδια είναι πράγματι μια μορφή υπερβολής. Και η διαλογή, που είναι αυτό το πνεύμα της Τέχνης, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας έντονος τρόπος υπερεμφάσεως.

»Όμως η Ζωή έκανε σε λίγο χίλια κομμάτια την τελειότητα της μορφής. Ακόμα και στον Σαίξπηρ βλέπομε την αρχή του τέλους. Δείχνεται μονάχη της με το βαθμιαίο κομματιασμό του ανομοιοκατάληκτου στίχου στα τελευταία δράματα, με την επικράτηση που δίνεται στην πρόζα και την υπέρμετρη σημασία που χαρίζεται στο χαρακτηρισμό. Στον Σαίξπηρ οι περικοπές, όπου η γλώσσα είναι άκομψη, χυδαία, υπερβολική, φανταστική, ακόμα κι άσεμνη, χρωστούνται ολότελα στη Ζωή, που αποζητάει μιαν ηχώ της ίδιας της φωνής κι απορρίπτει την επέμβαση του ωραίου ύφους, ενώ μόνο μ' αυτό έπρεπε η ζωή να επιτρέπεται να βρίσκη έκφραση. Ο Σαίξπηρ δεν είναι διόλου τέλειος καλλιτέχνης. Αγαπά πολύ να καταφεύγη στη ζωή και να δανείζεται της ζωής τη φυσικήν έκφραση. Ξεχνάει ότι, όταν η Τέχνη παραδίδη το μέντιουμ της φαντασίας, παραδίδει το καθετί. Ο Γκαίτε κάπου λέει: «In der Berschränkung zeigt sich erst der Meister» — «Δουλεύοντας μέσα σε όρια φανερώνει ο τεχνίτης τον εαυτό του», και ο περιορισμός, ο καθαυτό όρος μιας τέχνης, είναι το ύφος. Μολαταύτα δεν είναι ανάγκη να μακραίνουμε περισσότερο το λόγο για το ρεαλισμό του Σαίξπηρ. Η Τρικυμία είναι η τελειότερη απ' όλες τις παλινωδίες. Όλο που θελήσαμε να δείξουμε είναι πως το μεγαλόπρεπο έργο των καλλιτεχνών της εποχής της Ελισσάβετ και του Ιακώβου είχε αυτό το ίδιο μέσα του το σπόρο της ιδικής του αποσυνθέσεως, κι αν άντλησε τη λίγη του δύναμη από το μεταχείρισμα της ζωής σαν αρχικό υλικό, άντλησε όμως όλη του την αδυναμία από τη χρήση της ζωής σαν καλλιτεχνική μέθοδο. Αναπόφευκτο αποτέλεσμα της αντικαταστάσεως του δημιουργικού μέσου με τη μίμηση, αυτής της εγκαταλείψεως της φανταστικής φόρμας, έχομε το νεώτερο αγγλικό μελόδραμα. Οι χαρακτήρες σ' αυτά τα έργα μιλούν απάνω στη σκηνή απαράλλακτα όπως θα μιλούσαν έξω από τη σκηνή· δεν έχουν μήτε στην ψυχή ορμές ευγενικές μήτε στην προφορά ακόμη λεπτότητα· είναι παρμένοι κατευθείαν από τη ζωή και ξαναπαρασταίνουν τη χυδαιότητά της ως τη μικρότερή της λεπτομέρεια· παρουσιάζουν το παράστημα, τους τρόπους, το κοστούμι και τον τόνο πραγματικών ανθρώπων και θα περνούσαν απαρατήρητοι σε διαμέρισμα τρίτης θέσεως του τραίνου. Κι ωστόσο πόσον κουραστικά είναι αυτά τα κομμάτια! Δεν πιτυχαίνουν να κάνουν ούτε την εντύπωση της πραγματικότητος που κυνηγούν και που είναι ο μόνος λόγος της υπάρξεώς των. Ως μέθοδος ο ρεαλισμός είναι μία τέλεια αποτυχία.

»Ό,τι είναι αλήθεια ως προς το δράμα και το μυθιστόρημα δεν αληθεύει λιγώτερο για τις διακοσμητικές λεγόμενες τέχνες. Ολάκερη η ιστορία αυτών των τεχνών στην Ευρώπη είναι η εξιστόρηση του αγώνος αναμεταξύ του Οριενταλισμού με την ειλικρινή του απόρριψη της μιμήσεως, τον έρωτά του προς ό,τι η καλλιτεχνία παραδέχτηκε και την αντιπάθειά του στην πραγματικήν αναπαράσταση των φυσικών αντικειμένων, και του ιδικού μας πνεύματος της μιμήσεως. Όπου ο πρώτος εκυριάρχησε, καθώς στο Βυζάντιο, τη Σικελία και την Ισπανία με πραγματική συνάφεια, ή όπως στη λοιπή Ευρώπη με την επίδραση των σταυροφοριών, εκεί είχαμε ωραία έργα φαντασίας· όπου τα πράματα της ζωής μεταμορφώθηκαν σε καλλιτεχνικές συμφωνίες, κι ό,τι δεν έχει η Ζωή εφευρέθηκε κ' έγεινε για την ευχαρίστησή της. Αλλά όπου γυρίσαμε πίσω στη Φύση και τη Ζωή τα έργα μας γίνηκαν πρόστυχα, ρουτινιέρικα και δίχως κανένα ενδιαφέρον. Η νεώτερη ταπητουργία με τις επιδράσεις της από τον αέρα, την επιμελημένη προοπτική της, τις πλατειές της εκτάσεις περιττού ουρανού, τον πιστό και φροντισμένο ρεαλισμό της δεν έχει καμμιάν ομορφιά. Τα εικονογραφημένα υελουργήματα της Γερμανίας είναι συχαμερά. Τώρ' αρχίσαμε στην Αγγλία να υφαίνουμε χαλιά που μπορεί να λέγωνται χαλιά, γιατί γυρίσαμε στη μέθοδο και το πνεύμα της Ανατολής. Οι βελέντσες και τα χαλιά μας προ είκοσι χρόνων με τις σοβαρές μελαγχολικές αλήθειες τους, τη μάταιη λατρεία της Φύσεως, τις ταπεινές αναπαραστάσεις ορατών αντικειμένων κατάντησαν και για τους Φιλισταίους ακόμα πηγή για γέλια. Ένας μορφωμένος μουσουλμάνος μας είπε κάποτε: «Εσείς οι χριστιανοί τόσον καταγίνεσθε να παρεξηγήτε την τετάρτη εντολή, ώστε να μην έχετε ποτέ σκεφθή να εφαρμόσετε καλλιτεχνικά τη δεύτερη εντολή». Είχε όλως διόλου δίκιο κι όλη η αλήθεια στο ζήτημά μας είναι ότι το κατάλληλο σχολειό για να μάθη κανείς την τέχνη δεν είναι η Ζωή, αλλά η Τέχνη».

Και τώρα στάσου να σου διαβάσω ένα κομμάτι που μου φαίνεται εμένα πως ξεκαθαρίζει τέλεια το ζήτημα.

«Δεν είναι όμως πάντα έτσι. Δεν πρέπει να πούμε τίποτε για τους ποιητάς, γιατί αυτοί με την άτυχη εξαίρεση του κ. Wordsworth υπήρξαν πράγματι πιστοί στην υψηλή τους αποστολή και σ' όλο τον κόσμο αναγνωρίζεται ότι είναι τελείως αναξιόπιστοι. Αλλά στα έργα του Ηροδότου, που εις το πείσμα των επιπολαίων και ανάνδρων προσπαθειών νεωτέρων ημιμαθών ν' αποδείξουν την αλήθεια της ιστορίας του μπορεί να ονομασθή «ο Πατήρ της ψευτιάς», στους δημοσιευμένους λόγους του Κικέρωνος, και τις βιογραφίες του Σουετωνίου· στο καλύτερο μέρος του έργου του Τακίτου· στη &Φυσική Ιστορία& του Πλινίου — στον &Περίπλουν& του Άννωνος· στους παλαιοτέρους χρονικογράφους· στους Βίους των Αγίων· στον Froissart και τον Sir Thomas Mallery· στα ταξείδια του Μάρκο Πόλο· στον Olaus Magnus και τον Aldrovandus και Conrad Lycosthenes με το μεγαλόπρεπο «Prodigiorum et Ostentorum Chronicon»· στην αυτοβιογραφία του Benvenuto Cellini· σταπομνημονεύματα του Καζανόβα· στην &Ιστορία της Πανούκλας& του Defoe· στο &Βίο του Τζόνσον& του Boswell· στα έγγραφα του Ναπολέοντος και στα έργα του δικού μας Κάρλαϋλ, που η Γαλλική Επανάστασή του είναι έν' από τα πιο γοητευτικά ιστορικά μυθιστορήματα που γράφηκαν, τα γεγονότα ή κρατούνται στην ταιριαστή σ' αυτά δευτερεύουσά τους θέση ή ολότελ' αποκλείονται για την βλακεία τους γενικά. Τώρ' άλλαξαν τα πράγματα. Τα γεγονότα δεν βρίσκουνε μονάχα στήριγμα στην ιστορία, παρά καταπατούν και τα οικόπεδα της φαντασίας και κάνουν επιδρομές στην επικράτεια της ρομάντσας. Το παγερό τους χέρι εγγίζει το καθετί. Πάνε να χυδαΐσουνε το ανθρώπινο γένος. Ο ωμός εμπορικισμός της Αμερικής, το υλιστικό της πνεύμα, η αδιαφορία της στην ποιητικήν όψη των πραγμάτων και η έλλειψη φαντασίας και υψηλών άφθαστων ιδανικών χρωστούνται ολότελα στο ότι η χώρ' αυτή αναγνώρισε για ήρωά της εθνικό έναν άνθρωπο, που κατά τη δική του ομολογία ήταν ανίκανος να πη ένα ψέμα· και δεν πάει πολύ αν υποστηρίξη κανείς ότι η ιστορία του George Washington και της κερασιάς έβλαψε πιο πολύ και σε λιγώτερο διάστημα παρά όποιο άλλο ηθικό διήγημα σ' ολάκερη τη φιλολογία».

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Αγαπητό μου παιδί!

ΒΙΒΙΑΝ. — Σε βεβαιώ πως έτσ' είναι και το διασκεδαστικότερο απ' όλα, η ιστορία της κερασιάς είναι ένα τέλειο παραμύθι. Μη νομίζης ωστόσο πως είμαι απελπισμένος για το καλλιτεχνικό μέλλον της Αμερικής ή της δικής μας χώρας. Άκου παρακάτω.

«Ότι κάποια αλλαγή θα γίνη προτού κλείση ο αιώνας αυτός δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία. Ζαλισμένη από την ανιαρή κ' εποικοδομητική κουβέντα εκείνων που δεν έχουνε μήτε το πνεύμα της υπερβολής μήτε το δαιμόνιο της ρομάντσας, κουρασμένη από τους νοήμονες που οι αναμνήσεις τους στηρίζονται πάντα στο μνημονικό και τα λόγια τους όλο και περιορίζονται από την πιθανότητα και κάθε ώρα και στιγμή ενδεχόμενο να επιβεβαιωθούν από τον πρώτον τυχόντα απλοϊκώτατον φιλισταίον, η Κοινωνία αργά ή γρήγορα θα γυρίση πίσω στον χαμένον οδηγό της, τον μορφωμένο και γόητα ψεύτη. Ποιος ήταν που πρώτον, δίχως ποτέ να έχη βγει στο άγριο κυνήγι κατάβραδα με το σουρούπωμα, διηγήθηκε στους κατάπληκτους κατοίκους των σπηλαίων το πώς έσυρε έξω από το πορφυρό σκοτάδι του ιάσπινου άντρου του το Μεγαθήριο ή σκότωσε το Μαμμούθ σε μια μονάχα μάχη ή επήρε τους χρυσωμένους χαυλιόδοντές του, δεν μπορούμε να το ξέρουμε και μήτε κανένας από τους νεώτερους ανθρωπολόγους μας μ' όλη την καυχησιάρα επιστήμη τους είχε ποτέ το θάρρος να μας το πη. Όποιο κι αν ήταν τόνομά του κι όποια κ' η πατρίδα του, αυτός βέβαια ήταν ο αληθινός θεμελιωτής των κοινωνικών σχέσεων. Γιατί ο σκοπός του ψεύτη είναι αυτή η βάση της πολιτισμένης κοινωνίας και δίχως αυτόν ένα γεύμα, κι όταν ακόμη δίδεται στα μέγαρα των μεγάλων, είναι τόσο πεζό όσο μια διάλεξη στη Βασιλική Εταιρεία (17) ή μια συζήτηση στο Σύλλογο των Ενωμένων Συγγραφέων ή μια από τις φαρσοειδείς κωμωδίες του κ. Burnand.

»Και δεν θα είναι καλοδεχούμενος μονάχα μέσα στην κοινωνία. Η Τέχνη φευγάτη από τις φυλακές του ρεαλισμού θα τρέξη να τον χαιρετήση και θα του φιλήση τα όμορφά του χείλη που λένε το ψέμα, ξέροντας πως αυτός μονάχα κατέχει το μεγάλο μυστικόν όλων της των εκδηλώσεων, το μυστικόν ότι η αλήθεια είναι εντελώς και απολύτως ζήτημα ύφους· ενώ η Ζωή — η φτωχή, η πιθανή, η δίχως ενδιαφέρον ζωή του ανθρώπου — η βαργιεμένη να επαναλαβαίνη τον εαυτό της προς όφελος του κ. Herbert Spencer, των ιστορικών της επιστήμης και των συλλογέων στατιστικών γενικά, θα τον ακολουθή ταπεινά προσπαθώντας ν' αναπαρασταίνη απλά κι αδασκάλευτα με το δικό της τρόπο μερικά απ' τα θαύματα, που μιλεί γι' αυτά εκείνος.

»Αναμφιβόλως θα υπάρχουν πάντα κριτικοί, που σαν κάποιον αρθρογράφο στη &Σαββατιανήν Επιθεώρηση&, θα ελέγχουνε σοβαρά τον αφηγητή όμορφων ιστοριών για λειψή γνώση της φυσικής ιστορίας, που θα καταμετρούν τα έργα της φαντασίας με την όλως διόλου ανύπαρκτη σ' αυτούς δύναμη της φαντασίας και θα σηκώνουν ψηλά τα μουντζουρωμένα απ' τη μελάνη χέρια τους με φρίκη αν ένας τίμιος τζέντελμαν που ποτέ δεν πήγε μακρύτερ' από τους σμίλακες του κήπου του περιγράψη κανένα γοητευτικό βιβλίο ταξειδιού, όπως ο Sir John Mandeville,(18) ή συγγράψη ολόκληρη παγκόσμιαν ιστορία δίχως να ξέρη τίποτε για τα περασμένα, όπως ο μεγάλος Raleigh ((19). Για να δικαιολογήσουν τους εαυτούς των πολεμούν να καταφύγουν πίσω απ' την ασπίδα εκείνου που έπλασε τον μάγο Prospero και του έδωκε για δούλους του τον Κάλιμπαν και τον Άριελ, που άκουσε τους Τρίτωνες να φυσούν τις κεράτινες σάλπιγγές τους γύρω στες κοράλλινες υφάλους του Μαγεμένου Νησιού και τις Νύμφες να τραγουδούν αναμεταξύ τους σ' ένα δάσος κοντά στην Αθήνα και που ωδήγησε τους βασιλιάδες — φαντάσματα σε σκοτεινή λιτανεία μέσ' από τον καταχνιασμένον ερεικιώνα της Σκωτίας κ' έκρυψε την Εκάτη σε σπήλαιο μαζί με τις μάγισσες αδερφές της. Επικαλούνται πάντα τον Σαίξπηρ κι αναφέρουν το τριμμένο πια εκείνο κομμάτι ξεχνώντας ότι εκείνος ο άτυχος αφορισμός για την Τέχνη, πως βαστάει αυτή τον καθρέφτη αγνάντια στη Φύση, ξεπίτηδες ειπώθηκε απ' τον Άμλετ για να πείση τους διπλανούς του για τον απόλυτο παραλογισμό του σ' όλα τα ζητήματα της Τέχνης».

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Όχι δα! Δος μου ωστόσο ένα τσιγάρο ακόμα, σε παρακαλώ.

ΒΙΒΙΑΝ. — Αγαπητέ μου ό,τι και να πης ο αφορισμός αυτός είναι μια απλή δραματική έκφραση, που τόσο μόνο φανερώνει τις πραγματικές ιδέες του Σαίξπηρ για την Τέχνη όσον οι λόγοι του Ιάγου εκφράζουν τις αληθινές του ιδέες για την ηθική. Ας πάρουμε ωστόσο το τέλος της περικοπής.

«Η Τέχνη βρίσκει την τελειότητά της μέσα στον εαυτό της κι όχι έξω απ' τον εαυτό της. Δεν πρέπει να κρίνεται με κανένα εξωτερικό μέτρον ομοιότητος. Είναι ένα βέλο μάλλον παρά ένας καθρέφτης. Έχει λουλούδια που κανένα δάσος δεν τάχει. Κάνει και χαλάει κόσμους και μπορεί να τραβήξη το φεγγάρι απ' τον ουρανό με μια πορφυρή κλωστή. Αυτηνής είναι οι πιο ζωντανές κι απ' τον ζωντανόν άνθρωπο μορφές κι αυτηνής επίσης τα μεγάλα αρχέτυπα, των οποίων τα πράγματα που υπάρχουν δεν είναι παρ' ατελή αντίγραφα. Η φύση δεν έχει μπροστά στα μάτια της ούτε νόμους ούτε ομοιομορφία. Μπορεί να κάνη θαύματα όταν θέλη, και παρουσιάζονται μπροστά της, όταν καλή, τέρατ' από τα βάθη. Μπορεί να διατάξη την αμυγδαλιά ν' ανθίση το χειμώνα και να στείλη το χιόνι απάνω στα μεστωμένα στάχυα. Μόλις αυτή το πη, η παγωνιά βάζει τασημένιο της δάκτυλο στο καυστικό στόμα του Ιουνίου και τα φτερωτά λιοντάρια γλυστρούν έξω από τις τρύπες των βουνών της Λυδίας. Οι δρυάδες κυττάζουνε μέσ' από τη λόχμη, όταν περνάη, κ' οι καστανοί φαύνοι χαμογελάν παράξενα, όταν τους ζυγώνη. Γερακόμορφοι θεοί τη λατρεύουν και οι κένταυροι χοροπηδούν τριγύρω της».

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Μ' αρέσει αυτό. Το καταλαβαίνω. Είναι το τέλος;

ΒΙΒΙΑΝ. — Όχι. Είναι μια περικοπή ακόμα, μα είναι όλως διόλου πρακτική. Υποβάλλει απλούστατα μερικούς τρόπους, με τους οποίους θα ξαναζωογονήσουμε τη χαμένη τέχνη της ψευδολογίας.

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Ωραία, αλλά προτού μου το διαβάσης θα ήθελα να σου κάνω μιαν ερώτηση. Τι εννοείς όταν λες ότι η ζωή η φτωχή, η πιθανή, η δίχως ενδιαφέρον ζωή του ανθρώπου θα προσπαθή ν' αντιγράφη τα θαύματα της Τέχνης; Κάλλιστα καταλαβαίνω την αντίρρησή σου στο ότι θα μπορούσε η Τέχνη να χρησιμεύη σαν καθρέφτης. Νομίζεις πως αυτό θα κατέβαζε τη μεγαλοφυία στο επίπεδο ενός σπασμένου καθρέφτη. Αλλά δεν θα πιστεύης βέβαια σοβαρά πως η Ζωή μιμείται την Τέχνη, πως η Ζωή είναι πράγματι ο καθρέφτης και η Τέχνη η πραγματικότης.

ΒΙΒΙΑΝ. — Και βέβαια το πιστεύω. Μολονότι μπορεί να φαίνεται παράδοξο — και τα παράδοξα είναι πάντα επικίνδυνα πράματα — δεν είναι όμως γι' αυτό και λιγώτερον αληθινό το ότι πολύ περισσότερο μιμείται η Ζωή την Τέχνη παρά η Τέχνη τη Ζωή. Όλοι μας είδαμε στη δική μας μάλιστα εποχή εις την Αγγλία πως ένας ωρισμένος παράξενος και γοητευτικός τύπος ομορφιάς, που εφευρέθηκε κι αποτυπώθηκε εκφραστικώτατα από δυο ζωγράφους της φαντασίας, έχει τόσον επιδράσει στη Ζωή, ώστε όποτε κανείς πάη σε μιαν ιδιωτική έκθεση ή σ' ένα καλλιτεχνικό σαλόνι να βλέπη εδώ τα μυστηριώδη μάτια του ονείρου του Rosseti (20) το μακρουλό φιλντισένιο λαιμό, το παράξενο τετραγωνικό σαγώνι, τη λυτή σκιερή κόμη, που τόσο την αγαπούσε, εκεί τη γλυκειά παρθενιά της «Χρυσής Σκάλας», το σαν μπουμπούκι στόμα και την κουρασμένην ερασμιότητα της «Laus Amoris», το ωχρό από το πάθος πρόσωπο της Ανδρομέδας, τα λεπτά χέρια και τη λυγερήν ομορφιά του Vivian στο «Όνειρο του Merlin». Κ' έτσ' ήταν πάντα. Ένας μεγάλος καλλιτέχνης εφευρίσκει έναν τύπο και η Ζωή πολεμάει να τον αντιγράφη και τον ξαναπαράγη σε λαϊκές φόρμες σαν ένας επιχειρηματίας εκδότης. Ούτε ο Holbein ούτε ο Vandyck βρήκαν στην Αγγλία ό,τι μας έδωκαν. Μαζί τους έφεραν τους τύπους των και η Ζωή με τη δυνατή μιμητική της βάλθηκε να εφοδιάση το μαέστρο με μοντέλα. Οι Έλληνες με το αψύ καλλιτεχνικό τους ένστικτο το έννοιωσαν αυτό κ' έβαζαν στη νυφική παστάδα το άγαλμα του Ερμή ή του Απόλλωνα για να μπορή να κάνη παιδιά η νύφη τόσον αξιαγάπητα όσον τα έργα της τέχνης που έβλεπε στις χαρές της ή στις λύπες της. Ήξεραν πως η Ζωή δεν κερδίζει από την Τέχνη μονάχα πνευματικότητα, βάθος σκέψεως και αισθήματος, ψυχική ταραχή ή γαλήνη, αλλά μπορεί να πλάθη τον εαυτό της επάνω στις ίδιες γραμμές και τα ίδια χρώματα της Τέχνης και να ξαναπαράγη τη μεγαλοπρέπεια του Φειδία και τη χάρη του Πραξιτέλη. Να, απ' αυτού επρόκυψε η εναντίωσή των στο ρεαλισμό. Τον αποστρέφοντο για καθαρά κοινωνικούς λόγους. Κατάλαβαν ότι χωρίς άλλο κάνει άσχημους τους ανθρώπους και είχαν όλως διόλου δίκηο. Πολεμάμε να καλυτερέψουμε τη φυλή με καθαρόν αέρα, ελεύθερο φως ηλίου, υγιεινό νερό και φρικιαστικά γυμνά σπίτια για καλύτερη κατοικία των κατωτέρων τάξεων. Όμως αυτά τα πράματα φέρνουνε μονάχα υγεία, δεν παράγουν ομορφιά. Γι' αυτή χρειάζεται η Τέχνη και οι αληθινοί μαθηταί του μεγάλου καλλιτέχνη δεν είναι οι μιμηταί του στο σπουδαστήριο, παρά όσοι γίνονται όμοιοι με έργα της Τέχνης του είτε πλαστικά όπως στην εποχή των Ελλήνων είτε ζωγραφικά όπως στους νεωτέρους χρόνους· μ' ένα λόγον η Ζωή είναι ο καλύτερος, ο μόνος μαθητής της Τέχνης.

Κι ό,τι συμβαίνει με τις τέχνες που βλέπομε αληθεύει και στη φιλολογία. Η πιο φανερή και χυδαιότερη μορφή, που φανερώνεται τούτο, είναι η περίπτωση των άτακτων παιδιών, που ύστερ' από το διάβασμα των περιπετειών του Jack Sheppard ή του Dick Turpin λεηλατούν τις παράγκες των κακόμοιρων πωλητριών μήλων, παραβιάζουν τη νύχτα ζαχαροπλαστεία και τρομοκρατούν γέρους κυρίους, που γυρίζουν από την πόλη σπίτι τους, βγαίνοντας ξαφνικά μπροστά τους σε στενοσόκακα των προαστείων με μαύρες μάσκες και άδεια πιστόλα. Αυτό το φαινόμενο, που δεν είναι δίχως ενδιαφέρον και παρουσιάζεται πάντα ύστερ' από τη δημοσίευση καμμιάς νέας εκδόσεως του ενός ή του άλλου από τα βιβλία που ανάφερα, αποδίδεται γενικά στην επίδραση της φιλολογίας, στη φαντασία. Όμως αυτό είναι πλάνη. Η φαντασία είναι κατ' ουσίαν δημιουργική και αποζητάει πάντα καινούργιες φόρμες. Ο μικρός λωποδύτης είναι απλώς το αναπόφευκτον αποτέλεσμα του μιμητικού ενστίκτου της ζωής. Είναι και Πραγματικότης που καταγίνεται, όπως κάθε Πραγματικότης συνήθως, με την προσπάθεια ν' αναπαράγη τον Μύθον κι ό,τι βλέπομε να συμβαίνη μ' αυτόν επαναλαμβάνεται σ' ευρύτερον κύκλο σ' ολάκερη τη ζωή. Ο Schopenhauer ανάλυσε τον πεσσιμισμό που χαρακτηρίζει την νέα σκέψη, όμως ο Άμλετ είν' εκείνος που τον ευρήκε. Ο κόσμος έγεινε μελαγχολικός, γιατί μια φορά ένα νευρόσπαστο ήταν μελαγχολικό. Ο Μηδενιστής, αυτός ο παράξενος μάρτυρας, που δεν έχει καμμιά πίστη, που ανεβαίνει δίχως ενθουσιασμό στο ικρίωμα και πεθαίνει για ό,τι δεν πιστεύει, είναι καθαρά φιλολογικό προϊόν. Είναι εύρεσις του Tourgenieff, τελειοποιημένη από τον Dostojeffski. Ότι ο Robespierre βγήκε από τις σελίδες του Rousseau είναι τόσο σίγουρο, όσο βέβαιον είναι ότι το Λαϊκό Παλάτι (Peoples Palace) υψώθηκε από τα συντρίμμια ενός μυθιστορήματος. Η φιλολογία πάντα πάει μπροστά απ' τη ζωή. Δεν την αντιγράφει, αλλά τη χύνει στο καλούπι, που θέλει, σύμφωνα με το σκοπό της. Ο δέκατος ένατος αιών, όπως ξέρομε, είναι στο μεγαλύτερό του μέρος εφεύρεση του Balzac. Οι Luciens de Rubempré, οι Rastignacs και οι De Marsays της ζωής παρουσιάσθηκαν πρώτα πάνω στη σκηνή της «Comédie Humaine». Εμείς απλούστατα σημειώνουμε με λίγες υποσημειώσεις τις άχρηστες προσθήκες, το καπρίτσιο ή τις φαντασίες ή τον δημιουργικόν οραματισμό ενός μεγάλου μυθιστοριογράφου. Μια φορά ρώτησα κάποια κυρία που είχε στενή γνωριμία με τον Thackeray (21), αν έλαβε υπ' όψη κανένα μοντέλο για την Becky Sharp. Μου είπε ότι η Becky ήταν εύρεση του Thackeray, μα η ιδέα του χαρακτήρος του είχε υποβληθή εν μέρει από μια γκουβερνάντα που εζούσε σιμά στη Kensington Square κ' ήταν συντρόφισσα μιας πολύ εγωίστριας και πλούσιας γρηάς. Ερώτησα τότε τι απόγινε η γκουβερνάντα και μου αποκρίθη ότι κάπως παράξενα λίγα χρόνια ύστερ' από την έκδοση της Vanity Fair έφυγε με τον ανεψιό της κυρίας που ζούσε μαζί της και για λίγον καιρό έκανε μια μεγάλη βουτιά μες στο βούρκο της κοινωνίας ακριβώς με τους τρόπους και τη μέθοδο της κ. Rawdon Crawley. Στο τέλος έπεσε σ' απογοήτευση, εξαφανίσθηκε στην Ηπειρωτικήν Ευρώπη και φαινόταν πώς και πού στο Μόντε Κάρλο κι άλλα χαρτοπαικτικά κέντρα. Ο ευγενικός κύριος, από τον οποίον ο ίδιος μεγάλος αισθηματικός συγγραφεύς άντλησε τον χαρακτήρα του συνταγματάρχη Newcome πέθανε με τη λέξη «Adsum» στα χείλη, λίγους μήνες ύστερ' από τότε που το έργο «The Newcomes» έφθασε στην τέταρτή του έκδοση. Λίγο ύστερ' αφού ο κ. Stevenson εδημοσίευσε την περίεργη ψυχολογική του ιστορία της μεταμορφώσεως, ένας φίλος μου, ο κ. Hyde, στο βορεινό Λονδίνο τότε, ανυπόμονος να φθάση σε κάποιο σιδηροδρομικό σταθμό, πήρε το πιο κοφτό κατά τη γνώμη του μονοπάτι, έχασε το δρόμο του κ' ευρέθηκε μέσα σ' ένα δίχτυ ελεεινών και ασχημόθωρων σοκακιών. Αυτό τούδωσε στα νεύρα κι άρχισε να περπατά εξαιρετικά γρήγορα, όταν ξαφνικά ένα παιδάκι κάτω από ένα θολωτό δρόμο τρέχοντας βρέθηκε ανάμεσα στα πόδια του κ' εκυλίσθη χάμου. Αυτός εσκόνταψε πάνω του και το καταπάτησε, κ' εκείνο φοβισμένο φυσικά παραπολύ και λίγο πειραγμένο έβαλε τις φωνές, όπου μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα γέμισε όλος ο δρόμος από ανθρώπους του όχλου, που ξεχύνονταν από τα σπίτια σα μερμήγκια. Τον περικύκλωσαν και τον ρώτησαν τόνομά του. Πήγαινε να τους το πη, όταν άξαφνα θυμήθηκε το επεισόδιο στην αρχή της ιστορίας του κ. Stevenson (22). Τόσον ετρόμαξε αναγνωρίζοντας στη δική του περιπέτεια τη φοβερή εκείνη και καλογραμμένη σκηνή, και το ότι έκανε τυχαίως αλλά πραγματικά ό,τι ο κ. Hyde του μύθου είχε κάνει σκόπιμα, ώστε τόβαλε στα πόδια όσο μπορούσε πιο γρήγορα. Τον πήραν όμως καταπόδι και τρύπωσε στο τέλος σε μια κλινική χειρούργου, που η πόρτα της έτυχε νάναι ανοικτή κ' εξήγησε στο βοηθό, που ήταν εκείνη την ώρα μέσα, τι ακριβώς είχε συμβή. Ο όχλος των φιλανθρωπιστών, αφού έλαβε λίγα χρήματα, πείσθηκε να γυρίση πίσω και μόλις άδειασε τελείως ο τόπος έφυγε κ' εκείνος. Όταν έβγαιν' έξω κτύπησε στο μάτι του τόνομα στη μπρούντζινη επιγραφή πάνω στην πόρτα. Ήταν «Zekyll». Ή επιτέλους έπρεπε να ήταν.