Έργα Ποιήματα - Πεζά Τόμος Δεύτερος

Part 3

Chapter 3 137 words Public domain Markdown

— Τρικυμός, παιδιά μου, πέρα ως πέρα. Ο Ζάλογγος δε φαίνεται, τον έχωσε η χιονούρα Κ' η πυκνωμένη η συγνεφιά, κατά την Άρτα... μπόρα! Αγνάντεψ' αχ' το Σέσοβο, η Λούτσα είν' αβλεμόνι, Εβούλιαξε η Τρανταφυλλιά, πελάγωσε η Φραξίλα. Πνίγεται ακέρια η Λάμαρη... Ήρθες, κυρ Γάκη, κι' όλας; Άξιος οπού 'νε ο γρίβας σου;

— Ανεμοπόδης, γέρο.

— Ανοιχτοπάτης δυνατός.

— Και νυχτομαθημένος.

— Ο αβάσκαγος!

— Την Πρέβεζα την παίρνει για τρεις ώρες.

— Για πε μου από την Πρέβεζα.

— Κάτσε 'ς την πύρα πρώτα Να ξεπαγώσης και να φας. Σε νέκρωσεν η πάγρα, Έχεις και τα γεράματα. Φέρε κολάστρα, Λάμπη. Πάρε κι' οχ' το καταχυτό τον φυλαγμένον πλάτη. Γλέπεις φωτιά που σ' άναψα, παπού, για τα στεγνώσης;

— Χριστουγεννιάτικη σωστή. Κακός χειμώνας τούτος! Τήρα καλομοπόδαρα! Ποντιάσαν 'ς τα λομπάρια. Παρόμοια μ' εύρηκε χιονιά σαράντα χρόνια πίσω. 'Σ τον Κάμπο ξεχειμάζαμε μα ήταν ο γέννος πρώιμος, Έμπα Χαμένου, δούλευα 'ς του Γάκη τον πατέρα. Το ξέρει ο τσέλιγγας καλά πως είμαι σπιτιακός του, Τι εγώ τους αναλίκωσα κι' αυτόν και τον Γεωργούλα. Για πε μου από την Πρέβεζα.

— Κακά μαντάτα, γέρο. Του Ζόγα 'ς το Παλιόκαστρο τον βδέλιασαν.

— Αλήθεια; Τον έφα' η κακοκεφαλιά. Του λεγα γω: «Ωρέ Ζόγα, Μην παίρνης το Παλιόκαστρο τ' είνε γιομάτο αβδέλα, Ρήμαξε τόσους πιστικούς, έλα 'ς την Καμαρίνα». Αυτός δε μ' άκουσε,... και πάει. Είδες τον Καρτζονίκα;

— Τον είδα, αυτός είνε καλά, είχε τον γέννον πρώιμον, Είνε κι ο τόπος του ξερκός, αβαραγκιά κι' αγρίλι.

— Εμείς πώς πάμε σήμερα;

— Με τον Θεού το χέρι Χιλιάζουν τα κοπάδια μας. Μ' αν δε ξεκόψη απόψε, Κι' αν η χιονούρα κι η βροχή θα να κρατήση ακόμα Ακέριο ένα μερόνυχτο, φοβάμαι τα ψιμάρνια.

— Κυρ Γάκη, μην το μελετάς, πήρε κι' ανασταλάζει Και το δρολάπι ανάριωσε, με την αυγή θ' ανοίξη, Σηκώθη ένα ανεμόχολο.

— Χειρότερα, το χιόνι Θα κατεβή πυχτότερο, και αν θα το στρώση χάμου, Τώρα θα γίνη κρούσταλλο.

— Νοτίζ' η γης, θα λυώση. Και μη χολοταράζεσαι. Πήγες 'ς τες μάντρες, Νάση;

— Τα πρόβατά είνε μια χαρά και τα σκυλιά αλέστα.

— Γλέπετε τι μας έκαμε κειο το κακό λιοβόρι Τ' ανάποδου τ' Αλωναριού; Έμνε ο μαρκάλος πίσω. Θυμάστε; Ανήμερα τ' Άι-Λια ρίξαμε τα κριάρια Και τον Δεκαπενταύγουστο ξεσκόλασε ο μαρκάλος. Μήτρο, ξεκρέμα το φλασκί να πιη κι' ο Μπαρμπατόλιος. Ακνάτο αγιομαυρίτικο, παπού.

— Ε, 'ς την υγειά σας, Να καλοξεχειμάσουμε,

— Καλή ψυχή, πατέρα.

— Όλα είν' υφάδια της κοιλιάς και το ψωμί στημόνι Και το καϋμένο το κρασί όλα τα θεμελιώνει,

— Βύζαξε ακόμα μια βολά.

— Ε, 'ς την υγειά σας πάλι Και να μας ζήση ο τσέλιγγας ν' αξαίνουν η κοπές του. Α! η γέρικ' η ψυχούλα μου μπροστέλεψε μια ψίχα, Όλο κι' αναθερμαίνουμαι.

— Βύζα την τσίτσα, βύζα.

— Τι χιόνια τώρ' απανωτά να στοίβασε ο χειμώνας 'Σ τα ξάρημά μας τα βουνά!

— Τώρα; Οργιές και μπόγια Πάνε τα Γαλαρόκαμπα, το Κουρμολιάσα σιάδι. Ο Τσάρκος, η Κουρκούμπετα, η Γκάλτσα, η Τσάγια ο Μπάρρος. Δεν ξεχωρίζουν πούπετα.

— Και 'ς το χωριό;

— Νυχτέρι Θάχουν απόψε σπίτι μας. Του Τρίκκα τα πουρνάρια Κούτσουρα τετραπανωτά θα καίγουν 'ς τη γωνιά μας, Και παραστιάς ολόγυρα, μέσ' αφ' τον πυρομάχο, Της γειτονιάς αραδιαστές θα κάθονται η κοπέλλες. Η Σούλα, η Τέρω, η Γιάννα μου, του Χρηστοδήμα η κόρη. Του Δαλαπάσκα η Γαλανή, τον Σούδα η μαυρομάτα. Του Δίπλα η Μόρφω η κάλλεσα...

— Φτάνει, κυρ Γάκη, φτάνει, Τι τα καϋμένα τα παιδιά λυγκιάζονται που ακούνε.

— Η δρούγα, η συρματόβεργες, το γνέμμα, το πλουμίδι Απόψε αναμερίζονται. Τηράν τη φλόγα απόψε. Με το βαρύ της το βοητό οπού τες σχίζει γλείφτει Και τα χοντρά τα σύδαυλα, με την πνογά του ανέμου Που σκάει 'ς το καταρρύχωμα κι' ανατρανίζει η στρέχα, Που ξερριζώνει τα δεντρά, μαντεύονται η κοπέλλες. Για εμάς μαντεύονται, παιδιά, για εμάς αναρωτούνε Τ' άγρια τ' ανήμερα στοιχειά, για εμάς τάματα κάνουν, Για εμάς χτυπά η καρδούλα τους. Και 'ς την κορφή βαλμένη Μύθους και γεροντόλογα θα μολογά η γρηά μου.

— Αχ, πότε θάρθ' η άνοιξη!

— Αναστενάζεις, Διάκο;

Ε, μη χολιάτε, ωρέ παιδιά, τρεις μήνες είνε ακόμα. Σαν δύση ο ήλιος τ' Απριλιού και λυώσουνε τα χιόνια Και χορταριάσουν η πλαγιές κι' ανθίσ' η αριά κι' ο γράβος, Δικά μας είνε τα βουνά, τρεις μήνες είνε ακόμα. Απόψε ο χρόνος ξεψυχάει κι 'αυτό το νεροπόντι Θάνε ο στερνός παραδαρμός του ψυχομαχητού του. Πρωτοχρονιά τ' αποταχιά, κυρ Γάκη, χάρισέ μας.

— Σας τάζω από δυο κάλλεσες αντάμα με τ' αρνιά τους.

— Να σου χιλιάσουν, τσέλιγγα, να ζήσης μύρια χρόνια!

Και της ευχής ο αντίλαλος απ' το καλύβι μέσα Ως όξω εχύθη, ως τα μαντριά, 'ς τους οβορούς 'ς τες στρούγγες:

— Να σου χιλιάσουν, τσέλλιγγα, να ζήσης μύρια χρόνια!

ΗΘΕΛΑ ΝΑΜΟΥΝ ΤΣΕΛΙΓΓΑΣ

Ήθελα νάμουν τσέλιγγας, νάμουν κ' ένας σκουτέρης, Να πάω να ζήσω 'ς το μαντρί, 'ς την ερημιά, 'ς τα δάσα, Νάχω κοπάδι πρόβατα, νάχω κοπάδι γίδια, Κ' έναν σωρό μαντρόσκυλλα, νάχω και βοσκοτόπια Το καλοκαίρι 'ς τα βουνά και τον χειμώ 'ς τους κάμπους. Νάχω από πάλιουραν βορό και στρούγγα από ροδάμι. Νάχω και σε ψηλήν κορφή καλύβα από ρουπάκια, Νάχω με τα βοσκόπουλα σε κάθε σκάρον γλέντι, Νάχω φλογέρα να λαλώ ν' αντιλαλούν οι κάμποι, Νάχω και κόρην ώμορφη στεφανωτήν μου νάχω, Να μου βοηθάη 'ς το σάλαγο, να μου βοηθάη 'ς τα γρέκια, Κι' όντας θα τα σταλάζουμε τα δειλινά 'ς τους ίσκιους, 'Σ της ρεματιάς τη χλωρασιά μαζύ της να πλαγιάζω, Να με κοιμίζη με φιλιά 'ς τους δροσερούς της κόρφους.

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟΝ

_Απαριάζω_ = απαραιτώ. — _Άρματα και Αρματωσιά_= στολισμοί και οπλισμός ( Αρματόνω, αρματωλός, άρματα, βλαχαρμάταις) — _Άγουρος_= νέος. — _Αλογολάτης_= φύλακας των αλόγων. — _Απιδρομώ_=παίρνω απόδρομα, παίρνω ζόρι για να τρέξω, για να ριχτώ 'μπροστά. — _Άπλερο_, το πουλί με τα πρώτα σκυλομάλλια του — _Αράζω_ 'ς τα βουνά· κατά μεταφοράν από τα καράβια συνηθισμένο εις τα πετούμενα μάλιστα που πλένε κι' αυτά στον αγέρα — _Αρμεγός_, η καρδάρα, η βεδούρα, η γκομπλίτσα. — _Ασέλλινο και προσέλλινο_ πουλάρι, πουλάρι άπιαστο ασέλωτο ακόμη. — _Αρμεγώνας_= η στρούγγα. — _Αραγός_, ο δερμάτινος τρουβάς ή τράστα των πιστικών λέγεται και _δραγατσίκα_. — _Αμαλαγιά_ χλωρασιά, _αμάλλαγη_ — απείραχτη. — _Ανάλλαγος_, όποιος δεν έχει αλλάξει φορεσιά. — _Αρμούτι_, είδος τουφεκιού — _Αρναπόκι_, τα κοντά μαλλιά των αρνιών. — Αναλικώνω, μεγαλώνω, ανατρέφω.

_Βουλίδια_, τα χαλάσματα του βουλιασμού των Κάστρων. — _Βάβυσμα_, αλύχτισμα σκύλλων· _βαβύζω_ αλιχτάω, γαυγίγω — _Βοσκοτόπια_, οι τόποι της βοσκής, τα λειβάδια — _Βαλαντούμαι_=δέρομαι από έρωτα, αγαπώ πάρα πολύ — _Βέργα και βεργί_=το ραβδί· λέγεται και η βέργα του αργαλιού και του ντουφεκιού. — _Βαρκός_ τόπος = βαλτώδης, βάλτος. — _Βαρβάτο_ το μη μουνουχισμένον κριάρι ή τραγί το οποίον λέγεται και _γκεσέμι_. — _Βάξτε_ — βρίστε, σκούξτε. — _Βίγλα_ μέρος υψηλόν, σκοπιά και _βιγλίζω_, κατασκοπεύω, δοκιμάζω.

_Γούπατος_, απάνεμο μέρος — _Γέννος_, όταν γεννούν τα πρόβατα εις τα χειμαδιά, — _Γάργαρα και λαγαρά_ νερά ή χρώματα — καθαρά. — _Γερτάνι_, αρμάθα από φλωριά διά λαιμούς και στήθια. — _Γράβος και γαύβρος,_ δένδρον του βουνού. — _Γερός_ άβλαβος υγιής. — _Γρέκια_=τόπος, εν ώ διανυκτερεύουν τα γιδοπρόβατα και μανδριά με ψηλαίς φράχταις.

_Δίνει_ ο ήλιος, ο Απρίλης κτλ. = ανατέλλει. — _Δρούγα_ = η ρόκα — _Διάτα_=Διαθήκη. — _Δάσο_, λογγάρι, ρουμάνι, ορμάνι, κουρί, _ρογγιά_= λόγγος. — _Γνοιάζομαι_, έχω έγνοιαν, σκέπτομαι, φροντίζω. _Έργα_=δουλειά.

_Ζάρω_ συνηθίζω, _ζακόνι_, συνήθεια. — _Ζερβά_, τα αριστερά. — _Ζάλογγα_=πυκνά και μεγάλα λόγια. — _Ζαλίκι_= φόρτωμα ανθρώπου, λέγεται κ' έχει τον διάβολο Ζαλίκι. — _Ζαχιάς_ και Ζάχος, όνομα Ζαχαριάς.

_Ηλιοστάλαμμα_=καταμεσήμερο (ντάλα μεσημέρι) — _Ημερόδεντρος_, ήμερος δέντρος· _δέντρος_ η δρυς. Βαλάνια από ημερόδεντρον τρων και σήμερον οι πιστικοί.

_Θιαμαίνομαι_, θαυμάζω, εκπλήσσομαι

_Ιστ, ιστ_ σάλαγοι προβάτων

_Κοπή_=το κοπάδι, — _Κοτάω_=τολμώ. — _Κρούει ο ήλιος_ =βγαίνει, ανατέλλει, χτυπάει. — _Καρβανάρος_, Ο αφέντης του καρβανιού — _Κράκουρα_. η άκρα άκρα του ψηλού βουνού — _Καπρί_, αγριογούρουνο. — _Κλαπατάρια_, φτερούγες των πουλιών — _Κούροι και κούρος_ Ο κουρεμός του κοπαδιού. — _Κωλόκουρα_, τα μαλλιά που βγάζουν κουρεύοντας τα πισινά των προβάτων — _Κολτσίδες_ αγκάθια που κολλούν τα μαλλιά των προβάτων τα λεν και _σκάλια_ από το σκαλώνω. — _Καπούλια_ τα πισινά των ζώων. — _Καταγός_ ποταμού ή αυλακιού, η πηγή, το κεφαλάρι, _Γκλάβα_ εις Πωγώνιον της Ηπείρου. — _Κλίτσα_ και _αγκλίτσα_, το ραβδί των ποιμένων. — _Κόθρα_ τα ξύλινα στέφανα που δένουν τα κουδούνια και τα περούν 'ς τους λαιμούς των προβάτων. — _Καυκί_=ξύλινον αγγείον. — _Κιβούρι_=το φέρετρον του νεκρού. — _Κουρμαίνομαι_, αφικράζομαι, ακροώμαι.

_Λιοβόρι_, ζεστός και δυνατός καλοκαιρινός άνεμος=λιψ. — _Λιάς_= Ηλίας. — _Λουμάκι_, νεόφυτον δένδρον ευθυτενές.

_Μπόρα_=λαίλαψ των αρχαίων (βροχή ραγδαία μετά ανέμου). — _Μπεζερίζω_, σημαντικώτερον από το βαρυούμαι, δηλαδή βαρυούμαι έναν τόπον ή μια ζωή με αηδίαν. — _Μ' αγγελοκρούει_ ο χάρος=πνέω τα λοίσθια. — _Μάρα_ μαρασμός, πάθος, καϋμός.

_Να πρέπουν_ (να τα λαλούν να πρέπουν) να διαπρέπουν, να δείχνωνται, να γνωρίζωνται από μακρυά.

_Ξενοδουλευτής_, ο εργαζόμενος (ρογιασμένος) εις ξένον αφέντην εργάτης. — _Ξομπλιάζω_ σχεδιάζω, _ξόμπλι_ της πατούνας = σχέδιον με κέντημα των καλτσών. — _Ξέφωτο_, το μέρος που φωτίζει πολύ ο ήλιος· λέγεται και λιακωτό (ενίοτε και ηλιοστάσι). — _Ξαρίζει ο ήλιος_=καίει αφόρητα· _ζάρα_, η φωτιά κυρίως η θράκα.

_Οώ! Οώ!_=σάλαγος βοδιού. — _Όι, όι_=σάλαγος προβάτων. — _Ορμάνι_ δάσος πυκνόν.

_Πετροκότσυφας_, πετροπέρδικα, πετροχελίδωνο, πέρδικα και χελιδόνι του βουνού — _Πλουμίζω_= κεντώ, _πλουμίδι_, κεντίδι. — _Περογλίες και περγουλιές_ τα απλωμένα επάνω εις κρεββάτια κλήματα. — _Πλατόνι,_ το αλάφι. — _Περδικομμάτα_, κόρη με μάτια ωραία σαν της πέρδικας. — _Προσκάμνια και στρουγγολίθια_, τα λιθάρια που είνε 'μπροστά 'ς την ποριά της στρούγγας και κάθηνται οι αρμεχτάδες. — _Πόσι_, μανδήλι. δεμένο 'ς το κεφάλι. — _Ποκάρι_=δέμα μαλιού ενός προβάτου. — _Προγγάω_, βαρώ, σκιάζω, σκορπάω τα κοπάδια βγαίνοντας 'μπροστά και ανοίγοντας τα χέρια. — _Πιξάρι_, δένδρον. — _Παληόκαστρο_, τα ερείπια ης αρχαίας Νικοπόλεως κοντά εις την Πρέβεζαν, επίσης τα ερείπια παντός κάστρου. — _Προβιά_, το δέρμα των προβάτων, _τραγιά_ των γυδιών, _αλογιά_ των αλόγων. — _Πολλιώρα_ προ ολίγης ώρας. — _Προσθήλυάζω και προστηλυάζω_ θέτω εις το βυζί των προβάτων όπως βυζάξωσι. — _Πάγρα_, παγωνιά.

Ραϊδιό_=ραϊσμένοι μεγάλοι βράχοι, γκρεμοί. — _Ραδίζω_=διαβαίνω. — _Ροδάμι_, χαμόκλαδο. — _Ριζά_, η ρίζα, τα χαμοκλήματα του βουνού, δέντρου κτλ — _Ρώπια_, χαλάσματα, — _Ρουπάκια_ άγρια δένδρα του βουνού ανώμαλα.

_Σαλαγάω_ συνηθίζεται εις μπουλούκι από πρόβατα, δηλαδή βαρώ 'μπροστά, οδηγώ κτλ. Ο _σάλαγος_ και _σαλαγή_ έχουν ύστερα και την σημασίαν του θορύβου. — _Στίφτω_ επί ποταμού και βρύσης = στειρεύω, ξηραίνομαι. — _Στριγγιά_ φωνή = δυνατή οξεία· — _Στάνη_, 'ς τα χωριά συνήθως λέγεται το μέρος που βρίσκονται τα πρόβατα, το τσομπαναριό· εις τους νομαδικούς όμως πιστικούς _στάνη_ λέγεται το σύνολον 10, 20, 30 καλυβιών δηλ κινητό χωριό τσομπαναραίων με αρχηγόν τον τσέλιγγα, τα και _σκουτέρια_ καλούμενα· — _Στοιβανιές_, η στοίβες των κλαριών και ξύλων που αραδιάζουν οι χωρικοί 'ς ταις αυλαίς και τα πεζούλια των σπητιών. — _Σκάρος_ νυκτερινή βοσκή. — _Στειροχωρίζω_, χωρίζω τα στέρφα (=στείρα) από τα γαλάρια. — _Σάρικα_, η φλοκάτα — _Σαργιά_, η κιτρινωπή λίγδα που βγάζουν τα μαλλιά των προβάτων. — _Σφοντυλάω_, στριφογυρίζω (αδράχτι, άνθρωπον). — _Στόλισμα και στάλος_ το μέρος ή η ώρα που σταλίζουν (αναπαύονται) τα γιδοπρόβατα, ιδίως το μεσημέρι. — _Σκάνιο_, θλίψις, μαρασμός, ρήμα σκανιάζω. — _Στουρνάρια_, η τσακμακόπετρες, που ανάφτουν χτυπώντας με τον _πριόβολο_ (πυροβόλο)· — _Στεφανωτήμου_ και _στέφανόμου_ — γυναίκα μου. — _Στια_, εστία, πυρά, ανθρακιά. — _Σκούζω_ φωνάζω. — _Σιαδάκι και σιαδαράκι_, ίσιος τόπος. — _Σεντούκι_ κασέλα μακρυά — _Σίντα_, όταν. — _Σταλίκι_ ίσιον ξύλον ξηρόν

_Τσουγγρί_, κορφή βράχου, βουνού, δάσους — _Τρουκάνια_, τα τετράγωνα κουδούνια των προβάτων, _χαλαροκούδουνα_, τα συνηθισμένα κουδούνια του κοπαδιού που έχουν τους γλυκούς ήχους· _μπιμπίνες_ τα μεγάλα κουδούνια των κριαριών, των γκεσεμιών από τους ήχους των μπιμ-μπιμ· _κύπροι και κυπριά_ τα κουδούνια των γιδιών και τράγων. — _Τυροκομώ_, φκιάνω τυρί. — _Τζαμάρα_, μακρυά φλογέρα βραχνή· κατασκευάζεται και από φλοιόν ιτέας.

_Φλόκος_, τα κρόσια της φλοκάτας και κάθε μαλλίνου υφάσματος. — _Φουρκάλλες_, διχαλωτόν ξύλον. — _Φτουρώ_ και _νταγιαντώ_ = βαστώ, υποφέρω. — _Φράξος_, δένδρον από τον φλοιόν του οποίου βάφονται τα μάλλινα υφάσματα κατάμαυρα.

_Χερακώνω_, χουφτιάζω με το χέρι. _Χελιά, κούλια, κάλεσσα, στερφοκάλεσα, κανούτα, καψαλή, κότσινη, μονοβύζα_, ονόματα προβάτων διδόμενα από το χρώμα και από την μορφήν.

Ο ΨΩΜΟΠΑΤΗΣ

[Η εν τω ημερολογίω «Ποικίλη Στοά του 1895 δημοσιευθείσα και ανευρεθείσα νυν ΓΚΟΛΦΩ αποτελεί το πρώτον σχέδιον του ΨΩΜΟΠΑΤΗ και συνεπώς εθεωρήσαμεν περιττόν να περιλάβωμεν αυτήν μεταξύ των δημοσιευομένων έργων, καθότι ο ΨΩΜΟΠΑΤΗΣ ανεπτύχθη υπό του ιδίου ποιητού, ετροποποιήθη κ' ετριπλασιάσθη. Εδημοσιεύθη δε η ΓΚΟΛΦΩ υπό του εκδότου του ημερολογίου μετά τον θάνατον του ποιητού.)

Η ΠΕΤΡΑ

Τα κακοτράχαλα βουνά του Πίντου όσοι διαβαίνουν, Οπώχουν τους ψηλούς γκρεμούς και τα μεγάλα λόγγα Και τες αμέτρητες κορφές και τες πολλές βρυσούλες, Οπώχουν τα περίφημα τα πλούσια τσελιγγάτα. Τα κακοτράχαλα βουνά του Πίντου όσοι διαβαίνουν Μες του Γιαννή Καράμπελα τάμορφα στανοτόπια Βλέπουν στη χλόη τη δροσερή ολόρθο να προβάλη Μαύρο λιθάρι, ατέριαστο με τάλλα τα λιθάρια, Σημαδιακή κι' ανέγνωρη και πλάσης άλλης πέτρα, Πέτρα που μάγια θάματα στο νου και μύθους φέρνει. Τη δείχνει, ορθή που στέκεται, κορμί πανώριας κόρης, Οπώχει σκόρπια τα μαλλιά και χαλασμένες πλέξες, Οπώχει κόρφους ανοιχτούς, πώχει ποδιά λυμένη Και στα ρουτιά τα κεντιστά και στα μαλλιά τα μαύρα Μυρτιάς, αρείκης θυμαριού κλωνάκια σκαλωμένα. Τη λέγουν «Χρύσω» οι πιστικοί που γύρω εκεί σταλίζουν. Μαυρίζουν τα μαντρόσκυλα που τρώνε τους διαβάτες, Έρχονται πρόθυμοι σιμά, πινάκι γάλα φέρνουν Και για την πέτρα θλιβερό τέτοιο αρχινάνε μύθο.

ΤΟ ΚΟΠΕΛΙ

Όλοι αγαπούν της τάξης τους ανύπαντρα κοράσια, Μα ο Λάμπρος, πιστικός φτωχός και τσέλιγγα κοπέλι, Πήγε κι' αγάπησε ο ζαβός τ' αφέντη του την κόρη, Την κόρη την μονάκριβη, τη Χρύσω την πανώρια. Έτσ' αγαπούν καμμιά βολά τυφλά και δίχως γνώσει Και χάνεται ο δόλιος νιος και χάνεται κ' η κόρη. Τ' είνε του κόσμου απάτητο σημερινό ζακόνι, Βασιλοπούλα ο βασιλιάς, φτωχιά ο φτωχός να παίρνη. Και πάνε κείνα, πέρασαν αντάμα με τα χρόνια, Τα παραμύθια τα χρυσά που μολογούνε οι γέροι, Πώπαιρνε ο ρήγας βόσκισσα κι' ο χτίστης ρηγοπούλα. Κι' ο Λάμπρος κάποτ' ένοιωθε τ' άπρεπο του καϊμού του. Τότε τον βρέσκαν οι βοσκοί στα δέντρα ριζωμένο, Με το κοπάδι αμάζευτο σ' όλα τα πλάγα σκόρπιο, Να κλαίη να κλαίη και θλιβερά να λέη ο μαύρος τέτοια: — «Άθλια καρδιά, πώς σκόνταψες τυφλή στο βρόχι τούτο; Γιατ' είσ' ενού φτωχού καρδιά πούνε κυρά του η Χρύσω. Εσύ καλά ήσουν μια βολά με τ' άστρα ερωτεμένη, Με τα ρουμάνια, τα βουνά, τους κάμπους, τες βρυσούλες, Με τα λουλούδια, τα πουλιά, τα γρέκια, τα γαλάρια, Με την ξανθούλα ανατολή, με το ροδάτο δύσμα, Με τούτη την Πεντάμορφη οπού τη λένε Πλάση. Πώς σε ξεπλάνεψαν, καρδιά, δυο μαύρα μάτια κόρης, Που την αγάπη σου ποτέ δε θα μπορής να δείξης;» — Τι επέρασε πολύς καιρός, επέρασαν τρεις χρόνοι, Που η κόρη τώφερνε ψωμί κάθε βραδύ στη στάνη Και του βοηθούσε στ' άρμεγμα και τώπαιρνε το γάλα, Κι' ο Λάμπρος πάντα δείλιαζε για να της πη τον πόνο.

Τ' ΑΣΤΡΙ

Άλλοτες γύρναε, θόλωνε σαν τον καιρό κι' ο νους του, Και τρέμοντας, σαν άρρωστος οπού τ' άναφτ' η θέρμη, Έγερνε στ' άστρο της βραδιάς τ' αχτιδοστολισμένο Κ' έλεγε λόγια οπώδειχναν άσβεστο τον καϊμό του. — «Άστρι τ' απόσπερνου λαρό, γλυκόφωτο, πανώριο, Στην ωμορφάδα ασύγκριτο, στη λάμψη πρώτο απ' όλα, Που με τ' απόκλωσμα του ηλιού προβάλλεις μες τη ράχη Ανάερε λύχνε, ουρανικέ, οπ' άγγελος σε ανάφτει Να σημαδεύης ένωρα τον ερχομό της νύχτας, Για να ξεζεύη στ' όργωμα τα βώδια του ο ζευγίτης, Να γέρνη από τον ποταμό που πλένει η κορασίδα. Στον αρμεγώνα ο πιστικός να φέρνη το κοπάδι, Να στρέφουν από τες βοσκές στην κούρνια τα πουλάκια, Να κλειούν τα φύλλα του βουνού τον κάμπου τα λουλούδια Και να ησυχάζουν πέλαγα, στεριές, ακέρια η Πλάση Κάτου στον ίσκιο που ο Θεός απλώνει απανουθέ της. Άγιο των μαγισσών αστρί και της αγάπης άστρι, Οπού βαθύ χαιρετισμό σα προσευκήν ο κόσμος Το πλιο ακριβό και μυστικό τραγούδι του σου πέμπει. Που στάζει κάθε αχτίδα σου μες την καρδιά άγιο μύρο, Κι' αν φέρνη σούρπωμα στη γη και στα ματάκια υπνίλα, Όμως στα βάθια τ' άγνωρα ξυπνάει και ζωντανεύει Όλα τα μάγια τα κρυφά της μεστωμένης νιότης, Όλους τους πόθους, τους καϊμούς, τους πόνους, την αγάπη. Κ' εγώ αγαπάω· συ μοναχά και τα πουλιά του λόγγου Ξέρετε την αγάπη μου σ' όλην αυτήν την Πλάση. Πολλές βολές στα μάτια της τα μαύρα και μεγάλα Είδα να καθρεφτίζεται η λαμπερή σου αχτίδα Πολλές βολές κουρμάστηκα οι αντίλαλοι του λόγγου Να παίρνουν οχ το στόμα μου και στα πουλιά να λένε Το χαϊδεμένο τόνομα της μαυρομάτας Χρύσως. Να κάτεχες τι χαλασμός που γένετ' εδώ μέσα! Είνε αβλεμόνι ο πόνος μου, πέλαγο δίχως άκρη, Δρακόλιμνα χωρίς βυθό, γης χάσμα, στια μεγάλη, Πόταμος με κατεβασιά που ριζιμιά ξεσέρνει. Κ' η Χρύσω είν', άστρι, η μάγισσα που δύνεται και ξέρει Πώς να μερέψη ο ποταμός, η στια πώς ν' αποσβύση, Πώς του πελάου ο αβλέμονας, πώς ο βυθός της λίμνης Να στίψουνε, να πατηθούν κι' ο χαλασμός να πάψη. Όμως ποτέ δεν ξάνοιξα καλό ένα διάνεμά της. Κ' η παπαρούνα, ο κύσσερας πώσκασα την αυγούλα Με τη δεξιά παλάμη μου τίποτα δε μου δείξαν. Μάδεψα εφτά ασπρολούλουδα πολιώρα μες το σάδι Τα τέσσαρα μούπαν το ναι, τα τρία μούπαν όχι. Από καθάριο μάλαμα κι' ασήμι να σε κάμω Μέσα στο κατασάρκι μου να σε κρεμάσω σα γκόλφι, Σα χαϊμαλί, σα φυλαχτό, να γένω δουλολάτρης Να πέφτω να σε προσκυνάω το βράδυ που προβάλλεις. Φέρτην, αστρί, τη Χρύσω μου φέρτην στον έρωτά μου. Το δεξί μάτι μου φλυτρά μη θα γενή το θάμα; Ω Χρύσω, που το χνώτο σου μοσχοβολάει σα γάλα, Κι' ολόβολη μοσχοβολάς σαν άνθι από θυμάρι, Πούσε οχ τα χιόνια ασπρότερη της Παγωμένης Ράχης, Σαν την αγράμπελη ανθερή, γλυκειά σαν την παγούδα, Σαν την αρνάδα κάλεσσα και σαν τη χλόη δροσάτη. Χρυσοπηγή, χρυσόνειρο της άπραγής μου νιότης, Δείξε μου μια βολά κ' εσύ σημάδι αγάπης, Χρύσω, Τι ο μαύρος θα να βουρλιστώ με τον καϊμό που θρέφω, Τι στα μελίγγια μου ο καϊμός βαριά ξανάφτει θέρμη, Κι' αν κλαίγω, τα ματάκια μου για εσένα κλαίγουν, Χρύσω.

Η ΚΟΡΗ

Ένα σπερνό που αράδιαζε τέτοιους καϊμούς στ' αστέρι Ο ερωτεμένος ο βοσκός γερμένος στο ραβδί του Κ' έκρυβε στα δυο χέρια τον τα μάτια του που κλαίγαν, Από του λόγγου τα δεντρά προβαίνει ξάφνου η Χρύσω, Του αφεντικού του η μοναχή κι' αμάλαη θυγατέρα. Περίμορφη σαν του βουνού την κάρια περδικούλα, Μεστή σα στάχυ του θερτή, ξανθιά σαν την κερίθρα, Φωτοπερίχυτη λαμπρή σαν τ' άστρι που ξεφεύγει, Λαχταριστή κατάγλυκια σαν τη δροσοσταλίδα, Σαν το κρινόχνουδο απαλή και μοσχοβολισμένη. — Λάμπρο, δειλά ανακράζει τον. — Ποιος είνε; — Εγώ είμαι η Χρύσω. — — Τι τρέμεις; η όψη σου γιατί τόσες βαφές αλλάζει; Πώς με τηράει το μάτι σου και στη καρδιά με σφάζει; — Αμίλητη τα μάτια της η κόρη χαμηλώνει. Τα ροδοκάλια της αυγής της δύσης η πορφύρα Μες την πανώριαν όψη της αδερφικά είχαν σμίξει. Τα χέρια της με της ποδιάς την άκρη άστοχα παίζαν Και μια της φτέρνα εσύντριφτε της γης εν' άγριο γιούλι. Καλότυχο χίλιες βολές της γης το λουλουδάκι Που ξεψυχάει παράκαιρα κάτου από τέτοια φτέρνα. — Μη γιατί κλαίω, γιατί βογγώ; της κρένει ο Λάμπρος πάλε. Μύθος δεν είνε, εγώ πονώ κ' εσύ το ξέρεις Χρύσω. — Η κόρη ολόρθη σώπαινε, κι' όντας σωπαίν' η κόρη Κ' όντας δε φεύγει δε προγγά, θα πη πως δεν πεισμώνει, Θα πη πως την ελόχεψε κι αυτή με το κεντρί της Η μέλισσα η χρυσόφτερη που τήνε λεν Αγάπη, Και με τα λόγια τα γλυκά τ' αγούρου αναγαλιάζει. Ψάρεψε ο Λάμπρος στη σκοπή τ' άφαντο μυστικό της. Τα στήθια του από ολόβολο κοτρώνι ξαλαφρώσαν, Της αχνισμένης όψης του σφογγάει τον κρύον ίδρω, Παίρνει βαθύν ανασασμό μες οχ τα φυλλοκάρδια. Γροικάει καινούρια ανάκαρα, νέα ύπατα, νέα πόδια, Τη συντριμμένη του ψυχή μπροστελεμένη νιόθει Ξεθαρρεμένος σέρνεται στης κορασιάς το πλάγι, Κι' ωσάν σε ονειροφαντασιά νάπλεε σιγά μιλεί της Μ' όλα τα μάγια της φωνής και του καϊμού τη θέρμη. — Μη ξεφτυλάς τ' ωριόπλουμο κεντίδι της ποδιάς σου Μ' αυτά τα κρινοδάχτυλα πώχουν πλαστή για χάιδια. Μ' αυτό το πόδι το μικρό που με μεθά η θωριά του Μη το σκοτώνης τ' ώμορφο τ' αθώο της γης λουλούδι. Κι' αυτά τα μάτια που καιρούς και μήνους με πλανεύουν Κατά το χώμα ντροπαλά γιατί τα χαμηλώνεις; Χρύσω, γλυκανασήκου τα, γύρε τα κατ' εμένα Και στάλαξέ μου στην ψυχή με την αγνή τους σπίθα Τα θάρρητα της παντοχής, τα βάρσαμα του πόνου. Δος μου το τ' άσπρο χέρι σου μ' όλη τη βούλησή σου Στην ξαναμένη μου καρδιά να το σιμώσω, Χρύσω, Να νιόσεις τη λαχτάρα της, τους χτύπους της ν' ακούσης Αχ! ο μεγάλος μου ο καϊμός θα να μ' αποσβολώση, Θα γένω σαν τον ξέρακα τον αστραποκαμένο Και θα χαθώ στην έρημο χωρίς δροσούλα κ' ίσκιο, Χωρίς αντίρριμα χλωρό, χωρίς κλωνί ανθισμένο. Έλα να ζήσουμε μαζί σαν τα τρυγόνια, Χρύσω, Να περπατάμε τες ερμιές, τ' απάτητα τα λόγγα, Πούνε τ' ανεύρετα νερά τ' αμάζωχτα λουλούδια, Κι' οπού το λεν οι πέρδικοι κ' οι κούκοι ξεγνοιασμένοι. Ιδές, ο Μάης με τες δροσιές και τα πολλά του τ' άνθια Και με την ερωτάρικη τη μυστικιά του γλώσσα Γροίκα, τρανά σ' ανακαλεί στη μαγική αγκαλιά του Άκου, με τους κελαϊδισμούς τ' αηδόνια σ' ανακράζουν —

Η ΑΓΑΠΗ

Όταν από δροσόπαγο κλιτό και μαργωμένο Μνήσκει στον κάμπο ολονυκτής τ' Απρίλη το λουλούδι Και την αυγούλα το φιλούν μόλις του ήλιου η αχτίδες Κ' εκείνο αναθερμαίνεται και ξεπαγώνει αγάλια· Κ' η Χρύσω έτσι ξεπάγωνε κ' έτσ' αναθερμαινόταν Με τα θερμά γλυκόλογα του πιστικού του Λάμπρου. Πέφτει του Λάμπρου το ραβδί π' ακούμπαε το πλευρό του, Της Χρύσως έπεφτε η ποδιά, τα χέρια χαρβαλώναν Κι' άθελα βρέσκαν κι' άγγιζαν του πιστικού τα χέρια. Έτρεμε σαν την καλαμιά κι' ανάγερνε τα μάτια Πλημμυρισμένα από καϊμό και φλογερά απ' αγάπη, Κι' όπως κοχλάζει απ' άνεμον η φουσκωμένη λίμνη Έτσ' ανεβοκατέβαιναν οι αμαλαγοί της κόρφοι. Στ' αντικρινό κατάρραχο έλαμπε τ' ώμορφ' άστρι, Τα σπερινά τ' απόφοιτα στο βάθο ασπρολογούσαν Και κάπου κάπου στη θαμπή και μακρινή τους φέξη Το μονοπάτι του βουνού ξεχώριζε στους βράχους. Ίσκιωνε ο κάμπος χαμηλά κ' η ρεματιές θολώναν, Τ' αεράκι κρυφομίλαε με του βουνού τα φύλλα, Γυρνούσαν από τες βοσκές τ' άγρια πουλιά της έρμου, Σα λιθοσώρι ο χρυσαετός ατάραγος κι' ολόρθος Ανάκραζε το τέρι του μες του γκρεμού το φρύδι, Αράδιαζε από διάρραχο μικρό κοπάδι κι' άσπρο Και κάπου ακουόταν σαλαγή, κάπου βραχνή φλογέρα. Του Λάμπρου σκόρπια ολόγυρα τα πρόβατα βοσκούσαν Και τα γαλαροκούδουνα γιομόζαν τον αέρα Μ' αρμονικό κι' ολόγλυκο κι' ανάκουστο ηχολόι. Στο σάδι παίζανε τ' αρνιά κι' ο νιος στην αγκαλιά του Την κόρη βάσταε άλαλη και λιγοθυμισμένη.

ΤΟ ΚΡΙΜΑ

Πολλές βραδιές π' αντάμωναν φυλιώνταν από τότες Κ' έλεγαν την αγάπη τους κι' άργαγε λίγο η Χρύσω Κι' αν τη ρωτάγαν «τι άργησες;» τα γονικά στο σπίτι Χίλιες τους εύρισκε αφορμές, μύρια της στράτας μπόδια. Κ' ένα βραδύ από τα πολλά, κοντά το πρώτο σούρπο, Δίχως ν' αρμέξουν πρόβατα, να ειπούν και πολλά λόγια. Την πήρε από το χέρι ο νιος την ώμορφη την κόρη Και να, σε δαύτη τη σπηλιά, στο μονοπάτι δίπλα, Νυφούλα δίχως γάμου ευκές και βλογητό στεφάνι. Με τα φιλιά την έσυρε με χάιδια ο ψωμοπάτης. Χλόη δροσερή από τα βαρκά, μυρτιές από το ρέμα, Πεύκα του λόγγου ευωδερά, λουλουδιασμένες δάφνες Κι αρείκη του βουνού απαλή και νιόβγαλτο θυμάρι Έκοψε κ' έστρωσε ο βοσκός κ' έγειρ' εκεί την κόρη.

ΤΟ ΘΑΜΑ