Μάκβεθ

Part 8

Chapter 8 4 words Public domain Markdown

Α α, δμωαί γυναίκες, αίδε Γοργόνων δίκην φαιοχίτωνες και πεπλεκτανημέναι πυκνοίς δράκουσιν! ουκ έτ' αν μείναιμ' εγώ. — Τίνες σε δόξαι, φίλτατ' ανθρώπων πατρί, στροβούσιν;... — Ουκ εισί δόξαι τώνδε πημάτων εμοί· σαφώς γαρ αίδε μητρός έγκοτοι κύνες... Άναξ Άπολλον, αίδε πληθύουσι δη, καξ ομμάτων στάζουσιν αίμα δυσφιλές... υμείς μεν ουχ οράτε τας δ', εγώ 'δ ορώ. ελαύνομαι δε, και ουκ έτ' αν μείναιμ' εγώ.

Νομίζω μοναδικήν εν τω θεάτρω την αντικειμενικήν ταύτην παράστασιν όντων μη ορατών εις άπαντα τα δρώντα πρόσωπα. Αλλ' ότε πρόκειται περί υποκειμενικών οπτασιών, αύται δύνανται κατ' αρεσκείαν να γίνωσιν οραταί, ή μη, προς τους θεατάς. Εάν τα μηχανήματα δεν είναι εκ των εντελεστέρων ο δε ηθοποιός απ' εναντίας έχη την απαιτουμένην ικανότητα, προτιμητέα η αποφυγή μηχανών, αίτινες αντί τρόμου ενδέχεται να προξενήσωσι γέλωτα.

Εσπέραν τινά ο περιώνυμος Γάλλος ηθοποιός Τάλμας, συνδειπνών μετά φίλων, παρεκλήθη ν' απαγγείλη την γνωστήν ?ήν της γ' πράξεως του Αμλέτου. Μόναι σκηνικαί προπαρασκευαί ήσαν εξ ανάγκης τα έπιπλα του εστιατορίου, ο δε Τάλμας απήγγειλε τους γαλλικούς στίχους της ψυχράς του Ducis παραφράσεως. Εν τούτοις οι ακροαταί κατελήφθησαν υπό φρίκης. Δεν είχε χρείαν φάσματος άντικρύ του. Οι ιδόντες αυτόν έλεγον ότι έβλεπον το φάσμα εις τους οφθαλμούς και την φωνήν του ηθοποιού.

Β'. &Ο Μάκβεθ.&

&Χαίρε, ω Μάκβεθ! Βασιλεύς μετέπειτα θα γείνης&

Αι Δυνάμεις του Άδου εν τη τραγωδία του Σαικσπείρου ενεργούσιν αντιστρόφως ή εν τη τριλογία του Αισχύλου. Παρουσιάζονται επί της σκηνής ουχί μετά το έγκλημα, αλλά προ αυτού, ουχί προς τιμωρίαν, αλλά προς πειρασμόν.

Απεδώκαμεν εις τας Μαγίσσας ύπαρξιν πραγματικήν, αντικειμενικήν, παραβάλλοντες δε τον Μάκβεθ προς τας αρχαίας τραγωδίας υπεδείξαμεν ότι η μεταξύ αυτών ομοιότης προέρχεται προ πάντων εκ της ενυπαρχούσης εις το δράμα της επιδράσεως Δυνάμεων υπερφυσικών, αιωρουμένων υπεράνω επί της σκηνής προσώπων.

Αλλά, λέγοντες και παραδεχόμενοι ταύτα, ούτε αποδίδομεν μεγαλειτέραν του δέοντος αξίαν εις την ενταύθα επικράτησιν της Ειμαρμένης, ούτε παραβλέπομεν την μεγίστην ? λως διαφοράν μεταξύ του νεωτέρου τούτου αριστουργήματος και της αρχαίας εν γένει τραγωδίας. Διότι, επί τέλους, μεθ' όλα τα ήδη λεχθέντα, το εξέχον εν τω Μάκβεθ είναι ηθική ελευθερία, ελευθερία σχετική βεβαίως και περιωρισμένη καθό ανθρωπίνη, αλλ' όπως δήποτε περιέχουσα την ελαστικότητα, την οποίαν η λέξις εμφαίνει, οπότε εφαρμόζεται εις τον άνθρωπον.

Η Ειμαρμένη, εις την οποίαν ο Μάκβεθ υπείκει, είναι απλώς μόνον ο φυσικός νόμος, καθ' ον το έγκλημα γεννά το έγκλημα, η δε ανομία διαδέχεται την ανομίαν. Ο άπαξ τολμήσας να θέση τον πόδα επί της ολισθηράς κατωφερείας, κυλιέται μέχρι βάθους του βαράθρου, αλλ' όμως δεν απαλλάσσεται της ευθύνης του πρώτου τουλάχιστον βήματος· ηδύνατο δε πίπτων έτι να επικαλεσθή και να εύρη χείρα πρόθυμον συμπαθείας. Τα Δαιμόνια εν τω Σαικσπειρείω δράματι εκπροσωπούσι τον πειρασμόν, εις τον οποίον ναι μεν υποκύπτει ο αφρόνως προσηλών επ' αυτού τον οφθαλμόν, αλλ' ουχί και ο έχων την γνώσιν ν' αποστρέψη το πρόσωπον. Αι Μάγισσαι, διά της εμφανίσεως και των προφητειών αυτών, δεν εξασκούσιν επί της θελήσεως του Μάκβεθ πίεσιν αναπόδραστον, ουδ' αναγκαζουσιν αυτόν διά της βίας, τρόπον τινά, να πράξη το κακόν. ? ούτος μέχρι τέλους οίος ο άνθρωπος παρίσταται εις άπαντα του Σαικσπείρου τα έργα, και οποίος είναι πράγματι τω βίω, ο κύριος δηλαδή της τύχης του εργάτης. Εάν δεν δυνάμεθα να ερωτήσωμεν τον Μάκβεθ αυτόν, τι περί τούτου φρονεί, ήθελεν υπερηφάνως αρνηθή, να επιρρίψη την ευθύνην των πράξεών του εις οιονδήποτε άλλον, έστω και εις τον σατανάν. Ουδένα ποτέ μέμφεται, ουδέ την σύζυγόν του, ουδέ τας Μοίρας, ουδ' ανακράζει ούτος ως ο Ορέστης του Ευριπίδου, ο Απόλλων πταίει.

Τούτω' πιθόμενος την τεκούσαν έκτανον. Εκείνον ηγείσθ' ανόσιον και κτείνετε· εκείνος ήμαρτ', ουκ εγώ.

Όθεν, εάν σφάλλωσιν όσοι των κριτικών θέλουσι να σμικρύνωσι την επίδρασιν του πειρασμού επί της ψυχής του Μάκβεθ σφάλλουσιν όμως έτι μάλλον οι παραγνωρίζοντες την ελευθερίαν της βουλήσεώς του.

Ο Άγγλος χρονογράφος Holinshed, εξ ου ηρύσθη την υπόθεσιν του δράματος ο Σαικσπείρος, λέγει, ότι «ημέραν τινα καθ' ην ο Μάκβεθ και ο Βάγκος «μετέβαινον εις Φόρες, όπου ο βασιλεύς κατ' εκείνο του χρόνου διέμενεν, «ενώ μόνοι οι δε διέτρεχον προς διασκέδασιν δάση και αγρούς, συνήντησαν «αίφνης τρεις γυναίκας αλλοκότως ενδεδυμένος, και ομοιαζούσας προς «άλλης εποχής όντα.»

Ο ποιητής τροποποίησαν ουσιωδώς του χρονογράφου την περιγραφήν. Εν τη τραγωδία δεν συναντά τυχαίως τας Μαγίσσας ο Μάκβεθ διατρέχων μετά του Βάγκου δάση και αγρούς αλλ' επιστρέφων εκ της μάχης φόνου και δόξης μεστός. Η ανδρεία του έσωσε τον βασιλέα, τον χρηστόν και ειρηνικόν Δώγκαν, ούτινος τον θρόνον εκλόνιζε φοβερά αποστασία. Άνευ του Μάκβεθ κατεστρέφετο η βασιλεία. Χείμαρρος αισθημάτων συγκεχυμένων, στοχασμών εξ εκείνων τους οποίους ονειρεύεται έξυπνος, πλημμυρεί τον νουν και την καρδίαν του. «Άνευ εμού, λέγει καθ' εαυτόν, τι θα εγίνετο ο Δώγκαν; «Εις τον βραχίονά μου οφείλει και θρόνον και ζωήν. Εάν έπρεπε να «βασιλεύη ο ικανώτερος, ήθελεν είναι ούτος ο βασιλεύς της Σκωτίας; »

Αλλά τοιούτον μονόλογον ο Σαικσπείρος δεν θέτει εις τα χείλη του ήρωός του, ουδέ περιπίπτει εις το λάθος του να δώση σώμα και μορφήν εις ό,τι ώφειλε ν' αφήσει αόριστον και ασαφές. Εξ αυτών όμως των πρώτων του Μάκβεθ λέξεων διαβλέπομεν, ότι υφίσταται μυστηριώδης τις σύνδεσμος μεταξύ των Δαιμονίων του σκότους και των μυχίων αυτού στοχασμών. Οι τελευταίοι κατά την πρώτην σκηνήν λόγοι των Μαγισσών ήσαν:

Είν' τα ωραία φρίκη, φρίκη τα καλά.

Ο δε Μάκβεθ μετ' ολίγον, εισερχόμενος επί της σκηνής, λέγει προς τον Βάγκον:

&Δεν είδα ημέραν 'σαν αυτήν, τόσον φρικτήν κι' ωραίαν.&

Ομιλεί περί του καιρού ή περί της μάχης; Υπάρχει ως προς τούτο αμφιβολία τις, ως εκ του διφορουμένου των λέξεων, αλλ' αδιάφορον τούτο. Το πράγμα έχει σημασίαν μεγάλην, καθό υποδεικνύον (εν ελλείψει μονολόγου) την αισθητικήν ούτως ειπείν υπόστασιν του Μάκβεθ, βασιζομένην επί της επιδράσεως του Άδου.

Τοιαύτη η ηθική του ήρωος κατάστασις, καθ' ην στιγμήν συναντάται μετά των Μαγισσών, αίτινες προσαγορεύουσι τον νικητήν της αποστασίας ως μέλλοντα της Σκωτίας βασιλέα. Ο Μάκβεθ έκθαμβος, καταλαμβάνεται υπό ρίγους, ο δε χρηστός Βάγκος εκπλήττεται:

ω φίλε, τι 'ξιππάζεσαι, ωσάν να σε φοβίζουν ακούσματα ευχάριστα;

Ουδ' έχει άδικον εκπληττόμενος ο Βάγκος. Εν περιπτώσει θανάτου του βασιλέως της Σκωτίας, διαδέχεται αυτόν, κατά νόμον, ο εγγύτερος συγγενής του. Επειδή δε του Δώγκαν οι υιοί είναι ανήλικοι, αποθνήσκοντος αυτού δικαιούται να καθέξη τον θρόνον ο νικητής, και τροπαιούχος εξάδελφος του Μάκβεθ. Αλλά κατελήφθη ούτος υπό ρίγους, διότι επεχύθη αίφνης φως απαίσιον εντός της αβύσσου της καρδίας του. Οι λόγοι των Μαγισσών έδωκαν διά μιας σώμα εις τους συγκεχυμένους στοχασμούς, τους οποίους ησχύνετο μέχρι τούδε ν' αποκαλύψη εις εαυτόν, «Βασιλεύς της Σκωτίας ! . . . Πότε;» Μετά χρόνον πολύν ίσως. . . Αλλ' ο Δώγκαν δύναται να ζήση επί πολύ έτι, οι δε υιοί του, ν' ανδρωθώσιν εν τω μεταξύ . . . Ω ! το σκήπτρον, το σκήπτρον ! Μοι προφητεύουσιν ότι θα μοι δοθή . . . Διατί να μη το αρπάσω ; . . . Πόθεν έρχεται ο πειρασμός

που μου ορθώνει τα μαλλιά με την εμφάνισίν του,»

κτλ. (εν Σκ. Γ' της Α' Πράξεως).

Αλλ' ο Μάκβεθ δεν είναι εκ των αφινόντων εις την τύχην την φροντίδα του να εργασθή, υπέρ εαυτών, η δε τύχη φαίνεται προδιατεθειμένη να εξαπατήση τας ελπίδας του, εάν αφεθή εις αυτήν και μόνην.

Ο βασιλεύς ανταμείβων μεγαλοπρεπώς αυτόν τε και τον Βάγκον και τους λοιπούς του θρόνου του υπερμάχους, αναγέλλει τας διά το μέλλον αποφάσεις του και αναγορεύει τον υιόν του Μάλκολμ διάδοχον του θρόνου.

Τότε πρώτον ο Μάκβεθ συλλαμβάνει οριστικώς, μετ' αποφάσεως σταθεράς αλλ' ουχί άνευ φρίκης, τον σκοπόν του φόνου.

Ενίκησεν ο Άδης, διότι ο Μάκβεθ έχει την καρδίαν διεστραμμένην. Εάν ο νους και η καρδία του δεν έρρεπον προς το κακόν, ουδέποτε ήθελεν ισχύση να τον σπρώξη μέχρι της διαπράξεως του εγκλήματος ο Σατανάς, υπό την μορφήν παρουσιαζόμενος των Μαγισσών ή της συζύγου του. Ο αγαθός Βάγκος είδεν επίσης τας Μαγίσσας, αλλά τα πονηρά Δαιμόνια δεν απευθύνουσι προς εκείνον τον λόγον, διότι γνωρίζουσιν ότι δεν νικάται υπό του πειρασμού. Ο Βάγκος αυτός τας προσκαλεί να τω λαλήσωσι. Αι Μάγισσαι προλέγουσι τότε εις τον Βάγκον, ότι τα τέκνα του θα καθέξωσι τον θρόνον, η δε προφητεία τον ταράσσει· συναισθάνεται ότι προέρχεται εκ του Άδου η φωνή και προτρέπει τον Μάκβεθ να προφυλάττηται από του πονηρού.

Μετανοεί μάλιστα ο Βάγκος διά τας προς τα δαιμόνια ερωτήσεις του, διότι ναι μεν αι προφητείαι των ουδαμώς ισχύουσιν επί της καρδίας του, αλλ' όμως ταράττουσι τον νουν και ανησυχούσι τον ύπνον του. Έξυπνος δεν φοβείται, αλλά την νύκτα κοιμώμενος δεν είναι τις κύριος εαυτού. Όθεν προσεύχεται πριν ή κατακλιθή. Καρδία καθαρά και προσευχή προς τον Θεόν, ιδού τα όπλα δι' ων ο Βάγκος παλαίει κατά του Σατανά.

Εν τη ποιήσει του Σαικσπείρου αλλέως βλέπουσι την φύσιν οι χρηστοί, αλλέως δ' οι κακοί. Ο μεν τεταραγμένος την ψυχήν Μάκβεθ ελκύεται υπό του μεγαλείου της τρικυμίας, ή υπό του γοήτρου των κεραυνών και της ανεμοζάλης, η δε σκληροκάρδιος σύζυγός του προσέχει εις μόνον των ορνέων τον κρωγμόν· ενώ την ψυχήν του Βάγκου ευφραίνουσιν αι χελιδόνες αγγέλλουσαι το έαρ και η γλυκύτης του αέρος.

Και ουδ' αρκείται η ποίησις παριστώσα τον άνθρωπον μόνον επιρρεπή εις το να αισθάνηται τα της φύσεως, αναλόγως των ψυχικών αυτού διαθέσεων. Η φύσις αυτή συνταυτίζεται μετά του ανθρώπου και των πράξεών του. Καθ' ην νύκτα δολοφονείται ο Δώγκαν, η γη τρέμει, γογγυσμοί ακούονται εις τον αέρα, την δ' επιούσαν οι ίπποι του βασιλέως

αγρίευσαν και έσπασαν τους σταύλους των, κ' εβγήκαν κ' εχάθηκαν ακράτητοι κ' επαναστατημένοι κτλ.

Αι τοιαύται προσωποποιήσεις, των οποίων ανέκαθεν η ποίησις ποιείται χρήσιν, δεν είναι απλώς σχήματα ρητορικά, αλλ' εκφράζουσι την θρησκευτικήν συναίσθησιν της ενότητος απάσης της πλάσεως, και του ενδιαφέροντος, μεθ' ου οι ουρανοί βλέπουσι τα επί γης...

Ο Μάκβεθ δεν είναι φύσει ούτε τοσούτω μιαρός κακούργος, ώστε να προκαλέση αφ' εαυτού και να προλάβη τον πειρασμόν, ούτε άγιός τις, όστις υποκύπτει άκων εις την εκ του Άδου πίεσιν. Είνε άνθρωπος, ό εστι μίγμα αγαθού και πονηρού, το δε πονηρόν βαθμηδόν νικά εν αυτώ και υπερέχει. Ένθεν μεν ο χαρακτήρ αυτού παρίσταται φυσικός και πλήρης αληθείας, η δ' εξιστόρησις των πράξεών του ενδιαφέρει ημάς.

Ότε, αποφασίσας ήδη τον φόνον του Δώγκαν, ξενίζει αυτόν υπό την στέγην του και έχει πρόχειρον το θύμα, διστάζει αναχαιτιζόμενος υπό της ευκολίας αυτής του πράγματος και υπό του μη αποσβεσθέντος εισέτι αισθήματος της τιμής. Άλλο όμως η τιμή και άλλο η φιλοτιμία (1). Την φιλοτιμίαν, ουχί την τιμήν του Μάκβεθ εξάπτει η σύζυγός του, ότε επιπλήττουσα αυτόν ως άνανδρον, και ως μη τηρούντα τον φρικτόν όρκον του, ωθεί αυτόν εις το έγκλημα. Ο δε Μάκβεθ, μη φέρων την ύβριν, στερεούται εις την φοβεράν απόφασίν του, μετά βίας όμως περιστέλλων τας διαμαρτυρήσεις της συνειδήσεώς του. Αλλ' η τιμωρία, η δίκη επέρχεται από της πρώτης στιγμής. Ο Μάκβεθ εσκότωσε τον ύπνον· ο Μάκβεθ δεν θα κοιμηθεί εις το εξής! Εάν ο ήρως της τραγωδίας του Σαισπείρου δεν ησθάνετο τύψιν συνειδήσεως, εάν απ' αρχής εφαίνετο πάντη ανάλγητος, ηθέλομεν παρακολουθήσει το θέαμα των κακουργημάτων του πλήρεις μεν οίκτου και ελέους προς τα θύματά του, αλλ' αδιάφοροι όλως ως προς εκείνον, μόνη δε η εν τέλει καταστροφή του ηδύνατο να ικανοποιήση υπό αισθητικήν τε και ηθικήν έποψιν, την ψυχήν ημών. Αλλά δεν έχει ούτως η υπόθεσις. Ο Μάκβεθ δεν τιμωρείται υπό της σπάθης μόνης του Μακδώφ, αλλ' υπό της συνειδήσεώς του αυτής. Η ενδόμυχος δίκη του, συνταυτιζομένη μετά του εγκλήματος, είναι σύγχρονος αυτού, ή μάλλον ειπείν προγενεστέρα. Προηγηθείσα της πράξεως, ήρχισεν αφ' ότου συνελήφθη ο σκοπός αυτής.

Η ψυχική κατάστασις του Μάκβεθ αποκαθιστά αυτόν άξιον οίκτου μάλλον ή αποστροφής. Θεωρούμεν τιμωρίαν ικανήν τον ενδόμυχον βασανισμόν του. Ότε δ' επί τέλους αποθνήσκει ηρωικώς, θαυμάζομεν αυτόν, καίτοι άκοντες, διότι ναι μεν είναι κακούργος φρικτός, αλλ' ουχί και ευτελής. Άλλως τε, εν τω τραγικώ εν γένει του Σαικσπείρου θεάτρω, οι φαύλοι δεν έχουσιν άνανδρον και χαμερπή την κακίαν. Αληθώς, ο δολοφονήσας τον Δώγκαν, όπως τυραννήση επί της Σκωτίας, κινείται υπό σκοπών ιδιοτελών, κατά τούτο ιδίως διαφέρων των ηρώων της αρχαίας τραγωδίας, των οποίων αι πράξεις ανυψούνται και εξαγνίζονται διά της θείας έξωθεν επιδράσεως. Αλλ' η φιλοδοξία, ει και ιδιοτελής, ουδέν όμως έχει το ταπεινόν, το δ' έγκλημα του Μάκβεθ δεν εξευτελίζεται διά του στίγματος της χαμερπείας. Πλήρης ανδρείας, μάχεται ως λέων οπότε δε, εκτελουμένης κατά γράμμα της προφητείας, εκλείπει πάσα ελπίς, οπότε το δάσος της Βιρνάμης μετακινούμενον προχωρεί κατ' αυτού, αποθνήσκει μαχόμενος και αψηφών την τύχην.

Ουδ' έχει μόνην του μαχητού την γενναιότητα. Από του δευτέρου αυτού βήματος εν τη οδώ της ανομίας, παλαίει τολμηρώς κατά της ειμαρμένης. Αι Μοίραι υπεσχέθησαν τον θρόνον εις τους απογόνους του Βάγκου· όθεν αποφασίζει τον φόνον του Βάγκου και του υιού του, αλλά την νέαν ταύτην πάλην αναλαμβάνει μόνος, η δε σύζυγος, ήτις τον παρέσυρεν εις το πρώτον έγκλημα, μένει αμέτοχος του δευτέρου. Θέλει μόνος αυτός να φέρη την ευθύνην τούτου.

Παρεκτός της τοιαύτης γενναιότητος, ο Μάκβεθ έχει την ειλικρίνειαν του να μη εξαπατά αυτός εαυτόν ως προς το μέγεθος των ανομημάτων του· συναισθάνεται την κακίαν του και την αθωότητα των θυμάτων του. Ότε, περί το τέλος του δράματος, μανθάνει την προσέγγισιν του εχθρικού στρατού και την εν αυτώ παρουσίαν ενός των υιών του Δώγκαν, εννοεί ότι επέρχεται η ώρα του απολογισμού:

Επέρασ' η νεότης· εγύρισε 'ς το μάραμα ο δρόμος της ζωής μου κτλ.

Μετά τον φόνον του Δώγκαν ο Μάκβεθ αναγορεύεται βασιλεύς, αλλά δεν θεωρεί εαυτόν ασφαλή, ενόσω ο Βάγκος ζη. Ο Βάγκος, κοινωνός των προφητικών υποσχέσεων των Μαγισσών, υποπτεύεται βεβαίως τον Μάκβεθ ως ένοχον του φόνου, εκτός δε τούτου, ο Βάγκος είναι κατά τον χρησμόν πατήρ και ρίζα των διαδόχων του Μάκβεθ.

Όθεν εκμισθοί ο Μάκβεθ δύο δολοφόνους, όπως φονεύσωσι τον Βάγκον και τον υιόν του.

Εν μέσω της ηθικής του Μάκβεθ καταπτώσεως ευρισκόμεθα ενταύθα εις σημείον άξιον προσοχής, ως προς την ψυχολογικήν του ήρωος μελέτην. Αφ' ης στιγμής έδρεψε τους καρπούς του πρώτου αυτού εγκλήματος, προβαίνει εις τα εμπρός μετά σατανικής όντως ευσταθείας, το δε βαρύνον εφεξής αυτόν δεν είναι η συνείδησίς του, — την οποίαν εφόνευσεν εντός της καρδίας του, — αλλ' ο φόβος, η ανησυχία μη δεν εξησφαλίσθη αρκούντως το επιχείρημα, μη δεν αρκεί το μέχρι τούδε χυθέν αίμα.

Ο Βάγκος δολοφονείται, αλλά χάρις εις ένα των δολοφόνων, σβύσαντα αίφνης τους δαυλούς, διασώζεται ο υιός του, του οποίου επεζήτει ο Μάκβεθ τον θάνατον, όσον και τον του Βάγκου αυτού· « Μας έφυγεν ο υιός του!» ανακράζει είς των φονέων·

Τότ' η μισή μας η δουλειά πηγαίνει 'ς τα χαμένα!

Επιστρέφουσιν όπως δώσωσι λόγον των πράξεών των, και εισδύουσι μέχρι της θύρας της αιθούσης, όπου εν μέσω φωτοχυσίας και πομπής, οι άρχοντες συμποσιάζουσι μετά του βασιλέως. Ο Μάκβεθ, άμα ιδών αυτούς, απομακρύνεται εν βία των συνδαιτυμόνων του, όπως πληροφορηθή τα γενόμενα·

— Γεμάτον αίμα είναι το πρόσωπόν σου, άνθρωπε!...

Ουχί πλέον η φρίκη του χυθέντος αίματος, αλλ' ο φόβος μη δεν εχύθη ικανόν βασανίζει τον Μάκβεθ και κλονίζει μέχρι φρενοβλαβείας τον εγκέφαλόν του. Απέχομεν ήδη πολύ των πρώτων της ψυχής αυτού σπαραγμών. Τότε ηύχετο και επεθύμει ν' αναστήση τον Δώγκαν ο κρότος της κρουομένης θύρας. Ήδη, ότε το φάσμα του Βάγκου εμφανίζεται ενώπιόν του, την φρεναπάτην προξενούσιν ουχί αι τύψεις της συνειδήσεως, αλλ' αι αδημονίαι της εντρόμου φαντασίας του. Εν τη παραφροσύνη του νομίζει ότι ο Βάγκος ανεστήθη, διότι δεν εφονεύθη αρκούντως.

Αφού δε, παρελθούσης της φρεναπάτης, επαναλαμβάνη τας αισθήσεις, οποίαι αι πρώται του Μάκβεθ λέξεις;

Αίμα ζητεί! Είναι γραπτόν: το αίμα θέλει αίμα! Τόσον βαθειά 'ς τα αίματα εχώθηκα ως τώρα, ώστε αν παύσω να βουτώ, το να γυρίσω 'πίσω θα ήν' επίσης δύσκολον, καθώς να προχωρήσω.

Θα προχωρήση! Σχεδιάζει τον φόνον και του Μακδώφ. Η Λαίδη Μάκβεθ εν τούτοις τον παρακινεί ν' αναπαυθή. « Ας πλαγιάσωμεν», αποκρίνεται. Αλλ' όχι! ο Μάκβεθ εσκότωσε τον ύπνον! Ο Μάκβεθ δεν θα κοιμηθή εις το εξής! Η συνείδησις ενεκρώθη εν αυτώ, αλλ' η φαντασία του όμως, άγρυπνος αείποτε και έντρομος, διώκει και ύπνον και ησυχίαν. Πορεύεται και πάλιν προς τας Μαγίσσας, αίτινες παριστώσιν ενώπιον του οπτασίαν νέαν αλλ' αύτη ουδέν άλλο είναι, ή φαντασμαγορική παράστασις των σκέψεων υφ' ων πιέζεται ο νους του.

Η εσχάτη ψυχολογική κατάστασις, εις την οποίαν ο Μάκβεθ περιπίπτει, είναι η αδιαφορία, η απονάρκωσις, γενική τις αναισθησία, εξ ης εξέρχεται όπως αποθάνη γενναίως, όμοιος προς λύχνον, όστις πριν ή αποσβεσθή, αναδίδει τελευταίαν λάμψιν. Κραυγαί και οιμωγαί αντηχούσιν εντός του μεγάρου, αλλά μένει ούτος ατάραχος.

Μανθάνει ανάλγητος της συζύγου του την αυτοχειρίαν, η δε μόνη της θλίψεως αυτού έκφρασις είναι ο εξής απελπιστικός του βίου ορισμός:

Δεν είν' ο βίος άλλο, παρά σκιά που περπατεί, παρά θεάτρου μίμος, οπού πηγαίνει κ' έρχεται μιαν ώραν 'ς την σκηνήν του, και πλέον δεν ακούεται. Είν' ένα παραμύθι που λέγει ένας παλαβός — βοήν, θυμούς γεμάτον, αλλά δεν έχει νόημα!

Αι τύψεις της συνειδήσεως, αι ανησυχίαι της φαντασίας, η μέχρις ηλιθιότητας απόγνωσις, ιδού οι τρεις κύριοι σταθμοί εν τη διελίξει της ηθικής του Μάκβεθ καταπτώσεως. Δεν εστερείτο μεγαλείου ο Μάκβεθ, ή ευγενείας εμφύτου, ηδύνατο δε, καθώς ο Ιώβ, ν' αντιπαλαίση κατά του Διαβόλου και να νικήση αυτόν, εάν εν ημέρα αλαζόφρονος μέθης δεν συνηντάτο η φιλοδοξία του μετά του εξ Άδου πειρασμού:

Χαίρε, ω Μάκβεθ! Βασιλεύς μετέπειτα θα γείνης!

Γ'. Η Λαίδη Μάκβεθ.

Ο χαρακτήρ του Μάκβεθ αποτελεί αξιόλογον υπόδειγμα της μεθόδου του Σαικσπείρου περί την απεικόνισιν των τραγικών αυτού προσώπων. Διασαφίζων την πρώτην του πάθους αφετηρίαν, παρακολουθεί την βαθμιαίαν αυτού ανάπτυξιν μέχρι της καταστροφής, εις τρόπον ώστε ο θεατής έχει προ αυτού, ουχί μίαν κρίσιμον στιγμήν της υπάρξεως του ήρωος, ως εν τω αρχαίω θεάτρω, αλλά την ιστορίαν ολόκληρον της ψυχής αυτού απ' αρχής μέχρι τέλους. Ο Μάκβεθ δεν παρίσταται εν αρχή του δράματος οποίος φαίνεται εν τη δευτέρα πράξει, ουδέ αποκαλύπτεται όλος εν τη δευτέρα ταύτη πράξει, αλλ' εν τέλει μόνον της τραγωδίας γνωρίζομεν αυτόν κατά βάθος. Ούτω και ο Οθέλλος δεν παρίσταται ευθύς απ' αρχής ζηλότυπος· απ' εναντίας, κατ' αρχάς έχομεν εν αυτώ άνδρα ειλικρινή και εύπιστον, ουδέν άλλο ποθούντα και απολαμβάνοντα ή του έρωτος την ευτυχίαν. Τοιούτος και Τίμων ο Αθηναίος, όστις, πριν ή καταλήξη εις μισανθρωπίαν, σπαταλεί εις τους περί αυτόν την φιλίαν και τους θησαυρούς του.

Αλλ' εν τω προσώπω της συζύγου του Μάκβεθ τολμώ ειπείν ότι ο ποιητής παραβαίνει την τοιαύτην ψυχολογικήν αυτού μέθοδον. Άνευ ουδεμιάς προπαρασκευής φέρει αίφνης ενώπιον ημών τέρας κακίας, μη προειδοποίησας ουδαμώς τον θεατήν πόθεν η τοσαύτη κακία, ή τουλάχιστον διά τι υπό τας υπαρχούσας εν τω δράματι περιστάσεις αναφαίνεται.

Δυνάμεθα να παραδεχθώμεν, ότι η κακία των γυναικών υπερβαίνει την των ανδρών, ως και ο Ευριπίδης ομολογεί εν Μηδεία:

πεφύκαμεν γυναίκες εις μεν έσθλ' αμηχανώταται, κακών δε πάντων τέκτονες σοφώταται.

Δυνάμεθα δ', ως προς τούτο, να επιφέρωμεν και ετέραν ιερωτέραν μαρτυρίαν, την του Ευαγγελίου αυτού, εν ώ βλέπομεν τον Ιησούν και τους Αποστόλους άπαξ μόνον εκβάλλοντας εξ ανδρός πνεύματα ακάθαρτα πλείονα του ενός, ενώ εκ μιας και μόνης γυναικός επτά όλα δαιμόνια εξεβλήθησαν. Ταύτα πάντα σημαίνουσιν, ότι οπότε το φύλον, το παρά Θεού πλασθέν ασθενές και ευαίσθητον, παρεκκλίνει της ευθείας οδού, απολήγει εις διαφθοράν ταχυτέραν και πληρεστέραν ή το αγροικότερον, συνάμα δε και ισχυρότερον, ανδρικόν φύλον· ο δε ποιητής δικαιούται οπωςδήποτε ν' απεικονίση την ανθρωπίνην φύσιν εν πάση αυτής τη μοχθηρία. Αλλά, όσω μεγαλειτέρα η παρεκτροπή της γυναικείας καρδίας, τοσούτω αναγκαιοτέρα η επεξήγησις του πώς προήχθη και ανεπτύχθη η τοιαύτη παρεκτροπή. Ο δε Σαικσπείρος παρημέλησε να ικανοποιήση ως προς τούτο την δικαίαν ημών περιέργειαν, καθότι η αρχή και η πρόοδος της κακίας της Λαίδης Μάκβεθ μένουσι προς ημάς άγνωστοι, το δε υπό δραματικήν έποψιν σπουδαιότερον, ουδέ των κινούντων αυτήν αιτίων έχομεν σαφή γνώσιν.

Παρίσταται κατά πρώτον επί της σκηνής αναγινώσκουσα επιστολήν του συζύγου της.

Υπηρέτης εισερχόμενος αναγγέλλει την προσεχή άφιξιν του Μάκβεθ και του βασιλέως Δώγκαν. «Ετρελλάθηκες!» ανακράζει η Λαίδη Μάκβεθ, μόλις και μετά βίας πειθομένη ότι η Τύχη μετά τοσαύτης προθυμίας υποβοηθεί τους φονικούς σκοπούς της.

Ο μετά την αγγελίαν ταύτην μονόλογός της μαρτυρεί εις πόσην ανεξήγητον έξαψιν και ταραχήν έρριψεν αυτήν διά μιας η ανάγνωσις επιστολής, ευάρεστα μόνον αγγέλματα περικλειούσης. Αλλά διά τι τούτο; Ο Μάκβεθ συνέλαβε μεν αιφνιδίως τον σκοπόν να φονεύση τον βασιλέα, αλλά παρωρμήθη υπό των λόγων του Δώγκαν, αναγορεύσαντος ως διάδοχον του θρόνου τον υιόν του, και διαψεύσαντος ούτω των Μαγισσών τας προφητείας. Αλλ' εκ της επιστολής ήδη η Λαίδη Μάκβεθ πληροφορείται περί των προφητειών και μόνων, αύται δε χαράν μόνον και αγαλλίασιν έπρεπε να προξενήσωσιν, ως γράφει άλλως τε προς αυτήν ο Μάκβεθ. Διά τι επιφέρουσιν αντίθετον όλως αποτέλεσμα; Προς δικαιολόγησιν της τοιαύτης ???ήξεως αισθημάτων αγρίων ανάγκη να προϋποθέσωμεν συνομιλίαν προγενεστέραν των δύο συζύγων, καθ' ην αντηλλάγησαν πόθοι φιλόδοξοι και σκοποί εγκληματικοί, ή προτροπή τινα της γυναικός προς τον σύζυγον όπως καταλάβη διά της βίας τον θρόνον. Αλλ' η τοιαύτη συνδιάλεξις εγένετο εν αγνοία ημών εις τα παρασκήνια, προ της ανυψώσεως της αυλαίας. Ήδη έχομεν προ οφθαλμών γυναίκα αναγινώσκουσα εν επιστολή πράγματα ευχάριστα, καταλήγουσαν δε εις συμπεράσματα αντιφατικά όλως προς τα εν τη επιστολή αναγνωσθέντα. «Όντα υπερφυσικά προφητεύουσιν εις τον σύζυγόν μου τιμάς και μεγαλεία, δεν φαίνονται δε ψευδόμενα, αφού η προφητεία επληρώθη ήδη κατά το ήμισυ. Θα γείνωσι και τα επίλοιπα. Το σκάφος ημών πλέει πλησίστιον προς τον λιμένα, ο δ' άνεμος επιπνέει ούριος. Άρα λοιπόν, εκμανήτε, ω θύελλαι και πληρώσατε τρόμου και φρίκης τον αίθριον ουρανόν». Τοιαύτη η λογική της Λαίδης Μάκβεθ. (2)Αλλά το έγκλημα, οιαδήποτε η επιτυχία αυτού, είναι πράξις φοβερά, συνεπαγομένη την βίαν και την αναστάτωσιν· όπως δ' εν τη γαλήνη βίου ευδαίμονος διαπράξη τις αίφνης κακούργημα, ανάγκη να υπάρχη κατά το φαινόμενον τουλάχιστον, λόγος ισχυρός προς τούτο. Έν ελλείψει τοιούτου τινός ελατηρίου εν τη διαγωγή της Λαίδης Μάκβεθ, απορεί τις, εάν ο Σαικσπείρος ηθέλησεν εν τω προσώπω αυτής να παραστήση γυναίκα αληθή, ή την ενσάρκωσιν του πονηρού, τον Διάβολον αυτόν, όμοιον μεν ηθικώς προς τας δυσειδείς και γενειούχους Μαγίσσας, αλλ' υπό μορφήν ευειδεστέραν.

Ότε ο Μάκβεθ, πριν ή προβή εις τον φόνον του βασιλέως τον οποίον ξενίζει, καταλαμβάνεται υπό δισταγμού εντίμου και ανακηρύττει ότι δεν θέλει να σπρώξη μακρύτερον το πράγμα, τότε πάλιν ο Σατανάς, ό έστιν η σύζυγος του, ενισχύει την εικονιζομένην απόφασίν του.

Οπωςδήποτε, η τραγωδία αύτη είναι αναντιρρήτως, ως σύνθεσις, το ωραιότερον των ποιητικών του Σαικσπείρου έργων· επειδή ο χαρακτήρ της Λαίδης Μάκβεθ, καίτοι προκαλών, τας υποδειχθείσας ενστάσεις, συνέχεται όμως αδιαρρήκτως μετά της όλης εν τω ποιήματι δράσεως (ουχί ως το άχαρι του θυρωρού επεισόδιον εν τη γ' σκηνή της Β' πράξεως, το όποιον δύναται ν' απαλειφθή, θεωρούμενον και ως υποβολιμαίον), διά τούτο οι σχολιασταί απεπειράθησαν παντοίοις τρόποις ν' ανεύρωσι σύνδεσμόν τινα, συνέχοντα το παρά φύσιν πρόσωπον τούτο κατά της συνήθους και πραγματικής ανθρωπίνης φύσεως. Επέτυχον δ' ευκόλως, καθότι ως προς τούτο ο Σαικσπείρος είναι ότι και αι ιεραί γραφαί: ο ζητών ευρήσει.