Part 2
ΒΙΒΙΑΝ. — Σε βεβαιώ ότι δεν την κρατούν. Ποτέ δεν υψώνονται ψηλότερ' από το επίπεδο της κακής παραστάσεως των πραγμάτων· αρκούνται συνήθως ν' αποδείχνουν, να συζητούν, να επιχειρηματολογούν. Πόσο διαφορετικό τούτο από το χαρακτήρα του αληθινού ψεύτη με τα ειλικρινή, άφοβά του λόγια, το υπέροχό του το ανεύθυνο, τη γερή φυσική του περιφρόνηση σε κάθε λογής απόδειξη! Κ' επιτέλους τι είναι ένα όμορφο ψέμα; Απλούστατα: ότι είναι μονάχο του η δική του απόδειξη. Αν ένας άνθρωπος είναι τόσο στερεμένος από φαντασία, ώστε να μη μπορή να πλάση μιαν απόδειξη για να υποστηρίξη ένα ψέμα, καλύτερα να πη ευθύς εξ αρχής την αλήθεια. Όχι, οι πολιτικοί δεν το κάνουν αυτό. Κάτι μπορεί ίσως να λεχθή ευνοϊκό για το δικηγορικό σώμα. Ο μανδύας του σοφιστού έχει σκεπάσει τα μέλη του. Ο προσποιημένος ζήλος των και η ψεύτική τους ρητορική είναι ευχάριστα. Μπορούν να παραστήσουν το μαύρο άσπρο, τον &ήττω λόγον κρείττω&, σαν να βγήκαν φρέσκοι-φρέσκοι από τις Σχολές του Γοργίου και των άλλων Λεοντίνων σοφιστών, και φημίζονται ότι αποσπούν από δύστροπους δικαστάς θριαμβευτικές αποφάσεις αθωωτικές για τους πελάτες των, κι όταν ακόμη αυτοί, όπως συχνά συμβαίνει, είναι φανερά κι αλάθευτ' αθώοι. Όμως στενοχωρούνται από το πεζό και δεν ντρέπονται να καταφεύγουν σε προηγούμενα. Στο πείσμα όλων τους των προσπαθειών όμως η αλήθεια λάμπει. Και οι εφημερίδες ακόμα εκφυλίσθηκαν. Τώρα μπορεί καθένας να βασίζεται απολύτως σ' αυτές. Το καταλαβαίνει κανείς αυτό διατρέχοντας τις στήλες τους. Πάντα ό,τι διαβάζεται εκείνο και συμβαίνει. Φοβούμαι πως δεν έχει κανείς να πη πολλά ευνοϊκά ούτε για τους δικηγόρους ούτε για τους δημοσιογράφους. Χώρι' απ' αυτό, εκείνο που εγώ υποστηρίζω είναι η ψευτιά στην Τέχνη· θέλεις να σου διαβάσω ό,τι έγραψα; Μπορεί να σου κάνη καλό.
ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Μάλιστα, αφού μου δώσης πρώτα ένα τσιγάρο. Ευχαριστώ. Δεν μου λες εν παρόδω για ποιο περιοδικό το προορίζεις;
ΒΙΒΙΑΝ. — Για τη «Retrospective Review», θαρρώ πως σου τόχω πει ότι οι εκλεκτοί την ξαναΐδρυσαν.
ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Ποιους εννοείς «εκλεκτούς»;
ΒΙΒΙΑΝ. — Ω! τους Κουρασμένους Ηδονιστάς, φυσικά. Είναι ένα κλουμπ, στο οποίον ανήκω κ' εγώ. Λένε πως βάζουμε μαραμένα τριαντάφυλλα στην μπουτονιέρα μας, όταν ανταμώνουμε, κι ότι τελούμε κάποια λατρεία στο Δομιτιανό. Φοβούμαι πως εσύ δεν είσαι εκλέξιμος. Αγαπάς υπερβολικά τις απλές ηδονές.
ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Θα με καταψήφιζαν, υποθέτω, για ζωώδεις διαθέσεις.
ΒΙΒΙΑΝ. — Πιθανόν. Έπειτα είσαι λιγάκι πιο μεγάλος απ' ό,τι πρέπει. Δεν δεχόμαστε τους μεσόκοπους.
ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Καλά, μα φαντάζομαι πως αρκετά εβαρεθήκατε ο ένας τον άλλον.
ΒΙΒΙΑΝ. — Σωστά, αλλά αυτός είναι ένας από τους σκοπούς του κλουμπ. Τώρα, αν μου υποσχεθής ότι δεν θα με διακόπτης έτσι συχνά, θα σου διαβάσω το άρθρο μου.
ΚΥΡΙΛΛΟΣ — Θα σ' ακούω όλος αυτί.
ΒΙΒΙΑΝ. — (Διαβάζει με φωνή πολύ καθαρή και μουσική).
«Η παρακμή της ψευδολογίας. Μία Διαμαρτυρία. — Ένας από τους κυριωτέρους λόγους, που μπορούν ν' αποδοθούν στο παράξενα κοινοτοπικό του μεγαλυτέρου μέρους της φιλολογίας του αιώνος μας, είναι αναμφιβόλως η παρακμή της ψευδολογίας στην Τέχνη, στην Επιστήμη και στις κοινωνικές απολαύσεις. Οι αρχαίοι ιστορικοί μας έδωκαν νόστιμη μυθολογία στη μορφή γεγονότων. Ο νεώτερος μυθιστοριογράφος μας παρουσιάζει κουτά συμβάντα κάτω από τον πέπλο παραμυθιού. H Κυανή Βίβλος γίνεται πολύ γρήγορα το ιδεώδες του για μέθοδο και ύφος. Έχει το πληκτικό του «document humain», το άθλιό του μικρό «coin de la création», όπου μέσα κάνει έρευνα με το μικροσκόπιό του. Θα τον βρήτε στην Εθνική Βιβλιοθήκη ή το Βρεττανικό Μουσείο να μελετά αναίσχυντα το θέμα του. Δεν έχει μήτε το θάρρος των ξένων ιδεών, αλλά καταφεύγει επίμονα για το καθετί απευθείας στη ζωή και στο τέλος ανάμεσα σε εγκυκλοπαίδειες και προσωπική πείρα βρίσκει το δρόμο του χαράζοντας τους τύπους του από τον οικογενειακό του κύκλο κατά το μοντέλο της εβδομαδιάτικης πλύστρας κ' έχοντας αποκτήσει ένα σωρό χρήσιμες πληροφορίες, από τις οποίες δεν μπορεί ολότελα να γλυτώση μήτε στου βαθύτερου στοχασμού τις στιγμές.
»Η ζημία, που γίνεται στη φιλολογία γενικά από το ψεύτικο αυτό ιδεώδες της εποχής μας, δύσκολα μπορεί να υπολογισθή. Οι άνθρωποι με κάποιαν αφροντισιά μιλούν για ένα «γεννημένο ψεύτη», απαράλλακτα όπως μιλούν και για ένα «γεννημένο ποιητή». Αλλά και στις δυο περιπτώσεις έχουν άδικο. Η ψευδολογία και η ποίηση είναι τέχνες — τέχνες, καθώς το παρετήρησε ο Πλάτων, όχι άσχετες η μια με την άλλη — και απαιτούν την προσεκτικώτερη μελέτη, την πιο αφιλοκερδή αφοσίωση. Και πράγματι έχουν την τεχνική τους, ακριβώς όπως οι υλιστικώτερες τέχνες, η ζωγραφική και η γλυπτική, έχουν τα λεπτά μυστικά τους της φόρμας και του χρώματος, τα πονηρά τα κρυφά τους, τις σκόπιμες καλλιτεχνικές των μεθόδους. Καθώς γνωρίζει κανείς τον ποιητή από την όμορφή του μουσική, έτσι μπορεί κανείς ν' αναγνωρίση τον ψεύτη από την πλούσια ρυθμική προφορά του και σε καμμιάν από τις δυο περιπτώσεις δεν αρκεί η τυχαία έμπνευση της στιγμής. Κ' εδώ, όπως σε άλλα πράματα, η πρακτική πρέπει να πηγαίνη μπρος από την τελειοποίηση, Όμως στις ημέρες μας, ενώ η μόδα να γράφουν ψέματα έγινε παραπολύ κοινή, η μόδα να λένε ψέματα πάει σχεδόν να δυσφημισθή τελείως. Πολλοί νέοι μπαίνουν στη ζωή με το φυσικό χάρισμα του να μεγαλοποιούν, που, αν ετρεφόταν σε ομογενές συμπαθητικό περιβάλλον ή με τη μίμηση των καλυτέρων μοντέλων, θα μπορούσε ν' αναπτυχθή σε κάτι αληθινά μεγάλο και θαυμαστό. Αλλά κατά κανόνα δεν γίνονται τίποτε. Ή πέφτουν σε αφρόντιστες συνήθειες ακριβολογίας —
ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Αγαπητέ μου.
ΒΙΒΙΑΝ. — Σε παρακαλώ μη με διακόπτης στη μέση της προτάσεως. — «Ή πέφτουνε σε αφρόντιστες συνήθειες ακριβολογίας ή αρχίζουν να συχνάζουνε στις παρέες γέρων και καλά πληροφορημένων ανθρώπων. Και τα δυο είναι εξίσου καταστρεπτικά για τη φαντασία τους όπως θα ήταν καταστρεπτικά για τη φαντασία όποιου και νάναι, και σε λίγον καιρό αναπτύσσουνε μιαν ανθυγιεινή κι αρρωστιάρικη ικανότητα να λένε την αλήθεια, αρχίζουν να βεβαιώνουν καθετί που λέγεται μπροστά τους, δεν διστάζουν ν' αντιλέγουν σ' ανθρώπους πολύ νεώτερους από τον εαυτό τους και καταλήγουν συχνά να γράφουνε μυθιστορήματα τόσον όμοια με τη ζωή, που κανένας να μη μπορή να πιστεύη στην πιθανότητά τους. Και δεν είναι τούτο μία μοναδική περίπτωση. Είναι απλώς έν' ανάμεσα στα πολλά παραδείγματα· κι αν δεν μπορέση να γίνη τίποτε για να εμποδίση ή τουλάχιστο να περιορίση την τερατώδη μας λατρεία των γεγονότων, η Τέχνη θα γίνη στείρα κ' η ομορφιά θα χαθή απ' τη χώρα.
»Ακόμη και Ο κ. Robert Louis Stevenson, ο ευχάριστος εκείνος τεχνίτης αβράς και γεμάτης φαντασία πρόζας, κηλιδώθηκε μ' αυτό το νέο ελάττωμα, γιατί δεν ξέρομε θετικά τι άλλο όνομα να δώσουμε σ' αυτό. Είναι κάτι παρόμοιο σαν ν' αφαιρή κανείς από μια διήγηση την πραγματικότητά της, όταν προσπαθή να την κάνη παραπολύ αληθινή, και το &Μαύρο Τόξο& (5) είναι τόσον αντικαλλιτεχνικό, οπού να μη μπορή να καυχιέται ότι έχει κ' έναν αναχρονισμό, ενώ η μεταμόρφωση του Dr Jekyll (6) διαβάζεται επικίνδυνα σαν ένα πείραμα στη «Lancet» (7). Όσο για τον κ. Rider Haggard, που πράγματι έχει ή είχε μια φορά τις ιδιότητες που κάνουν τον τέλεια μεγαλοπρεπή ψεύτη, τώρα τόσο φοβάται μήπως τον υποψιαστούνε για μεγαλοφυή, ώστε, όταν μας λέη τίποτε θαυμαστό, αισθάνεται τον εαυτό του υποχρεωμένο να εφευρίσκη καμμιά προσωπική ανάμνηση και να την βάζη σε υποσημείωση ως είδος δειλής επιβεβαιώσεως. Ούτε οι άλλοι μας οι διηγηματογράφοι είναι πολύ καλύτεροι. Ο κ. Henry James γράφει μυθικές ιστορίες σαν να κάνη κανένα επίπονο χρέος και σπαταλά σε ταπεινά μοτίβα κι απαρατήρητες «απόψεις» το καθαρό φιλολογικό του ύφος, τις επιτυχείς του φράσεις, την πεταχτή και καυστική σάτυρά του. Ο κ. Hall Caen είναι αλήθεια ότι αποβλέπει στο μεγαλόπρεπο, αλλά γράφει στη μεγαλύτερην ένταση της φωνής του. Είναι τόσο μεγαλόφωνος, που δεν μπορεί κανείς ν' ακούση τι λέει. Ο κ. James Payn είναι μάστορας στην τέχνη του να σκεπάζη ό,τι δεν αξίζει να βρεθή. Κυνηγάει τολοφάνερο με τον ενθουσιασμό ενός κοντόφθαλμου αστυνόμου. Όσο κανείς διαβάζει τα βιβλία του και προχωρεί, τόσο η αβεβαιότης του συγγραφέως καταντά σχεδόν ανυπόφορη. Τάλογα του Φαέθωνος του κ. William Black δεν πετούν κατά τον ήλιο. Μόνο τρομάζουν το βράδυ τον ουρανό με ζωηρές χρωμολιθογραφίες. Οι χωρικοί βλέποντάς τες να σιμώνουν καταφεύγουνε στη διάλεκτό τους. Η κ. Oliphant φλυαρεί ευχάριστα για εφημέριους, παρτίδες του λων-τέννυς, νοικοκυρωσύνη κι άλλες πληκτικές ιστορίες. Ο κ. Marion Cranford προσφέρθηκε θύμα στο βωμό του τοπικού χρώματος. Είναι σαν την κυρία της γαλλικής κωμωδίας, που μιλεί εξακολουθητικά για το «beau del d' Italie». Χώρια που απόκτησε την κακή συνήθεια να λέη ηθικές σάχλες. Όλο και μας κοπανά πως το να είναι κανείς καλός είναι να είναι καλός και το να είναι κακός είναι να είναι μοχθηρός. Πού και πού καταντά σχεδόν εποικοδομητικός. Το έργο Robert Elsmere είναι βέβαια έν' αριστούργημα, αριστούργημα του ανιαρού είδους «genre ennuyeux», της μοναδικής μορφής της φιλολογίας, που φαίνεται ότι ο Αγγλικός λαός τέλεια τη γουστάρει. Κάποιος μυαλωμένος νεαρός φίλος μού έλεγε κάπου πως το έργο αυτό του υπενθύμιζε το είδος της κουβέντας που γίνεται στο τσάι σε μια σοβαρή οικογένεια &νοκομφορμιστών& (8) και μπορούμε να το πιστέψουμε.
Και πράγματι μόνο στην Αγγλία μπορούσε να βγη τέτοιο βιβλίο. Η Αγγλία είναι η πατρίδα των χαμένων ιδεών. Όσο για τη μεγάλη εκείνη σχολή των μυθιστοριογράφων, που ολοένα κι αυξάνει και που γι' αυτήν ο ήλιος βγαίνει πάντα στο East-End (8a) το μόνο πράμα που μπορεί κάνεις να πη γι' αυτούς είναι ότι βρίσκουν τη ζωή ωμή και την αφίνουν άψητη.
»Στη Γαλλία, μολονότι τίποτε τόσο σκόπιμα πληκτικό όσο το έργο Robert Elsmere δεν εφάνηκε, όμως τα πράματα δεν είναι πολύ καλύτερα. Ο κ. Guy de Maupassant με την οξεία, τσουχτερή του ειρωνεία και το τραχύ και ζωηρό ύφος του αφαιρεί από τη ζωή και τα λίγα φτωχά κουρέλια που τη σκεπάζουν ακόμα και μας δείχνει τη βρωμερή, πονούσα κ' εμπυασμένη πληγή. Γράφει σκοτεινές μικρές τραγωδίες, όπου μέσα ο καθένας γελοιοποιείται, και πικρές κωμωδίες, που δεν μπορεί κανείς να γελάση μ' αυτές από τα δάκρυα που προκαλούν. Ο κ. Zola, πιστός στην υψηλή αρχή που εκθέτει σ' έν' από τα φιλολογικά του προνουντσιαμέντα ότι «ο μεγαλοφυής άνθρωπος δεν έχει πνεύμα», είναι αποφασισμένος να δείξη ότι, αν δεν είναι μεγαλοφυής, είναι τουλάχιστον κοινός κουτός. Και πόσον τέλεια το καταφέρνει! Δεν του λείπει η δύναμη. Πού και πού, όπως στη Germinal λ.χ., υπάρχει κάτι το σχεδόν επικό στο έργο του. Αλλά το έργο του είναι στραβό απ' την αρχή ίσαμε το τέλος κι όχι από την άποψη της ηθικής, αλλά της τέχνης. Από την ηθική μεριά είναι ακριβώς ό,τι έπρεπε να ήταν. Ο συγγραφεύς είναι τελείως ειλικρινής και περιγράφει τα πράματα απαράλλακτα όπως συμβαίνουν. Τι παραπάνω μπορεί να θέλη ένας ηθικολόγος; Δεν συμπαθούμε καθόλου την ηθική αγανάκτηση της εποχής μας κατά του κ. Zola. Είναι απλούστατα η αγανάκτηση του Ταρτούφου για το ξεσκέπασμά του. Όμως από την τεχνική μεριά τι μπορεί να πη κανείς ευνοϊκό για το συγγραφέα των έργων: «L'Assommoir», «Nana» και «Pot-Bouille»; Τίποτε. Ο κ. Ruskin περιγράφει κάπου τους χαρακτήρες των μυθιστορημάτων της George Eliot σαν να είναι παρόμοιοι με τα σκουπίδια του κάρρου της Pentorrville (9), αλλά οι χαρακτήρες του κ. Zola είναι πολύ χειρότεροι. Έχουν τις φοβερές κακίες τους και τις πιο φοβερές αρετές τους. Η αφήγηση της ζωής των είναι απολύτως δίχως ενδιαφέρον. Ποιόνε νοιάζει τι γίνονται; Από τη φιλολογία απαιτούμε κάτι ξέχωρο, κάποια γοητεία, ομορφιά και δύναμη φαντασίας. Δεν γυρεύουμε να ταραχθούμε και ν' αηδιάσουμε με τα καμώματα των κατωτέρων τάξεων. Ο κ. Daudet είναι καλύτερος. Έχει πνεύμα, πινελιές ελαφρές και διασκεδαστικόν ύφος. Αλλά τώρα τελευταία αυτοκτόνησε φιλολογικώς. Κανένας βέβαια δεν μπορεί να ενδιαφέρεται για τον Delobelle με το «II faut lutter pour l'art» που συχνολέει, ούτε για τον Valmajour με την αιωνίαν επωδό του για ταηδόνι, ούτε για τον ποιητή στο «Jack» με τα «mots cruels» του τώρα που μάθαμε από το «Vingt ans de ma vie littéraire», ότι oι χαρακτήρες αυτοί είναι παρμένοι απευθείας απ' τη ζωή. Εμάς μας φαίνονται σαν να έχασαν έξαφνα κάθε τους ζωτικότητα, όλες τις λίγες αρετές που είχαν. Οι μόνοι αληθινοί άνθρωποι είναι εκείνοι που ποτέ δεν υπήρξαν, κι αν ένας μυθιστοριογράφος είναι τόσον ευτελής, ώστε να γυρεύη στη ζωή τους ήρωές του, πρέπει τουλάχιστο να καμώνεται πως είναι πλάσματά του κι όχι να καυχιέται ότι είναι αντίγραφα. Η δικαιολογία για ένα χαρακτήρα σ' ένα μυθιστόρημα είναι όχι πως οι άλλοι άνθρωποι είναι ό,τι είναι, αλλά πως ο συγγραφεύς είναι ό,τι είναι. Αλλοιώτικα το μυθιστόρημα δεν είναι έργο Τέχνης. Όσο για τον v. Paul Bourget, τον δάσκαλο του Roman psychologique, κάνει λάθος να φαντάζεται ότι οι άνδρες και οι γυναίκες της νέας ζωής μπορούν ν' αναλυθούν επ' άπειρον σε μια σειρά αναριθμήτων κεφαλαίων. Το γεγονός είναι ότι εκείνο που μας ενδιαφέρει στους ανθρώπους της καλής κοινωνίας — και ο κ. Bourget σπανίως το κουνάει από το προάστειο St. Germain, εκτός όταν έρχεται στο Λονδίνον — είναι η μάσκα, που ο καθένας τους φορεί κι όχι η πραγματικότης που κρύβεται πίσω απ' τη μάσκα. Είναι ταπεινωτική ομολογία αυτό, κι όμως όλοι μας είμαστε καμωμένοι απ' την ίδια πάστα. Στον Φάλσταφ υπάρχει κάτι απ' τον Άμλετ και στον Άμλετ κάτι του Φάλσταφ. Ο παχύς ιππότης έχει πότε-πότε μελαγχολικές διαθέσεις, όπως ο νεαρός πρίγκηπας στιγμές χονδρής ευθυμίας. Διαφέρουμε μεταξύ μας μονάχα στασήμαντα. Στη φορεσιά, στο φέρσιμο, στον τόνο της φωνής, στις θρησκευτικές δοξασίες, στο εξωτερικό, στις συνήθειες και τα παρόμοια. Όσον αναλύει κανείς τους ανθρώπους, τόσο και λείπουν οι λόγοι της αναλύσεως· αργά ή γρήγορα φθάνει κανείς στο φοβερό εκείνο παγκόσμιο πράμα που λέγεται ανθρώπινη φύση. Η αλήθεια, καθώς το ξέρει καλά όποιος εργάσθηκε ανάμεσα στους φτωχούς, η αδελφωσύνη των ανθρώπων δεν είναι απλώς ποιητικόν όνειρο, μα μια παραπολύ απογοητευτική και ταπεινωτική πραγματικότης. Κι αν ένας συγγραφεύς αναλύη επίμονα τις ανώτερες τάξεις, μπορεί ακριβώς το ίδιο να γράφη συγχρόνως και για τα κορίτσια που πουλούνε σπίρτα ή φρούτα». — Ωστόσο, αγαπητέ μου Κύριλλε, δεν θα σε κρατήσω περισσότερον καιρό επιμένοντας σ' αυτό εδώ το ζήτημα. Παραδέχομαι ότι τα νέα μυθιστορήματα έχουν πολλά καλά σημεία. Επιμένω μονάχα ότι γενικά δεν διαβάζονται.
ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Αυτό είναι βέβαια ένας πολύ βαρύς χαρακτηρισμός και πρέπει να σου το πω ότι φρονώ πως σε μερικές επικρίσεις σου είσαι άδικος. Μου αρέσουν εμένα το «The Deemster» και το «The Daughter of Heth» και το «Le Disciple» και το «Mr. Jsaacs»· κι όσο για το «Robert Elsmere» είμαι τέλεια, αφωσιωμένος σ' αυτό. Όχι πως το θεωρώ σοβαρό έργο. Σαν έκθεση των προβλημάτων που έχει ν' αντικρύση ο αληθινός χριστιανός είναι γελοίο κι απηρχαιωμένο. Είναι απλούστατα το έργο &Φιλολογία και Δόγμα& του Arnold, με τη φιλολογία του βγαλμένη έξω και τόσο καθυστερεί στον αιώνα μας όσον αι &Αποδείξεις& του Paley ή η μέθοδος της Βιβλικής ερμηνείας του Golento. Και τίποτε δεν θα έκαμνε μικρότερη εντύπωση από τον άτυχον ήρωα, που σοβαρά διαλαλούσε μιαν αυγή, που προ πολλού είχε χαράξει και που τόσο του ξέφευγε η αληθινή σημασία της, ώστε να προτείνη να εξακολουθήση η εργασία της παληάς εταιρείας με νέον όνομα» (10). Από το άλλο μέρος όμως περιέχει πολλές επιτυχημένες καρικατούρες κ' ένα σωρό ευχάριστες περικοπές από ξένα έργα, και η φιλοσοφία του Green σκεπάζει με τη ζαχαρόκονή της τα κάπως πικρά καταπότια των παραμυθιών του συγγραφέως. Δεν μπορώ μολαταύτα να μην εκφράσω την απορία μου γιατί δεν αναφέρατε τίποτε για τους δυο μυθιστοριογράφους, που πάντα τους διαβάζετε, τον Balzac και τον George Meredith. Ασφαλώς και οι δύο τους είναι ρεαλισταί.
ΒΙΒΙΑΝ. — Α! Ο Meredith! Ποιος μπορεί να τον χαρακτηρίση; Το ύφος του είναι χάος φωτιζόμενον από λάμψεις αστραπής. Σα συγγραφεύς καθυπόταξε το καθετί εκτός από τη γλώσσα, σαν μυθιστοριογράφος μπορεί κάθε άλλο να κάνη παρά να διηγηθή καμμιάν ιστορία — σαν καλλιτέχνης όλα τάχει, μόνο η αρμονία του λείπει. Κάποιος στον Σαίξπηρ — ο Touchstone (11) νομίζω — μιλεί για έναν άνθρωπο που σπάζει το κεφάλι του όλη την ώρα για να δείξη πνεύμα κι αυτό μου φαίνεται πως μπορούσε να χρησιμέψη για βάση στην κριτική του τρόπου της εργασίας του Meredith. Αλλά ό,τι κι αν είναι, ρεαλιστής δεν είναι. Ή καλύτερα είναι παιδί του ρεαλισμού τσακωμένο με τον πατέρα του. Ύστερ' απ' ώριμη σκέψη εδιάλεξε να γίνη ρομαντικός. Αρνήθηκε να σκύψη το γόνα στον Βάαλ, και στο τέλος, κι αν ακόμα το λεπτό πνεύμα του ανθρώπου δεν επαναστατούσε ενάντια στις θορυβώδεις βεβαιώσεις του ρεαλισμού, το ύφος του θ' αρκούσε, μοναχό του αυτό, να κρατήση σε σεβαστήν απόσταση τη ζωή. Μ' αυτό φύτεψε γύρω στον κήπο του ένα φράχτη γεμάτο αγκάθια κι ολοκόκκινον από θαυμάσια τριαντάφυλλα. Όσο για τον Balzac, αυτός ήταν ένα παραπολύ αξιοσημείωτο ταίριασμα της καλλιτεχνικής ιδιοσυγκρασίας με το επιστημονικό πνεύμα. Το τελευταίο το κληροδότησε στους μαθητές του· το πρώτο ήταν καθολοκληρίαν ιδικό του. Η διαφορά ανάμεσα του βιβλίου του Zola «l' Assommoir» και των «Ιllousions Perdues» του Balzac είναι διαφορά μεταξύ ρεαλισμού δίχως φαντασία και πραγματικότητος φανταστικής. Όλοι οι χαρακτήρες του Balzac, λέει ο Baudelaire, «είναι προικισμένοι με την ίδια ζωηρότητα που ζωντάνευε αυτόν τον ίδιο. Οι μύθοι του όλοι είναι τόσο βαθειά χρωματισμένοι, όσο τα όνειρα. Κάθε προσώπου των έργων του το μυαλό είν' ένα όπλο γεμισμένο με θέληση ίσαμε με το στόμιο. Κι αυτοί οι παραμάγειροι έχουν μεγαλοφυία. Μία συνεχής μελέτη του Balzac θα έκανε τους ζωντανούς φίλους μας να μεταβληθούν σε σκιές και τους γνωστούς μας σε σκιές σκιών. Οι χαρακτήρες του έχουν ένα είδος ζωηράς, πολύχρωμης υπάρξεως. Μας κυριεύουν και περιφρονούν το σκεπτικισμό. Μία από τις μεγαλύτερες τραγωδίες της ζωής μου είναι ο θάνατος του Lucien de Rubempré. Μου είναι μια θλίψη, που ποτέ δεν μπόρεσα να λυτρωθώ απ' αυτήν τέλεια. Μου έρχεται στο νου στις στιγμές των απολαύσεών μου. Τον θυμούμαι κι όταν γελώ. Όμως ο Balzac δεν είναι περισσότερο ρεαλιστής απ' ό,τι ήταν ο Holbein. Έπλαθε τη ζωή, δεν την αντέγραφε. Παραδέχομαι μολαταύτα πως έδωσε παραπολύ μεγάλη σημασία στο νεωτεριστικό της μορφής κι ότι γι' αυτό κανένα βιβλίο του δεν μπορεί να ταχθή σαν καλλιτεχνικόν αριστούργημα στην ίδια σειρά με τη «Salambo» (12) ή τον «Esmond» (13) ή το «The Cloister and the Hearth» (14) ή τον &Υποκόμητα της Βαρκελώνης&.
ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Έχεις αντίρρηση λοιπόν στο νεωτεριστικό της μορφής;
ΒΙΒΙΑΝ. — Μάλιστα. Είναι το τεράστιο κόστος ενός πολύ φτωχού αποτελέσματος. Ο καθαρός νεωτερισμός στη φόρμα έχει πάντα κάτι το εκλαϊκευτικό. Δεν μπορεί να μην το έχη. Το κοινό φαντάζεται ότι, επειδή αυτό ενδιαφέρεται για τα ολόγυρά του, πρέπει και η τέχνη να ενδιαφέρεται γι' αυτά και να τα πάρη για θέμα της. Όμως απλώς το ότι ενδιαφέρεται το κοινό σ' αυτά, τα κάνει ακατάλληλα αντικείμενα Τέχνης. Τα μόνα ωραία πράγματα, καθώς το είπε κάποιος μια φορά, είναι εκείνα που δεν αφορούν σ' εμάς. Εφόσον ένα πράμα μας χρησιμεύει ή μας χρειάζεται ή οπωσδήποτε μας επιδρά προξενώντας μας πόνο ή ηδονήν ή αποτείνεται ορμητικά στη συμπάθειά μας ή είναι ζωτικό μέρος του περιβάλλοντος όπου ζούμε, είναι έξω από την καθαυτό σφαίρα της Τέχνης. Πρέπει να είμαστε πολύ ή λίγο αδιάφοροι στα θέματα της Τέχνης. Πρέπει οπωσδήποτε να μην έχουμε προτιμήσεις, προλήψεις, κανενός είδους αίσθημα μεροληπτικό. Ακριβώς γιατί η Εκάβη δεν μας είναι διόλου σχετική, οι πόνοι της είναι τόσο θαυμαστό μοτίβο για τραγωδία. Δεν ξέρω τίποτε μελαγχολικώτερο στην όλην ιστορία της φιλολογίας από το καλλιτεχνικό στάδιο του Charles Reade. Έγραψε ένα όμορφο βιβλίο, &Το Μοναστήρι και το Τζάκι&, ένα βιβλίο τόσο ανώτερο από τα «Romola» (15) όσο το «Romola» είναι ανώτερο από το «Daniel Derouda» (16), και σπατάλησε το υπόλοιπο της ζωής του σε μιαν ανόητη προσπάθεια να νεωτερίζη, να επισύρη την προσοχή του κοινού στην κατάσταση των ποινικών μας φυλακών και τη διαχείριση των ιδιωτικών μας φρενοκομείων. Ο Charles Dickens ήταν αρκετά αποθαρρυντικός και συνειδητά μάλιστα όταν προσπαθούσε να κινήση τη συμπάθειά μας προς τα θύματα της διαχειρίσεως της Δημοσίας Αρωγής. Αλλά ο Charles Reade, ένας καλλιτέχνης, ένας μελετητής, ένας άνθρωπος με αληθινόν αίσθημα του ωραίου, μαινόμενος και ουρλιάζων για τις καταχρήσεις της σύγχρονης ζωής σαν ένας κοινός λιβελλογράφος ή αισθηματίας δημοσιογράφος, είναι πράγματι ένα θέαμα για να το θρηνούν οι άγγελοι. Πίστεψέ με, αγαπητέ μου Κύριλλε, ότι ο νεωτερισμός στο θέμα είναι κάτι εντελώς και απολύτως στραβό. Τη συνειθισμένη του αιώνος φορεσιά των γκαρσονιών την πείραμε για την εσθήτα των Μουσών και ξοδεύομε τον καιρό μας στους μολυσμένους δρόμους και ταποκρουστικά προάστεια των αθλίων πόλεών μας αντί να τον περνούμε στη βουνοπλαγιά με τον Απόλλωνα. Ωρισμένως είμαστε γενεά εκφυλισμένη· επουλώσαμε τα πρωτοτόκια για ένα πινάκιο γεγονότων.
ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Υπάρχει κάποια αλήθεια σ' αυτό που λες και πράγματι, όση ευχαρίστηση και να μας δίνη το διάβασμα ενός καθαρά μοντέρνου μυθιστορήματος, δεν βρίσκομε καμμιά καλλιτεχνική απόλαυση στο ξαναδιάβασμά του, κι αυτό ίσως είναι η πιο ψηλαφητή απόδειξη του τι είναι φιλολογικό και τι δεν είναι. Αν κανείς δεν μπορή να αισθανθή ευχαρίστηση διαβάζοντας ξανά και ξανά ένα βιβλίο, δεν είναι ανάγκη να το διαβάση καθόλου. Αλλά τι λες για το ξαναγύρισμα στη Ζωή και στη Φύση; Είναι η πανάκεια που πάντα μας τη συσταίνουν.
ΒΙΒΙΑΝ. — Θα σου διαβάσω το τι φρονώ γι' αυτό το ζήτημα. Το κομματάκι αυτό είναι λίγο παρακάτω στο άρθρο, αλλά μπορώ να σου το διαβάσω από τώρα:
«Η λαϊκή κραυγή της εποχής μας είναι: «Ας ξαναγυρίσουμε στη Ζωή και στη Φύση. Αυτές θα μας ξαναπλάσουν την Τέχνη και θα χύσουν στις φλέβες της το κόκκινο αίμα· στα πόδια της θα δώσουν γρηγοράδα και στα χέρια της δύναμη». Όμως αλλοίμονο! απατώμεθα στις αξιέραστες και καλόβολες προσπάθειές μας. Η Φύση μένει πάντα πίσω από τον αιώνα. Κι όσο για τη Ζωή, αυτή είναι το στοιχείο που διαλύει την Τέχνη, ο εχθρός που ρημάζει το σπίτι της».
ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Τι εννοείς όταν λες ότι η Φύση μένει πάντα πίσω από τον αιώνα;
ΒΙΒΙΑΝ. — Είναι ίσως λίγο μυστηριακό. Να όμως τι εννοώ. Αν πάρουμε για Φύση το φυσικό, απλό ένστικτο αντίθετα προς τη συνειδητή καλλιέργεια και ανάπτυξη, το έργο που παράγεται με την επίδρασην αυτή είναι πάντα παλαιικό στη μορφή, απηρχαιωμένο κι ασυγχρόνιστο. Ένα της Φύσεως άγγελμα όλον τον κόσμο τον κάνει όμοιο, μα δυο της αγγέλματα καταστρέφουν όποιο έργο Τέχνης. Αν από την άλλη μεριά Φύση λέμε το σύνολο των εξωτερικών για τον άνθρωπο φαινομένων, τότε οι άνθρωποι βρίσκουν σ' αυτή ό,τι οι ίδιοι της φέρνουν. Αυτή δεν υποβάλλει τίποτε. Ο Wordsworth πήγε στις λίμνες, όμως ποτέ δεν ήταν ποιητής της λίμνης. Βρήκε στις πέτρες τα κηρύγματα που ο ίδιος τα είχε κηρύξει εκεί. Πήγαινε ηθικολογώντας στα τριγύρω, αλλά η καλή του εργασία φάνηκε όταν ξαναγύρισε όχι στη Φύση, μα στην Ποίηση. Η ποίηση του έδωκε τη &Λαοδάμεια& και τα ωραία σοννέτα και τη &Μεγάλη Ωδή&, όπως και είναι μεγάλη. Η Φύση του έδωκε τη «Martha Ray» και τον «Peter Bell» και την προσφώνηση στην τσάπα του Wilkinson.