Στοχασμοί

Part 11

Chapter 11 66 words Public domain Markdown

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Μάλιστα, ο κριτικός γίνεται ερμηνευτής σαν το θέλει ο ίδιος. Μπορεί να περάση από τη θετικήν εντύπωση, που του κάνει το πλάσμα της Τέχνης συνολικά, σε μιαν ανάλυση ή έκθεση του έργου, και σ' αυτόν τον χαμηλότερο κύκλο, όπως υποθέτω ότ' είναι, πολλά ευχάριστα πράγματα είναι για να ειπωθούν ή να γένουν. Ωστόσο δεν είναι πάντα δουλειά του να εξηγή το έργο της Τέχνης. Μπορεί να θέλη κάλλιο να εμβαθύνη στο μυστήριό του, να σηκώση γύρω σ' αυτό και γύρω στον πλάστη του την καταχνιά εκείνη του θαύματος που είν' εξίσου αγαπητή στους θεούς και στους πιστούς των. Οι κοινοί άνθρωποι «βρίσκουν τρομερήν άνεση στη Σιών». Έχουν την αξίωση να περιπατούν αλαμπρατσέτα με τους ποιητάς και μ' έναν εύκολον, γιομάτον αμάθειαν τρόπον να ρωτάνε: «Γιατί τάχα πρέπει να διαβάζουμε ό,τι γράφηκε για τον Σαίξπηρ και τον Μίλτωνα; Μπορούμε να διαβάσουμε τα δραματικά έργα και τα ποιήματά τους. Αυτό φτάνει». Αλλά το να μπορή κανείς να εκτιμήση τον Μίλτωνα, όπως το είπε κι ο τελευταίος Πρύτανις του Πανεπιστημίου Lincoln, είναι η αμοιβή τελείας μαθήσεως. Κι όποιος επιθυμεί να καταλάβη καλά τον Σαίξπηρ πρέπει να νοιώση ποιες ήταν οι σχέσεις του Σαίξπηρ με την Αναγέννηση και τη Μεταρρύθμιση, με την εποχή της Ελισάβετ και του Ιακώβου· πρέπει νάχη μάθει την ιστορία της πάλης για επικράτηση που έγινε μεταξύ των παλαιών κλασσικών μορφών και του νέου πνεύματος της ρομάντσας, μεταξύ της Σχολής του Sidney, Daniel και Johnson και της Σχολής του Marlowe και του μεγαλύτερου γυιού του (96) πρέπει να ξέρη το υλικό που είχε στη διάθεσή του ο Σαίξπηρ και τη μέθοδο, με την οποία το μεταχειριζόταν, και τις συνθήκες της Θεατρικής παραστάσεως τον δέκατον έκτον και δέκατον έβδομον αιώνα, τους περιορισμούς και την ελευθερία και τη φιλολογική κριτική στον καιρό του Σαίξπηρ και τις βλέψεις, τους τρόπους, και τους κανόνες της εποχής εκείνης· πρέπει να μελετήση το Ελληνικό δράμα και τη συνάφεια που υπάρχει μεταξύ της τέχνης εκείνου που έπλασε τον Αγαμέμνονα και της τέχνης εκείνου που έπλασε τον Macbeth· μ' ένα λόγο πρέπει νάναι ικανός να συνδέση το Λονδίνο της εποχής της Ελισάβετ με την Αθήνα της εποχής του Περικλή και να μάθη την αληθινή θέση του Σαίξπηρ στην ιστορία του δράματος στην Ευρώπη και γενικά σ' όλον τον κόσμο. Ο κριτικός είναι βέβαια κ' ερμηνευτής, όμως δεν θάναι γι' αυτόν η Τέχνη καμμιά Σφίγγα που προτείνει αινίγματα και που το κούφο μυστικό της θα μάντευε και θα ξεσκέπαζε κάποιος με πρισμένα πόδια που ούτε τόνομά της δεν θάξερε. Απεναντίας θα την θεωρή σαν μια θεά που το μυστήριό της θάναι δουλειά του να το κάνη πιο μυστικό και το μεγαλείο της θάναι προνόμιό του να παρουσιάση πιο θαυμαστό στα μάτια των ανθρώπων.

Εδώ, Ερνέστε, συμβαίνει κι αυτό το παράξενο. Ο κριτικός είναι πράγματι ερμηνευτής, όχι όμως σαν εκείνον που απλώς επαναλαβαίνει σ' άλλη μορφή ένα μήνυμα που του έβαλαν στα χείλη για να το πη. Γιατί, όπως η τέχνη ενός τόπου, μονάχα όταν έρχεται σε συνάφεια με την Τέχνη ξένων λαών, αποκτά εκείνη την ατομική και ξέχωρη ζωή που τη λέμε εθνισμό, έτσι αλλοκότως αντίστροφα μονάχα εντείνοντας την ατομικότητά του μπορεί κι ο κριτικός να ερμηνεύη την ατομικότητα και το έργο των άλλων κι όσο δυνατά μπαίνει η προσωπικότης αυτή στην εξηγήση, τόσο πραγματικώτερη γίνεται τούτη, τόσο πιο ικανοποιητική, πιο πειστική, πιο αληθινή.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Εγώ σου λέω πως η ατομικότης είναι στοιχείο που φέρνει σύγχυση.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Όχι, είναι στοιχείο που ξεσκεπάζει. Αν θέλης να νοιώσης τους άλλους, πρέπει να τονώσης την ατομικότητά σου.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Και ποιο τάχα το αποτέλεσμα τότε;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Θα σου το πω κ' ίσως σου το εξηγήσω καλύτερα μ' ένα ωρισμένο παράδειγμα. Μου φαίνεται πως, ενώ ο κριτικός της φιλολογίας έρχεται πρώτος στη σειρά έχοντας πιο φαρδύ δρόμο και πιο πλατειά θέα και πιο ευγενικό υλικό, και οι άλλες οι τέχνες έχουν η καθεμιά τον κριτικό της. Ο ηθοποιός είναι ο κριτικός του δράματος. Δείχνει το έργο του ποιητή κάτω από νέες συνθήκες και με τρόπο αποκλειστικά δικό του. Παίρνει τη γραμμένη λέξη και η δράσις, η χειρονομία, η φωνή του γίνονται μέσα αποκαλύψεως. Ο τραγουδιστής ή ο παίκτης κιθάρας και βιόλας είναι ο κριτικός της μουσικής. Ο χαράκτης μιας εικόνας αφαιρεί από τη ζωγραφιά τα όμορφα χρώματά της, όμως μας δείχνει με τη χρήση καινούριου υλικού τον αληθινό χρωματισμό της, τον τόνο και την αξία της και τις σχέσεις που έχουν αναμεταξύ τους οι μάζες της· κ' έτσι είναι κι αυτός ο κριτικός της εικόνας, γιατί κριτικός είν' εκείνος που μας δείχνει ένα έργο Τέχνης σε φόρμα διαφορετική από τη φόρμα του έργου, και η χρήση καινούριου υλικού είν' ένα στοιχείο τόσο κριτικό όσο και δημιουργικό. Κ' η γλυπτική το ίδιο έχει τον κριτικό της, που μπορεί νάναι είτε χαράκτης πετραδιών, όπως ήταν στην εποχή των Ελλήνων, είτε ζωγράφος σαν το Mantegna, που προσπάθησε ν' αναπαραστήση 'πάνω στο κανναβόπανο το κάλλος της πλαστικής γραμμής και την αρμονική σεμνοπρέπεια μιας λιτανείας σε ανάγλυφο. Και για όλους αυτούς τους δημιουργικούς κριτικούς της τέχνης είναι φανερό πως η ατομικότης είναι απόλυτο στοιχείο αληθινής ερμηνείας. Όταν ο Rubinstein μας παίζη τη Sonata Appasionata του Beethoven, δεν μας ξαναδίνει μόνο τον Beethoven, μα και τον εαυτό του, κ' έτσι μας ξαναδίνει τον Beethoven απόλυτα, τον Beethoven ξαναερμηνευόμενον μέσον μιας πλούσιας αρτιστικής ιδιοσυγκρασίας και ζωντανευόμενον θαυμαστά από μια νέα και γερή ατομικότητα. Όταν κανένας μεγάλος ηθοποιός παίζη τον Σαίξπηρ, την ίδια πείρα έχομε. Η δική του ατομικότης γίνεται ζωτικό μέρος της ερμηνείας. Μερικοί πότε-πότε λένε πως οι ηθοποιοί μας δίνουν ο καθένας τον δικό του Άμλετ κι όχι του Σαίξπηρ· κι αυτή η πλάνη — γιατί πλάνη είναι — επαναλαβαίνεται, λυπούμαι που το λέω, κι από κείνον τον μάγο και χαριτωμένο συγγραφέα, που τελευταία αποσύρθηκε από τον θόρυβο της φιλολογίας στην ησυχία της Βουλής των Κοινοτήτων, εννοώ τον συγγραφέα του Obiter Dicta (97). Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει, κανένας Άμλετ Σαιξπηρικός. Αν ο Άμλετ έχη κάτι τι το καθωρισμένο, όπως όλα τα έργα της Τέχνης, έχει επίσης κι όλη τη σκοτεινότητα που ανήκει στη ζωή. Είναι τόσοι Άμλετ όσες και μελαγχολίες.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Τόσοι Άμλετ όσες και μελαγχολίες;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Μάλιστα· κι όπως η Τέχνη αναβλύζει από την ατομικότητα, έτσι και μονάχα στην ατομικότητα μπορεί να φανερώνεται, κι από το αντάμωμα των δύο γεννιέται η ερμηνευτική κριτική.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Ώστε ο κριτικός ως ερμηνευτής δεν θα δίνη λιγώτερ' απ' όσα παίρνει και θα δανείζεται;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Θα μας δείχνη πάντα το έργο της τέχνης σε κάποια νέα σχέση προς την εποχή μας. Θα μας θυμίζη πάντα ότι τα μεγάλα καλλιτεχνήματα είναι ζωντανά πράγματα, τα μόνα αλήθεια ζωντανά πράγματα. Τόσο πολύ πράγματι θα το αισθάνεται αυτό, που είμαι βέβαιος πως, όσον ο πολιτισμός προχωρεί και γινόμαστε περισσότερο ωργανωμένοι, τα διαλεκτά πνεύματα κάθε αιώνος, τα κριτικά κ' εξευγενισμένα με τη μόρφωση μυαλά, τόσο λιγώτερο θα ενδιαφέρωνται κάθε φορά για την πραγματική ζωή και &θα κυττούν όλες τους σχεδόν τις εντυπώσεις ν' αντλούν απ ό,τι άγγιξε η Τέχνη&. Γιατί η ζωή είναι φοβερά λειψή στη μορφή. Οι καταστροφές της ξεσπούν ανάποδα, και σ' ανθρώπους που δεν έπρεπε. Τρόμος αλλόκοτος φτερουγίζει γύρω στις κωμωδίες της κ' οι τραγωδίες της φαίνεται πως καταλήγουνε σε φάρσα. Λαβώνεται πάντα όποιος τη σιμώση. Τα πράγματα βαστούν ή παραπολύ ή λιγώτερο απ' όσο φτάνει.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Κακομοίρα ζωή! Κακομοίρα ζωή του ανθρώπου! Δεν σε συγκινούν λοιπόν μήτε τα δάκρυα, που ο Ρωμαίος ποιητής μας λέει πως είναι μέρος της ουσίας της;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Και παραπολύ γρήγορα φοβούμαι πως με συγκινούν. Γιατί όταν κανείς γυρίση πίσω και κυττάξη την ζωή, που ήταν τόσο ζωηρή στην ένταση των συγκινήσεών της και τόσο γεμάτη φλογισμένες στιγμές εκστάσεως και χαράς, όλα του φαίνονται σαν όνειρο και πλάνη. Ποια είναι τα ψεύτικα πράγματα για έναν, αν όχι τα πάθη, που κάποτε τον εφλόγισαν σαν φωτιά; Ποια είναι ταπίστευτα παρ' όσα πίστεψε πιστά; Ποια ταπίθανα, αν όχι όσα έκανε ο ίδιος; Όχι, Ερνέστε, η ζωή μας γελάει με σκιές σαν κανένας παίκτης νευροσπάστων. Της γυρεύουμε ηδονή. Μας την δίνει συντροφεμένη με πίκρα κι απογοήτευση. Αγναντεύουμ' έναν ευγενικόν πόνο που θαρρούμε πως θα χαρίση στις ημέρες μας την πορφυρή αξιοπρέπεια της τραγωδίας, μ' αυτός περνάει δίπλα μας και φεύγει κι άλλα λιγώτερο ευγενικά πράγματα παίρνουν τη θέση του και κάποιο γκρίζο ανεμόδαρτο χάραμμα ή κανένα μυρωμένο σιγαλό και χρυσαφένιο απόβραδο βρίσκουμε πως μ' ανάλγητην έκπληξη ή πέτρινη καρδιά κυττάμε μια πλεξούδα χρυσών μαλλιών, που τόσο άγρια κάποτε λατρέψαμε και τόσο τρελλά φιλήσαμε.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Ώστε η ζωή είναι μια αποτυχία;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Από την καλλιτεχνική της όψη ασφαλώς. Και το κυριώτατο πράγμα, που κάνει τη ζωή χρεωκοπημένη από την καλλιτεχνικήν αυτή μεριά, είν' εκείνο που δίνει στη ζωή την ευτελή της ασφάλεια, το ότι δηλαδή δεν μπορεί ποτέ κανείς να ξαναδοκιμάση απαράλλακτα την ίδια συγκίνηση. Πόσο διαφορετικά είναι τα πράγματα στον κόσμο της Τέχνης! Σ' ένα χώρισμα της βιβλιοθήκης αποπίσω σου είναι η &Θεία Κωμωδία& και ξέρω πως αν την ανοίξω σ' ένα ωρισμένο μέρος θα αισθανθώ έν' άγριο μίσος εναντίον κάποιου που ποτέ δεν με πείραξε ή μια λατρεία για κάποιον που ποτέ δεν θα ιδώ. Δεν υπάρχει κατάστασις πάθους που να μη μπορή η Τέχνη να μας τη δώση, κι όσοι από μας βρήκαν το μυστικό της μπορούν από πρώτα να ειπούν ποια θα είναι η πείρα των. Μπορούμε να διαλέξουμε την ημέρα και την ώρα μας. Μπορούμε να πούμε στον εαυτό μας: «Αύριο τα ξημερώματα θα περάσουμε με τον σοβαρό Βιργίλιο την κοιλάδα της σκιάς και του θανάτου» και να! το χάραμμα μας βρίσκει στο σκοτεινό δάσος κι ο ποιητής της Μάντουας δίπλα μας. Περνούμε από την πόρτα του θρύλου του ολέθριου στην ελπίδα και με λύπη ή χαρά βλέπομε τη φρίκη του άλλου κόσμου. Οι υποκριταί πάνε δίπλα με τα βαμμένα τους μούτρα και τις κουκούλες των από χρυσωμένο μολύβι. Μ' όλους τους ακατάπαυτους ανέμους, που τους παρασύρουν, οι λάγνοι μας κυττούν και βλέπομε τους αιρετικούς να ξεσχίζουν τις σάρκες τους και τους λαίμαργους να τους μαστιγώνη η βροχή. Σπάζομε τα ξεραΐδια από το δέντρο πούναι στο άλσος των Αρπυιών και κάθε μουχρό φαρμακερό κλωνί ματώνει με κόκκινο αίμα μπροστά μας και βγάζει δυνατή πικρή φωνή. Από μια κεράτινη σάλπιγγα μας μιλεί ο Οδυσσεύς κι όταν από τον φλόγινο τάφο του σηκώνεται ο μεγάλος Ghibelline, η περηφάνεια που θριαμβεύει απάνω από τα βάσανα εκείνου του κρεββατιού γίνεται για μια στιγμή δική μας. Μέσα στη χλωμοπόρφυρη ατμοσφαίρα πετούν όσοι κηλίδωσαν τον κόσμο με την όμορφη κηλίδα της αμαρτίας των κι από σιχαμερήν αρρώστεια κτυπημένος, υδρωπικός, με πρισμένο το κορμί, όμοιος με τεράστιο λαούτο κοίτεται χάμου ο Adamo di Brescia, ο κιβδηλοποιός. Μας παρακαλεί ν' ακούσωμε την αθλιότητά του· σταματούμε, και με φριμένα και μισοανοιγμένα χείλη μας λέει πως ονειρεύεται μερονυχτίς ρυάκια κατακάθαρου νερού, που σε κρύα δροσισμένα κανάλλια πηδούν προς τα κάτω 'πάνω από τους πράσινους λόφους της Casente. Ο Σίνων ο ψεύτης Έλλην της Τρωάδος τον κοροϊδεύει. Εκείνος τον κτυπά στο πρόσωπο κ' έτσι πιάνονται. Γλεντούμε με τη ντροπή τους κι αργοπορούμε ωσότου ο Βιργίλιος να μας μαλλώση και να μας φέρη μακριά στην ωχυρωμένη εκείνη από τους γίγαντας πόλη, όπου ο μεγάλος Νεμρώδ φυσάει το βούκινό του. Φοβερά πράγματα είν' ακόμα για να ιδούμε και πηγαίνουμε να τ' ανταμώσουμε με του Δάντη τη στολή και την καρδιά. Περνούμε τα έλη της Στυγός κι ο Argenti κολυμπώντας στα γλιστερά κύματα έρχεται κατά τη βάρκα. Μας φωνάζει, μα εμείς δεν τον δεχόμαστε. Χαιρόμαστε όταν ακούμε τη φωνή του τη γεμάτη αγωνία κι ο Βιργίλιος μας επαινεί για την πίκρα του σαρκασμού μας. Πατούμε 'πάνω στο κρύο κρύσταλλο του Κωκυτού, όπου μέσα οι προδόται ξυλιασμένοι κολλάνε σαν τάχυρα 'πάνω στο γυαλί. Το πόδι μας σκοντάφτει στο κεφάλι του Bocca. Δεν μας λέει τόνομά του κ' εμείς τραβούμε φούχτες τα μαλλιά από το κρανίο που ουρλιάζει. Ο Alberigo μας παρακαλεί να σπάσουμε τον πάγο στο πρόσωπό του για να μπορή να κλάψη λιγάκι. Του δίνομε το λόγο μας κι όταν τελειώνη τη θλιβερή διήγησή του δεν το βαστούμε, μα τραβούμε παραπέρα· τέτοια σκληρότης είναι πράγματι φιλοφροσύνη, γιατί ποιος μπορεί νάναι πιο ποταπός από κείνον που σπλαχνίζεται τους καταδικασμένους από τον Θεό; Ανάμεσα στα σαγόνια του Εωσφόρου βλέπομε τον άνθρωπο που πούλησε τον Χριστό κ' εκείνους που σκότωσαν τον Καίσαρα. Τρέμουμε και προχωρούμε για να δούμε ταστέρια.

Στο Καθαρτήριο ο αέρας είναι πιο ελεύθερος και το ιερό βουνό ψηλώνει με το καθάριο φως της ημέρας. Εδώ είναι γαλήνη για μας· και για όσους λίγον καιρό μένουν εδώ είναι λίγη γαλήνη και γι' αυτούς, αν και ωχρή από το φαρμάκι της Maremma (98). Η Madonna Pia περνάει μπροστά μας κ' η Ισμήνη, με τον πόνο του απάνω κόσμου ακόμα γύρω της, είναι κι αυτή εδώ. Οι ψυχές, η μια ύστερ' από την άλλη, μας κάνουν να συμμεριστούμε κάποια μετάνοια ή κάποια χαρά. Εκείνος που της χήρας του το μυρολόι τον έμαθε να πίνη το γλυκό αψέντι του πόνου μας μιλεί για τη Νέλλα που προσεύχονταν στο μοναχικό της κλινάρι κι από το στόμα του Buonconte ακούμε πως ένα μοναχό δάκρυ μπορεί να γλυτώση από τον διάβολο τον αμαρτωλό που πεθαίνει. Ο Sordello, ο ευγενικός εκείνος κι ακατάδεχτος Λομβαρδός μας κυττάζει από μακριά σαν ξαπλωμένο λιοντάρι. Μόλις μαθαίνει πως ο Βιργίλιος είναι της Μάντουας πολίτης πέφτει στο λαιμό του και καθώς έμαθε πως είν' ο ψάλτης της Ρώμης έπεσε στα πόδια του. Σ' εκείνη την κοιλάδα, που η χλόη και τα λουλούδια της είναι πιο όμορφα από το σκαστό σμαράγδι και το Ινδιάνικο ξύλο και πιο λαμπερά από την πορφύρα και τασήμι, τραγουδάνε όσοι ήτανε βασιλιάδες στη γη· μα τα χείλη του Ροδόλφου του Hapsburg δεν κινιούνται με τη μουσική των άλλων κι ο Φίλιππος της Γαλλίας χτυπάει το στήθος του κι ο Ερρίκος της Αγγλίας κάθεται μονάχος. Προχωρούμε ολοένα σκαρφαλώνοντας στη θαυμάσια σκάλα και ταστέρια γίνονται μεγαλύτερα απ' ό,τι συνήθως είναι, και το άσμα των βασιλιάδων αδυνατίζει και τέλος φτάνουμε στα εφτά χρυσά δέντρα και τον κήπο του Επιγείου Παραδείσου. Πάνω σ' ένα άρμα που το έσερνε ένας αετολέων (99) παρουσιάζεται κάποιος που το μέτωπό του είναι ζωσμένο μ' αγριλιά, πούναι ντυμένος φλογόθωρη φορεσιά και πράσινη χλαίνα και σκεπασμένος είναι με άσπρο βέλο. Η παλιά φλόγα ξυπνάει μέσα μας, το αίμα μας ρέει γοργά στις φλέβες με τρομερούς παλμούς. Την αναγνωρίζουμε. Είναι η Βεατρίκη, η γυναίκα που την ελατρέψαμε. Ο πάγος που είχε πήξει γύρω στην καρδιά μας λυώνει. Ξεσπούμε σ' άγρια δάκρυα αγωνίας και σκύβουμε το μέτωπό μας ίσαμε τη γη, γιατί ξέρομε πως κάναμε αμαρτία. Όταν έχουμε κάνει μετάνοια και αγνισθή και πιη από τη βρύση της Λήθης και λουσθή στην πηγή της Εύνοιας η δέσποινα της ψυχής μας μάς σηκώνει ψηλά στον Ουράνιο Παράδεισο. Από το αιώνιο μαργαριτάρι, το φεγγάρι, το πρόσωπο της Piccarda Donati γέρνει κατ' επάνω μας. Η ομορφιά της μας ταράζει για μια στιγμή κι όταν σαν κάτι που πέφτει και περνάει μέσ' από το νερό διαβαίνη δίπλα μας και πάη, την τηράμε ακόμα με μαγεμένα μάτια. Ο γλυκός πλανήτης της Αφροδίτης είναι γεμάτος εραστές. Η Cunizza, η αδελφή του Ezzelin, η δέσποινα της καρδιάς του Sordello, είν' εδώ και ο Folco, ο παθητικός τραγουδιστής της Προβηγγίας, που από τον πόνο του για την Azalaïs παράτησε τον κόσμο, και η Χαναναία Εταίρα, που την ψυχή της πρώτην απ' όλες εγλύτωσε ο Χριστός. Ο Joachim της Flora στέκεται στον ήλιο και στον ήλιο ο Aquinas ξαναδηγιέται την ιστορία του Αγίου Φραγκίσκου και ο Bonaventure την ιστορία του Αγίου Δομινίκου. Μέσ' από τα φλογισμένα ρουμπίνια του Άρη σιμώνει ο Cacciaguida. Μας λέει για τη σαΐτα που πετάει το τόξο της εξορίας και πόσο πικρό είναι το ξένο ψωμί και πόσο ανηφορική η σκάλα του ξένου σπιτιού. Στον Κρόνο η ψυχή δεν ψάλλει και ο οδηγός μας ακόμα δεν τολμά να χαμογελάση. Σε χρυσή αναβάθρα 'πάνω φουντώνουν και χαμηλώνουν οι φλόγες. Τέλος βλέπομε την πομπή του Μυστικού Ρόδου. Η Βεατρίκη στηλώνει τα μάτια της 'πάνω στο πρόσωπο του Θεού και δε τα στρέφει πια αλλού. Μας επιτρέπεται να χαρούμε το μακάριο θέαμα· γνωρίσαμε την Αγάπη που κινεί τον ήλιο και ταστέρια.

Μάλιστα, μπορούμε να φέρουμε τη Γη εξακόσιους ετήσιους γύρους πίσω και να γίνουμ' ένα με τον μεγάλο Φλωρεντινό, να γονατίσουμε μαζί του στον ίδιο βωμό και να συμμερισθούμε την έκστασή του και την καταφρόνια του. Κι αν βαρεθούμε καμμιάν από τις παλιές εποχές και θέλουμε να αισθανθούμε την εποχή μας μ' όλη της την πράξη και την αμαρτία, δεν είναι βιβλία που μπορούν να μας κάνουν να ζήσουμε σε μια μοναδική ώρα πιο πολύ παρά σε είκοσι χρόνια ντροπή; Πλάι στο χέρι σου είν' ένας μικρός τόμος, δεμένος με πετσί χρώματος πρασίνου του Νείλου, με σκόρπια 'πάνω του χρυσωμένα νούφαρα και ισιαμένα με σκληρό φίλντισι. Είναι το βιβλίο που ταγάπησε ο Gautier, ταριστούργημα του Beaudelaire. Άνοιξέ το στο μελαγχολικό εκείνο μαντριγκάλ που αρχινά έτσι:

Que m' importe que tu sois sage ? Sois belle! et sois triste!

και θα δης πως λατρεύεις κ' εσύ τον πόνο, όπως ποτέ σου δεν ελάτρεψες τη χαρά. Πάρε κατόπιν το ποίημα για τον άνθρωπο που βασανίζει τον εαυτό του, άφησε τη λεπτή του μουσική να σταλάξη στο μυαλό σου και να χρωματίση τις σκέψεις σου και θα γίνης για μια στιγμή ό,τι ήταν εκείνος που τόγραψε· μάλιστα όχι μια στιγμή μονάχα, μα πολλές άγονες φεγγαρόλουστες νυχτιές και πολλές στείρες ανήλιες ημέρες κάποι' απελπισία που δεν είναι δική σου θε κτίση τη φωλιά της μέσα σου κ' η ξένη αθλιότης τα σωθικά σου θα τρώη. Διάβασέ το ολάκαιρο το βιβλίο, άφησέ το να πη στην ψυχή σου κ' ένα μονάχ' από τα μυστικά του κ' η ψυχή σου ανυπόμονα θα θέλη περισσότερα να μαθαίνη και με φαρμακερό μέλι θα τρέφεται και θα γυρεύη να μετανοιώση για ξένα εγκλήματα, για τα οποία δεν έχει καμμιάν ενοχή και να δίνη εξιλέωση για τρομερές ηδονές που ποτέ δεν εγνώρισε. Κ' ύστερα, όταν βαρεθής τα λουλούδια αυτά της κακίας, γύρισε προς τάνθη που φυτρώνουν στο περιβόλι της Perdita (100) και στα ποτισμένα κροντήρια τους δρόσισε το θερμασμένο μέτωπό σου κι άφησε η ερασμιότης τους να γιατρέψη και να ξαναβάλη στον τόπο της την ψυχή σου ή ξύπνησε από τον λησμονημένο τάφο του τον γλυκό Σύριο Μελέαγρο και πες του του εραστή της Ηλιοδώρας να σου τραγουδήση, γιατί κι αυτός έχει λουλούδια στο τραγούδι του, κόκκινα μπουμπούκια ροδιού και ίριδες που μυρίζουν σμύρνα και νάρκισσους δακτυλιδένιους και βαθυγάλαζα ζουμπούλια και μαντζουράνες και διπλωμένα βοϊδομάτια. Του ήταν αγαπητό το άρωμα χωραφιού φασουλιών κατάβραδα κι ο μυρωδάτος νάρδος που φύτρωνε στα βουναλάκια της Συρίας και το φρέσκο πράσινο θυμάρι, η μαγεία του κρασοπότηρου. Τα πόδια της αγάπης του σαν περπατούσε στο περιβόλι ήταν σαν κρίνα στοιβασμένα πάνω σε κρίνα. Πιο απαλά από τα πέταλα της υπναρούς παπαρούνας ήταν τα χείλη της, πιο μαλακά από τις βιολέττες και σαν τις βιολέττες μυρωμένα. Ο φλογόθωρος κρόκος ψήλωνε το κεφαλάκι του μέσ' από τη χλόη για να την κυττάξη. Γι' αυτήν ο λεπτόκορμος νάρκισσος μάζευε τη δροσερή βροχή κ' οι ανεμώνες ξεχνούσαν τους Σικελικούς ανέμους που τις έκαναν κόρτε. Μα μήτε ο κρόκος, μήτε η ανεμώνη, μήτε ο νάρκισσος ήταν τόσο όμορφα όσον ωραία ήταν αυτή.

Είναι κάτι τι παράξενο αυτή η μεταβίβασις της συγκινήσεως. Παθαίνουμε τις ίδιες αρρώστειες με τους ποιητάς κι ο τραγουδιστής μας δανείζει τον πόνο του. Πεθαμένα χείλη μας στέλλουν μήνυμα και καρδιές που έλυωσαν μπορούν να μας μεταδώσουν τη χαρά τους. Τρέχουμε να φιλήσουμε το ματωμένο στόμα της Φαντίνας κι ακολουθούμε τη Manon Lescaut σ' ολόκληρου του κόσμου τον γύρο. Δική μας η ερωτομανία του Τυριανού, κι ο τρόμος του Ορέστη κι αυτός δικός μας. Δεν υπάρχει πάθος που να μη μπορούμε να αισθανθούμε, μήτε ηδονή που να μη μπορούμε να τη δοκιμάσουμε, και μπορεί να διαλέξουμε τον καιρό που θα βυθισθούμε σ' αυτά και τον καιρό της απολυτρώσεώς μας.

Ζωή! Ζωή! Ας μην πάμε στη ζωή για ν' απολαύσωμε ή να δοκιμάσωμε τίποτε. Είναι κάτι στενεμένο από τις περιστάσεις, ανακόλουθο στην έκφρασή του και δίχως εκείνη την ανταπόκριση της μορφής και του πνεύματος, που είναι το μόνο πράγμα που μπορεί να ικανοποιήση την καλλιτεχνική και κριτική ιδιοσυγκρασία. Μας κάνει να πληρώσωμε πολύ ακριβά τα καλά της και το ταπεινότερο από τα μυστικά της το αγοράζουμε σ' ένα τεράστιο κι άπειρο κόστος.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Πρέπει λοιπόν για το κάθε τι ν' ποτεινώμαστε στην Τέχνη;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Για το κάθε τι. Γιατί η Τέχνη δεν μας βλάπτει. Τα δάκρυα που χύνομε σε μια δραματική παράσταση είναι ο τύπος των εξαιρετικών αγόνων συγκινήσεων, πούναι δουλειά της Τέχνης να ξυπνήση. Κλαίμε, μα δεν πληγωνόμαστε. Πονούμε, μα ο πόνος μας δεν είναι πικρός. Στην πραγματική ζωή του ανθρώπου ο πόνος, καθώς ο Σπινόζας κάπου το λέει, είναι σταθμός περαστικός σε μια κατώτερη τελειότητα. Όμως ο πόνος, με τον οποίον μας γεμίζει η Τέχνη, μας εξαγνίζει και μας μυεί, για να πάρω τη λέξη και τούτη τη φορά από τους μεγάλους Έλληνας τεχνοκρίτας. Με την Τέχνη, και μόνο με την Τέχνη, μπορούμε να πραγματοποιήσουμε την τελειότητά μας· με την Τέχνη, και μονάχα μ' αυτή, μπορούμε να θωρακισθούμε ενάντια στους χυδαίους κινδύνους της υπάρξεως. Αυτό προκύπτει όχι μονάχα από το ότι τίποτε που μπορεί κανείς να φαντασθή δεν αξίζει να εκτελεσθή, και μπορεί κανείς να φαντασθή το κάθε τι, αλλά κι από τον λεπτό νόμο ότι οι δυνάμεις των αισθημάτων καθώς κ' οι φυσικές δυνάμεις είναι περιωρισμένες σ' έκταση κ' ενέργεια. Μπορεί κανείς να αισθάνεται τόσο μόνο κι όχι παραπάνω. Και τι μας γνοιάζει με ποιαν ηδονή πολεμά η ζωή να φέρη κανένα σε πειρασμό ή με τι πόνο γυρεύει να κολοβώση και ν' αφανίση την ψυχή κανενός, αν στη θέα της ζωής εκείνων που ποτέ δεν υπήρξαν βρήκε κανείς ταληθινό μυστικό της χαράς κ' έχυσε δάκρυα στο θάνατο εκείνων που, όπως η Cordelia κ' η κόρη του Brabantio, δεν μπορεί ποτέ να πεθάνουν;

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Στάσου μια στιγμή. Μου φαίνεται πως σ' ό,τι είπες υπάρχει κάτι τι σύρριζα ανήθικο.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Όλες οι τέχνες είναι ανήθικες.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Όλες οι τέχνες;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Μάλιστα. Γιατί η συγκίνηση απλώς είναι ο σκοπός της τέχνης κ' η συγκίνηση χάριν της ενεργείας είναι ο σκοπός της ζωής και εκείνου του πρακτικού οργανισμού που τον λέμε κοινωνία. Η κοινωνία, πούναι η αρχή και η βάση της ηθικής, υπάρχει μονάχα για τη συγκέντρωση της ανθρώπινης ενέργειας, και για να εξασφαλίση τη δική της συνέχιση και γερή σταθερότητα ζητά, και δίκαια ζητά, από κάθε μέλος της να συνεισφέρη κάποια μορφή παραγωγικής εργασίας για το κοινό όφελος και να δουλεύη και να κοπιάζη, ώστε η εργασία της ημέρας νάχη γίνει. Η κοινωνία συχνά συγχωρεί τον εγκληματία, ποτέ όμως τον ονειροπόλο. Οι ωραίες άκαρπες συγκινήσεις, που η Τέχνη γεννάει μέσα μας, είναι μισητές στα μάτια της, και τόσο απόλυτα οι άνθρωποι υποδουλώνονται από την τυραννία του τρομερού αυτού κοινωνικού ιδεώδους, ώστε μαζώνονται πάντα ξεδιάντροπα σε ξέχωρα θεάματα κι άλλα κέντρα και ρωτούν ο ένας τον άλλο με φωνή στεντορεία: «τι κάνετε» ενώ «τι σκέπτεσθε;» είν' η μόνη ερώτηση που κάθε πολιτισμένος άνθρωπος έπρεπε να επιτρέπη στον εαυτό του ν' αποτείνη σ' άλλον. Με καλό σκοπό λεν αυτό σίγουρα οι τίμιοι και λαμπροί αυτοί άνθρωποι. Γι' αυτό ίσως είναι και υπερβολικά πληκτικοί. Μα κάποιος πρέπει να τους μάθη ότι, ενώ κατά τη γνώμη της κοινωνίας η Ονειροπόλος Σκέψις είναι η σοβαρώτερη αμαρτία που ένας πολίτης μπορεί νάναι ένοχος γι' αυτήν, σύμφωνα με την πιο υψηλή και λεπτή μόρφωση είναι η πιο κατάλληλη απασχόληση του ανθρώπου.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Η Ονειροπόλος Σκέψις;