Η Λύρα Ανδρέου Κάλβου και Ανέκδοτος Ύμνος Αντωνίου Μαρτελάου
Part 1
Produced by Sophia Canoni
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed. At the beginning of the book, at the poet's biography, a page must be missing.
Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Στην αρχή του βιβλίου, στην βιογραφία του ποιητή. δείχνει να λείπει μια σελίδα.
Η ΛΥΡΑ
ΑΝΔΡΕΟΥ ΚΑΛΒΟΥ
ΚΑΙ ΑΝΕΚΔΟΤΟΣ ΥΜΝΟΣ
ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΜΑΡΤΕΛΑΟΥ
ΕΝ ΖΑΚΥΝΘΩ ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ Ο ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ ΤΟΥ ΕΚΔΟΤΟΥ ΣΕΡΓΙΟΥ Χ. ΡΑΦΤΑΝΗ 1881
ΤΩ ΠΡΟΣΦΙΛΕΣΤΑΤΩ ΜΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΩ Γ. ΜΠΑΦΑ
ΕΙΣ ΑΓΑΠΗΣ ΤΕΚΜΗΡΙΟΝ
Ο ΕΚΔΟΤΗΣ
ΕΜΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Βιογραφία Ανδρέου Κάλβου 9 Πρόλογος 13 Ο Φιλόπατρις 15 Εις Δόξαν 20 Εις Θάνατον 26 Εις τον ιερόν Λόχον 34 Εις Μούσας 37 Εις Χίον 43 Εις Πάργαν 49 Εις Αγαρηνούς 53 Εις Ελευθερίαν 58 Ο Ωκεανός 62 Η Βρεταννική Μούσα 70 Εις Ψαρά 76 Τα Ηφαίστια 81 Εις Σάμον 89 Το Σούλι 94 Αι Ευχαί 101 Το Φάσμα 105 Εις την Νίκην 110 Εις Προδότην 115 Ο Βωμός της Πατρίδος 119 Σημείωσις του Ποιητού 121 Βιωγραφία Αντωνίου Μαρτελάου 131 Ύμνος εις την Γαλλίαν, Βοναπάρτην και Γεντίλλην 137
ΣΠΟΥΔΑΙΑ ΔΙΟΡΘΩΣΙΣ
Εν σελίδι 136 είπομεν, ότι γενομένης της απλοελληνικής μεταφράσεως των Γραφών, εκήρυξε δυο λόγους ο Μαρτελάος εναντίον της Αγγλίας κλ., όπερ και έτεροι των παρ ημίν λογίων είπον, και ημείς εκ παραδρομής εδώκαμεν τω τυπογράφω ουχί το διωρθομένον αντίγραφον, αλλά το λελανθασμένον, διό παρακαλείται ο αναγνώστης να αναγινώσκη ούτως — Ελθόντων των Άγγλων διενέμοντο ενταύθα, μεταφράσεις τινάς της Γραφής, τούτο δε ιδών ο Μαρτελάος και ακούσας ότι επρόκειτο να γίνη και πλήρης νέα μετάφρασις των Γραφών απλοελληνιστί εκ της εβραΐδος (ως και εγένετο και εξεδόθη κατά τεύχη από του 1832 και ολόκληρος τω 1844,), εξεφώνησε τους δύο λόγους ένεκα των οποίων επρόκειτο να τιμωρηθή, διότι ου μόνον εξύβριζε την βιβλικήν εταιρίαν και την Αγγλίαν, αλλά και τους διδασκάλους Θεοδόσιον Δημάδην και Αναστάσιον Καραβίαν, καθότι ούτοι παρέδιδον με μέθοδον διάφορον της εδικής του, τους οπαδούς της δημοτικής κλ.. Σειμειωτέον δε, ότι τους λόγους τούτους αλλέως συνέταξε και αλλέως εξεφώνησε, διότι ήτο βέβαιος ότι θα κατηγορείτο. Εις την επιτροπήν δε έδωκε το αντίγραφον διάφορον κατά πολύ των εκφωνηθέντων λόγων, το δε άλλο το έκαυσεν. Ο Άγγλος διοικητής κ. τ. λ.
Σ. Δε Βιάζης.
Η ΛΥΡΑ ΑΝΔΡΕΟΥ ΚΑΛΒΟΥ
ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΑΝΔΡΕΟΥ ΚΑΛΒΟΥ
ΥΠΟ
ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΔΕ ΒΙΑΖΗ
Ανδρέας ο Κάλβος, υιός του Κερκυραίου Ιωάννου, εκ του προαστείου Μαντουκίου, και της Ζακυνθίας Ανδριανής Ρουκάνη, εγεννήθη εν Ζακύνθω, εβαπτίσθη δε υπό του εφημερίου του αγίου Νικολάου των γερόντων τη 18 Ιουλίου του έτους 1792, ων μηνών τεσσάρων. Ο ανάδοχος αυτού ήτο ο δόκτωρ Σπυρίδων Ρούκερ Κερκυραίος. Φυσικήν κλίσιν προς τα γράμματα και ζωηράν φαντασίαν παιδιόθεν επέδειξεν ο Κάλβος. Διακούσας τα πρώτα δοκίμια της Ελληνικής και Ιταλικής γλώσσης εν Ζακύνθω, μετέβη εις την μουσοτραφή Ιταλίαν προς τελειοποίησιν των σπουδών του. Εν Ιταλία συνέδεσεν ακράδαντον φιλίαν μετά του Φωσκόλου. Ο Κάλβος εν Ιταλία ευρίσκετο πολλάκις άνευ χρημάτων. Ενώ οι γονείς αυτού ήσαν πτωχοί, ο Φώσκολος έγραψε προς τον συμπολίτην αυτού Μιχαήλ Τσιτσιλιάνην, τω 1813 εκ Φλωρεντίας, ίνα πείση τον δήμον Ζακυνθίων ή τους Ζακυνθίους να χορηγήσωσι τω μουσοφιλεί νέω μηνιαίον είκοσι ταλλήρων προς συντήρησιν και εξακολούθησιν των σπουδών του, επί πενταετίαν, αλλά ματαίως. Ο Φώσκολος ιδών τας ανάγκας του νέου προσέλαβεν αυτόν εις την ιδίαν αυτού οικίαν. Ότε ο Φώσκολος ένεκα πολιτικών λόγων εγκατέλειψε την Ιταλίαν, ην τοσούτον ηγάπα και δεν ηδυνήθη να την επανίδη μετέβη εις Ελβετίαν.
[μάλλον λείπει σελίδα]
ποίησις αυτού θα ήτο υψηπετεστέρα, καθότι θα έγραφε μετά περισσοτέρου εμπνεύσεως και αυτομάτως. Η ποίησις και η γλώσσα βλαστάνουσιν εν τη καρδία. Η γλώσσα του ποιητού Κάλβου δεν ετρέφετο εν τη καρδία αυτού, δεν ήτο γλώσσα μεθ' ης ηδύνατο να σκεφθή. Το μέτρον του Κάλβου και αυτό είνε καινοφανές και ιδιόρρυθμον. Περιεφρόνει το εθνικόν μέτρον, και, την ομοιοκαταληξίαν, την οποίαν ησπάσθη ήδη όλος ο λαός, ωνόμαζε βάβαρον. Πρέπει ο ποιητής να σέβηται την θέλησιν ενός λαού. Αι ελλήψεις αύται παρεκώλυσαν δυστυχώς την διάδοσιν ποιήσεως, εις ην ανευρίσκει τις πινδαρικάς καλλονάς. Αι ποιήσεις του Κάλβου ανετυπώθησαν εν Λονδίνω, Κέρκυρα και Αθήναις· έτυχον δε επαξίως γαλλικής και αγγλικής μεταφράσεως.
Μετέφρασεν ο Κάλβος τα εξής· — Ποία κατά τους αρχαίους η Κυριαρχία του Πάπα υπό του αιδεσιμωτάτου Ιακώβου Κουερίκου Τ. Δ. πρεσβυτέρου της Αγγλικανής εκκλησίας, μετά βιογραφίας του συγγραφέως. — Περί δογμάτων διοικήσεως και ιερουργιών της Αγγλικανής εκκλησίας, πονημάτιον Κοσίου επισκόπου Λινέλμου, οις προσετέθη βραχεία μεν τινά περί της καθολικής πίστεως και της αγγλικής μεταρρυθμίσεως, ερανισθέντα εκ των συγγραμμάτων Ανδρηέως Ιουήλλου, και Κατήχησις της Αγγλικανής εκκλησίας. Εις Ιταλίαν συνέγραψε τραγωδίας, ας δεν εδημοσίευσε. Συνέγραψε δε και διάφορα φιλολογικά και φιλοσοφικά, ως μοι είπον αξιόπιστοι λόγιοι φίλοι του Κάλβου, αλλά δεν τα εδημοσίευσεν. Εν Κερκύρα ευρισκόμενος εχρημάτισεν είς των συντακτών της επισήμου εφημερίδος του Ιονίου κράτους. Δοθείσης της ελευθεροτυπίας έγραφε και αυτός εν τη εν Κερκύρα εκδιδομένη εφημερίδι «Πατρίς».
Εγράφετο ο Κάλβος Ζακύνθιος, διότι εν Ζακύνθω εγεννήθη· ως και Ευγένιος ο Βούλγαρις εγγραφείς φοιτητής εν τω πανεπιστημίω της Χάλλης εγράφη Κερκυραίος, επειδή εν Κερκύρα εγεννήθη.
Εν Ζακύνθω, 1881.
Πολυτέκνου θεάς, ω Μνημοσύνης Θρέμματα πτερωτά, χαραί του ανθρώπου, Και των μακάρων Ολυμπίων αείμνηστα Κ' ευτυχή δώρα· επί τα νώτα ακάμαντα Των ζεφύρων, πετάξατε ταχέως. Εσάς προσμένει η γη μου· εκεί τα σφάγια, Και τ' άνθη εκεί πλουτίζουσι, και η σμύρνα, Χιλίους ναούς· τους έκτισαν ανίκητα Της ιεράς Ελευθερίας τα χέρια.
Ήλθεν η ποθητή ώρα· στολίζουσι Την κεφαλήν σεβάσμιον της Ελλάδος Η δάφναι, φύλλα αμάραντα θριάμβων· Και σεις χρυσά, σεις αμβροσίοδμα ρόδα Του παραδείσου ελικωνίου, συμπλέξατε Σήμερον τον αγνόν στέφανον· μόνη, Αμάργαρος, ολόγυμνος, αυτάγγελτος, Το καθαρόν του ουρανού αναβαίνει Η Αρετή· αλλ' αν η Πιερίδες Την λαμπράν της χαρίσωσιν ακτίνα Αφθόνητος τιμάται· επαινουμένη Τους επιγείους χορούς τότε δεν φεύγει.
ΩΔΗ ΠΡΩΤΗ Ο ΦΙΛΟΠΑΤΡΙΣ
Στροφή Α
Ω φιλτάτη πατρίς, Ω θαυμασία νήσος, Ζάκυνθε· συ μου έδωκας Την πνοήν, και του Απόλλωνος Τα χρυσά δώρα!
Β
Και συ τον ύμνον δέξου· Εχθαίρουσιν οι Αθάνατοι Την ψυχήν, και βροντάουσιν Επί τας κεφαλάς Των αχαρίστων.
Γ
Ποτέ δεν σε ελησμόνησα, Ποτέ· — Και η τύχη μ' έρριψε Μακρά από σε· με είδε Το πέμπτον του αιώνος Εις ξένα έθνη
Δ
Αλλά ευτυχής, ή δύστηνος Όταν το φως επλούτει Τα βουνά και τα κύματα, Σε εμπρός των οφθαλμών μου Πάντοτες είχον.
Ε
Συ, όταν τα ουράνια Ρόδα με το αμαυρότατον Πέπλον σκεπάζη η νύκτα, Συ είσαι των ονείρων μου Η χαρά μόνη.
ΣΤ
Τα βήματά μου εφώτισε Ποτέ εις την Αυσονίαν, Γη μακαρία, ο ήλιος· Κει καθαρός ο αέρας Πάντα γελάει.
Ζ
Εκεί ο λαός ηυτύχησεν· Εκεί η Παρνάσσιαι κόραι Χορεύουν, και το λύσιον φύλλον αυτών την λύραν Κει στεφανόνει.
Η
Άγρια, μεγάλα τρέχουσι Τα νερά της θαλάσσης, Και ρίπτονται και σχίζονται Βίαια επί τους βράχους Αλβιονείους.
Θ
Αδειάζει επί τας όχθας Του κλεινού Ταμησού, Και δύναμιν, και δόξαν, Και πλούτον αναρίθμητον Το αμαλθείον.
Ι
Εκεί το αιόλιον φύσημα Μ' έφερεν· η ακτίνες Μ' έθρεψαν, μ' εθεράπευσαν Της υπεργλυκυτάτης Ελευθερίας
ΙΑ
Και τους ναούς σου εθαύμασα Των Κελτών ιερά Πόλις· του λόγου ποία, Ποία εις εσέ του πνεύματος Λείπει Αφροδίτη;
ΙΒ
Χαίρε Αυσονία, χαίρε Και συ Αλβιών, χαιρέτωσαν Τα ένδοξα Παρίσια· Ωραία και μόνη η Ζάκυνθος Με κυριεύει
ΙΓ
Της Ζακύνθου τα δάση, Και τα βουνά σκιώδη, Ήκουον ποτέ σημαίνοντα Τα θεία της Αρτέμιδος Αργυρά τόξα.
ΙΔ
Και σήμερον τα δένδρα, Και τας πηγάς σεβάζονται Δροσεράς οι ποιμένες· Αυτού πλανώνται ακόμα Η Νηρηίδες
ΙΕ
Το κύμα Ιόνιον πρώτον Εφίλησε το σώμα· Πρώτοι οι Ιόνιοι Ζέφυροι Εχάιδευσαν το στήθος Της Κυθερείας.
ΙΣΤ
Κ' όταν το εσπέριον άστρον Ο ουρανός ανάστη, Και πλέωσι γέμοντα έρωτος Και φωνών μουσικών Θαλάσσια ξύλα·
ΙΖ
Φιλεί το ίδιον κύμα, Οι αυτοί χαϊδεύουν Ζέφυροι Το σώμα και το στήθος Των λαμπρών Ζακυνθίων Άνθος παρθένων..
ΙΗ
Μοσχοβολάει το κλίμα σου, Ω φιλτάτη πατρίς μου, Και πλουτίζει το πέλαγος Από την μυρωδίαν Των χρυσών κήτρων.
ΙΘ
Σταφυλοφόρους ρίζας Ελαφρά, καθαρά, Διαφανή τα σύννεφα Ο βασιλεύς σου εχάρισε Των αθανάτων.
Κ
Η λαμπάς η αιώνιος Σου βρέχει την ημέραν Τους καρπούς, και τα δάκρυα Γίνονται της νυκτός Εις εσέ κρίνοι.
ΚΑ
Δεν έμεινεν εάν έπεσε Ποτέ εις το πρόσωπόν σον Η χιών· δεν εμάρανε Ποτέ ο θερμός Κύων, Τα σμάραγδά σου.
ΚΒ
Είσαι ευτυχής· και πλέον Σε λέγω ευτυχεστέραν, Ότι συ δεν εγνώρισας Ποτέ την σκληράν μάστιγα Εχθρών, τυράννων
ΚΓ
Ας μη μου δώση η μοίρα μου Εις ξένην γην τον τάφον· Είνε γλυκύς ο θάνατος Μόνον όταν κοιμώμεθα Εις την πατρίδα.
ΩΔΗ ΔΕΥΤΕΡΑ ΕΙΣ ΔΟΞΑΝ
Στροφή Α
Έσφαλεν ο την δόξαν Ονομάσας ματαίαν. Και τον άνδρα μαινόμενον Τον προ τοιαύτης καίοντα Θεάς την σμύρναν.
Β
Δίδει αυτή τα πτερά· Και εις τον τραχύν, τον δύσκολον Της Αρετής τον δρόμον Του ανθρώπου τα γόνατα Ιδού πετάουν.
Γ
Μικράν ψυχήν, κατάπτυστον, Κατάπτυστον καρδίαν Έτυχ' όστις ακούει Της δόξης την παράκλησιν Και δειλιάζει.
Δ
Ποτέ, ποτέ με δάκρυα Δεν έβρεξεν εκείνος Των φίλων του το μνήμα, Ούτε το χώμα εφίλησε Των συγγενών του.
Ε
Εις τον ηγριωμένον Βαθύν ωκεανόν, Όπου φυσάει με βίαν Και οργίζεται το πνεύμα Της πικράς τύχης·
ΣΤ
Καθ' ημέραν κυττάζει Τους πολλούς των δυστήνων Πνιγομένων θνητών, Και ποίος ποτε τον ήκουσε Παραπονούντα;
Ζ
Θερμότατον τον πόθον Εφύτευσας της δόξης Εις την καρδίαν των τέκνων σου, Ω Ελλάς, και καλείσαι Μήτηρ ηρώων.
Η
Καθώς από το σπήλαιον Εκβάς ο λέων πληγόνει, Σκοτόνει, διασκορπίζει Τολμηρών κυνηγών Πλήθος Αράβων.
Θ
Καθώς εις τον χειμώνα Το νερόν υπερήφανον Του χειμάρρου κυλίεται, Και τα χωράφια χάνονται Βοσκοί και ζώα.
Ι
Ή καθώς την αυγήν Εξαπλόνετ' ο Ήλιος, Και τ' άστρα τ' αναρίθμητα Από τον μέγαν Όλυμπον Πάντα εξαλείφει.
ΙΑ
Ούτω τα μύρια τάγματα Έχυσεν ο Αράξης, Αλλά, ω Ασπίς Ελλάδος, Συ επί τους Πέρσας, άστραψες, Κ' έγινον κόνις.
ΙΒ
Περίφημοι ψυχαί Τριακοσίων Λακώνων, Ψυχαί αίπου εδοξάσατε Τον Ασωπόν και τ' άλσος Του Μαραθώνος·
IΓ
Εύφραινε με το αθάνατον Μέτρον τας Αχαΐδας Χήρας ο θείος Όμηρος, Και το πνεύμα σας άναπτε Το ίδιον μέλος.
ΙΔ
Του καρτερού Αιακίδου Την φήμην εζηλεύσατε, (Αείμνηστος, θαυμάσιος, Ζήλος) και τ' αίμα εχύσατε Διά την Ελλάδα.
ΙΕ
Καιγώ, καιγώ το σίδηρον Γυρεύω· ποίος μου δίδει Τας βροντάς του πολέμου; Ποίος μ' οδηγεί την σήμερον Εις τον αγώνα;
ΙΣΤ
Φοβερόν, μυσαρόν θρέμμα σκληράς Ασίας, Ωθωμανέ, τι μένεις; Τι 'νοείς; τι δεν φεύγεις Τον θάνατόν σου;
ΙΖ
Έφθασ' η ώρα· φύγε, Ανέβα την αγρίαν Αραβικήν φοράδα· Νίκησον εις το τρέξιμον Και τους ανέμους.
ΙΗ
Επί τον Υμητόν Εβλάστησεν η δάφνη, Φύλλον ιερόν στολίζει Τα ηριπομένα λείψανα Του Παρθενώνος.
ΙΘ
Νέοι, γυναίκες, γέροντες Ελληνικά θηρία, Φιλούσιν, αποσπάουσι Τους κλάδους, στεφανόνουσι Τας κεφαλάς των.
Κ
Ανέβα την αράβιον, Ωθωμανέ, φοράδα· Την φυγήν κατεγκρήμνισον· Ελληνικά θηρία Σε κατατρέχουν·
ΚΑ
Την λάμψιν των οργάνων Αρειμανείων ίδε· Άκουσον την βοήν Των θάνατον πνεόντων Ή ελευθερίαν
ΚΒ
Νοείς, — Τρέξατε, δεύτε Οι των Ελλήνων παίδες· Ήλθ' ο καιρός της δόξης, Τους ευκλεείς προγόνους μας Ας μιμηθώμεν.
ΚΓ
Εάν το ακονίση η δόξα, Το ξίφος κεραυνοί· Εάν η δόξα θερμώση Την ψυχήν των Ελλήνων Ποίος την νικάει;
ΚΔ
Τι τρέμεις; την φοράδα Κτύπα, κέντησον, φύγε Ωθωμανέ· θηρία Μάχην πνέοντα, δόξαν, Σε κατατρέχουν.
ΚΕ
Ω δόξα, δια τον πόθον σου Γίνονται και πατρίδος. Και τιμής, και γλυκείας Ελευθερίας και ύμνων Άξια τα έθνη.
ΩΔΗ ΤΡΙΤΗ ΕΙΣ ΘΑΝΑΤΟΝ
Στροφή Α
Εις τούτον τον ναόν, Των πρώτων Χριστιανών Παλαιότατον κτίριον, Πώς ήλθον; πώς ευρίσκομαι Γονατισμένος;
Β
Όλην την Οικουμένην Σκεπάζουν σκοτεινά, Ήσυχα, παγωμένα, Τα μεγάλα πτερά Της βαθείας νύκτας.
Γ
Εδώ σίγα· κοιμώνται Των Αγίων τα λείψανα· Σίγα εδώ, μη ταράξης Την ιεράν ανάπαυσιν Των τεθνημένων.
Δ
Ακούω του λυσσώντος Ανέμου την ορμήν· Κτυπά με βίαν· ανοίγονται Του ναού τα παράθυρα Κατασχισμένα.
Ε
Από τον ουρανόν, Όπου τα μελανόπτερα Σύννεφα αρμενίζουν, Το ψυχρόν της αργύριον Ρίπτει η σελήνη.
ΣΤ
Και ένα κρύον φωτίζει Λευκόν, σιγαλόν μάρμαρον· Σβησθέν λιβανιστήριον, Κερία σβηστά και κόλυβα Έχει το μνήμα.
Ζ
Ω παντοδυναμώτατε! Τι είνε; τι παθαίνω; Ορθαί εις την κεφαλήν μου Στέκονται η τρίχες! . . . λείπει Η αναπνοή μου!
Η
Ιδού, η πλάκα σείεται . . . Ιδού από τα χαράγματα Του μνήματος εκβαίνει Λεπτή αναθυμίασις Κ' εμπρός μου μένει.
Θ
Επυκνώθη λαμβάνει Μορφήν ανθρωπικήν. Τι είσαι; ειπέ μου; πλάσμα, Φάντασμα του νοός μου Τεταραγμένου;
Ι
Ή ζωντανός είσ' άνθρωπος, Και κατοικείς τους τάφους; Χαμογελάεις; . . . αν άφηκας Τον άδην. . . ή ο παράδεισος Ειπέ μου αν σ' έχη.
ΙΑ
— Μη μ' ερωτάς· το ανέκφραστον Μυστήριον του θανάτου Μην ερευνάς· τα στήθη, Τα στήθη 'που σ' εβύζασαν Εμπρός σου βλέπεις.
ΙΒ
Ω τέκνον μου, ω τέκνον μου, Αγαπητόν μου σπλάγχνον, Ανόμοιος είνε η μοίρα μας, Και προσπαθείς ματαίως Να με αγκαλιάσης.
ΙΓ
Παύσε τα δάκρυα. Ησύχασε Το πάθος της καρδιάς σου. Αν η χαρά η ανέλπιστος, Ότι με είδες, βρέχη Τους οφθαλμούς σου·
ΙΔ
Μειδίασον, χαίρου φίλε μου, Μάλλον· αλλ' αν η πίκρα, Ότι τον ήλιον άφηκα, Τώρα σε κυριεύη, Παρηγορήσου.
ΙΕ
Τι κλαίεις; την κατάστασιν Αγνοείς της ψυχής μου· Και εις τούτο το μνήμα Το σώμα μου αναπαύεται Από τους κόπους.
ΙΣΤ
Ναι, κόπος ανυπόφερτος Είνε η ζωή· η ελπίδες, Οι φόβοι, και του κόσμου Η χαραί και το μέλι Σας βασανίζουν.
ΙΖ
Εδώ ημείς οι νεκροί Παντοτινήν ειρήνην Απολαύσαμεν, άφοβοι, Άλυποι, δίχως όνειρα Έχομεν ύπνον.
ΙΗ
Σεις οι δειλοί αχνύζετε Όταν τις ψιθυρίση Τ' όνομα του θανάτου· Αλλ' άφευκτος ο θάνατος, Άφευκτος είνε.
ΙΘ
Μία και μόνη είνε Η οδός, και εις τον τάφον Φέρνει· εις αυτήν η ανάγκη Αμάχητον με χείρα Ωθεί τους ζώντας.
Κ
Υιέ μου πνέουσαν μ' είδες· Ο ήλιος κυκλοδίωκτος, Ως αράχνη, μ' εδίπλονε Και με φως και με θάνατον Ακαταπαύστως.
ΚΑ
Το πνεύμα οπού μ' εμψύχονε Του θεού ήτον φύσημα, Και εις τον Θεόν ανέβη· Γη το κορμί μου, κ' έπεσεν Εδώ εις τον λάκκον.
ΚΒ
Αλλά το φέγγος χάνεται Της σελήνης· σε αφίνω· Πάλιν θέλω σε ειδείν Ότε η ζωή σου λείψει, Και τότε μόνον.
ΚΓ
Με την ευχήν μου ύπαγε· Άλλο δεν λέγω· θέλω Εις την συνείδησίν σου Τα λοιπά φανερώσειν Ύστερον . . . χαίρε. . .
ΚΔ
Τέκνον μου χαίρε .. — Πρόσμενε, Τον υιόν λυπημένον Μη παραιτήσης. Έπεσε Και μένουν οι οφθαλμοί μου Εις βαθύ σκότος.
ΚΕ
Ω φωνή, ω μητέρα, Ω των πρώτων μου χρόνων Σταθερά παρηγόρησις· Όμματα οπού μ' εβρέχατε Με γλυκά δάκρυα!
ΚΣΤ
Και συ στόμα οπού εφίλησα Τόσαις φοραίς, με τόσην Θερμοτάτην αγάπην, Πόση άπειρος άβυσσος Μας ξεχωρίζει!
ΚΖ
Αι, και άπειρος ας είνε Κ' έτι φοβερωτέρα· Εκεί μέσα ατάρακτος Θέλω εγώ συντριφθείν Γυρεύοντάς σας.
ΚΗ
Τώρα, τώρα τα χείλη μου Δύνανται να φιλήσουν Του θανάτου τα γόνατα· Να στέψω το κρανίον του Δύναμαι τώρα.
ΚΘ
Πού είνε τα ρόδα; φέρετε Στεφάνους αμαράντους· Την λύραν δότε· υμνήσατε· Ο φοβερός εχθρός Έγινε φίλος.
Λ
'Κείνος οπού το μέτωπον Τρυφερών γυναικών Αγκάλιασε, πώς δύναται Εις ανδρικήν καρδίαν Να ρίψη φόβον;
ΛΑ
Ποίος άνθρωπος εις κίνδυνον Είνε; τώρα οπού βλέπω Τον θάνατον μ' θάρρος, Εγώ κρατώ την άγκυραν Της σωτηρίας.
ΛΒ
Εγώ τώρα εξαπλόνω Ισχυράν δεξιάν Και την άτιμον σφίγγω Πλεξίδα των τυράννων Δολιοφρόνων.
ΛΓ
Εγώ τα σκήπρα στάζοντα Αίματος και δακρύων Καταπατώ· και καίω Της δεισιδαιμονίας Το βαρύ βάκτρον.
ΛΔ
Επάνω εις τον βωμόν Της αληθείας, τα σφάγια Τώρα εγώ ρίπτω· μ' άφθονα Τον λίβανον σωρεύω, Μ' άφθονα χέρια.
ΛΕ
Ως απ' ένα βουνόν Ο αετός εις άλλο Πετάει, καιγώ τα δύσκολα Κρημνά της αρετής Ούτω επιβαίνω.
ΩΔΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΕΙΣ ΤΟΝ ΙΕΡΟΝ ΛΟΧΟΝ
Στροφή Α
Ας μη βρέξη ποτέ Το σύννεφον, και ο άνεμος· Σκληρός ας μη σκορπίση Το χώμα το μακάριον Που σας σκεπάζει.
Β
Ας το δροσίση πάντοτε Με τ' αργυρά της δάκρυα Η ροδόπεπλος κόρη· Και αυτού ας ξεφυτρόνουν Αιώνια τ' άνθη.
Γ
Ω γνήσια της Ελλάδος Τέκνα· ψυχαί που επέσατε Εις τον αγώνα ανδρείως, Τάγμα εκλεκτών Ηρώων, Καύχημα νέον.
Δ
Σας άρπαξεν η τύχη Την νικητήριον δάφνην, Και από μυρτιάν σας έπλεξε Και πένθιμον κυπάρισσον Στέφανον άλλον.
Ε
Αλλ' αν τις απεθάνη Διά την πατρίδα, η μύρτος Είνε φύλλον ατίμητον, Και καλά τα κλαδιά Της κυπαρίσσου.
ΣΤ
Αφ' ου εις του πρώτου ανθρώπου Τους οφθαλμούς, η πρόνοος Φύσις τον φόβον έχυσε, Και τας χρυσάς ελπίδας, Και την ημέραν.
Ζ
Επί το μέγα πρόσωπον Της γης πολυβοτάνου, Ευθύς το ουράνιον βλέμμα Βαθυσκαφή εφανέρωσε Μνήματα μύρια.
Η
Πολλά μεν σκοτεινά· Φέγγει επ' ολίγα τ' άστρον Το της αθανασίας· Την εκλογήν ελεύθερον Δίδει το θείον.
Θ
Έλληνες, της πατρίδος Και των προγόνων άξιοι· Έλληνες σεις, πώς ήθελεν Από σας προκριθείν Άδοξος τάφος;
Ι
Ο Γέρων φθονερός, Και των έργων εχθρός, Και πάσης μνήμης, έρχεται· Περιτρέχει την θάλασσαν Και την γην όλην.
IΑ
Από την στάμναν χύνει Τα ρεύματα της λήθης, Και τα πάντα αφανίζει. Χάνονται η πόλεις, χάνονται Βασίλεια, κ' έθνη·
ΙΒ
Αλλ' ότε πλησιάσει Την γην οπού σας έχει, Θέλει αλλάξειν τον δρόμον του Ο Χρόνος, το θαύμασιον Χώμα σεβάζων.
ΙΓ
Αυτού αφ' ου την αρχαίαν Πορφυρίδα, και σκήπτρον, Δώσωμεν της Ελλάδος, Θέλει φέρειν τα τέκνα της Πάσα μητέρα.
ΙΔ
Και δακρυχέουσα θέλει Την Ιεράν φιλήσειν Κόνιν, και ειπείν· Τον ένδοξον Λόχον, τέκνα, μιμήσατε, Λόχον Ηρώων.
ΩΔΗ ΠΕΜΠΤΗ ΕΙΣ ΜΟΥΣΑΣ
Στροφή Α
Τας χορδάς ας αλλάξωμεν Ω χρυσόν δώρον, χάρμα Λητογενέος μέγα· Τας χορδάς ας αλλάξωμεν Ιόνιος λύρα.
Β
Άλλα σύρματα δότε Ζεφυρόποδες Χάριτες· Και σεις επί το ξύλον Μελίφρονον, υακίθυνον Βάλετε στέμμα.
Γ
Τας πτέρυγας απλόνει Ως τ' όρνεον του Διός, Και υψόνεται το μέτρον Έως τον ουράνιον κήπον Των Πιερίδων.
Δ
Χαίρετε ω κόραι, χαίρετε Φωναί οπού τα δείπνα Των Ολυμπίων πλουτίζετε Με χορών ευφροσύνας Κ' εύρυθμον μέλος.
Ε
Σεις τα αιθέρια νεύρα Της φόρμιγγος κροτείτε, Και τα θηρία, και τ' άλση Χάνονται από το πρόσωπον Της γης πλατείας.
ΣΤ
Όπου τρέμουσιν άπειρα Τα φώτα της νυκτός, Εκεί υψηλά πλατύνεται Ο γαλαξίας και χύνει Δρόσου σταγόνας.
Ζ
Το ποτόν καθαρόν Θεραπεύει τα φύλλα, Κ' όπου άφησε το χόρτον Ευρίσκει ρόδα ο ήλιος Και μυρωδίαν.
Η
Ούτω υπό τους δακτύλους σας Η ελικώνειος λύρα, Τρέμει, και τ' άνθη αμάραντα Της αρετής γεμίζουσι Πάσαν καρδίαν.
Θ
Όχι πατέρες, τύραννοι· Όχι άνθρωποι και τέκνα, Αλλά δειλά και αναίσθητα Ποίμνια τον κύκλον ήθελον Τρέξειν του βίου.
I
Χείρες κεραυνοφόροι, Μόνον νώτα υποφέροντα Τας πληγάς· αν το δίκρανον Του Παρνασσού λιγύφθογγον Σπήλαιον εσίγα.
ΙΑ
Διά παντός μοιράσατε Θείαι παρθένοι την δίκην· Διά παντός χαρίσατε Των ανθρώπων αισθήσεις Υψηλονόους.
ΙΒ
Αφρίζουν τα ποτήρια Της αδικίας, δυνάσται Πολλοί και διψασμένοι Ιδού τ' αδράχνουν· γέμουσι Μέθης και φόνου.
ΙΓ
Τώρα ναι τώρα αστράψατε Ω Μούσαι, τώρα αρπάξατε Την πτερωτήν βροντήν, Κατά σκοπόν βαρέσατε Μ' εύστοχον χείρα.
ΙΔ
Φυλάξατε τους ύμνους Διά τους δικαίους· μόνον Εις αυτούς την ειρήνην, Και τους χρυσούς στεφάνους Εις αυτούς δότε.
ΙΕ
Ήτον ποτέ η εννέα Ολύμπιαι φωναί Εκεί οπού χορεύουσι Της ημέρας η κόραι λαμπαδηφόροι.
ΙΣΤ
Ήκουον μόνον οι κύκλοι Των ουρανών, την σύμφωνον Θεόπνευστον ωδήν, Και τον αέρα ακίνητον Είχε η γαλήνη.
ΙΖ
Αλλ' ότε το μειδίασμα Του θεού των ερώτων, Τον Κιθαιρώνα εσκέπασε Με θύμον και με κλήματα Σταφυλοφόρα.
ΚΙ
Εκεί ο ρυθμός επέραστος Καταβαίνων, το βλέμμα Των γηγενέων δρακόντων Εχάθη, ως τα χαράγματα Χάνεται ο ύπνος.
ΙΘ
Του θεσπεσίου γέροντος Ιερά κεφαλή· Φωνή ευτυχής 'που ευφήμησας Της κλεινής Αχαΐας Τ' άριστα τέκνα.
Κ
Εσύ θαυμάσιε Όμηρε Εξένισας τας Μούσας· Και του Διός η κόραι Εις τα χείλη σου απέθηκαν Το πρώτον μέλι.
ΚΑ
Εις τιμήν των θεών Εφύτευσας την δάφνην· Είδον πολλοί αιώνες Το φυτόν ευθαλές Υπερακμάζον.
ΚΒ
Μέσα εις το θείον στέλεχος Τι δεν εθησαυρίσατε Τα σίμβλα αιωνίως; Τι ω αώνιαι μέλισσαι Το παραιτείτε;
ΚΓ
Όταν εις την αθλίαν Ελλάδα από τα έσχατα Της ερυθράς θαλάσσης Των αραβίων πετάλων Ήλθεν ο κτύπος·
ΚΔ
Εκεί προς τα λουτρά Όπου τας τρίχας πλύνουσι Των φοιβηίων η Ώραι, Τότε δικαίως εφύγατε Ω Πιερίδες,
ΚΕ
Και τώρα εις τέλος φέρετε Την μακράν ξενιτείαν. Χρόνος χαράς επέστρεψε, Και λάμπει τώρα ελεύθερον Το Δέλφιον όρος.
ΚΣΤ
Ρέει καθαρόν το αργύριον Της Ιπποκρήνης· κράζει, Όχι τας ξένας, κράζει Σήμερον η Ελλάς Τας θυγατέρας.
ΚΖ
Ήλθετε, ω Μούσαι, ακούω, Και χαίρουσα πετάει Πετά η ψυχή μου, ακούω Των λυρών τα προοίμια, Ακούω τους ύμνους.
ΩΔΗ ΕΚΤΗ ΕΙΣ ΧΙΟΝ
Στροφή Α
Ως ότε από το στόμα Κρέμεται των θνητών Αυλός λελυπημένος Και η φωνή του με κόπον Τρέμουσα εκβαίνει·
Β
Ως μέσα εις τα πολύδενδρα Δάση το βράδυ εισπνέει Το τεθλιμμένον φύσημα Μεσηβρινόν και φαίνεται Θρήνος ανθρώπων·
Γ
Εις τον ηρημωμένον Αιγιαλόν της νήσου Ούτω φέρνουν τα κύματα Και το παράπονόν τους Η Ωκεανίναι.
Δ
Τα γαλακτώδη μέλη Των παρθένων της Χίου Πλέον εσύ δεν ραντίζεις Ω λαμπρόν του Αιγαίου Ιερόν ρεύμα.
Ε
Όταν τα στήθη αφίλητα, Θρίαμβος των Χαρίτων, Βράδυ και αυγήν εδρόσιζες Εκαταφρόνεις τότε Τα ρόδα ηώα.
ΣΤ
Τώρα χηρεύεις, τώρα Τους βαρβάρους θαλάμους Υπηρετούν, μιαίνονται Τα κάλλη των παρθένων Θεοειδέων.
Ζ
Εκεί όπου η πανήγυρις Των Μουσών της Ελλάδος Άναπτε τα πυρά, Και των ποδών εσήμαινε Τ' άλυπον μέτρον.
Η