Μάκβεθ

Part 5

Chapter 5 9 words Public domain Markdown

ΜΑΛΚΟΛΜ Καμμιάν δεν έχω! — Αρετήν βασιλικήν καμμίαν! Πραότης, φιλαλήθεια, φιλοδικαιοσύνη, σεμνότης, επιείκεια και γενναιοδωρία, ευσέβεια, υπομονή, ανδρεία, καρτερία, μου είναι ξένα όλα των. Κάθε κακίαν όμως, εις όλην της την έκτασιν και δύναμιν, την έχω! Εάν μου ήτο δυνατόν, θα έχυνα προθύμως μέσα 'ς τον Άδην το γλυκύ της ομονοίας γάλα, την ησυχίαν του παντός να φέρω άνω κάτω κι' από το πρόσωπον της γης να διώξω την ειρήνην!

ΜΑΚΔΩΦ Σκωτία, ω Σκωτία μου!

ΜΑΛΚΟΛΜ Όπως σου λέγω είμαι. Αν με νομίζης άξιον να κυβερνώ ειπέ το!

ΜΑΚΔΩΦ Να κυβερνάς; — Ούτε να ζης! — Πατρίς δυστυχισμένη, με τύραννον παράνομον 'ς το αίμα θρονιασμένον, πότε, ω! πότε θα ιδής καλάς ημέρας πάλιν, αφού αυτός, του θρόνου σου το γνήσιον βλαστάρι, τον εαυτόν του μόνος του τον αναθεματίζει και βλασφημεί το γένος του και την καταγωγήν του! — Ο Δώγκαν, ο πατέρας σου, αγίασε 'ς τον θρόνον, κ' η μάννα που σ' εγέννησε, εις όλην την ζωήν της συχνότερα 'ς τα γόνατα παρά 'ς τα πόδια ήτον και καθ' ημέραν κι' ώραν της απέθνησκε (31)! — Θα φύγω! Τα όσα καταμαρτυρείς κατά του εαυτού σου, από τον τόπον όπου ζης εμένα μ' εξορίζουν. Ω! ετελείωσεν εδώ, καρδιά μου, η ελπίς σου!

ΜΑΛΚΟΛΜ Μακδώφ γενναίε κι' αγαθέ, ο ευγενής θυμός σου εις την ψυχήν μου έσβυσε τους δισταγμούς τους μαύρους, κι' αποδεικνύει την τιμήν, την ειλικρίνειάν σου! Ο Μάκβεθ ο παμπόνηρος μ' αυτά συχνά τα μέσα να στήση επροσπάθησε παγίδα να με πιάση, ώστε η γνώσις τ' απαιτεί ν' αργώ να δίδω πίστιν. Αλλ' όμως, μάρτυς ο Θεός να ήναι μεταξύ μας, αφίνομαι 'ς τα χέρια σου από εδώ και πέρα. Τα όσα εναντίον μου σου είπα, τα ξελέγω. Αποκηρύττω όσα κακά κι' όσας κατηγορίας εφόρτωσα επάνω μου. Μου είναι όλα ξένα! Γυναίκα δεν εγνώρισα, επίορκος δεν είμαι, δεν επεθύμησα ποτέ ούτε 'δικόν μου πράγμα, ποτέ μου δεν επάτησα τον λόγον τον δοσμένον, δεν θέλω κ' ένα δαίμονα 'ς τον άλλον να προδώσω, κ' ίσα μ' αυτήν μου την ζωήν λατρεύω την αλήθειαν! Πρώτον μου ψεύδος είν' αυτό, κατά του εαυτού μου. Αυτός που είμ' αληθινά, ιδού με, ιδικός σου και δούλος της πατρίδος μας εις ό,τι διατάξη. Πριν έλθης εξεκίνησεν ο γέρων ο Σιβάρδος· δέκα χιλιάδες μαχηταί μαζί του εκστρατεύουν. Πηγαίνωμεν κατόπιν των, και άμποτε να ήναι τόσον η τύχη μας καλή, όσον το δίκαιόν μας! Τι σιωπαίνεις;

ΜΑΚΔΩΦ Δύσκολον ο νους να συμβιβάση τόσα πολλά δυσάρεστα κ' ευχάριστα συγχρόνως.

(Εισέρχεται ΙΑΤΡΟΣ)

ΜΑΛΚΟΛΜ Παρακαλώ, ο βασιλεύς σκοπεύει να εξέλθη;

ΙΑΤΡΟΣ Εξέρχεται! Ένας σωρός κορμιά δυστυχισμένα προσμένουν απ' το χέρι του να λάβουν θεραπείαν. Το πάθος των την δύναμιν της τέχνης υπερβαίνει, αλλά η χάρις του Θεού 'ς το χέρι του εδόθη και όλοι θεραπεύονται ευθύς που τους εγγίση.

ΜΑΛΚΟΛΜ Ευχαριστώ, καλέ ιατρέ.

(Εξέρχεται ο ΙΑΤΡΟΣ).

ΜΑΚΔΩΦ Τι είν' αυτό το πάθος;

ΜΑΛΚΟΛΜ Το λέγουν πάθος πονηρόν. Θαυματουργεί αλήθεια ο βασιλεύς ο αγαθός αυτός! Συχνά το είδα απ' τον καιρόν που έφθασα εδώ εις την Αγγλίαν. πώς έλαβε το χάρισμα ο Θεός μόνος 'ξεύρει! Παθιασμένοι έρχονται, πρησμένοι, πληγωμένοι, ελεεινοί, απ' τους ιατρούς απηλπισμένοι όλοι, εκείνος νόμισμα χρυσούν κρεμνά εις τον λαιμόν των και τους διαβάζει μίαν ευχήν, και θεραπεύοντ' όλοι. Αυτό το θείον χάρισμα θα το κληρονομήσουν, καθώς με εβεβαίωσαν, και οι διάδοχοί του (32). Εκτός αυτού, την δύναμιν να προφητεύη έχει, κ' άλλαι πολλαί τον θρόνον του στολίζουν ευλογίαι, σημεία θείας χάριτος!

(Εισέρχεται ο ΡΩΣ)

ΜΑΚΔΩΦ Ποιος είν' αυτός πού ήλθε;

ΜΑΛΚΟΛΜ Πατριώτης φαίνεται, αλλά δεν τον γνωρίζω.

ΜΑΚΔΩΦ Εσύ εδώ, εξάδελφε καλέ μου! Καλώς ήλθες!

ΜΑΛΚΟΛΜ Α! τώρα τον εγνώρισα! — Θεέ μου, μη βραδύνης να παύσης τα εμπόδια όπου μας κάμνουν ξένους!

ΡΩΣ Αμήν, αμήν, αυθέντα μου!

ΜΑΚΔΩΦ Πώς είναι η Σκωτία;

ΡΩΣ Πατρίς καϋμένη! Δεν τολμά κι' αυτή να εξετάση πώς είναι. Ως μητέρα μας να μη την θεωρώμεν αλλά ως τάφον μας, — αφού ποτέ μειδίαμα δεν βλέπεις παρά 'ς τα χείλη των νεκρών, — αφού τα μοιρολόγια και οι κλαυθμοί κ' οι οδυρμοί ξεσχίζουν τον αέρα κι' ακούοντ' ακατάπαυστα, πλην δεν παρατηρούνται, — αφού κατήντησε συρμός ο σπαραγμός της λύπης! Μόλις 'ρωτούν ποιος 'πέθανε όταν κτυπά καμπάνα. Οι άνθρωποι μαραίνονται ταχύτερ' από τ' άνθη και τους πλακόνει θάνατος, πριν τους πλακώση αρρώστια!

ΜΑΚΔΩΦ Περιγραφή ελεεινή και πιστοτάτη όμως!

ΜΑΛΚΟΛΜ Τι ήτο το δυστύχημα το τελευταίον, 'πέ μας.

ΡΩΣ Εκείνα που συνέβησαν εντός μιας ώρας μόνον κανείς αν έχη να τα 'πή, η γλώσσα του μαλλιάζει. Κάθε στιγμή οπού περνά γεννοβολά και νέα!

ΜΑΚΔΩΦ Πώς είνε η γυναίκα μου;

ΡΩΣ Καλά!

ΜΑΚΔΩΦ Και τα παιδιά μου;

ΡΩΣ Επίσης!

ΜΑΚΔΩΦ Μου τους άφησεν ο τύραννος ησύχους;

ΡΩΣ Οπόταν έφυγ' απ' εκεί τους άφησα ησύχους.

ΜΑΚΔΩΦ Μη μου φιλαργυρεύεσαι τα λόγια σου! Τι τρέχει;

ΡΩΣ Οπόταν έφευγ' απ' εκεί να έλθω να σας φέρω τα νέα, 'πού το βάρος των πλακόνει την καρδιά μου, ηκούσθη ότι μερικοί 'σηκώθηκαν 'ς τα όπλα. Το πράγμα δε απίθανον διόλου δεν μ' εφάνη, διότι τας δυνάμεις του ο τύραννος συνάζει. Καιρός να βοηθήσετε! Μία 'ματιά σας μόνη, κι' όλ' η Σκωτία παρευθύς θα σηκωθή 'ς τα όπλα! ακόμη κ' αι γυναίκες μας θα οπλισθούν κ' εκείναι να λυτρωθούν απ' τα δεινά κι' από τα βάσανά των!

ΜΑΛΚΟΛΜ Παρηγορήσου κ' ήλθαμεν! Μας έδωκ' η Αγγλία δέκα χιλιάδες στράτευμα και τον καλόν Σιβάρδον. Άλλον δεν έχει στρατηγόν η Χριστιανοσύνη με τόσην πείραν κι' αρετήν!

ΡΩΣ Ω! Είθε να 'μπορούσα καθώς με παρηγόρησες να σας παρηγορήσω! Αλλ' έχω λόγια να ειπώ, που ήθελα να ήμαι 'ς την έρημον να τάκραζα κι' αυτί να μη τ' ακούη!

ΜΑΚΔΩΦ Είναι κοινόν δυστύχημα; ή μήπως φόρος λύπης, οπού θα έχη μια καρδιά να τον πληρώση μόνη;

ΡΩΣ Και ποια καρδιά τόσον καϋμόν να μη τον συμπονέση; Αλλά ο μεγαλείτερος ο πόνος ιδικός σου!

ΜΑΚΔΩΦ Αν ιδικός μου, δος μου τον μη μου τον κρύπτης· λέγε!

ΡΩΣ Μη σιχαθούν διά παντός τ' αυτιά σου την φωνήν μου, αν έχη τον σκληρότερον τον ήχον να τα δώση οπού ποτέ των άκουσαν ως τώρα!

ΜΑΚΔΩΦ Ω! Μαντεύω.

ΡΩΣ Επάτησαν το κάστρον σου! Γυναίκα σου, παιδιά σου τα έσφαξαν αλύπητα! Να 'πώ το πώς, θα ήναι κοντά 'ς αυτά τα θύματα και σε να θανατώσω.

ΜΑΛΚΟΛΜ Θεέ ελέους κ' οικτιρμών! — Και συ, μη τα σκεπάζης, άνθρωπε, τα 'μάτια σου. Δόσε φωνήν 'ς την λύπην! Όταν η λύπη σιωπά και λόγια δεν ευρίσκη, κρυφολαλεί με την καρδιάν και να σχισθή της λέγει!

ΜΑΚΔΩΦ Και τα παιδιά μου;

ΡΩΣ Όλους σου, — παιδιά, γυναίκα, δούλους, όσους κι αν ηύραν!

ΜΑΚΔΩΦ Και εγώ από εκεί να λείπω! σφαγμένη κ' η γυναίκα μου;

ΡΩΣ Κ' εκείνη· — σου το είπα.

ΜΑΛΚΟΛΜ Ησύχασε! Το ιατρικόν του φοβερού μας πόνου είναι η εκδίκησις!

ΜΑΚΔΩΦ Αυτός παιδιά δεν έχει (33). ?α, μου είπες όλα των; — Ανήμερον θηρίον! εύμορφα πουλάκια μου, κ' η μάννα των μαζί των, μαζί;

ΜΑΛΚΟΛΜ 'Πολέμησε την λύπην σου 'σάν άνδρας.

ΜΑΚΔΩΦ Ναι! Αλλ' όμως χρεωστώ και να πονώ 'σάν άνδρας ? είναι τρόπος απ' τον νουν να μ' έβγη πώς τα είχα τα όντα μου τα φίλτατα! — Κι' ο Ουρανός το είδε και δεν τα επροστάτευσε; Συ είσαι η αιτία, εσύ, Μακδώφ, αμαρτωλέ! Δεν έπταισαν εκείνα· τα κρίματά μου έγειναν αιτία της σφαγής των, τα κρίματά μου! — Ο Θεός να τ' αναπαύση τώρα!

ΜΑΛΚΟΛΜ Αυτό ας ήναι, ω Μακδώφ, ακόνι του σπαθιού σου. Ας δώση τόπον 'ς την οργήν η λύπη· την καρδιά μας να μη την πνίξ' η λύπη μας, να την ανάψη!

ΜΑΚΔΩΦ Τώρα 'σάν γυναικός τα 'μάτια μου να κλαίουν ημπορούσαν, κ' η γλώσσα μου να φλυαρή. Αλλ' όχι! — Ω Θεέ μου μη συγχωρής αναβολήν! στήθος με στήθος φέρε εμένα και τον δαίμονα εκείνον της Σκωτίας! Να με χωρίζη απ' αυτόν, το μάκρος του σπαθιού μου, κι' όσον γλυτώση απ' εμέ, τόσο καλό να εύρη!

ΜΑΛΚΟΛΜ Τώρα είσ' άνδρας! Έλα 'δώ! 'ς τον βασιλέα 'πάμε. Το στράτευμα είν' έτοιμον. Αφίνομεν υγείαν και ξεκινούμεν. — Ώριμος να πέση είν' ο Μάκβεθ, αι δε δυνάμεις τ' ουρανού στήνουν τα σύνεργά των. Αρκέσου μ' όσην' ο Θεός παρηγοριάν σου στείλη. Όσον η νύκτα κι' αν βαστά, η 'μέρα θ' ανατείλη!

ΠΡΑΞΙΣ ΠΕΜΠΤΗ

ΣΚΗΝΗ Α'

Εν Δουνσινάνη. Προθάλαμος εν τω μεγάρω. (Εισέρχεται ΙΑΤΡΟΣ και η ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ της ΛΑΙΔΗΣ ΜΑΚΒΕΘ).

ΙΑΤΡΟΣ Δύο νύκτας αγρύπνησα εδώ μαζί σου, αλλ' ακόμη τίποτε από όσα μου είπες δεν είδα. Πότε ήτον η τελευταία φορά οπού επεριπάτησε;

ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ Από τον καιρόν οπού ο βασιλεύς εξεστράτευσε, την βλέπω κάθε νύκτα να σηκόνεται από το στρώμα, να φορή το νυκτικόν της, να ανοίγη το γραφείον της, να παίρνη χαρτί, να το διπλόνη, να γράφη, να διαβάζη όσα έγραψε, έπειτα να το βουλλόνη και να ξαναγυρίζη εις το κρεβάτι της· — και όλα αυτά ενώ είναι εις ύπνον βαθύν.

ΙΑΤΡΟΣ Μεγάλη της φύσεως διατάραξις! Ν' απολαμβάνη τα αγαθά του ύπνου, και συγχρόνως να κάμνη όσα θα έκαμνε και έξυπνη. Εις αυτά τα κοιμισμένα πήγαιν' -έλα της, εκτός του να περιπατή και όσα άλλα μου είπες, την ήκουσες, ποτέ να λέγη τίποτε;

ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ Την ήκουσα να λέγη πράγματα τα οποία δεν ημπορώ να επαναλάβω.

ΙΑΤΡΟΣ Εις εμένα ημπορείς και πρέπει μάλιστα!

ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ Ούτε εις εσένα ούτε εις άλλον κανένα, αφού δεν έχω και μάρτυρα να επιβεβαιώση τα λόγια μου.

(Εισέρχεται η ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ κρατούσα λύχνον).

ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ Ιδέ! Να την! Έρχεται, καθώς πάντοτε και, μα την ζωή μου, κοιμάται 'ς τα βαθειά. Παρατήρησέ την πήγαινε κοντά.

ΙΑΤΡΟΣ Πού το ηύρε το φως;

ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ Ήτο 'ς το πλάγι της. Ο λύχνος καίει πάντοτε κοντά της κατά προσταγήν της.

ΙΑΤΡΟΣ Κύταξε, έχει ανοικτά τα μάτια!

ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ Ναι, ο νους των όμως είναι κλεισμένος.

ΙΑΤΡΟΣ Τι κάμνει τώρα; Ιδέ την πώς τρίβει τα χέρια!

ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ Το συνειθίζει· — ωσάν να πλύνεται· — την είδα να το κάμνη αυτό δι' εν τέταρτον της ώρας, χωρίς να παύη.

ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ Έχει ακόμη κηλίδα!

ΙΑΤΡΟΣ Άκουε, ομιλεί. — Θα γράψω όσα ειπή διά να τα ενθυμούμαι καλλίτερα.

ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ Έβγα, κηλίς κατηραμένη! Έβγα! — Μία, δύο· — ώρα να γείνη το πράγμα... Ο Άδης είναι σκοτεινός (34)! ... Εντροπή, άνδρα μου, εντροπή! Στρατιώτης, και να φοβήσαι! Τι σε μέλει αν το μάθουν; Ποίος θα τολμήση να μας ζητήση λόγον;... Αλλά πού ημπορούσε κανείς να το φαντασθή, ότι ο γέρος είχε μέσα του τόσον αίμα!

ΙΑΤΡΟΣ Το ήκουσες τούτο;

ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ Ο Θάνης του Φάιφ είχε γυναίκα. Πού είναι τώρα;... Πώς; Δεν θα καθαρίσουν ποτέ αυτά τα χέρια; Μη Μάκβεθ, Μη! Χαλνούν τα πάντα με αυτούς σου τους τρόμους.

ΙΑΤΡΟΣ Ακούεις! Ακούεις! Έμαθες όσα δεν έπρεπε να γνωρίζης!

ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ Αυτή είπεν όσα δεν έπρεπε! Τα πόσα ηξεύρει, ο Θεός το γνωρίζει!

ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ Μυρίζει ακόμη το αίμα! Όλα τα αρώματα της Αραβίας δεν ημπορούν πλέον να μοσχομυρίσουν αυτό το χεράκι! Ωχ! Ωχ Ωχ!

ΙΑΤΡΟΣ Τι αναστεναγμός! Βαρειά καρδιά που έχει!

ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ Δεν ήθελα να την έχω την καρδιά της, και όλα της τα μεγαλεία να είχα!

ΙΑΤΡΟΣ Καλά, καλά, καλά! —

ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ Άμποτε να ήσαν καλά, ιατρέ μου!

ΙΑΤΡΟΣ Αυτή η ασθένεια ξεπερνά την τέχνην μου (35). Και όμως! έτυχαν άνθρωποι να περιπατούν εις τον ύπνον των, και ν' αποθάνουν άγια και αναπαυμένα εις το στρώμα των.

ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ Πλύνε τα χέρια σου, βάλε το νυκτικό σου· μη φαίνεσαι τόσον χλωμός! Σου το λέγω και πάλιν: ο Βάγκος είναι εις τον τάφον του· δεν ημπορεί να έβγη από το μνήμα!

ΙΑΤΡΟΣ Και εκείνον!

ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ 'Σ το στρώμα, 'ς το στρώμα! Κτυπούν την θύραν. Έλα, έλα, έλα, έλα! δος μου το χέρι! Ό,τι έγεινε δεν ξεγίνεται. 'Σ το στρώμα, 'ς το στρώμα, 'ς το στρώμα!

(Εξέρχεται). (36)

ΙΑΤΡΟΣ Πηγαίνει να πλαγιάση τώρα;

ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ Αμέσως!

ΙΑΤΡΟΣ Ο κόσμος έξω πράγματα φρικώδη ψιθυρίζει! Γεννούν αφύσικα δεινά τα παρά φύσιν έργα! Όπου συνείδησις βαρειά, ο νους τα μυστικά του εις τα κουφά προσκέφαλα θα τα ξεμυστηρεύση. — Όχι ιατρού, πνεματικού έχει αυτή ανάγκην! Θεέ, Θεέ Πανάγαθε, ελέησέ μας όλους!... Συ, πρόσεχέ την. Κύτταξε κοντά της να μην έχη τίποτε πράγμα να βλαφθή. Πηγαίνω. Καλήν νύκτα. Εθάμβωσε τα 'μάτια μου κ' ετάραξε τον νουν μου τάχω 'ς τον νουν, πλην δεν τολμά να τα ειπή η γλώσσα.

ΣΚΗΝΗ Β'

Εξοχή παρά την Δουνσινάνην. (Εισέρχονται μετά τυμπάνων και σημαιών ο ΜΕΝΤΗΘ, ο ΚΑΙΘΝΗΣ, ο ΑΓΚΟΣ, ο ΛΕΝΩΞ και ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΙ).

ΜΕΝΤΗΘ Εδώ κοντά ευρίσκεται το στράτευμα των Άγγλων κι' ο Μάλκολμ επί κεφαλής, κι' ο θείος του Σιβάρδος (37), και ο Μακδώφ. Εκδίκησις τα στήθη των ανάπτει! Αλλά τα όσα έπαθαν είν' αρκετά να κάμουν ν' ανάψη κ' ένας ασκητής και να χωθή 'ς το αίμα!

ΑΓΚΟΣ Θα τους συναπαντήσωμεν 'ς το δάσος της Βιρνάμης.

ΚΑΙΘΝΗΣ Γνωρίζετε αν έρχεται κι' ο αδελφός του Μάλκολμ;

ΜΑΚΔΩΦ Όχι! Εις τον κατάλογον δεν είναι των αρχόντων. Αλλά μαζί των έρχονται κι' ο νέος ο Σιβάρδος και άλλ' αγένεια παιδιά, να πρωτοδείξουν τώρα ότ' είναι άνδρες και αυτοί.

ΜΕΝΤΗΘ Ο τύραννος τι κάμνει;

ΚΑΙΘΝΗΣ Να οχυρώση προσπαθεί την Δουνσινάνην. Λέγουν πως ετρελλάθη· άλλοι δε 'λιγώτερον εχθροί του, ηρωικήν παραφοράν του αποδίδουν. Όμως το κόμμα του παρέλυσε, κι' αυτός ισχύν δεν έχει 'ς την ζώνην της υποταγής και πάλιν να το σφίξη.

ΑΓΚΟΣ Α! Τώρα θα αισθάνεται τους μυστικούς του φόνους να του κολνούν 'ς τα χέρια του! Εις κάθε ανταρσίαν τώρα της προδοσίας του την τιμωρίαν βλέπει! Όσοι κοντά του έμειναν κι' ακόμη τον δουλεύουν, δουλεύουν από φόβον των, από αγάπην όχι! Αισθάνεται τον τίτλον του χαλαρωμένον τώρα, 'σάν γίγαντος φορέματα 'ς την ράχιν νάνου κλέπτου!

ΜΕΝΤΗΘ Και πώς να μην κλονίζεται ο ταραγμένος νους του αφού το παν εντός αυτού το έχει εντροπήν του ότι ευρίσκεται εκεί!

ΚΑΙΘΝΗΣ Εμπρός λοιπόν ω φίλοι να δείξωμεν την πίστιν μας εκεί όπου ανήκει! Πηγαίνωμεν 'ς τον ιατρόν του ασθενούς μας κράτους και μέσα εις το ιατρικόν που θα το θεραπεύση κάθε ρανίδα ας χύσωμεν καθείς του αίματός μας!

ΜΑΚΔΩΦ Ας τρέξη, το βασιλικόν βλαστάρι να δροσίση, κι' ας πνίξη τ' αγριόχορτα! Εμπρός, εις την Βιρνάμην!

(Εξέρχονται εν πολεμική παρατάξει).

ΣΚΗΝΗ Γ'

Εν Δουνσινάνη. Αίθουσα εν τω μεγάρω. (Εισέρχεται ο ΜΑΚΒΕΘ, ΙΑΤΡΟΣ και ΥΠΗΡΕΤΑΙ).

ΜΑΚΒΕΘ Να μη τ' ακούω 'ς το εξής! Ας φύγουν όσοι θέλουν! Ενόσω δεν σηκόνεται το δάσος της Βιρνάμης ΄ς την Δουνσινάνην ν' αναβή, φόβον εγώ δεν 'ξεύρω! Τι είν' ο Μάλκολμ; — Γυναικός μη γέννημα δεν είναι; — Εμένα τα δαιμόνια, που το γραπτόν γνωρίζουν, μου το προείπαν καθαρά: Μη έχης φόβον, Μάκβεθ, Διότι γέννα γυναικός δεν έχει να σε βλάψη. — Φύγετ' αν θέλετε λοιπόν, ω Θάνοι χωρίς πίστιν! Πηγαίνετε να εύρετε τους μαλθακούς τους Άγγλους! Ενόσω ζω, εις δισταγμούς ο νους μου δεν θα πέση, ούτε 'ς το στήθος μου ποτέ ο φόβος θα χωρέση!

(Εισέρχεται ΥΠΗΡΕΤΗΣ)

ΜΑΚΒΕΘ

Να σε μαυρίσ' η Κόλασις, κιτρινιασμένε δούλε! Αυτήν σου την κατάφοβην την όψιν πού την ηύρες;

ΥΠΗΡΕΤΗΣ Δέκα χιλιάδες έρχονται...

ΜΑΚΒΕΘ Τι; Χήνες;

ΥΠΗΡΕΤΗΣ Στρατιώται.

ΜΑΚΒΕΘ Φύγε απ' εδώ και πήγαινε τα μούτρα σου να τρίψης να κοκκινίσ' η όψις σου, χολοπερεχυμένε! Τι στρατιώται, κνώδαλον, — ο Χάρος να σε πάρη! Με τα σαβανωμένα σου αυτά τα μάγουλά σου όποιος σε ιδή θα φοβηθή! Τι στρατιώται; λέγε!

ΥΠΗΡΕΤΗΣ Οι Άγγλοι, ω αυθέντα μου.

ΜΑΚΒΕΘ Φύγε απ' εδώ! Κρημνίσου!

(Εξέρχεται ο ΥΠΗΡΕΤΗΣ).

ΜΑΚΒΕΘ Πού είσαι; Έλα, Σεύτων! — Σιχαίνομαι να βλέπω ... Αι, Σεύτων! — Αυτ' η σπρωξιά ή θα με στερεώση, ή θα με ρίξη κατά γης. — Επέρασ' η νεότης· εγύρισε 'ς το μάραμα ο δρόμος της ζωής μου· το φύλλον εκιτρίνισε· κι' απ' όλα όσα πρέπει να έχουν τα γηράματα, — τιμήν, αγάπην, σέβας, σωρόν τους φίλους, — τίποτε δεν έχω να προσμένω· — κατάραις μόνον σιγαναίς, αλλά θερμαίς θα έχω, κι' αγάπην μόνον ψεύτικην από τα χείλη, — λόγια, που η καρδιά να τ' αρνηθή θα ήθελ' η καϋμένη πλην δεν τολμά. — Αι, Σεύτων!

(Εισέρχεται ο ΣΕΥΤΩΝ)

ΣΕΥΤΩΝ Αυθέντα, τι προστάζεις;

ΜΑΚΒΕΘ Τι άλλα νέα έμαθες;

ΣΕΥΤΩΝ Όσα μας είπαν, όλα αλήθεια είν', αυθέντα μου!

ΜΑΚΒΕΘ Θα μάχωμ' έως ότου θα λιανισθή το κρέας μου από τα κόκκαλά μου! Δος μου τα όπλα μου εδώ!

ΣΕΥΤΩΝ Δεν είν' ακόμ' η ώρα.

ΜΑΚΒΕΘ Τα θέλω! Στείλε ιππικόν την χώραν να γυρίση, κι' όσους φοβούνται, κρέμασμα! ...Φέρε μου συ αμέσως την πανοπλίαν μου... Ιατρέ, πώς είν' η άρρωστή σου;

ΙΑΤΡΟΣ Δεν είναι τόσον άρρωστη, αλλ' είναι ταραγμένη απ' τα πυκνά φαντάσματα που της χαλνούν τον ύπνον.

ΜΑΚΒΕΘ Θεράπευσέ την απ' αυτό. Την τέχνην δεν κατέχεις πώς εις την πονεμένην την ψυχήν να φέρης θεραπείαν; Από την μνήμην δεν 'μπορείς να ζερριζώσης λύπην, να σβύσης όσα 'ς το μυαλό εχάραξεν η έννοια; Δεν έχεις αντιφάρμακον, λήθης πιοτόν δεν έχεις μέσ' απ' το στήθος το βαρύ να 'βγάζη το φαρμάκι, οπού πλακόνει την καρδιά;

ΙΑΤΡΟΣ Ο άρρωστος, αυθέντα, αυτά τα πάθη μόνος του να τα ιατρεύση πρέπει.

ΜΑΚΒΕΘ Τότε λοιπόν τα ιατρικά 'ς τους σκύλους πέταξέ τα! Δεν μου χρειάζονται!,..,

(προς τον υπηρέτην)

Εσύ, την πανοπλίαν φέρε. Δος μου το σκήπτρον... Σεύτων, το ιππικόν να στείλης. — Φεύγουν οι Θάνοι μου, Ιατρέ! —

(προς τον υπηρέτην)

Συ, τι προσμένεις; Έλα. — Ιατρέ, αν ήτο δυνατόν και το βασίλειόν μου να του σκαλίσης τα νερά, να εύρης το τι πάσχει, και πάλιν εις τα πρώτα του να μου το 'ξαναφέρης, θα έκραζα εις την Ηχώ εγκώμιά σου τόσα, που ως κι' αυτή να σ' επαινή...

(προς τον υπηρέτην)

'Βγάλε την, δεν την θέλω.

(αφαιρεί την πανοπλίαν)

'Σάν τι καθάρσιον, ιατρέ, τι σέννα, τι ραβέντι αυτούς τους Άγγλους ημπορεί να μου τους ξεπαστρεύση Το ήκουσες πως έρχονται;

ΙΑΤΡΟΣ Το ήκουσα. Το λέγουν κ' αι προετοιμασίαι σου.

ΜΑΚΒΕΘ (προς τον υπηρέτην.) Κατόπιν μου την φέρνεις. —

(Εξέρχεται).

ΣΚΗΝΗ Δ'

Παρά το δάσος της Βιρνάμης. (Εισέρχονται, μετά τυμπάνων και σημαιών, ο ΜΑΛΚΟΛΜ, ο γέρων ΣΙΒΑΡΔΟΣ, ο υιός αυτού, ο ΜΑΚΔΩΦ, ο ΜΕΝΤΗΘ, ο ΚΑΙΘΝΗΣ, ο ΑΓΚΟΣ, ο ΛΕΝΩΞ, ο ΡΩΣ και στρατός εν πορεία).

ΜΑΛΚΟΛΜ Καλοί μου φίλοι, ο καιρός, ελπίζω, πλησιάζει εις την νύκτα ήσυχος κανείς 'ς το στρώμα να κοιμάται.

ΜΕΝΤΗΘ Ω, ναι!

ΣΙΒΑΡΔΟΣ Τι δάσος είν' αυτό;

ΜΕΝΤΗΘ Το δάσος της Βιρνάμης.

ΜΑΛΚΟΛΜ Ο κάθε στρατιώτης μας ένα κλαδί ας κόψη κι ας το κρατή 'ς τα χέρια του, ώστε η δύναμίς μας να σκιασθή· και ο εχθρός, που μας παραμονεύει, να γελασθή 'ς το μέτρημα.

ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΙ Θα γείν' η προσταγή σου! ούτε τον θάνατον ψηφώ ούτ' έχθρικάς δυνάμεις, αν δεν ιδώ να κινηθή το δάσος της Βιρνάμης!

(Εξέρχονται πάντες, εκτός του ΙΑΤΡΟΥ).

ΙΑΤΡΟΣ Ας ήτο τρόπος απ' εδώ κρυφά ν' αναχωρήσω, και τίποτε δεν μ' έκαμνε οπίσω να γυρίσω.

ΣΙΒΑΡΔΟΣ 'Σ την Δουνσινάνην ήσυχος καθώς πληροφορούμαι μένει ο τύραννος κλειστός, κ' εκεί θα μας προσμένη να τον πολιορκήσωμεν.

ΜΑΛΚΟΛΜ Και τι να κάμη άλλο, αφού μεγάλοι και μικροί τον παραιτούν και φεύγουν, άμα προς τούτο βοηθόν και ευκαιρίαν εύρουν; και όσοι δε του έμειναν διά της βίας μένουν η δε καρδιά των είν' αλλού!

ΜΑΚΔΩΦ Εκείνα που αξίζει τα λέγομεν αργότερα, αφού τον κρίν' η Τύχη. Έργων καιρός πολεμικών κι' ανδρείας είναι τώρα!

ΣΙΒΑΡΔΟΣ Η ώρα επλησίασε, κι' αυτή θ' αποφασίση εκείνο πώχει ο καθείς να χάσ' ή να κερδίση. Από τα λόγια τα κενά ελπίδες μόνον βγαίνουν, αλλά τα έργα τ' ασφαλή με το σπαθί συμβαίνουν. Λοιπόν εμπρός, 'ς τον πόλεμον!

(Εξέρχονται εν στρατιωτική παρατάξει)

ΣΚΗΝΗ Ε'

Εις Δουνσινάνην εντός του φρουρίου. (Εισέρχονται ο ΜΑΚΒΕΘ, ο ΣΕΥΤΩΝ και ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΙ).

ΜΑΚΒΕΘ Κρεμάσετε τα φλάμπουρα 'ς τα τείχη μας απ' έξω. Όλοι μου λέγουν: Έρχονται! — Το δυνατόν μας κάστρον την πολιορκίαν των θα έχη να γελάση. Να μείνουν ως που λοιμική και πείνα να τους φάγη! Αν μη τους εδυνάμοναν εκείνοι που μ' αφήκαν, αφόβως τους αντίκρυζα στήθος με στήθος τώρα, και να τους έδιωχν' απ' εδώ!

(Ακούονται κραυγαί γυναικείαι έσωθεν).

Τι είναι; Ποιος φωνάζει;

ΣΕΥΤΩΝ Γυναικών ξεφωνητά μου φαίνονται, αυθέντα.

(Εξέρχεται)

ΜΑΚΒΕΘ Σχεδόν το ελησμόνησα τι πράγμα είν' ο φόβος. Δεν είν' καιρός που μιαν κραυγήν να ήκουα την νύκτα, επάγοναν τα μέλη μου, — που ένα παραμύθι να μου ορθώση τα μαλλιά 'ς την κεφαλήν 'μπορούσε, ως να εζωντάνευαν! — Εχόρτασ' από φρίκην, οι ιδικοί μου λογισμοί συνείθισαν τον τρόμον, εις το εξής δεν ημπορεί να με 'ξιππάση πλέον!

(Επανέρχεται ο ΣΕΥΤΩΝ)

ΣΕΥΤΩΝ Η βασίλισσα, αυθέντα σεβαστέ μου, απέθανε.

ΜΑΚΒΕΘ Αργότερα 'μπορούσε ν' αποθάνη (38). Ας ήτο κι' άλλοτε καιρός αυτό να το ακούσω. Αύριον, και αύριον, και αύριον — και φεύγει ακολουθεί σιγά σιγά ημέρα την ημέραν, ως την εσχάτην συλλαβήν 'ς του Χρόνου το βιβλίον! Και κάθε χθες οπού περνά, ήτο φανός να φέξη μωρούς θνητούς να σκονισθούν 'ς τον δρόμον του θανάτου! Σβύσε, 'λιγόζωε δαυλέ! Δεν είν' ο βίος άλλο παρά σκιά που περπατεί, παρά θεάτρου μίμος οπού πηγαινοέρχεται μιαν ώραν 'ς την σκηνήν του, και πλέον δεν ακούεται, είν' ένα παραμύθι που λέγει ένας παλαβός, βοήν, θυμούς γεμάτον, αλλά δεν έχει νόημα!

(Εισέρχεται ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ)

ΜΑΚΒΕΘ Η γλώσσα σου εσένα κάτι γυρεύει να ειπή. Είπε μου το αμέσως!

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ Αυθέντα, ήθελα να 'πώ το πράγμα οπού είδα, αλλ' όμως πώς να σου το 'πώ δεν 'ξεύρω.

ΜΑΚΒΕΘ Λέγε μου το!

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ Εκεί που είχα να φρουρώ 'ς την κορυφήν τον λόφου, προς την Βιρνάμην έβλεπα, και έξαφνα μ' εφάνη ότι το δάσος προχωρεί.

ΜΑΚΒΕΘ Κατηραμένε, ψεύτη!

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ Εάν σου λέγω ψεύματα, να πέσω 'ς την οργήν σου! Αυθέντα, βλέπεις κ' έρχεται, εδώ και τρία μίλια. — Σου λέγω, δάσος κινητόν!

ΜΑΚΒΕΘ Εάν μου είπες ψεύμα, στο πρώτον δένδρον ζωντανόν να σε κρεμάσω θέλω, όπου να γείνης, κρεμαστός, ξερός από την πείναν! Αν ήν' αλήθεια, τότε συ, αν θέλης, κρέμασέ με! κλονίζεται το θάρρος μου κι' αρχίζω ν' αμφιβάλλω αν μ' απατά ο Σατανάς κ' είν' η αλήθεια ψεύδος! «Ο Μάκβεθ δεν θα νικηθή, εκτός εάν κινήση εις την Δουνσινάνην ν' αναβή το δάσος της Βιρνάμης.» Ιδού, το δάσος έρχεται 'ς την Δουνσινάνην τώρα! — τα όπλα, κ' έξω! — Αν αυτός το είδεν όπως λέγει, ούτε να φύγω μ' ωφελεί και ούτ' εδώ να μείνω. Αρχίζω να βαρύνωμαι τον ήλιον και να θέλω να γείνη τώρα έξαφνα συντέλεια του κόσμου. — Σημάνετε τα σήμαντρα! 'ς τα όπλα! Εις τα όπλα! Αέρα φύσα, μάνιζε! — Αν ήναι ν' αποθάνω, θα πέσω με τα όπλα μου 'ς το στήθος μου επάνω!

(Εξέρχονται).

ΣΚΗΝΗ ΣΤ'

Εις Δουνσινάνην, παρά το φρούριον. Εισέρχονται, μετά τυμπάνων, και σημαιών ο ΜΑΛΚΟΛΜ, ο στρατηγός ο ΣΙΒΑΡΔΟΣ, ο ΜΑΚΔΩΦ και στρατιώται φέροντες κλάδους).

ΜΑΛΚΟΛΜ Πλησίον είμεθ' αρκετά. Την φουντωτήν σας σκέπην πετάξετέ την κατά γης. Φανήτ' αυτοί που είσθε. ?, ω θείε μου καλέ, με τον εξάδελφόν μου, και υιόν σου τον ατρόμητον, αρχίζετε την μάχην. Eγώ κι' ο άξιος Μακδώφ ερχόμεθα κατόπιν, καθώς εσυμφωνήσαμεν την τάξιν του πολέμου.

ΣΙΒΑΡΔΟΣ Ώρα καλή! Ο τύραννος ας έβγη αντικρύ μας, κι' αν δεν τον πολεμήσωμεν, η εντροπή 'δική μας,

ΜΑΚΔΩΦ Εμπρός αι σάλπιγγες! Ας 'πούν το διαλάλημά των οι κήρυκες οι βροντεροί αιμάτων και θανάτων!

(Εξέρχονται)

ΣΚΗΝΗ Ζ'

Έτερον μέρος του πεδίου της μάχης. Ακούονται σάλπιγγες· (Εισέρχεται ο ΜΑΚΒΕΘ).

ΜΑΚΒΕΘ Πώς να τους φύγω; Μ' έδεσαν επάνω 'ς το παλούκι 'σάν την αρκούδα! Τα σκυλιά λοιπόν ας πολεμήσω! Ποιος από σπλάγχνα γυναικός δεν είναι γεννημένος; Μόνον αυτόν θα φοβηθώ! Άλλον κανένα όχι!

(Εισέρχεται ο νέος ΣΙΒΑΡΔΟΣ).

ΣΙΒΑΡΔΟΣ Ποιος είσαι συ;

ΜΑΚΒΕΘ Αν σου το 'πώ, τρομάρα θα σε πιάση!

ΣΙΒΑΡΔΟΣ Ποτέ! Κι' αν έχης όνομα φρικτότερον ακόμη απ' όσα κι' αν ακούωνται 'ς τον Άδην.

ΜΑΚΒΕΘ Είμαι ο Μάκβεθ!