Part 10
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Γιατί το καλύτερο που έχει να μας δώση δεν είναι παρά ένας αντίλαλος μιας πλούσιας μουσικής ή θολή σκιά μιας φόρμας με καθαρό διάγραμμα. Μπορεί, αλήθεια, η ζωή να είναι ένα χάος, όπως μου λες πως είναι, τα μαρτύριά της νάναι ταπεινά κ' οι ηρωισμοί της άξιοι καταφρόνιας· και η δουλειά της Φιλολογίας μπορεί να είναι το να πλάθη από το πρώτο υλικό της σημερινής υπάρξεως έναν καινούριο κόσμο, που να είναι πιο θαυμαστός, πιο διαρκής και πιο αληθινός από τον κόσμο που τα κοινά μάτια βλέπουν και μέσα στον οποίο οι κοινές φύσεις γυρεύουν να πραγματοποιήσουν την τελειοποίησή τους. Αλλ' ασφαλώς, αν ο καινούριος κόσμος πλάστηκε με το πνεύμα και το άγγιγμα μεγάλου καλλιτέχνη, θάναι κάτι τόσο τέλειο, ώστε να μη μείνη τίποτε για τον κριτικό να κάνη. Καλά το νοιώθω τώρα και πρόθυμα παραδέχομαι ότ' είναι πολύ πιο δύσκολο να μιλήση κανείς για κάτι παρά να το κάνη. Αλλά μου φαίνεται πως αυτό το στερεό και σημαντικό αξίωμα, που πράγματι γαληνεύει εξαιρετικά το αίσθημα και πρέπει να γίνη δεκτό ως &μότο& από κάθε Φιλολογικήν Ακαδημία, εφαρμόζεται μονάχα στις σχέσεις Τέχνης και Ζωής και όχι στις σχέσεις που μπορεί να υπάρχουν μεταξύ της Τέχνης και της Κριτικής.
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Ασφαλώς όμως η Κριτική είναι καθ' εαυτήν μια τέχνη. Και καθώς η καλλιτεχνική δημιουργία έχει μέσα της τη λειτουργία της κριτικής δυνάμεως και δίχως αυτή βέβαια δεν μπορεί να υπάρχη, έτσι κ' η Κριτική είναι πραγματικά δημιουργική στην πιο υψηλήν έννοια της λέξεως. Η Κριτική είναι πράγματι και δημιουργική κι ανεξάρτητη.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Κι ανεξάρτητη;
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Μάλιστα, ανεξάρτητη. Η Κριτική δεν θα κρίνεται με κανένα ταπεινό κριτήριο μιμήσεως ή ομοιότητος, απαράλλακτα όπως και το έργο του ποιητή ή του γλύπτη. Ο κριτικός έχει την ίδια σχέση με το έργο της Τέχνης, που κρίνει, που έχει κι ο καλλιτέχνης με τον ορατό κόσμο της φόρμας και του χρώματος ή τον αόρατο του πάθους και της σκέψεως. Ούτε καν γυρεύει για την τελειοποίηση της τέχνης του τα λεπτότερα υλικά. Οτιδήποτε του κάνει τη δουλειά του. Κι απαράλλακτα όπως από τους ευτελείς ηδονικούς έρωτες της κουτής γυναίκας ενός χωριανού γιατρού του βρώμικου χωριού Yonville-l'-Abbaye, σιμά στο Rouen, ο Gustave Flaubert, στάθηκε ικανός να πλάση έν' αριστούργημα ύφους, έτσι από θέματα μικρής ή μηδαμινής σημασίας, καθώς είναι οι φετεινές ή όποιας χρονιάς εικόνες της Βασιλικής Ακαδημίας, τα ποιήματα του κ. Lewis Morris, τα μυθιστορήματα του κ. Ohnet, ή τα δράματα του κ. Henry Arthur Jones, κι ο αληθινός κριτικός, άμα γουστάρη όμοια να διευθύνη ή να ξοδιάση την παρατηρητικότητά του, μπορεί να παρουσιάση στη μέση έργο που νάναι ασύντριφτο στην ομορφιά και γιομάτο στην ουσία του από διανοητική λεπτότητα. Γιατί όχι; Η κουταμάρα πάντα είν' ένας ακαταμάχητος πειρασμός για μια λάμψη κ' η ηλιθιότης το αιώνιο Bestia Trionfans, που βγάζει τη σοφία από το άντρο της. Για έναν καλλιτέχνη τόσο δημιουργικό όσον ο κριτικός τι σημαίνει το θέμα; Τίποτε περισσότερο τίποτε λιγώτερο παρ' ό,τι για τον μυθιστοριογράφο και τον ζωγράφο. Όπως εκείνοι, μπορεί να βρίσκη κι αυτός παντού τα μοτίβα του. Η εκτέλεση είναι που δείχνει. Δεν υπάρχει τίποτε που να μην υποβάλλη ή να μην προκαλή.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Μα είν' αληθινά δημιουργική τέχνη η Κριτική;
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Γιατί να μην είναι; Εργάζεται με υλικά και τα δίνει φόρμα, που είναι συγχρόνως καινούρια κ' ευχάριστη. Τι παραπάνω μπορεί να πη κανείς για την ποίηση; Θα ήθελα να ονομάσω την Κριτική δημιουργία μέσα σε δημιουργία. Γιατί, όπως οι μεγάλοι καλλιτέχνες από την εποχή του Ομήρου και του Αισχύλου ίσαμε τον Shakespeare και τον Keats δεν πήγαν να γυρέψουν το θέμα τους απευθείας στη ζωή, αλλά το ζήτησαν στο θρύλο και στο μύθο και την παράδοση, το ίδιο κι ο κριτικός παίρνει και δουλεύει θέματα που άλλοι τα ξεκαθάρισαν γι' αυτόν, και στα οποία η φανταστική μορφή και το χρώμα είχαν κιόλα προστεθή. Κι ακόμα θα έλεγα πως η υψηλή Κριτική με το να είναι η αγνότερη μορφή της προσωπικής εντυπώσεως είναι στο είδος της πιο δημιουργική κι από τη δημιουργία, αφού και λιγώτερο αναφέρεται σ' όποιον εξωτερικό γνώμονα και δικαιολογεί μονάχη της την ύπαρξή της και, όπως θα έλεγαν οι Έλληνες, είναι αυτή καθ' εαυτήν και για τον εαυτό της σκοπός. Κι ασφαλώς δεν εμποδίζεται ποτέ από τα δεσμά της αληθοφανείας. Δεν την επηρεάζουν ποτέ ευτελείς πιθανολογίες ούτ' εκείνες οι δειλές παραχωρήσεις στις ανιαρές επαναλήψεις της ιδιωτικής ή δημόσιας ζωής. Μπορεί κανείς από το μύθο να μεταφερθή στην πραγματικότητα. Όχι όμως κι από την ψυχή.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Από την ψυχή;
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Μάλιστα, από την ψυχή. Και πράγματι η υψηλή Κριτική είναι το ιστορικό της ίδιας του καθενός ψυχής. Είναι πιο γοητευτική παρά η ιστορία για τον καθένα, σχετικά με τον ίδιον εαυτό του βέβαια. Πιο ευχάριστη είναι από τη φιλοσοφία, γιατί το θέμα της είναι συγκεκριμένο κι όχι αφηρημένο, πραγματικό κι όχι αόριστο. Είναι η πιο λεπτή μορφή της αυτοβιογραφίας, γιατί δεν έχει να κάνη με γεγονότα, μα με τις σκέψεις της ζωής· όχι με τις τυχαίες σωματικές πράξεις ή περιστατικά της ζωής, μα με τις πνευματικές διαθέσεις και τα φανταστικά πάθη του νου. Πάντα κάνω γούστο με την ανόητη ματαιοδοξία εκείνων των συγγραφέων και καλλιτεχνών της εποχής μας, που φαντάζονται ότι η πρώτη δουλειά του κριτικού είναι να φλυαρήση για τα δικά τους κατωτέρας ποιότητος έργα. Το καλύτερο που μπορεί κανείς να πη για τα περισσότερα έργα της νεώτερης δημιουργικής τέχνης είναι το ότι είναι κάπως λιγώτερο χυδαία από την πραγματικότητα κ' έτσι ο κριτικός, με τη λεπτή του αίσθηση να ξεχωρίζη τα πράγματα, και το αλάθητο ένστικτό του να τα εξευγενίζη, θα προτιμά να κυττάζη στον ασημένιο καθρέφτη ή πίσω από πλεκτό βέλο και θα στρέψη τα μάτια του μακριά από το χάος και το θόρυβο της πραγματικής υπάρξεως και αν ακόμα ο καθρέφτης είναι θολωμένος και το βέλο ξεσχισμένο. Ο μόνος σκοπός του είναι να εκθέση τις δικές του εντυπώσεις. Γι' αυτόν ζωγραφίζονται οι εικόνες, γράφονται τα βιβλία και σκαλίζονται τα μάρμαρα σε μορφές.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Θαρρώ πως άκουγα κάποιαν άλλη θεωρία για την Κριτική.
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Μάλιστα· ειπώθηκε από κάποιον, που τη χαριτωμένη μνήμη του όλοι σεβόμαστε και που της φλογέρας του η μουσική σαγήνεψε και τράβηξε κάποτε την Περσεφόνη από τα λειβάδια της Σικελίας κ' έκανε κείνα τάσπρα πόδια της να σαλέψουν, κι όχι του κάκου, της Cumnor (93) τα μυρτολούλουδα, ότι ο καθαυτό σκοπός της Κριτικής είναι να βλέπη τα πράγματα ακριβώς όπως είναι. Μα αυτό είναι μια σοβαρή πλάνη κι όποιος την πιστεύει δεν έχει γνώση της πιο τέλειας φόρμας της Κριτικής, που εις την ουσία της είναι καθαρά υποκειμενική και γυρεύει να φανερώση το δικό της κι όχι ξένα μυστικά. Γιατί η υψηλή Κριτική την Τέχνη δεν την παίρνει για να την εξηγή, παρά για να πη απλώς τις εντυπώσεις που της κάνει.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Αλλά έτσ' είναι πράγματι;
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Και βέβαια έτσ' είναι. Ποιόνε γνοιάζει αν η γνώμη του Ruskin για τον Turner είναι σωστή ή όχι; Τι έχει να κάνη αυτό; Εκείνη η δυνατή και μεγαλόπρεπη πρόζα του, τόσο ζωηρή και φλογερή στην ευγενικιά της ευγλωττία, τόσο πλούσια στην τέλεια δουλεμένη κι αρμονισμένη μουσική της, τόσο σίγουρη κι αλάθευτη στις καλές της εκφράσεις, ως προς την εκλογή τη λεπτή της λέξεως και του επιθέτου, είναι τουλάχιστο τόσο μεγάλο έργο τέχνης όσον οποιοδήποτε από τα θαυματουργά εκείνα ηλιοβασιλέμματα, που ασπρίζουν ή λυώνουν επάνω στα σαπισμένα καναβόπανά τους στην Αγγλική Πινακοθήκη· μεγαλύτερο πράγματι — σκέπτεται κανείς καμμιά φορά — όχι απλώς γιατί η ισόπαλη ομορφιά της βαστάει πιο πολύ, μα και γιατί αποτείνεται κατά χίλιους τρόπους· η ψυχή μιλάει στην ψυχή στις γραμμές εκείνες, που έχουν μακρύ ρυθμό, όχι με τη φόρμα και το χρώμα μονάχα, αν και τέλεια και δίχως τίποτε να πάη χαμένο γίνεται τούτο μ' αυτά, αλλά και με τη διανοητική κ' αισθηματικήν έκφραση, με το υψηλό πάθος και την υψηλότερη σκέψη, με την εσωτερικότητα της φαντασίας και τον ποιητικό σκοπό· μεγαλύτερο, λογιάζω πάντα, όσο η Φιλολογία είναι η πιο μεγάλη Τέχνη. Ποιον πάλι τον μέλει αν ο Pater έβαλε στο πορτραίτο της Monna Lisa κάτι που ο Leonardo ποτέ δεν το φαντάσθηκε; Ο ζωγράφος μπορεί να ήταν απλώς σκλάβος κάποιου αρχαϊκού χαμόγελου, όπως κάποιοι το πίστεψαν, όμως όποτε μπαίνω στις δροσερές στοές του Παλατιού του Λούβρου και στέκω μπροστά σ' εκείνη την παράξενη μορφή «βαλμένη στη μαρμαρένια σάρκα της μέσα σ' εκείνο το τσίρκο των φανταστικών βράχων σαν μέσα σε χλωμό φως κάτω από τη θάλασσα», ψιθυρίζω μονάχος μου: «είναι πιο αρχαία κι από τους βράχους που ανάμεσά τους κάθεται· σαν το βρυκόλακα πολλές φορές πέθανε κ' έμαθε τα μυστικά του τάφου· και σε βαθειές θάλασσες βουτήχτρα, φέρνει γύρω της τις σκοτεινές ημέρες τους· και με τους εμπόρους της Ανατολής έκανε παζάρια για παράξενα υφάδια· κ' ήταν, καθώς η Λήδα, η μητέρα της Ελένης του Τρωικού πολέμου, και σαν την Άγια Άννα, της Μαρίας τη μητέρα· κι όλ' αυτά της ήταν σαν τον ήχο της λύρας και του φλάουτου και μένουν μονάχα με την τρυφερότητα, με την οποίαν έδωκαν τύπο στις γραμμές, που όλο αλλάζαν, και με την οποία χρωμάτισαν τα ματόκλαδα και τα χέρια». Και λέω στο φίλο μου: «Η μορφή που τόσο παράξενα βγήκε μέσ' από τα νερά εκφράζει τι ο άνθρωπος κατέληξε ύστερ' από χίλια χρόνια να επιθυμήση» και μου απαντά εκείνος: «Σ' αυτό το κεφάλι απάνω όλα τα άκρα του κόσμου μαζεύτηκαν και τα ματόκλαδα είναι λίγο κουρασμένα». Κ' έτσι η εικόνα γίνεται πιο θαυμαστή για μας παρ' ό,τι πραγματικά είναι και μας φανερώνει ένα μυστικό που τίποτε δεν ξέρει γι' αυτό· κ' η μουσική της μυστικιστικής πρόζας είναι τόσο γλυκειά στ' αυτιά μας, όσο γλυκειά ήταν η μουσική του φλαουτίστα που δάνεισε στα χείλη της Τζιοκόντας εκείνες τις πονηρές και φαρμακερές καμπύλες. Με ρωτάς τι θάλεγε ο Leonardo, αν κανένας του είχε πη για την εικόν' αυτή πως «όλες οι σκέψεις κ' η πείρα του κόσμου χάραξαν κ' ετύπωσαν εκεί 'πάνω ό,τι ήταν ικανό να εξευγενίση και να κάνη εκφραστική την εξωτερική φόρμα, το ζωισμό δηλ. των Ελλήνων, τη Ρωμαϊκή λαγνεία, τη ρέμβη του Μεσαιώνος με την πνευματική του φιλοδοξία και τους φανταστικούς του έρωτες, τον γυρισμό του ειδωλολατρικού κόσμου και τις αμαρτίες των Βοργιών»· θ' αποκρινόταν πιθανώτατα ότι δεν είχε υπ' όψει ο ίδιος τίποτ' απ' αυτά, μα κύτταξε μονάχα πώς να βάλη σε τάξη τις γραμμές και τις μάζες και φρόντισε για καινούριους και παράξενους συνδυασμούς του γαλάζιου και του πράσινου. Και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο η Κριτική, από την οποία πήρα κομμάτια, είναι από το είδος της πιο υψηλής κριτικής. Το έργο της Τέχνης το παίρνει απλώς σαν μια αρχή καινούριας πλάσεως. Δεν περιορίζει τον εαυτό της — ας το υποθέσουμε τουλάχιστο για μια στιγμή — στο ν' ανακαλύψη τον πραγματικό σκοπό του καλλιτέχνη και να τον παραδεχθή ως οριστικόν. Και σ' αυτό έχει δίκηο, γιατί η σημασία κάθε όμορφου πράγματος, που πλάστηκε, είναι τουλάχιστο τόσο στην ψυχή εκείνου που το παρατηρεί, όσο ήταν στην ψυχή εκείνου που τόπλασε. Κι ο παρατηρητής, αυτός είναι μάλλον εκείνος που δίνει στο ωραίο πράγμα τις χίλιες μύριες σημασίες του και μας το παρουσιάζει σαν κάτι θαυμαστό και το βάζει σε κάποια νέα σχέση με την εποχή, ώστε ν' αποτελή ζωτικό μέρος της ζωής μας και σύμβολο εκείνου που γυρεύουμε ή γυρέψαμε και φοβούμαστε ίσως μη το πετύχουμε. Όσο περισσότερο μελετώ, Ερνέστε, τόσο καθαρώτερα βλέπω πως το κάλλος των ορατών τεχνών είναι όπως η ωραιότης της μουσικής για να κάνη πρώτα-πρώτα εντύπωση, κι ότι μπορεί να χαλάση, όπως συχνά και το παθαίνει, με οποιαδήποτε υπερβολή διανοητικού σκοπού από μέρος του τεχνίτη. Γιατί, όταν το έργο τελειώση, έχει συνηθέστατα μιαν ανεξάρτητη δική του ζωή και μπορεί να δώση κάποιο μήνυμα πολύ διαφορετικό απ' ό,τι του είχαν βάλει στο στόμα για να πη. Καμμιά φορά, όταν αφουκράζωμαι την εισαγωγή του Ταγχάουζερ, μου φαίνεται πως βλέπω εκείνον τον κομψόν ιππότη να πατάη απαλά πάνω στ' ανθόστρωτο χορτάρι και πως ακούω τη φωνή της Αφροδίτης από τον γιομάτο σπηλιές λόφο. Μα άλλες φορές μου μιλεί για χίλια δυο διαφορετικά πράγματα, για μένα τον ίδιο ίσως και τη ζωή μου ή για τη ζωή άλλων, που κανείς αγάπησε και βαρέθηκε ν' αγαπά, ή για τα πάθη που δεν εγνώρισε ο άνθρωπος και τα κυνηγάει. Απόψε μπορεί να εμπνεύση σε κανένα εκείνο που ειπώθηκε ΕΡΩΣ ΤΩΝ ΑΔΥΝΑΤΩΝ, εκείνο το Amour de l'impossible (94), που πέφτει σαν μανία σε πολλούς, που νομίζουν πως ζουν σε ασφάλεια κ' έξω από κάθε βλάβη κ' έτσι φαρμακώνονται ξαφνικά με το φαρμάκι του δίχως όρια πόθου, και στο κυνήγι τατέλειωτο του ό,τι δεν μπορούν να πετύχουν αδυνατίζουν και λιγοθυμούν ή σκοντάφτουν και πέφτουν. Αύριο σαν τη μουσική, που μας αναφέρουν ο Αριστοτέλης και ο Πλάτων, σαν την ευγενικιά Δωρική μουσική των Ελλήνων, μπορεί να κάνη χρέος γιατρού και να μας δώση το βοτάνι του πόνου και να γιατρέψη την πληγωμένη καρδιά και «να βάνη την ψυχή σε αρμονία μ' όλα τα σωστά πράγματα». Κι ό,τι είναι αληθινό για τη μουσική είν' αληθινό και για όλες τις τέχνες. Η ομορφιά έχει τόσες σημασίες όσες διαθέσεις έχει η ψυχή. Είναι το σύμβολο των συμβόλων. Η ομορφιά φανερώνει το καθετί, γιατί δεν εκφράζει τίποτε. Όταν μας φανερώνη τον εαυτό της, μας δείχνει όλον τον φλογόθωρο κόσμο.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Μα τέτοιο έργο λες να είναι αληθινά κριτική;
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Είναι η πιο υψηλή Κριτική, γιατί κρίνει όχι απλώς το ατομικό έργο της τέχνης, μα την ίδια την Ομορφιά, και κάνει θαυματουργή μια μορφή, που ο τεχνίτης θα την άφινε άδεια ή ακατανόητη ή ατελώς αντιληπτή.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Η πιο υψηλή Κριτική λοιπόν είναι πιο δημιουργική από τη δημιουργία κι ο αρχικός σκοπός του κριτικού είναι να βλέπη το αντικείμενο όπως δεν είναι πράγματι αυτό καθ' εαυτό. Αυτή είναι η θεωρία σου, μου φαίνεται, ή όχι;
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Μάλιστα, αυτή είναι η θεωρία μου. Για τον κριτικό το έργο της τέχνης είναι απλώς υποβοηθητικό για μια καινούρια εργασία δική του, που δεν είναι καμμιά ανάγκη να μοιάζη φανερά στο πράγμα που κρίνει. Έν' από τα χαρακτηριστικά της ωραίας φόρμας είναι ότι μπορεί να βάζη εκεί μέσα κανείς με το νου του ό,τι θέλει ή να βλέπη μέσα εκεί ό,τι του αρέσει· κ' η Ομορφιά, που δίνει στη δημιουργία το παγκόσμιο κ' αισθητικό στοιχείο, κάνει τον κριτικό πλάστη με τη σειρά του και του ψιθυρίζει χίλια δυο πράγματα διαφορετικά απ' ό,τι είχε στο μυαλό του εκείνος που σκάλισε το άγαλμα ή ζωγράφισε την κορνίζα ή χάραξε το πετράδι.
Κάποιοι καμμιά φορά, που δεν νοιώθουνε μήτε τη φύση της πιο υψηλής Κριτικής μήτε τη μαγεία της πιο υψηλής Τέχνης, λένε πως οι εικόνες που αρέσει πιο πολύ του κριτικού να γράφη γι' αυτές είναι όσες ανήκουν στην ανεκδοτολογία της ζωγραφικής κι όσες έχουν σχέση με σκηνές παρμένες από τη φιλολογία ή την ιστορία. Όμως αυτό δεν είναι αληθινό. Πράγματι τέτοιες εικόνες είναι πολύ ευκολονόητες. Πρέπει να τις κυττάξει κανένας στις εικονογραφίες και σαν τέτοιες ακόμα είναι αποτυχίες, γιατί δεν κεντάνε τη φαντασία, μα της βάζουν απεναντίας σύνορα. Γιατί το βασίλειο του ζωγράφου, καθώς και πρωτήτερα είπα, είναι πολύ διαφορετικό από του ποιητή. Στον τελευταίο ανήκει η ζωή απόλυτα κι ολοκληρωτικά. Όχι μονάχα η ομορφιά που βλέπουν οι άνθρωποι, μα κ' εκείνη που την ακούνε· όχι απλώς η στιγμιαία χάρη της μορφής ή η περαστική χαρά του χρώματος, αλλά ολάκερος ο κύκλος του αισθήματος και της σκέψεως. Ο ζωγράφος είναι τόσο περιωρισμένος, ώστε μόνο με τη μάσκα του κορμιού μπορεί να μας δείξη το μυστικό της ψυχής· μόνο με συνθηματικές εικόνες μπορεί να χειρισθή τις ιδέες· μοναχά με τα φυσικά αντίστοιχά της μπορεί να καταπιαστή την ψυχολογία. Και πόσο ανεπαρκώς το κάνει, ζητώντας να παραδεχτούμε το σαρίκι του Μαύρου ως σύμβολο της υψηλής λύσσας του Οθέλλου ή έναν κρονόληρο σε μια φουρτούνα ως την άγρια μανία του Ληρ! Κ' εν τούτοις φαίνεται σαν τίποτε να μη μπορή να το σταματήση. Πολλοί από τους παλαιοτέρους ζωγράφους μας περνούν την κακή και χαμένη ζωή τους κυνηγώντας κρυφά στ' αμπελοχώραφα των ποιητών, χαλνώντας τα μοτίβα των με την άσχημη χρήση που κάνουν και πολεμώντας να ξαναδώσουν με ορατή φόρμα ή χρώμα το θαύμα και τη λαμπράδα του αόρατου. Οι εικόνες τους είναι κατά φυσικήν συνέπειαν ανυπόφορα αηδείς. Εξευτελίσανε τις άφαντες τέχνες υποβιβάζοντάς τις σε φανερές, κι αν είναι κάτι ανάξιο να το δη κανείς, είναι το φανερό. Δεν λέω πως ο ποιητής κι ο ζωγράφος δεν μπορούν να πάρουν το ίδιο θέμα. Πάντα γινόταν αυτό και πάντα θα γίνεται. Μα ενώ ο ποιητής μπορεί νάναι ή να μην είναι ζωγραφικός, όπως το θέλει αυτός, ο ζωγράφος πάντα πρέπει τέτοιος νάναι. Γιατί ο ζωγράφος είναι περιωρισμένος όχι σ' ό,τι βλέπει στη φύση παρά σ' ό,τι μπορεί να φανή στο καναβόπανο.
Κ' έτσι, αγαπητέ μου Ερνέστε, τέτοιες εικόνες δεν θα γοητεύσουν πραγματικά τον κριτικό, θα τις αφήση αυτές για να πάρη άλλα έργα, που να τον κάνουν να σκεφθή, να ονειροπολήση, να φαντασθή· έργα που έχουν την λεπτήν ιδιότητα της υποβολής και φαίνονται σαν να λεν πως μπορεί κανείς μέσα κι απ' αυτά ακόμα να καταφύγη σε πλατύτερον κόσμο. Καμμιά φορά λένε πως η τραγωδία της ζωής του καλλιτέχνη είναι που δεν μπορεί να πραγματοποιήση το ιδανικό του. Αλλά η αληθινή τραγωδία που παίρνει καταπόδι τους περισσότερους καλλιτέχνες είναι ότι πραγματοποιούν το ιδανικό τους και με το παραπάνω. Γιατί όταν το ιδανικό εκπληρωθή, του φεύγει το θαύμα και το μυστήριο και γίνεται απλώς μόνον αρχή για άλλο ιδανικό διαφορετικό. Να γιατί η μουσική είναι ο τέλειος τύπος της Τέχνης. Η μουσική ποτέ δεν μπορεί να φανερώση το τελικό μυστικό της. Αυτή επίσης είναι η εξήγηση της αξίας των ορίων στην τέχνη. Ο γλύπτης πρόθυμα παραιτά τη μίμηση του χρώματος κι ο ζωγράφος τις πραγματικές διαστάσεις των σχημάτων, γιατί με τέτοιες θυσίες κατορθώνουν ν' αποφεύγουν την παραπολύ ωρισμένη παράσταση της Πραγματικότητος, που θα ήταν απλή μίμηση, και την παραπολύ ωρισμένη πραγματοποίηση του Ιδανικού, που θα ήταν κάτι υπερβολικά διανοητικό. Μ' αυτή ακριβώς την ατέλειά της η Τέχνη γίνεται τέλεια σε Ομορφιά κ' έτσι αποτείνεται όχι στη δύναμη της αναγνωρίσεως ούτε στο λογικό, μα στην αισθητικήν αντίληψη μονάχα, που ενώ παραδέχεται το λογικό και την αναγνώριση ως στάδια της κατανοήσεως, τα υποτάζει και τα δυο σε μια καθαρά συνθετική εντύπωση του καλλιτεχνικού έργου στο σύνολό του και παίρνοντας ό,τι ξένα στοιχεία, που συγκινούν, μπορεί το έργο νάχη, μεταχειρίζεται τη σύνθεσή τους αυτή σαν μέσο, με το οποίο μια πιο πλούσια αρμονία θα μπορούσε να προστεθή και στην τελικήν ακόμη εντύπωση. Βλέπεις λοιπόν πώς συμβαίνει ο αισθητικός κριτικός ν' απορρίπτη αυτούς τους ολοφάνερους τρόπους εκφράσεως της Τέχνης, που ένα μήνυμα μονάχα έχουν να φέρουν κι άμα το φέρουν γίνονται μουγγοί και στείροι, και ν' αποζητά τρόπους, που υποβάλλουν ρέμβη ή παρόμοια ψυχική διάθεση και με τη φανταστική τους ομορφιά όλες τις εξηγήσεις δείχνουν αληθινές, μα καμμιάν απ' αυτές τελική. Κάποια βέβαια ομοιότητα η δημιουργική εργασία του κριτικού θα έχη με το έργο που τον έσπρωξε στη δημιουργία, μα θάναι τέτοια ομοιότης, που υπάρχει όχι μεταξύ της Φύσεως και του καθρέφτη που υποθέτουμε πως ο ζωγράφος τοπείων ή πορτραίτων βαστούσε αντίκρυ της, αλλά μεταξύ της Φύσεως και του έργου του διακοσμητή καλλιτέχνη. Απαράλλακτα όπως 'πάνω στα δίχως άνθια Περσικά χαλιά τριαντάφυλλα και λαλέδες λουλουδίζουν κ' είν' εράσμια στην όψη, μολονότι δεν παριστάνονται σε σχήματα και γραμμές που να ξεχωρίζουν, όπως το μαργαριτάρι κ' η πορφύρα του θαλασσινού όστρακου καθρεφτίζεται στην εκκλησία του Αγίου Μάρκου της Βενετίας· καθώς ο θόλος του θαυμαστού παρεκκλησίου της Ραβέννας στολίζεται πολυτελέστατα με το χρυσό και το πράσινο και το ζαφειρένιο της ουράς του παγωνιού, μολονότι τα πουλιά της Ήρας δεν φτερουγίζουν εκεί μέσα, έτσι ο κριτικός ξαναπαράγει το έργο που κρίνει με τρόπο, που δεν είναι ποτέ μιμητικός και που μέρος της γοητείας του ίσα-ίσα αποτελεί η απόρριψις της ομοιότητος, και μας δείχνει μ' αυτόν τον τρόπον όχι μονάχα τη σημασία μα και το μυστήριο της Ομορφιάς, και μεταφέροντας κάθε τέχνη στη Φιλολογία λύει συγχρόνως το πρόβλημα της ενότητος της Τέχνης. Μα βλέπω πως είναι ώρα για σουπέ. Αφού κατεβάσουμε λίγο Chambertin(95) και μερικούς ορτολάνους, θα πάρουμε το ζήτημα του κριτικού ως ερμηνευτή.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Ω! παραδέχεσαι λοιπόν ότι επιτρέπεται καμμιά φορά ο κριτικός να εξετάζη τα πράγματα όπως αληθινά είναι;
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Δεν είμαι βέβαιος γι' αυτό. Μπορεί ίσως να το παραδεχθώ ύστερ' από το σουπέ. Το σουπέ έχει μια διαβολική επίδραση.
Ο ΚΡΙΤΙΚΟΣ ΩΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ
ΔΙΑΛΟΓΟΣ. Mέρος II. Πρόσωπα: τα ίδια. Σκηνή: η ίδια.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Οι ορτολάνοι ήταν νόστιμοι και το Chambertin έξοχο και τώρα μπορεί να γυρίσουμε στο θέμα μας εκεί που το αφήσαμε.
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Ω! ας μη το κάνουμ' αυτό. Η κουβέντα πρέπει ν' αγγίζη καθετί, μα να μη συγκεντρώνεται σε τίποτε. Έλα να μιλήσουμε τώρα για την &Ηθικήν Αγανάκτηση, τα αίτια και τη θεραπεία της&, θέμα που σκοπεύω να γράψω 'πάνω σ' αυτό, ή για την &Επιβίωση του Θερσίτη&, όπως δείχνεται στ' αγγλικά κωμικά φύλλα ή για οτιδήποτε άλλο θέμα.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Όχι· θέλω να συζητήσουμε για τον Κριτικό και την Κριτική. Μου είπες πως η πιο υψηλή Κριτική εξετάζει την Τέχνη όχι ως προς την εκφραστική της ιδιότητα, αλλ' απλώς ως προς την ιδιότητά της να κάνη εντύπωση, κι ότι επομένως είναι και δημιουργική κι ανεξάρτητη, τέχνη ξέχωρη καθ' εαυτήν πράγματι, έχοντας την ίδια σχέση με τη δημιουργικήν εργασία που αυτή έχει με τον ορατόν κόσμο της φόρμας και του πάθους και της σκέψεως. Τώρα λοιπόν πες μου· δεν γίνεται ο κριτικός καμμιά φορά κι αληθινός ερμηνευτής;