Η Λύρα Ανδρέου Κάλβου και Ανέκδοτος Ύμνος Αντωνίου Μαρτελάου
Part 4
γ'. Κ ύ ρ ι ο ι, οι οποίοι κατεργάζονται το μέλος και το μέτρον. Η δε θέσις αυτών ποικίλλεται ούτως·
ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΕΠΤΑΣΥΛΛΑΒΟΥΣ
1 2 3 4 5 6 0 — — — — 0 Εύφ ραι νε μέ το α θά νατον 0 — — 0 — 0 Χή ρας ο θεί ος ό μηρος — 0 — — — 0 Σβη σθέν λι βα νι στή ριον — 0 — 0 — 0 Την λύ ραν δό τε υ μνή σατε Του θα νά του τα γό νατα — — 0 — — 0 Ο φο βε ρός εχ θρός — — — — — 0 Υ πο κυ μαι νο μέ νους — 0 — — 0 0 Λευ κόν, σι γα λόν μάρ μαρον
ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΟΥΣ
1 2 3 4 0 — — 0 Έ χει το μνή μα — 0 — 0 Βοσ κοί και ζώ α — — — 0 Πα ρη γο ρή σου
κύριοι, λοιπόν, και τελικοί είνε οι αναγκαίοι τόνοι του στίχου. Εις μίαν μόνην περίστασιν έχομεν την άδειαν να αμελήσωμεν τον τελικόν τόνον, ως το
των τυράννων αναστε- νάξη η ψυχή σας.
αλλά η αιτία είνε εμφανής· η διακοπή και η σημασία της λέξεως το συγχωρούσιν.
Ζ
Οι στίχοι του προλόγου λέγονται τραγικοί, ή ενδεκασύλλαβοι, και οι πονηταί τους μεταχειρίζονται εις σύνθεσιν θεατρικών και λυρικών ποιημάτων· συνίστανται δε και αυτοί εκ συνιζήσεων και τόνων, δέχονται δε, μετά τον τελικόν της δεκάτης, ή μίαν ή και δύο συλλαβάς· ενίοτε όμως τελειόνουσι με τον της δεκάτης τόνον.
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ
Πο] λυ [ τέ] κνου] θε] άς] ω] Μνη] μο] σύ] νη Θρέμ] μα] τα] πτε] ρω] τά,] χα] ραί] του] αν] θρώ] που Και] των] μα] κά] ρων] Ο] λυμ] πίων] α] εί] μνηστα Κ' ευ] τυ] ] χή] δώ] ρα· ε] πί] τα] νώ] τα α] κά] μαντα Των] ζε] φύ] ρων,] πε] τά] ξα] τε] τα] χέ] ως.
Η
Ο τελικός τόνος, εις όλα τα διάφορα είδη των στίχων δεν δέχεται ποτέ την συνίζησιν, αλλά διαλύει τας συλλαβάς· π. χ
................................. τα] χέ] ως.
Θ
Των τραγικών στίχων οι τόνοι ποικίλλονται ως ακολούθως.
Θέσις των τόνων εις τους τραγικούς ή ενδεκασυλλάβους στίχους.!!
1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 0 — 0 — — 0 — — — 0 0 — 0 — — 0 0 — — 0 0 — — 0 — 0 — — — 0 0 — — — — 0 — 0 — 0 0 — — 0 — — 0 — — 0 — 0 — 0 — 0 — 0 — 0 — 0 — 0 — 0 0 — — 0 — 0 — 0 — — — 0 — 0 — 0 — — — 0 — 0 — 0 — 0 — — — — — 0 — 0 — 0 — 0 — 0 — — — 0 — 0 — — — 0 — — — 0
1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 — — 0 — — 0 — 0 — 0 — — 0 — — 0 0 — — 0 — — 0 — — 0 — — — 0 — — — 0 — 0 — 0 — 0 — — — 0 — 0 0 — — 0 — — — 0 — — — 0 — 0 — — — — — 0 — 0 — 0 — — — — — 0 — — — 0 — 0 — 0 — — 0 — — 0 — — — 0 — — 0 — — 0 — — 0 0 — 0 — 0 — 0 — — 0 0 — 0 — — — 0 — — 0 0 — — — 0 — 0 — 0 — 0 — 0 — — 0 0 — — — 0 — 0 — — 0 0 — — — — — 0 — — 0 0
Ι
Τα μεν είδη εικοσιοκτώ· αλλά κάθε είδος ποικίλλεται αλλάττοντας·
α'. Την θέσιν της τομής του μέτρου (γαλ. césure)
β'. Την θέσιν της αναπαύσεως των περιόδων.
γ'. Τον αριθμόν των μετά την δεκάτην συλλαβών.
δ'. Την ποσότητα των θέσει μακρών ή βραχέων.
ε'. Την θέσιν, τον αριθμόν και την ποσότητα των συνιζήσεων.
ς'. Τον ρυθμόν των λέξεων. Ούτως αν υποθέσωμεν ποιητήν τινα προσπαθούντα, να κατασκευάση τον έκτον τόνον του πρώτου είδους, επειδή ο τόνος ούτος προηγείται μεν από δύο, ακολουθείται δε από τρεις συλλαβάς ανεμφάτους, εμπορεί ο στιχουργός εις αποτέλεσμα του σκοπού του να μεταχειρισθή διαφόρους λέξεις, των οποίων όμως εκάστη αλλάττει την αρμονίαν και του στίχου και της περιόδου. π. χ.
— — β — — — αν δρών η με ρών δό ξα άν θρω πος αυ τάγ γελ τος πα ρα κά λυμ μα τι μά ται κ. τ. λ.
Κ
Η αρμονία της περιόδου είνε αναγκαία όχι μόνον ως αποτελεσματικόν μέρος της ποιήσεως, αλλά ακόμη ως μέσον, το οποίον μας ελευθεροί από την βαρβαρότητα των ομοιοκαταλήξεων· και συνίσταται εκ της κατασκευής των στίχων, εκ της αυτών ποικιλίας, και εκ της τομής του μέτρου. Οι κανόνες αυτής όντες πολλοί από πολλούς μ' ακρίβειαν και εκτεταμένως εξηγημένοι, δεν έχουσι χώραν εις την σημείωσιν ταύτην. Τα όσα είπον είνε αρκετά ως προς τους αναγινώσκοντας τας ωδάς μου· τα δε άλλα τα κρίνω περιττά διά τους αληθώς ποιητάς, και μάλλον περιττότερα διά τους αντιποιουμένους μεν των Μουσών την ευμένειαν, καταδικασμένους δε από την φύσιν εις άλλην τινά υπουργίαν.
Λ
Αλλ' επειδή τα ανδραγαθήματα των σημερινών Ελλήνων εξισούνται με εκείνα των αρχαίων, και νομίζονται άσματος άξια, ας περιορίσωμεν, διά τους επιθυμούντας να γράψωσιν επικά ποιήματα, το μέτρον των ηρωικών στίχων, του οποίου ο μόνος κανών είνε ο ακόλουθος:
Ο ηρωικός στίχος συνίσταται εκ δύο οποιωνδήποτε επτασυλλάβων, και τομής μετά τον πρώτον και προ του δευτέρου π. χ.
Έπειτ' αφ' ου διετάχθησαν ] υπό τους ηγεμόνας Άπαντες, με φωνάς ] και με κτύπον ως όρνεα Κινούνται οι Τρώες· ωσαύτως ] ο ουρανός ακούει Εναερίους κλαγγάς ] ότε την πολλήν φεύγοντες Βροχήν και τον χειμώνα ] οι γερανοί διαβαίνουσι Της θαλάσσης τα κύματα [ μακρά, και εις τα πυγμαία Έθνη, με της αυγής ] το φως, φέρνουσι φόνον, Φέρνουν πικράν διχόνοιαν ] και πολύστονον μοίραν. Οι δ' Αχαιοί με σιγήν,] πολλήν πνέοντες, δύναμιν, Και εις αμοιβαίαν βοήθειαν ] δεινοί, πρόθυμοι εχώρουν. (Μετάφρ. εκ της γ' ραψ. της Ιλ.)
Από την συναρμογήν των διαφόρων επτασυλλάβων, οξυτόνων, παροξυτύνων, ή προπαροξυτύνων γίνονται χ ο στ', είδη ηρωικών στίχων, τα οποία μεταχειρισθέντα με κρίσιν συμπλάττουσι την γνωστήν εις τους παλαιούς μόνον πολύτροπον αρμονίαν. Αποφεύγοντες ούτω το μονότονον των κριτικών επών, μιμούμεθα τα κινήματα της ψυχής, και χαρακτηρίζομεν τα όσα ή ο νους ή αι του ανθρώπου αισθήσεις απαντώσιν εις την φυσικήν και εις την φανταστήν οικουμένην. Εις το ερχόμενον, εάν μου φθάση η ζωή και η τύχη μου δώση αρκετήν ησυχίαν, θέλω, ως παράδειγμα, προβάλλει στίχους ηρωικούς υμνούντας τους κατά των ανηλεών τυράννων της πατρίδος θριάμβους του Σταυρού και της των προμάχων μας αρετής· κατά δε το παρόν άλλους παρά τους άνωθεν δεν δύναμαι να προσφέρω.
ΥΜΝΟΣ ΥΠΟ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΜΑΡΤΕΛΑΟΥ
ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΜΑΡΤΕΛΑΟΥ
ΥΠΟ
ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΔΕ ΒΙΑΖΗ
ΑΝΤΩΝΙΟΣ ο ΜΑΡΤΕΛΑΟΣ εγεννήθη εν Ζακύνθω εξ ευγενών γονέων, καταγεγραμμένων εν τη χρυσή βίβλω, Αντωνίου Μαρτελάου ιερέως και Άννης Σουμμάκη.
Κατεβάλομεν πάσαν προσπάθειαν όπως εύρωμεν το βαπτιστικόν του Αντωνίου εν τω ενταύθα Αρχειοφυλλακείω, αλλά μας εστάθη αδύνατον. Έν τινι των βιβλίων της Αναλήψεως εύρομεν την εξής σημείωσιν «1754 Ιουλ. 4, ημέρα δευτέρα, την ώραν οπού έπαιζαν τα ταμπούρλα, εις τα ξημερώματα, ετελείωσεν ο μακαρίτης αιδεσιμώτατος παπάς Αντώνιος Μαρτελάος, εφημέριος και νοικοκύρης του παρόντος θείου ναού· έκαμεν εις την αυτήν εφημερίαν μήνας έξ μόνον και ήτο χρονών 35.» Λέγεται δε, ότι αποθνήσκων ο ιερεύς Μαρτελάος κατέλιπεν έγκυον την σύζυγόν του, διό εγεννήθη το παιδίον μετά τον Ιούλιον του έτους 1754.
Νέος έτι ων ο Μαρτελάος ενεδύθη το κληρικόν φόρεμα, όπως, γενόμενος ιερεύς της ιδιοκτήτου εκκλησίας, διαδεχθή τον ομώνυμον αυτού πατέρα.
Μετά την εγκύκλιον εκπαίδευσιν, μετά ζύλου επεδόθη εις την ελληνικήν φιλολογίαν και εις την μελέτην των ηθικών επιστημών, μαθητείσας παρά Παναγιώτη τω Παλαμά και διαφόροις άλλοις λογίοις, οίτινες ήρχοντο από καιρού εις καιρόν εις Ζάκυνθον. Παρά τοις δυτικοίς ιερεύσιν έμαθε την λατινικήν και την ιταλικήν. Μη θέλων να έχη ευθύνας απέβαλε ναι μεν την ιδέαν να ιερωθή, αλλά το ιερατικόν φόρεμα το διετήρησε μέχρι του θανάτου.
Ο Μαρτελάος, αν και εξ ευγενών καταγόμενος, εστηλίτευε και εστιγμάτιζε πάντοτε τας καταχρήσεις αυτών, καθό φιλελεύθερος. Ο κ. Σάθας λέγει ότι ο Μαρτελάος είς τι στηχούργημά του, όπερ καίτοι ερευνήσαμεν δεν εύρομεν, συν άλλοις έλεγε·
Δεν 'μπορεί ανθρώπου γλώσσα — να ειπή τι συφοραίς Εγεννούσαν των αρχόντων — η κλεψιαίς και αδικαίς. Ανθρωπόμορφα θηρία — 'που λεγόστε χριστιανοί Στα κεφάλια σας να πέση — όλη του Θεού η οργή.
Οι ευγενείς εκακοποίουν τον Μαρτελάον, τέλος δε διέταξαν τους χωρικούς να δένωσι τα φορτηγά ζώα εν τη πλατεία της Αναλήψεως και παρά τη οικία αυτού, εν επί τούτω πασάλοις, όπως δια των ογκηθμών και των φωνών των χωρικών διαταραχθή η ησυχία ότε παρέδιδεν ή εμελέτα ή απ' άμβωνος εκήρυττε τον θείον λόγον. Ημέραν τινά τόσον ο Μαρτελάος οργισμένος ήτο, ώστε επιστρέφων ο λόγιος Δημήτριος κόμης Κουμούτος της εξοχής επ' όνου, τον σταματά, γονυπετεί προ αυτού, και, συναθρισθέντος του λαού, εξεφώνησε πανηγυρικόν του όνου, εν επιμέτρω δε, είπεν ότι το υπομονητικόν εκείνο ζώον υπέφερε και το βάρος των αρχόντων, εχθρών της άνθρωπότητος, ως τους ωνόμαζε.
Καταργηθείσης της ενετικής εξουσίας και έλθόντων τω 1797 των Γάλλων εν Επτανήσω, ο λαός της Ζακύνθου πανηγυρίζων την πτώσιν της Ενετοκρατίας και νομίζων ότι δεν θα επιέζετο πλέον, — ενώ εισέτι δύναται να άση Freiheit ist nur in dem Reich des Traeume, — εχόρευε και έψαλλε φιλελεύθερα άσματα, κροτούντων των τε κωδώνων και πυροβόλων, ο δε φιλελεύθερος Μαρτελάος αναβάς επί υψώματος εις την νυν πλατείαν Γεωργίου του Α', εξεφώνησεν ελληνιστί διεξοδικόν λόγον υπέρ της δημοκρατίας. Τη 15 Οκτωβρίου του έτους 1797 εποίησε τον Ύ μ ν ο ν εις την Γαλλίαν, Βοναπάρτην και στρατηγόν Gentili. Ο Ύμνος ούτος, μέχρι σήμερον ανέκδοτος, ετάραξε τους αριστοκράτας, και εις τούτων, ο Νικόλαος Λογοθέτης, των παρώδησε. Περιεργίας χάριν θέττομεν ενταύθα δύο στροφάς της παρωδίας εκείνης.
Ποίος ήκουσε ποτέ του Κόκκαλα πνοήν να εκβάλουν Σάλπισμα να καταλάβουν Και αφ' τα μνήματα να εκβούν; ............................. Βοναπάρτης την Ελλάδα Ήλθε να την αφανίση Όχι να την αναστήση Ως κηρύττεις δολερώς.
Και όμως ο Βοναπάρτης είπε· La Grèce attend un libérateur!..... Ce serait une belle couronne de gloire!.... Il inscritait son nom à jamais avec ceux d' Homère, Platon, Epaminondas!... Je n'en ai peut—être pas été loin!
Ελθόντων τω 1799 των Ρωσοτούρκων εν Επταννήσω, οι άρχοντες αποκτήσαντες την απολεσθείσαν ισχύν, ου μην κατήγγειλαν πολλούς των φιλοδημοκρατών ως δημοκόπους, αντάρτας και αντιρωσιστάς, αλλά διέταξαν να τους κτυπήσωσι και διά του ρωσικού κνούτου. Τότε πολλοί των φιλελευθέρων, οίοι Παύλος Κουμούτος, Δημήτριος Γουζέλης και Διονύσιος Ταγιαπιέρας κατέφυγον ως την αλλοδαπήν, ο δε Μαρτελάος εκρύβη. Ότε τη ενεργεία των αρχόντων πολυπληθείς χωρικοί, στρατηγούντος του Φωσκάρδη, επαπείλουν την καταστροφήν της πόλεως, ο Μαρτελάος κατέφυγεν εις πλοίον. Ο Μαρτελάος ήτο εις άκρον φιλόπατρις, ηγάπα την Ελλάδα, επεθύμει να ίδη αυτήν ελεύθερον. Μαθών το μυστήριον της φιλικής Εταιρίας, εβαπτίσθη εις την κολυμβήθραν της Ελληνικής Εθνεγερσίας. Έκτοτε δε ψυχή τε και σώματι ενήργει υπέρ της Πατρίδος. Εις το πρόσωπον του αειμνήστου Κολοκοτρώνη επροσωποποίει την Ελλάδα, διό οσάκις τον έβλεπε, κλίνων προ αυτού την κεφαλήν, του έλεγε — Π ρ ο σ κ υ ν ώ τ η ν Ε λ λ ά δ α, — Ο Σ. αρχιεπίσκοπος Ζακύνθου κ. Κατραμής, ιστορεί ότι διημερεύων ποτέ ο Μαρτελάος μετά κληρικών είς τινα εξοχήν, ένθα εφαίνετο τα της Πελοποννήσου όρη ενώ πάντες εχόρευον χειροπιασμένοι, αυτός σύρων τον χορόν και αεροκυματίζων ρινόμακτρον ηυτοσχεδίασε·
Να ιδώ παιδιά, να ιδώ παιδιά το φλάμπουρο κ' εγώ Της λευθεριάς ολούθεν να λάμψη να χαρώ. Βουνά 'ψηλά, βουνά 'ψηλά, λαγκάδια και βυθούς Πηδάτε, απερνάτε, φονεύστε τους εχθρούς. Ποτάμια το αίμα των τυράννων ας τρέξη Την γην μας ας βρέξη, χωρίς πόνον καρδιάς.
Ο Μαρτελάος μετήρχετο τον διδάσκαλον της ελληνικής και της φιλοσοφίας επιτυχώς. Ωφέλησε την ιδιαιτέραν αυτού πατρίδα, διότι, παραδίδων και δωρεάν την Ελληνικήν εις τους πτωχούς, διέδιδε την ελληνικήν γλώσσαν εις εποχήν καθ' ην η ιταλική ήτον η επίσημος γλώσσα της κυβερνήσεως και η γλώσσα των λογίων. Αν και ως εκ της ιδιοτροπίας αυτού, — έλεγεν δε ότι ο μελετών την ελληνικήν πρέπει να έχη τον σ τ ό μ α χ ο ν α δ ε ι α ν ό ν, — παρέδιδε δύο ή τρεις ώρας προ της ανατολής του ηλίου — και ουχί μόλις ανέτελλεν ο ήλιος, ως λέγουσι τινές — ουχ ήττον όμως δεν εφείδοντο οι μαθηταί αυτού της ενοχλήσεως εκ του ακαταλλήλου της ώρας, αλλά παρευρίσκοντο τακτικώς εις τα μαθήματα. Άπαντες οι τότε επιστήμονες, λόγιοι, ιερείς και εγγράμματοι εχρημάτισαν μαθηταί αυτού. Ήτο ελληνιστής και λατινιστής, εκ του προχείρου μετέφραζε τον Όμηρον εις λατινικούς στίχους και τον Βιργίλιον εις ελληνικούς, ήτο θεολόγος, ευφάνταστος στιχουργός, αλλ' εις όλα τω έλειπεν η τέχνη. Εκέκτητο δε τοσαύτην ευγλωττίαν, τοσαύτην εύροιαν λόγου, τοιαύτην φαντασίαν, ώστε ότε έμελλε να εκφωνήση λόγον, ο ναός ήτο πλήρης ακροατών μίαν ώραν προ της θείας ιερουργίας. Εχθρός άσπονδος ων της δημοτικής απ' άμβωνος, λέγει ο ποιητής Τερτσέτης, «άστραπτε και εβρόντα πως ο Κοραής του χαλάει την γλώσσαν». Τους οπαδούς της δημοτικής ενόμιζεν αθέους και εχθρούς του ελληνισμού και της ορθορδοξίας. Επεθύμει να γράφωσι την αρχαίαν γλώσσαν. Εξ ανάγκης δε μετεχειρίζετο την δημοτικήν, όπως γένη καταληπτός και εις τον λαόν. Ο Μαρτελάος ήτο φιλόπονος, αλλά δεν εδημοσίευσε διά του τύπου τα έργα αυτού. Συνέγραψε δε τα εξής — Εγχειρίδιον ελληνικής γραμματικής — λόγους εκκλησιαστικούς, πανηγυρικούς και επικηδείους — Ασματογραφίας — Μεταφράσεις εκ του λατινικού και ιταλικού, εν αις τεμάχια του Τasso — Επιγράμματα ελληνικά και λατινικά — Ωδάς πινδαρικάς — Ηρωελεγεία — Εθνικά και δημοτικά άσματα — και Επιθαλάμια. — Κατά το 1845 ο μακαρίτης Φραγκίσκος Καρβελάς ιατρός, έλαβε τα άνω φιλοπονήματα παρά του ανεψιού του Μαρτελάου, Σπυρίδωνος Μαρτελάου, επί σκοπώ να δημοσιευθώσι δια του τύπου παρά τινος φιλομούσου Εταιρίας, αλλά ένεκα του θανάτου του Καρβελλά το σχέδιον δεν ήχθη εις πέρας. Ο κύριος Σέργιος Χ. Ραφτάνης, εν τη αξιολόγω αυτού εκδόσει του Συναξαριστού — ήτις είνε η καλητέρα πασών των μέχρι τούδε γενομένων — εδημοσίευσε του Μαρτελάου τον «Κανόνα Παρακλητικόν εις τον άγιον Διονύσιον». Εκ των ποιήσεων του Μαρτελάου εις αρχαΐζουσαν και δημοτικήν γλώσσαν εύρομεν πολλάς, αλλά δυστυχώς παραπεποιημένας υπό των κατά καιρούς αντιγραφέων. Εκ των πλείστων εύρομεν τρία ή τέσσαρα αντίγραφα διάφορα το έν του άλλου. Μόνον του Ύ μ ν ο υ, τον οποίον δημοσιεύομεν, είδομεν έξ αντίγραφα όμοια· εις δύο όμως αντίγραφα, το πρώτον τετράστιχον επαναλαμβάνεται ανά δύο τετράστιχα. Τούτου ένεκα δημοσιεύομεν μόνον τον Ύ μ ν ο ν διότι, νομίζομεν, ότι είνε ως εγράφη υπό του στιχουργού. Γενομένης της απλοελληνικής μεταφράσεως των Γραφών από της βιβλικής Εταιρίας, ο Μαρτελάος από του άμβωνος εκήρυξε δύο λόγους κατά της μεταφράσεως και της Αγγλικής Προστασίας της επιτρεψάσης την κυκλοφορίαν των τοιούτων βιβλίων, άπερ ωνόμαζε αντορθόδοξα και κίβδυλα. Ο Άγγλος διοικητής διώρισεν επιτροπήν όπως εξετάση, αν πράγματι εξυβρίζεται η Προστασία, αλλ' η επιτροπή, ίνα μη τιμωρηθή ο Μαρτελάος, εγνωμοδότησεν ότι οι λόγοι είνε ανάξιοι προσοχής ένεκα της ελαφρότητος του νοός του ιεροκήρυκος. Ο Μαρτελάος λυπηθείς απέστειλε τους λόγους τω Κυρίλλω ΣΤ'. ιστορών τα διατρέξαντα, αλλ' ότε η απάντησις του Πατριάρχου έφθασεν ενταύθα, ο Μαρτελάος ήτον εις την κρείττονα ζωήν από της 8 Νοεμβρίου του έτους 1819. Η επιστολή αύτη της Μεγάλης Εκκλησίας σώζεται εις το ενταύθα αρχειοφυλακείον.
Τοιούτος εν ολίγοις ήτο ο Μαρτελάος, ον ο Νικόλαος Δραγούμης, διά της γνωστής επιπολαιότητος των πλείστων των ημετέρων λογίων, εξισόνει με αμαθέστατον πρόσωπον της κωμωδίας του Γουζέλη «ο Χ ά χ η ς» Ο Γουζέλης αναφέρει τον διδάσκαλον αυτού Μαρτελάον, ουχί όπως τον εξευτελίση, ως νομίζει ο Δραγούμης, αλλ' όπως παραστήση κάλλιον τους χρόνους, εν οις έγραφε, καθότι η μεγίστη παιδεία του Μαρτελάου κατέστη τότε τόσον παροιμιώδης, ώστε έλεγον όλοι οι Ζακύνθιοι — «τώπε κη ο Μαρτελάος» — «ρώτα τον Μαρτελάον» κλ. Ο Γουζέλης εις την «Κρίσιν του Πάριδος» ομιλών περί Μαρτελάου τον καλεί και σ ο φ ό ν (σελ. 344), τούτο αν εγνώριζεν ο Δραγούμης, θα έβλεπε τουλάχιστον ότι ο Γουζέλης εσέβετο τον διδάσκαλόν του και δεν τον ανέφερεν ίνα τον σατυρίση. Δεν κατηγορούμεν τον Δραγούμην διότι ηγνόει τον Μαρτελάον, τον κατηγορούμεν μόνον διότι δεν έπρεπε να αναφέρη περιφρονητικώς πρόσωπον χωρίς να έχη γνώσιν αυτού.
Εν Ζακύνθω, κατά Ιανουάριον του 1881.
ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΕΡΙΦΗΜΟΝ ΓΑΛΛΙΑΝ
ΤΟΝ ΑΡΧΙΣΤΡΑΤΗΓΟΝ ΒΟΝΑΠΑΡΤΗΝ ΚΑΙ ΤΟΝ ΣΤΡΑΓΗΓΟΝ ΓΕΝΤΙΛΛΗΝ
1
ΟΘΕΝ είσθε των Ελλήνων Παλαιά ανδρειωμένα Κόκκαλα εσκορπισμένα Λάβετε τώρα πνοήν·
2
Σταις φωναίς της σάλπιγγός μου Οχ το μνήμα ανασταθήτε Και το Γένος σας να ιδήτε Εις την πρώτην του τιμήν.
3
Η εξακουστή Γαλλία Δεν βαστά την τυραννίαν, Μα με αιματοχυσίαν Αποκτά ελευθερίαν.
4
Καθώς είνε ανδρειωμένη Το καλόν τούτο σκορπίζει Και ολούθεν το χαρίζει Όθεν βλέπει αδικιάν.
5
Εις ημάς τους απογόνους Όσον είδετε χαμμένον, Ιδού τώρ' αποκτημένον Από χείρα δυνατήν·
6
Ένας στρατηγός ανδρείος Πέμπεται οχ την Γαλλίαν, Πίπτει εις την Ιταλίαν Κάμνει θόρυβον πολύν.
7
Έτρεξαν όλα τα έθνη Ν' αντισταθούν με βίαν, Μα εκείνος με ανδρείαν Κατακόπτει τους εχθρούς·
8
Βοναπάρτης δεν φοβείται Δεν γνωρίζει την δειλίαν, Να χαρίση Ελευθερίαν Προσπαθεί· εις τους λαούς.
9
Στο βουνόν σταις άγριαις ράχαις Αναβαίνει, δεν τρομάζει, Η καρδιά του δεν σπαράζει Στους αγώνας τους πολλούς·
10
Χύνονται ωσάν μελίσσια Οι εχθροί αρματωμένοι Γύρωθεν αγριωμένοι Με πολέμους φοβερούς.
11
Αρχινούν, τον τριγυρίζουν Τύραννοι και η φωτία, Μα του στήθους του η καρδία Δεν δειλιάζει παντελώς·
12
Στα βουνά κ' εις τα λαγκάδια Πέτεται, πέρνει τον δρόμον, Στους τυράννους δίδει νόμον Ήρωας ο τρομερός.
13
Όθεν κάμει ευρίσκει κάστρα Όθεν κάμει τυραννίαν, Με βροχαίς από φωτίαν Μ' όθεν κάμει αυτός νικά·
14
Πίπτουν κάτω και τα κάστρα, Σβένονται και η φωτίαις. Με πολλαίς 'ματοχυσίαις Τους τυράννους κυνηγά.
15
Όθεν είσθε των Ελλήνων, Παλαιά ανδρειωμένα Κόκαλα εσκορπισμένα, Λάβετε τώρα πνοήν.
16
Εξυπνήστε, για να ιδήτε Ήρωα στην Ιταλίαν Π' έδωκεν ελευθερίαν Κη έφθασε έως εδώ·
17
Εξυπνήστε, για να ιδήτε Την μητέρα μας Γαλλίαν Που χαρίζει ελευθερίαν Εις της γης σας τον λαό.
18
Εις τον κόλπον του Ανδριάτου Που φωλεύει ένα λειοντάρι Με φωνές χωρίς κοντάρι Το κρημνίζει εις την γην·
19
Τα λειονταράκια φεύγουν, Την φωλιάν τους αφανίζει, Εδώ κη εκείθεν τα σκορπίζει Έρημα με εντροπήν.
20
Πίπτοντας χαμαί ο λέων, Δυνατά εκειός μουγκρίζει, Τα οδόντια κατατρίζει Με θυμόν και στεναγμόν
21
Πίπτοντας χαμαί ο λέων, Εις εκειό το κρήμνισμόν του Κη εις εκειόν τον μουγκρισμόν του Έκαμε πολύν σεισμόν.
22
Εκουνίσθηκαν τα όρη, Θάλασσαις αναστενάζουν, Τους λαούς κατατινάζουν Γύρωθεν της Βενετιάς·
23
Εις ταις ταραχαίς εκείναις, Έφθασεν εις τα Νησία Του σεισμού η πολλή βία Με τρομάρα της καρδιάς.
24
Φόβοι, τρόμοι εις την γην μας Και φωτίαις τριγυρίζουν, Απ' ολούθεν φοβερίζουν Τα μνημεία ν' ανοιχθούν·
25
Νύχτα ημέρα τρέχουν δάκρυα Και τον ουρανόν σκοτίζουν Στεναγμοί οπού καπνίζουν Κη ωσάν νέφαλα οργούν.
26
Άρματα πολλά ετοιμάζουν Και σπαθία και φωτίαις Με ορμαίς πολλά δριμείαις Της Ζακύνθου οι λαοί·
27
Τα μουγκρίσματα ακούουν Λειονταριού, κη αυτοί σπαράζουν, Δεν γνωρίζουν και τρομάζουν Στο καλόν τους το πολύ.
28
Ήρωας ο Βοναπάρτης Την Ελλάδα ν' αναστήση Και χωρίς ν' αργοπορήση Πέμπει ένα στρατηγόν·
29
Του Αδριάτου τα πελάγη Τα πλεούμενα γεμίζουν Κάθε λύπην αφανίζουν Κάθε φόβον και κλαυθμόν.
30
Φθάνουσι εις την Κερκύραν, Οι λαοί πανηγυρίζουν Το ελεύθερον γνωρίζουν Και κροτούσι με χαραίς.
31
Όπου εφώλευεν ο Λέων Απεδιώχθη με την βία Κη έλαμψε η Ελευθερία Με πανήγυρες πολλαίς.
32
Εις εσένα, ω Γεντίλλη, Τα Νησιά κρατούν και χαίρουν Και σου τάζουν ν' αναφέρουν Πανταχού ταις αρεταίς.
33
Τσ' αρεταίς σου, ω Γεντίλλη, Τα Νησία θα υμνήσουν, Πανταχού θέλει τιμήσουν Με περίφημαις ωδαίς.
34
Την ανάστασιν του Γένους Σταθερά να μας αφήσης Και να μην εγκαταλείψης Τους λαούς εδώ ποτέ·
35
Και σου ορκίζομεν ομάδι Στο φυτόν τσ' Ελευθερίας Στους επαίνους της Γαλλίας Πως θα ψάλλωμεν κ' εσέ.
36
Αν η Μούσαις μας ξυπνήσουν Και τα όργανα αρπάσουν, Τ' έθνη όλα θα θαυμάσουν Στης Γαλλίας ταις ωδαίς.
37
Βοναπάρτην και Γεντίλλην, Θέλει αποθανατίσουν Όταν θέλη κελαδίσουν Με πινδαρικαίς φωναίς.
38
Όθεν είσθε των Ελλήνων, Παλαιά ανδρειωμένα Κόκκαλα εσκορπισμένα Λάβετε τώρα πνοήν.
ΠΟΙΗΤΑΙ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΕΚΔΟΘΕΝΤΕΣ
ΤΥΠΟΙΣ Σ. Χ. ΡΑΦΤΑΝΗ
ΕΝ ΖΑΚΥΝΘΩ
Άπαντα Ιωάννου Ζαμπελίου
Ο Χάσης Δημητρίου Γουζέλη
Άπαντα Ιωάννου Βηλαρά
» Διονυσίου Σολωμού
Ποιήματα Αθαν. Χρηστοπούλου
Η Λύρα Ανδρέου Κάλβου μετά προσθήκης του ανεκδότου Ύμνου Αντωνίου Μαρτελάου
Τιμάται Δρ. 1, 1/2 νέα.