Η Λύρα Ανδρέου Κάλβου και Ανέκδοτος Ύμνος Αντωνίου Μαρτελάου

Part 3

Chapter 3 1 words Public domain Markdown

«Τα ρόδα της Ελλάδος «Εις τ' αίμα της βαμμένα «Θέλει φανούν τερπνότατον «Δώρον των γυναικών μας. «Κ' έργον ηρώων.»

Κ

Σκληρά, δειλά αναθρέμματα Της ποταπής Ασίας Έργον ηρώων, ναι, βέβαια, Ποίος το αμφιβάλει, υπάρχει Το τρόπαιόν σας.

ΚΑ

Έργον ηρώων, αν σφάξητε Αδύνατα παιδία· Έργον ηρώων, αν πνίξητε Τας τρυφεράς γυναίκας Και τα γερόντια.

ΚΒ

Ιδού κ' άλλα νησία Την λύσσαν σας προσμένουσι· Πόλεις ιδού και αλίκτυπος Ξηρά κατοικημένη Απ' έθνη αθώα.

ΚΓ

Διά σας ηρώων κοπάδια, Δεν φθάνει η Χίος, η Κύπρος· Των Κυδωνιών δεν φθάνουσιν Της Κάσσου και της Κρήτης Η κατοικίαι.

ΚΑ

Άμμετε, μην αφήσετε Ζώντα κανένα· απ' αίμα Τα αιγαία νερά βαμμένα, Κύματ' ας έχουν γέμοντα Από σφαγάδια.

ΚΕ

Ω Έλληνες, ω θείαι Ψυχαί, 'που εις τους μεγάλους Κινδύνους φανερόνετε Ακάμαντον ενέργειαν Και υψηλήν φύσιν!

ΣΤ

Πώς από σας καμμία Δεν τρέχει τώρα; πώς 'Κεί μέσα εις τα πλεόμενα Δεν ρίχνεσθε καράβια Των πολεμίων;

ΚΖ

Πώς, πώς της ταλαιπώρου Πατρίδος δεν πασχίζετε Να σώσητε τον στέφανον Από τα χέρια ανόσια. Ληστών τοσούτων;

ΚΗ

Είνε πολλά τα πλήθη των Και φοβερά εις την όψιν, Αλλ' ένας Έλλην δύναται Ένας άνδρας γενναίος Να τα σκορπίση.

ΚΘ

Όποιος την δάφνην θέλει Αθάνατον της δόξης, Όποιος δάκρυα διά τ' έθνος του Έχει, διά δε την μάχην Νουν και καρδίαν·

Λ

Ας έκβη αυτός. — Να, βλέπω Ταχείαι, ως τ' απλωμένα Πτερά των γερανών, Έρχονται δύο κατάμαυροι Τρομεροί πρώραι.

ΛΑ

Παύει ως τόσον ο κρότος Των μουσικών οργάνων· Τ' αγαρηνά τραγούδια Παύουν και τα υπερήφανα Βλάσφημα μέτρα.

ΛΒ

Μόνον ακούω το φύσιμα Του ανέμου οπού περνώντας Εις τα κατάρτια ανάμεσα Και εις τα σχοινία σχισμένος Βιαίως σφυρίζει.

ΛΓ

Μόνον ακούω την θάλασσαν Που ωσάν μέγα ποτάμι Ανάμεσα εις τους βράχους Κτυπώντας μυρμυρίζει Γύρω εις τα σκάφη.

ΛΑ

Να, η κραυγαί και ο φόβος, Να, η ταραχή και η σύγχυσις Από παντού σηκόνονται, Και απλόνουν πολυάριθμα Πανία να φύγουν.

ΛΕ

Στενόν, στενόν το πέλαγος Ο τρόμος κάμνει· πέφτει Ένα καράβι επάνω Εις τ' άλλο και συντρίβονται· Πνίγονται οι ναύται.

ΛΣΤ

Ω! πώς από τα μάτια μου Ταχέως εχάθη ο στόλος· Πλέον δεν ξανοίγω τώρα Παρά καπνούς και φλόγας Ουρανομήκεις.

ΛΖ

Έξω από την θαλάσσιον Πυρκαϊάν νικήτριαι Ιδού πάλιν εκβαίνουν Σωσμέναι η δύο κατάμαυροι Θαυμάσιαι πρώται.

ΛΗ

Πετάουν, απομακρίνονται· 'Σ το διάστημα του αέρος Χωσμέναι γίνονται άφαντοι· — Διαβαίνουσαι επαιάνιζον, Κ' ήκουεν ο κόσμος.

ΛΘ

Κανάρη! — και τα σπήλαια Της γης εβόουν, Κανάρη. — Και των αιώνων τα όργανα Ίσως θέλει αντηχήσουν Πάντα Κανάρη.

ΩΔΗ ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΕΙΣ ΣΑΜΟΝ

Στροφή Α

Όσοι το χάλκεον χέρι Βαρύ του φόβου αισθάνονται, Ζυγόν δουλείας ας έχωσι· θέλει αρετήν και τόλμην Η ελευθερία.

Β

Αυτή (και ο μύθος κρύπτει Νουν αληθείας), επτέρωσε Τον Ίκαρον· και αν έπεσεν Ο πτερωθείς κ' επνίγη Θαλασσωμένος·

Γ

Αφ' υψηλά όμως έπεσε, Και απέθανεν ελεύθερος. — Αν γένης σφάγιον άτιμον Ενός τυράννου, νόμιζε Φρικτόν τον τάφον.

Δ

Μούσα το Ικάριον πέλαγος Έχεις γνωστόν. Να, η Πάτμος, Να, αι Κορασσίαι κ' η Κάλυμνα Που τρέφει τας μελίσσας Με αθέριστα άνθη.

Ε

Να, της αλόης η νήσος, Και η Κως ευτυχεστάτη, Ήτις του κόσμου εχάρισε Τον Απελλήν και αθάνατον Τον Ιπποκράτην.

ΣΤ

Ιδού και ο μέγας τρόμος Της Ασίας γης, η Σάμος· Πλέξε δι' αυτήν τον στέφανον Υμνητικόν και αιώνιον Λυρική κόρη.

Ζ

Αυτού, ενθυμάσαι, εγέμιζες Του τέιου Ανακρέοντος Χαρμόσυνον κρατήρα, Κ' έστρωνες διά τον γέροντα Δροσόεντα ρόδα.

Η

Αυτού, του Ομήρου εδίδασκες Τα δάχτυλα να τρέχουσι Με την ωδήν συμφώνως, Όταν τα έργα ιστόρη Θεών και ηρώων.

Θ

Αυτού, τα χρυσά έπη Εμψύχωνες εκείνον, Δι’ ου τα νέφη εσχίσθησαν Και των άστρων εφάνηκεν Η αρμονία.

Ι

Ω κατοικία Ζεφύρων, Όταν αλλού του ηλίου Καίουν τα βουνά η ακτίνες, Ή τον χειμώνα η νύκτα Κόπτη τας βρύσεις·

ΙΑ

Εσύ ανθηρόν το στήθος σου, Φαιδρόν τον ουρανόν Έχεις, και από τα δένδρα σου Πολλή πάντοτε κρέμεται Καρποφορία.

ΙΒ

Καθώς προτού νυκτώση, Μέσα εις τον κυανόχροον Αιθέρα, μόνος φαίνεται Λάμπων γλυκύς ο αστέρας Της Αφροδίτης.

ΙΓ

Καθώς μυρτιά υπερήφανος Απ' άνθη φορτωμένη Και από δροσιάν αστράπτει, Όταν η αυγή χρυσόζωνος Την χαιρετάη·

ΙΔ

Ούτω το κύμα Ικάριον Κουπούσα η βάρκα, βλέπει Σε εις τα νησία ανάμεσα Λαμπράν και υψηλοτάτην, Και αγαλλιάζει

ΙΕ

Τι εγίνικαν η ημέραι, Ότε εις τας κορυφάς Του Κερκετέως δενδρόεντος Εχόρευον η τέχναι Στεφανωμέναι.

ΙΣΤ

Έρχονται, ω μακαρία Νήσος, έρχονται πάλιν· Το προμηνύουσι τ' άντρα σου Φλογώδη, εξ ων μυρίαι Μάχαιραι εκβαίνουν.

ΙΖ

Ως η σφήκες μαζόνονται Επί τα ολίγα λείψανα Σπαραγμένης ελάφου, Ή ταύρου οπού εκατάντησε Δείπνον λεαίνης·

ΙΗ

Αλλ' αν βροντήση εξαίφνης, Πετάουν ευθύς και αφίνουσι Την ποθητήν τροφήν, Υπό τα δένδρα φεύγουσαι Και υπό τους βράχους

ΙΘ

Ούτως εις τα παράλια Ασιατικά, τα πλήθη Αγαρηνά αναρίθμητα Βλέπω να επισωρεύονται, Όμως ματαίως.

Κ

Σάλπιγγα μεγαλόφθογγος «Οι Σάμιοι», κράζει, «οι Σάμιοι» Και ιδού τα πόδια τρέμουσι Μυρίων ανδρών και αλόγων Θορυβουμένων.

ΚΑ

«Οι Σάμιοι»· — και εσκορπίσθησαν Των απίστων αι φάλαγγες. — Α, τι, ω δειλοί, δεν μένετε, Να ιδήτε, αν το σπαθί μας Κοπτρόν ήνε;

ΚΒ

Έρχονται, πάλιν έρχονται Χαράς ημέραι, ω Σάμος· Το προμηνύουν οι θρίαμβοι Πολλοί και θαυμαστοί, Που σε δοξάζουν.

ΚΓ

Νήσος λαμπρά ευδαιμόνει· Ότε η δουλεία σε αμαύρονε, Σ' είδον· άμποτε νάλθω Να φιλήσω το ελεύθερον Ιερόν σου χώμα.

ΚΔ

Εάν φιλοτιμούμεθα Να την ξαναποκτήσωμεν Μ' ίδρωτα και με αίμα, Καλόν είνε το καύχημα Της αρχαίας δόξης.

ΩΔΗ ΔΕΚΑΤΗ ΠΕΜΠΤΗ ΕΙΣ ΣΟΥΛΙ

Στροφή Α

Φυσάει σφοδρός ο αέρας, Και το δάσος κυμαίνεται Της Σελλαΐδος· φθάνουσι Μακράν εδώ, όπου κάθομαι, Μουσικά μέτρα.

Β

Αφροντίστων ποιμένων Στίχοι δεν είνε, ή γάμου, Ή πανηγυριζόντων Νέων γυναικών και ανθρώπων, Μήτε ιερέων.

Γ

Άλλη λαμπρά πανήγυρις Την σήμερον εορτάζεται Εις την Ελλάδα· ο άγγελος Χορεύει του πολέμου· Δάφνας μοιράζει.

Δ

Βράχοι υψηλοί, διαβόητοι, Βουνά του τετραχώρου, Από σας καταβαίνουσι Πολλοί και δυνατοί Αδάμαστοι άνδρες.

Ε

Κάθε χέρι, κλαδί· Κάθε κεφάλι φέρνει Στέφανον· από βράχον Πηδάουν εις βράχον ψάλλοντες Πολέμιον άσμα.

ΣΤ

«Μακράν και σκοτεινήν «Ζωήν τα παλληκάρια «Μισούν όνομα αθάνατον «Θέλουν και τάφον έντιμον «Αντίς διά στρώμα.»

Ζ

Ούτως εβόουν· συμφώνως Τ' άρματά τους εβρόνταον Και τ' άντρα.... — Ω δεν ακούω Πλέον παρά τον άνεμον Και τους χειμάρρους. —

Η

Εσύ οπού τρέχεις, πρόσμενε Ω στρατιώτα· ειπέ μου, Και ας μη σε κυνηγήση Βόλι του εχθρού, πού επήγαν Οι σύντροφοί σου;

Θ

«Λείπει ο καιρός. Αν έχης «Ελαφρά τα ποδάρια, «Και στήθος, ακολούθα με· «Τρίξε και συ μ' εμένα· «Μας φεύγει, η ώρα.» —

Ι

Γνωρίζω την φωνήν σου. Οδήγει. — Οι βράχοι φεύγουσι Τώρα υπό τα πατήματα Συχνά, φεύγουν οπίσω Σπήλαια και δένδρα·

ΙΑ

Των ποταμών πλατέα Νερά, βαθέα λαγγάδια, Έρημα μονοπάτια, Δάση, βουνά, χωράφια, Φεύγουν οπίσω.

ΙΒ

Ιδού το Καρπενήσι· Αυτού από τα ψηλώματα, Όπου αναμένω, βλέπω Κρυπτόν στεφανομένων Σύνταγμα ηρώων.

ΙΓ

Και αντίκρυ τα αναθρέμματα Του Οσμάν με δίχως τάξιν, Πλην χιλιάδας, χιλιάδας Βλέπω συγκεχυμένων Πεζών και ιππέων.

ΙΔ

Ως εις χώραν εορτάζουσαν Συντρέχει μεν ο κόσμος Πολύς, κλαγγάς δε οργάνων, Φωνάς δε ανδρών χαιρόντων Ακούεις και κρότον.

ΙΕ

Ούτω και εις το στρατόπεδον Των βαρβάρων ακούεις Κραυγάς, τύμπανα, κτύπους· Όμως ατρέμα ο θάνατος Στέκων τους βλέπει.

ΙΣΤ

Ως τόσον της ημέρας Το φως εγίνηκ' άφαντον· Τους ουρανούς σκεπάζει Το φοβερόν σου κάλυμμα Ιερά νύκτα.

ΙΖ

Μητέρα φρονημάτων Υψηλών, συνεργέ Ψυχών τολμηροτάτων, Νύκτα ουράνια και σύγχρονε Δικαιοσύνης.

ΙΗ

Συχνά από σε παιδεύονται Λαοί άφρονες, άσωτοι· Συχνά και των τυράννων Αλλάζεις την χρυσήν Ζώνην εις Στάκτην.

ΙΘ

Τώρα εδώ το πυκνότερον Σκότος σου χύσαι. Άνθρωπος Άνθρωπον ας μη βλέπη, Ας μη ξανοίγη μάτι Χείρα ωπλισμένην.

Κ

Το πνεύμα ταραγμένον Των εχθρών της πατρίδος μου Ας πλάσση φοβερούς Γίγαντας, και ας φαντάζεται Παντού μαχαίρας.

ΚΑ

Ακούω, ακούω τον θόρυβον Ως αρχομένης μάχης· Κουφοβροντάει τοιούτως, Ότε επάνω εις τους βράχους Ρίχνεται η θάλασσα.

ΚΒ

Δάσος βοάει τοιούτως, Οπότε από τα σύγνεφα Σκληρός το δέρνει ο άνεμος· Ξηρά τα φύλλα φεύγουσιν Εις τον αέρα.

ΚΓ

Να, των σπαθιών ο κρότος Προδήλως τώρα ακούεται· Να, πέφτουν ως ουράνιαι Βρονταί, πολλά, απροσδόκητα Βόλια θανάτου.

ΚΔ

Να, πανταχού σηκόνονται Ομού και των νικώντων, Και των νενικημένων Η φωναί, τρομερή Φρικτή αρμονία.

ΚΕ

Ω άγγελοι, οπού ετάχθητε Φύλακες των δικαίων, Της Σελλαιΐδος σώσατε Τα τέκνα και τον Μπότσαρην Διά την Ελλάδα.

ΚΣΤ

Έπαυσ' η μάχη ολότελα, Αναχωρεί και η νύκτα· Ιδού που τ' άστρα αχνίζουσι, Και οι καθαροί λευκαίνονται Αιθέριοι κάμποι.

ΚΖ

Πυκναί, πυκναί ως ομίχλη, Περνάουν απ' έμπροσθέν μου Των ψυχών η χιλιάδες· Τα χέρια των ακόμα Στάζουσιν αίμα.

ΚΗ

Άνομοι, τον Σταυρόν Εχθρόν επήραν· και άγγελος Τους οδηγεί· εις το πρόσωπο Του λάμπει η καταδίκη, Ρομφαία 'ς το χέρι

ΚΘ

Ιδού ανά δεκάδας, Πετάουν και των Ελλήνων Τα πνεύματα ελαφρά· Αστράπτουν ως η ακτίνες Του πρώτου ηλίου.

Λ

Φέρνει Σταυρόν και βάια Ο πτερωμένος άγγελος Που τους ηγεμονεύει· Ψάλλοντες αναβαίνουσιν Υπέρ τα νέφη.

ΛΑ

Ψυχαί μαρτύρων χαίρετε Την αρετήν σας άμποτε Να μιμηθώ εις τον κόσμον, Και να φέρω την λύραν μου Με σας να ψάλλω.

ΩΔΗ ΔΕΚΑΤΗ ΕΚΤΗ ΑΙ ΕΥΧΑΙ

Στροφή Α

Της θαλάσσης καλήτερα Φουσκωμένα τα κύματα Να πνίξουν την πατρίδα μου Ωσάν απελπισμένην, Έρημον βάρκαν.

Β

'Σ την στεριάν, 'ς τα νησία Καλήτερα μίαν φλόγα Να ιδώ παντού χυμένην, Τρώγουσαν πόλεις, δάση, Λαούς και ελπίδας·

Γ

Καλήτερα, καλήτερα Διασκορπισμένοι οι Έλληνες Να τρέχωσι τον κόσμον, Με εξαπλωμένην χείρα Ψωμοζητούντες·

Δ

Παρά προστάτας νάχωμεν. 'Μέ ποτέ δεν εθάμβωσαν Πλούτη ή μεγάλα ονόματα, 'Μέ ποτέ δεν εθάμβωσαν Σκήπτρων ακτίνες.

Ε

Αν οπόταν παιθαίνη Πονηρός βασιλεύς Έσβυν' η νύκτα έν άστρον, Ήθελον μείνει ολίγα Ουράνια φώτα.

ΣΤ

Το χέρι οπού προσφέρετε Ως προστασίας σημείον Εις ξένον έθνος, έπνιξε Και πνίγει τους λαούς σας, Πάλαι, και ακόμα.

Ζ

Πόσοι πατέρες δίδουσιν, Όχι ψωμί, φιλήματα 'Σ τα πεινασμένα τέκνα τους, Εν ώ λάμπουν 'ς τα χείλη σας Χρυσά ποτήρια!

Η

Όταν υπό τα σκήπτρα σας Νέους λαούς καλείτε, Νέους ιδρώτας θέλετε Εσείς διά να πληρώσητε Πλουσιοπαρόχως,

Θ

Τα ξίφη οπού φυλάγουσι Τα τρέμοντα βασίλειά σας, Τα ξίφη οπού τρομάζουσι Την αρετήν, και σφάζουσι Τους λειτουργούς της.

Ι

Θέλετε θησαυρούς Πολλούς δια να αγοράσητε Κρότους χειρών και επαίνους, Και τ' άπειστον θυμίαμα Της κολακείας.

ΙΑ

Ημείς δια τον Σταυρόν Ανδρείως υπερμαχόμεθα Και σεις εβοηθήσατε Κρυφά τους πολεμούντας Σταυρόν και αλήθειαν.

ΙΒ

Διά να θεμελιώσητε Την τυραννίαν τιμάτε Τον Σταυρόν εις τας πόλεις σας, Και αυτόν επολεμήσατε Εις την Ελλάδα.

ΙΓ

Και τώρα εις προστασίαν μας Τα χέρια σας απλόνετε! Τραβήξετέ τα οπίσω· Βλέπει ο Θεός και αστράπτει Διά τους πανούργους.

ΙΔ

Όταν το δένδρον νέον Εβασάνιζον οι άνεμοι, Τότε βοήθειαν ήθελεν, Ενδυναμώθη τώρα Φθάνει η ισχύς του.

ΙΕ

Το ξίφος σφίγξατ' Έλληνες — Τα ομμάτια σας σηκώσατε — Ιδού — εις τους ουρανούς Προστάτης ο Θεός Μόνος σας είνε.

ΙΣΤ

Και αν ο Θεός και τ' άρματα Μας λείψωσι, καλήτερα Πάλιν να χρεμετήσωσι 'Σ' τον Κυθερώνα Τούρκων Άγριαι φοράδες,

ΙΖ

Παρά.... Αι, όσον είνε Τυφλή και σκληροτέρα Η τυραννίς, τοσούτον Ταχυτέρως ανοίγονται Σωτήριοι θύραι.

ΙΗ

Δεν με θαμβώνει πάθος Κανένα· εγώ την λύραν Κτυπάω, και ολόρθος στέκομαι Σιμά εις του μνήματός μου Τ' ανοικτόν στόμα.

ΩΔΗ ΔΕΚΑΤΗ ΕΒΔΟΜΗ ΤΟ ΦΑΣΜΑ

Στροφή Α

Το πνεύμα μου σκοτίζεται· Η γη υπό τα ποδάρια μου Γέρνει· αθελήτως τρέχω Ωσάν από μίαν ράχην Βουνού, εις λαγκάδι.

Β

Με σέρνει η τύχη. Ω, πόση Νύκτα εμαζώχθη αυτούθε Και φόβος, όπου πέφτοντας Εμβαίνω· σπήλαιον είνε Ή χάσμα του άδου;

Γ

Ελύθησαν οι άνεμοι· Σφοδροί, σφοδροί εδώ μέσα Ως φουσκωμένα, χύνονται Ποτάμια από πολλά Χειμέρια νέφη.

Δ

'Σ τον θόρυβον σηκόνονται, Φωναί συχναί και ασήμαντοι, Ως μακράν εις την θάλασσαν Στεναγμοί πνιγομένων Μυρίων ανθρώπων.

Ε

Βλέπω, βαθυά, μίαν σπίθα· Πλησιάζει· μεγαλόνεται· Ωσάν κύκλος αμέτρητος, Ως πέλαγος φλογώδες Εμπρός μου απλώθη·

ΣΤ

Ελεεινά ναυάγια Πλέουσιν αυτού. Μεγάλον Κορμί νεοσπαραγμένον Περνάει, και ως σώμα φαίνεται Μίας βασιλίσσης.

Ζ

Ω Ελλάς!... — ιδού χιλιάδες Παιδιών έτι εις τα σπάργανα Περνάουν, κ' εις κάθε στήθος Ένα μαχαίρι στέκεται Καταχωσμένον.

Η

Κοράσια, ιδού, μητέρες Περνάουν. Έλαμπον πρώτα Τα πλήθη αυτών 'σάν άστρα· Εχαίροντο, και τ' άρπαξε Θανάσιμη ώρα.

Θ

Έχουσι των στεφάνων τους Μαδημένα τα ρόδα, Γυμνά τ' άσπρα βυζία τους, Μιασμένα από τα χείλη Αγρίων βαρβάρων.

Ι

Να, και οι σωροί περνάουσι Των μαχίμων ανθρώπων, Ένδοξοι ναύται, αείμνηστοι, Ανδρείοι στρατιώται Κ' ήμερος όχλος.

ΙΑ

Ματαίως το ακονισμένον Εγύμνωσαν σπαθί τους· Δάφνας ματαίως εμάζωξαν· Πάσαν ελπίδα ο άνεμος Έξαφνα επήρε.

ΙΒ

Έρημη τώρα η θάλασσα Είνε· και ιδού μακρόθεν, Ως νέφη εις τον ορίζοντα Εσπερινόν, 'ξανοίγω Γην και νησία.

ΙΓ

Εγκρημνισμέναι πόλεις Φαίνονται αυτού, και λείψανα Πύργων, ναών, χωρίων· Άροτρα, βάρκαις και άρματα Ημελημένα.

ΙΔ

Ζώντα δεν βλέπω· ουδ' άφησε Καν ένα η σκληρά τύχη Επάνω εις τέτοιον θέατρον, Τ' έθνους να κλαίη την άωρον Τρισάθλιον μοίραν.

ΙΕ

Μεγάλη, τρομερή, Με τα πτερά απλωμένα, Καθώς αετός ακίνητος, Κρέμεται 'ς τον αέρα 'Ψηλά η Διχόνοια.

ΙΣΤ

«Εγώ, » φωνάξει «εγώ «Από τον κόσμον έσβυσα «Ένα λαόν· και ταύτην «Την γην εξολοθρεύσασα «Τώρα εωρτάζω.»

ΙΖ

Ούτως ειπούσα η δύσφημος, Χύνει, από δύο ποτήρια Αίμα και πορφυρίζονται Πάντες οι ουράνιοι κάμποι, Η γη και η νήσοι.

ΙΗ

Ελύθη, ελύθη ως όνειρον Το φάσμα. Καθαρώτατος Ο αέρας καταβαίνει Και δροσίζει τα χείλη μου, Και την ψυχήν μου.

ΙΘ

Ω Ελλάς! — ω πατρίς μου! Ελπίδων γλυκυτάτων Μήτηρ! σε βλέπω ακόμα Ζώσαν και μαχομένην, Και αναλαμβάνω.

Κ

Φύγε, φύγε τον κίνδυνον, Διά τον Σταυρόν 'που πλύνεις Με τ' αίμα σου· διά τ' όνομα Της ιεράς των τέκνων σου Ελευθερίας.

ΚΑ

Έως σήμερον σε ωφέλησαν Του νοός η θεόπνευστος Φλόγα, και τα μεγάλα, Ανέλπιστα, αναρίθμητα Έργα, και η δύναμις.

ΚΒ

Αλλ' έφθασεν η ημέρα Κινδύνου· η δοξασμένη Δάφνη της κεφαλής σου Τρέμει· κ' ο εχθρός προσέχει Να την αρπάξη.

ΚΓ

Μάθε ότι εις τους χορούς Των πολέμων, ως έσωσεν Η ανδρεία τον στρατιώτην, Ούτω εις αυτούς η ομόνοια Σώνει τα έθνη.

ΩΔΗ ΔΕΚΑΤΗ ΟΓΔΟΗ ΕΙΣ ΤΗΝ ΝΙΚΗΝ

Στροφή Α

Ον, συ που η φαντασία Φλογώδης των θνητών 'Σάν πτερωμένην βλέπει Παρθένον 'ς τον αέρα, Ουράνιον έργον.

Β

'Σ το μέτωπόν σου πάντοτε Άσβεστος λάμπει αστέρας, Ω Νίκη, συσσωρεύονται Τριγύρω σου ματαίως Νύκτες αιώνων.

Γ

Το χέρι οπού τα πέπλα Των ουρανών κατέστρωσεν, Από σύγνεφα ολόχρυσα Εκβαίνει, και σου δείχνει Ανδρείους ανθρώπους.

Δ

Πετάεις εσύ κ' επάνω τους Σκορπίζεις φύλλα αμάραντα· Τέρπουν αυτά τους ζώντας, Και τους γενναίως θανόντας Τέρπουν ακόμα.

Ε

Αι, πώς υπό την πτέρυγα Ταχείαν του Νότου ή τ' Έβρου, Πολλά βλέπεις να σκήπτωσι Τ' ανήσυχα της λίμνης 'Ψηλά καλάμια!

ΣΤ

Από τριγμούς γεμίζουν Απαύστως ολοτρίγυρα Μεγίστην πεδιάδα, Κανείς δε δεν εμέτρησεν Αυτών το πλήθος.

Ζ

Όμως οι κυνηγοί Βάνουν φωτιάν 'κεί μέσα, Κ' ευθύς από μίαν άκραν 'Πέρασ' η φλόγα εις άλλην Καίουσα τα πάντα.

Η

Πανέρημος, ξεσκέπαστη Αστράπτει τώρα η πλάτη Των υδάτων, εσκόρπισεν Ο άνεμος τα λείψανα Καπνού και στάκτης.

Θ

Πυκνά, πυκνά ως καλάμια Ανεμισμένα εβλέπαμεν Να κινώνται εις τους κάμπους μας Των πολέμων μας τ' άρματα, Κ' έπεσαν όλα.

Ι

Πού είνε η τόσαι γλώσσαι Των ακτινοβολούντων Σπαθιών; πού είνε η χείρες Των εχθρών μας αμέτρητοι; Πού τα καυχήματα;

ΙΑ

Πλατύς και σκοτεινός, Βαθύς έχασκεν κ' άφευκτος Ο άδης υποκάτω τους· Εβούλιασαν, εχάθησαν, Εκλείσθη ο τάφος.

ΙΒ

Ούτως από τον ήλιον, Ωσάν πύρος σταλάγματα, Πέφτουσιν εις την θάλασσαν Των αιώνων, και χάνονται Διά πάντα η ώραι.

ΙΓ

Ω Νίκη, διά τους Έλληνας Στεφάνους πλέξε· αλλ' όχι 'Σαν 'κείνους 'που χαρίζεις Εις βασιλέα κενόδοξον Αιματοπότην.

ΙΔ

'Σάν κείνους όχι. Επάνω τους Τα δάκρυα των λαών Στάζουσι, και μαραίνονται Ογλήγωρα ως απ' όφιν Χόρτα καϋμένα.

ΙΕ

Πήγαινε εις τον Παράδεισον· Μία δάφνη εκεί βλαστάνει· Άγγελος την φυλάττει Λαμπρός, και την ποτίζει Ψάλλων τοιαύτα.

ΙΣΤ

«Αύξανε διά τον θρίαμβον, «Διά την αγάπην αύξανε «Ελευθερίας, πατρίδος· «Διά πάντοτε ακεραύνωτος «Βλάστανε ω δάφνη. »

ΙΖ

Ζήτει τα θαλερώτερα Πλέον άφθαρτα κλωνάρια· Μ' αυτά πλέξε τα στέμματα, Και πρόσθεσε ακόμα Δυο ειδών ρόδα.

ΙΗ

Λευκά και δροσερώτατα, 'Σάν άστρα αυγερινά, Υπό τα θεία φυτρόνουσι Πατήματα και πέφτουσι Συχνά εις τον κόσμον.

ΙΘ

Τάχεις γνωστά· κ' εστόλισες Πολλαίς φοραίς μ' εκείνα, Τους μη σκληρώς πατήσαντας Τον εχθρόν όταν έβαλεν Τ' άρματα κάτω.

Κ

Τάχεις γνωστά· τα εχάρισες Εις όσους δεν εξάπλωσαν Βαρείαν χείρα επί γέροντας Ή παρθένους οπ' έγειναν λάφυρα μάχης.

ΚΑ

Εάν τιμήσης ήρωα Μ' αυτά προσμένει ο τάφος Το σώμα του, προσμένουσιν Οι ουρανοί το στίφος του Και τ' όνομά του.

ΩΔΗ ΔΕΚΑΤΗ ΕΝΝΑΤΗ ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΡΟΔΟΤΗΝ

Στροφή Α

Εγύρισε ταις πλάταις του· Φεύγει, φεύγει ο προδότης· Αλαμπή σέρνει τ' άρματα Φαρμακερά, το στήθος του Έγινεν άδης.

Β

Τον Σταυρόν και τους Έλληνας Άφησ' οπίσω, εξάπλωσεν Αδελφικώς την χείρα του 'Σ τους Τούρκους, κ' επροσκύνησε Βάρβαρον νόμον.

Γ

Τον συντροφεύει ολόμαυρον Μέγα εναέριον σύγνεφον. Κρέμεται ακόμα ατίνακτον Αστοπελέκι επάνω του, Κ' άγρυπνος μοίρα.

Δ

Ω Βαρνακιώτη· τρέχεις, Και ο κτύπος των ποδών σου Αντιβομβεί ωσάν νάτρεχες Επί τον κούφιον θόλον Βαθείας αβύσσου.

Ε

Αν κοπιασμένος πέσης 'Ν αναπαυθής 'ς τα χόρτα, Η τιμωρός συνείδησις Με σε πλαγιάζει αλλάζουσα Τα χόρτα εις δράκοντας.

ΣΤ

Το φως εσύ αποφεύγεις Της ημέρας, φοβούμενος Μήπως των προδομένων Ανθρώπων σε ξανοίξουσιν Η μακραί σπάθαι.

Ζ

Κράζεις την νύκτα κ' έρχεται· Αλλά εις το σκότος μέσα Τυλιγμένος φαντάζεσαι Εχθρούς αρματωμένους, Και ως άφρων μένεις.

Η

Αν μαυροφορεμένης Χήρας, αν βρέφους θρήνον Ορφανικόν ακούσης, Τρέμεις, και το ποτήρι σου Πέφτει σχισμένον.

Θ

Αν της χαράς τον γέλωτα Ιδής εις φιλικόν Δείπνον περιπετώμενον, Απ' ίδρωτα θανάτου Στάζουν τα φρύδια σου.

Ι

Ω, ποίαν ζωήν ηγόρασες Προδότα Βαρνακιώτη! Και τι έλπιζες; το θείον Διά τους ομοίους σου τέτοια Δώρα ετοιμάζει.

ΙΑ

Αν ήθελες χρυσάφι — Πολύν εις τας βαρβάρους Αγαρηνάς σκηνάς Με το σπαθί εις το χέρι Εύρισκες πλούτον.

ΙΒ

Πληγωμένος απ' ύβριν Ελληνικών στομάτων Αν ήθελες εκδίκησιν — Η καλλητέρα εκδίκησις Είνε η συμπάθεια.

Μέγα, λαμπρόν εάν ήθελες Όνομα, και περνώντας Εσύ κάθε οφθαλμός Με θαυμασμόν να στρέφηται Παρατηρώντάς σε. —

ΙΔ

Σφαλερόν δρόμον, άθλιε, Εδιάλεξας· οι Έλληνες Που επρόδωσας θαυμάζονται Από την οικουμένην Κ' ήρωες καλούνται.

ΙΕ

Και καταφρονημένος Ο Βαρνακιώτης έγινε. — Γύρευε από την μοίραν σου Κρυπτόν να σου χαρίση Τάφον εις όλους.

ΩΔΗ ΕΙΚΟΣΤΗ Ο ΒΩΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΟΣ

Στροφή Α

Τρέξατε αδέλφια, τρέξατε Ψυχαί θερμαί, γενναίαι· Εις τον βωμόν τριγύρω Της πατρίδος αστράπτοντα Τρέξατε πάντες.

Β

Ας παύσωσ' η διχόνοιαι 'Που ρίχνουσι τα έθνη Τυφλά, υπό τα σκληρότατα Ονύχια των αγρύπνων Δολίων τυράννων.

Γ

Τρέξατ' εδώ· συμφώνως Τους χορούς ας συμπλέξωμεν, Προσφέρων ο καθένας Λαμπράν θυσίαν, πολύτιμον, Εις την πατρίδα.

Δ

Εδώ ας καθιερώσωμεν Τα πάθη μας προθύμως· Τ' άρματα ημείς αδράξαμεν Μόνον διά να πληγώσωμεν Του Οσμάν τα στήθη.

Ε

Εδώ πάντα τα πλούτη μας Ας χύσωμεν· εν όσω Γυμνόν σπαθί βαστούμεν Μας φθάνουσι τα φύλλα Τίμια της δάφνης.

ΣΤ

Κ' ύστερ', αφ' ου συντρίψωμεν Τον έχθιστον ζυγόν, Αλλά όχι αβέβαια πλούτη Θέλει μας δώσει πάλιν Η Ελευθερία.

Ζ

Εδώ ηδονάς και ανάπαυσιν, Ω φίλοι, ας παραιτήσωμεν Ξηρή Πέτρα το στρώμα, Φαρμάκι το ψωμί Της δουλείας είνε.

Η

Εδώ, 'σάν αναθήματα, Εις τον βωμόν πλησίον, Τους συγγενείς, τα τέκνα μας Αγαπητά, τους γέροντας Τώρα ας αφήσωμεν.

Θ

Πάντα όσα εις την καρδίαν μας Είνε ακριβή, δεν πρέπουσιν Εις άνδρας 'που τρομάζουν, Έμπροσθεν εις ανόητον Βάρβαρον σκήπτρον.

Ι

Ούτε η ζωή δεν πρέπει. Τρέξετε αδέλφια τρέξετε. Συμμέτρως εχορεύσαμεν, Σύμμετρα ας αποθάνωμεν Διά την πατρίδα.

ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΟΥ

Α

Οι στίχοι τους οποίους εμεταχειρίσθην εις την κατασκευήν των Ωδών μου συνίστανται εκ συνιζήσεων και τόνων, και λέγονται επτασύλλαβοι με πρόσθεσιν πεντασυλλάβου.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ

Ως] μέ] σα] εις] τα] πο] λύ] δένδρα Δά] ση] το] βρά] δυ εισ| πνέ] ει Το] τε] θλιμ] μέ] νον] φύ] σημα Με] ση] βρι| νόν] και] φαί] νεται Θρή] νος] αν] θρώ] πων.

Β

Ότε η τελευταία λέξις ενός επτασυλλάβου είνε προπαροξύτονος, η τετονισμένη συλλαβή λέγεται έκτη, αι δε επίλοιποι δύο λογίζονται ως μία· π. χ.

— — — — πο] λύ] δένδρα — — — — — — φύ] σημα — — — — — — φαί] νεται —

Γ

Ότε όμως η τελευταία λέξις έχει τον τόνον εις την λήγουσαν, ο στίχος τελειόνει με την έκτην· π. χ.

Του] κλει] νού] Τα] μησ] σού] — Ελ] αφ] ρά] κα] θα] ρά] — Γί] νον] ται]της] νυκ] τός] — κ. τ. λ.

Δ

Η πεντασύλλαβος πρόσθεσις δεν τελειόνει ποτέ παρά με λέξιν έχουσαν τον τόνον εις την παραλήγουσαν.

Ε

Οι τόνοι είνε·

α. Τ ε λ ι κ ο ί, οι οποίοι ευρίσκονται εις την έκτην των επτασυλλάβων και εις την τετάρτην του πεντασυλλάβου.

β'. Α ν έ μ φ α τ ο ι, και δεν συντρέχουσιν εις μελοποιίαν. Ως ο τόνος της τετάρτης συλλαβής του

Ως] μέ] σα εις] τα] πο] λύ] δενδρα —

και ο της τρίτης του

Δά] ση] το] βρά] δυ εισ] πνέ] ει —

και ο της πέμπτης του

Με] σημ] βρι] νόν] και] φαί] νεται —