Έργα Ποιήματα - Πεζά Τόμος Πρώτος

Part 7

Chapter 7 4 words Public domain Markdown

Της Ρούμελης την όχεντρα, το γέρο τον Αλή Τον ξέγραψε ο Σουλτάνος του, τον είπε φερμανλή, Κεφάλι σήκωσε ο Αλής, και την Αρβανιτιά του Μαζεύοντας 'ς τα Γιάννινα γύρευε τα χαρτιά του. Δεν τον ακούει ο αφέντης του, τον έχει αφωρεσμένον, Και στέλνει ασκέρια αμέτρητα που τον βαστούν κλεισμένον Και θέλει το κεφάλι του φερμένο 'ς το σιντόνι, Στέλνει πασάδες τον Χουρσήτ με τον Ομέρ Βρυώνη. Κι' ο Αλή-Πασάς τόσο καιρό δεν δίνει τα κλειδιά του Κλεισμένος μέσ' 'ς το κάστρο του 'σάν λύκος 'ςτή φωλιά του. Μια 'μέρα αγνάντια 'ς το νησί ακούστηκαν τουφέκια, Φωναίς πολλαίς, αλαλαγμός, σάλπιγκες, τουμπελέκια· Εσκότωσαν το γέρω Αλή. Πήραν το κάστρο απάνου. Πήρανε και τα Γιάννινα τ' ασκέρια του Σουλτάνου. Τότες ακούσθη κ' η βροντή απ' την Αγία Λαύρα, Κ' εφάνηκαν μέσ' 'ςτά βουνά σύγνεφα 'λίγα μαύρα, Κι' απώνα βουνό 'ς άλλο Πετούν, πυκνώνουν, γίνονται ένα βαρύ, μεγάλο, Που απ' άκρη 'ς άκρη τη βαθειά τη φοβερή μαυρίλα Απλώνει 'ς την Ελληνική τη χώρα. Ανατριχίλα! Επανεστάτησε ο Γκιαούρ! Κλεισμένος 'ς το χαρέμι Τ' ακούει ο Σουλτάν Μαχμούτ και ρυάζεται και τρέμει, Και τα πυκνά τα γένεια του τινάζει με λαχτάρα. Φωτιά, προστάζει και σφαγή και γύμνια και τρομάρα! Φεύγουν οι δόλιοι χριστιανοί πώς φεύγουν τα πουλιά, Όταν θολούρα τα βαρεί αλάργα απ' τη φωληά, Και μέσ' 'ςερμιαίς βαθειαίς γυρνούν και κρύβονται 'ςτά βράχια. Οι κάμποι μένουν έρημοι, καίγονται χόρτα αστάχυα. Ρήμαξαν και τα Γιάννινα, φεύγουν η φαμηλιαίς, Και καταφύγι 'ς των βουνών βρίσκουνε ταις σπηληαίς, Εκεί, 'ς τον Πίνδου ταις κορφαίς, 'ς άγρια ξηρά βουνά, Και μέσ' 'ς τα &σκέμπια& ανάμεσα, σε βράχους, σε στενά, 'Σάν αδερφάκια ασπρίζουνε τα δυο κεφαλωχώρια Συρράκου—καλαρύταις 'Σ τους βράχους του μεγάλοι αετοί φωληάζουν και πετρίτες. Το σύνορο τα χώρισε, και ζούνε τώρα χώρια. Οι πλειότεροι απ' τα Γιάννινα ηύραν εδώ κρυψώνα· Εδώ τον πρώτο πέρασαν του χαλασμού χειμώνα. Εδώ ο Κώστας έφερε κι' αυτός την φαμηλιά του, Τη μάνα, τον πατέρα του, τη Λένη τα παιδιά του. Εδώ κ' εγώ 'γεννήθηκα, εδώ τον ήλιο είδα, Αυτά τα βράχια τα 'ψηλά έχω εγώ πατρίδα. Όταν ο Απρίλης έχυσε τα χνώτα τα ζεστά του Κι' ο Πίνδος ξεφορτώθηκε τα χιόνια τα πολλά του, Ανέβηκαν και 'ς τα βουνά τα Τούρκικα σ' ασκέρια Και πήραν σβάρνα τα χωριά για κλέφτικα λημέρια. Η Καλαρύταις χάλασαν, και το Συρράκου αντάμα, Και του Μεσολογγιού κ' εδώ ακούσθηκε το κλάμα. Όσοι γλυτώσαν έφυγαν γυμνοί και τρομαγμένοι Προς των Τζουμέρκων τα βουνά. Οι Τούρκοι λυσασμένοι Αχόρταγοι τους κυνηγούν ακόμα κ' εκεί πέρα. Εδώ ο Κώστας έχασε τον γέρο τον πατέρα. 'Σ το Βουργαρέλι οι χριστιανοί, οι Τούρκοι από κοντά τους. Οι Αγραφιώταις παρεκεί φυλάγουν τα βουνά τους. Εδώ οι Τούρκοι σταματούν· εδώ δεν κυνηγούνται 'Σαν έφτασαν οι χριστιανοί, όσοι έμειναν σκορπούνται 'Σ το Βάλτο, 'ς το Ξηρόμερο, άλλοι 'ς το Καρπενήσι. ................................................... Γλήγορος απ' τα Γιάννινα ο 'Μέρ είχε κινήση Την Επανάστασι μιας να σβύση 'ς την Ελλάδα. Και σέρνει ασκέρια αμέτρητα πεζούρα και καβάλα. Διαβαίνει το Μακρύνορο, διαβαίνει τη Φλωριάδα, Και χύνεται 'ς τα χειμαδιά του Βάλτου τα μεγάλα 'Σάν τ' Άσπρου τα πολλά νερά θολά, κατεβασμένα Κι' όπου περνάει αφίνει ερμιά, κι' αυλάκια στερφεμένα Κι' ολούθε σκλάβους παίρνει Κι' αρμάθες 'σάν ο Χάροντας 'ς τ' ασκέρια του τους σέρνει. Κατά τ' Αγρίνι κάτω Βρίσκει του Πίνδου του Σουλίου τον κόσμο το φευγάτο· Βρίσκει τον Κώστα πούχ' εκεί τη φαμηλιά του φέρει Και παίρνει τη γυναίκα του και τα παιδιά του παίρνει. Να φύγη ο Κώστας δε 'μπορεί και πέφτει προσκυνάει. Τον ξέρει από τα Γιάννινα για πρώτον 'ς το κυνήγι Και με τους άλλους σκλάβους του ο 'Μέρης δεν τον σμίγει, Μόνο να κυνηγάη Για το σουφρά του τον κρατεί και τον καλοταγίζει.

Ζ'.

'Σ το Μεσολόγγι σταματά ο 'Μερ-πασάς, κ' ελπίζει Ότι ολόκερη κρατεί τη Ρούμελη 'ς το χέρι Και γλήγωρα για το Μωρηά τ' αμέτρητό του ασκέρι Λαίμαργο θα κινήση. Το όνειρό σου το χρυσό γρήγωρα, Ομέρ, θα σβύση· Το δρόμο σου αν δε σώκοψε ως τώρα ένα τουφέκι, Το Μεσολόγγι το μικρό που άφωνο τώρα στέκει Θα να σου γίνη μνήμα· Ανέλπιστη τ' αγέρωχο θα να σου κόψη βήμα. Σέρνει ο Βρυώνης τέσσερες χιλιάδες Αρβανίταις, Και τετρακόσιοι μοναχά είναι οι Μεσολογγίταις. Ο Μάρκος Βότσαρης μαζύ, της Κιάφας ο αετός, Τριάντα πέντε του Σουλιού συγύριζε ξεφτέρια, Ολομερίς σαλεύονται του Ομέρ-πασά τ' ασκέρια, Και σκώνεται μεσουρανίς πυκνός ο κουρνιαχτός. Άξαφνα βρέθηκε μια αυγή κλειστό το Μεσολόγγι. Μαύριζε γύρα η Αρβανιτιά, 'σάν να το ζώνουν λόγγοι. Κλειέται με μιας κ' η θάλασσα· κι' ο &Μέρης& μανιωμένος, 'Σάν λύκος λυσσασμένος, Γρήγωρα θέλει τα κλειδιά. Τ' αρνιούνται οι κυκλωμένοι. Είνε το πρώτο κλείσιμο, δεν είναι πεινασμένοι, Και δεν τους λείπει τίποτα, έχουν μπαρούτι-βόλι, Έχουν καθάρια τη ματιά, είνε λιοντάρια όλοι. Για να γελάσουν τους οχτρούς, για να τους παντεχένουν Αμέτρητους, αμέτρητα σπαθιά 'ς τους τοίχους στένουν, Και τουφεκίζουν όλοι τους μια εδώ, μια εκεί, μια πέρα, 'Σάν νάχουν τα προχώματα πιασμένα πέρα-πέρα. Με λίγαις 'μέραις 'ς το γιαλό καράβια ' 'ξαγναντίζουν, 'Λίγα καράβια Ελληνικά κι' οι Τούρκοι αναμερίζουν. Η θάλασσα είνε ελεύθερη. Το Μεσολόγγι κράζει: — Έλα να πάρης τα κλειδιά, πασά! — Ο 'Μέρ φρυμάζει, Και καρτερεί 'σάν όχεντρα πότε να βρη καιρό Για να χουμήση άξαφνα. Ξεγέλασμα πικρό!. . Το Μεσολόγγι. Ομέρ-πασά, δεν το φυλάν' οι τοίχοι, Τ' ανδρεία στήθηα το φυλάν και η καλή του τύχη.

Η'.

'Ξημέρωναν Χριστούγεννα. 'Σ τα παγωμένα αθέρια Λάμπουν χρυσά τ' αστέρια, Και 'ς το φεγγάρι που έτοιμο να βασιλέψη σκύβει Πέρα 'ς του Βάλτου τα βουνά — που καταχνιά τα κρύβει — Ασπρίζουν του Ζυγού η κορφαίς η χιονοσκεπασμέναις, 'Σάν νάν' 'ψηλά φαντάσματα, 'ψηλαίς καμαρωμέναις Ως 'ς τ' άστρα, λες κι' απόκρυφα μ' αυτά συνομιλούνε. Ανάρηα-ανάρηα τα Ζυγά την Πούλια ακολουθούνε Και περασμένη τη 'μισή τη νύχτα σημαδεύουν. Σβυέται ο Σταυρός μεσουρανίς· οι Δράκοι βασιλεύουν. Σε 'λίγο το φεγγάρι 'Σάν βασιλέψη τρίβαθο σκοτάδι θε να πάρη. Πόσο το χειμωνιάτικο είν' άγριο το σκοτάδι! Κι' αν ξενυχτίσης 'ς το βουνό, 'ς το λόγγο, ή λαγκάδι Διπλή σου χύνουν 'ς την καρδιά, διπλή ανατριχίλα Το κρύο κ' η μαυρίλα. Τη νύχτα εκείνη εδιάλεξε ο 'Μέρ για το σκοπό του. — Απόψι αγρύπνια ολονυχτίς, λέει 'ς το σύμβουλό του, Κ' ύστερ' απ' τα μεσάνυχτα, 'σάν το φεγγάρι φύγη, Την ώρα που των Χριστιανών η εκκλησιά ανοίγει Και πάνε τα Χριστούγεννα αυτοί να λειτουργήσουν Και 'ς τα προχώματα 'ψηλά κανένας δε θα μείνη. Τη νύχτα, λέγω, εκείνη Τ' αμέτρητα τ' ασκέρια μας άξαφνα να χουμήσουν Κι' ως 'ς την αυγή να στήσουμε, πατώντας τον οχτρό μας, 'Σ τους τοίχους του Μεσολλογγιού το μισοφέγγαρό μας. — Ο λόγος δίνεται με μιας 'ς τ' ασκέρια πέρα-πέρα, Και με φωναίς χαρούμεναις γιομίζουν τον αγέρα.

Θ'.

Το φεγγαράκι λίγο τι να βασιλέψη θέλει Και ώμορφα χαμογελά και φέγγει 'σάν να στέλλη 'Σ τη γη μας καλονύχτισμα. 'Σ τη λάμψη του η φύσι Φαίνεται πούναι 'ς όνειρα, σε ύπνο βυθισμένη, Η λίμνη του Μεσολογγιού αστράφτει αγρυπνισμένη, Γιατί τ' αγέρι το τρελλό θέλει να την φιλήση, Κι' όσαις φοραίς το χέρι του απάνω της απλώνει, Πεισμώνει αυτή κι' ανάλαφρα το μέτωπο ζαρώνει. Καθάρια τα νερά της Σωπαίνουν όλα. Μοναχά σε κάθε ακρογιαλιά της Με κάνα λιανολίθαρο παίζουν ή με λουλούδι Και μουρμουρίζουν, 'σάν παιδιά, κάνα γλυκό τραγούδι. Άξαφνα απ' τ' Αντιλικού τώμορφο τ' ακρογιάλι Ένα μονόξυλο μικρό μ' ένα πανί προβάλλει. Τραβάει προς του Μεσολογγιού το κάστρο, κι' από πέρα 'Σάν απ' τη λίμνη φαίνεται να βγαίνη 'ς τον αθέρα Άσπρο πελώριο φάντασμα. Ανοίγουν τα κουπιά του Σαν τα φτερά του γερακιού. Σε μια κι άλλη μεριά του Της λίμνης τ' άσπρα τα νερά τα δόλια δεν προφταίνουν Να το 'ρωτήσουν τι του φταίν' κ' άγρια τα ξεσχίζει. Βογγούν, φωνάζουν, σκούζουνε και μεριασμένα μένουν Κ' εκείνο φεύγει και πετά και σχίζει, πάντα σχίζει, 'Σάν νάθελε σε μια στιγμή εκεί που πάει να φθάση. Μέσα του το γραμματικό καθάρια το Θανάση Βλέπω του καπετάν Μακρή. Γιατί; γιατί και συ, Θανάση, δεν ακούγεσαι; Πού είνε η χρυσή Φωνή σου απόψε που συχνά τη λίμνη χαιρετούσε Κ' η λίμνη σε χαιρότουνε και σου χαμογελούσε; Γιατί 'σάν δίχως όρεξι καταμεσίς ξαπλώνεσαι Κ' ακουμπισμένος 'ς τους σκαρμούς τα μάτια στηλωμένα Έχεις 'ψηλά 'ς τον ουρανό, 'σάν τ' άστρα ένα-ένα Ν' αναμετράς; Για το μικρό χωριό σου μη σε πόνεσε Μήνα για τον πατέρα σου τ' αδέρφια σου Θανάση; .. Ω μη! μη συκλετίζεσαι. Κ' η μέρα σου θα φθάση Να ιδής και την πατρίδα σου να ιδής και τους δικούς σου Όπως τους θες ... ελεύθερους. Με τέτοιους λογισμούς σου Μη την πικραίνης την καρδιά, ω μη! μη την ραγίζης. Θανάση, ξύπνα· κάτσε εκεί που πάντα συνειθίζεις Και το γλυκό σου πάρε μας, Θανάση, το τραγούδι, Οπού τ' ακούγουν τα βουνά και χαίρουν, καμαρώνουν, Τ αγρίμια κ' ημερεύουνε, τα δέντρα χαμπηλώνουν, Και χύνει μόσχο-ανασασμό του βράχου το λουλούδι Γιατί σε τέτοια συλλογή κάθε χαρά να πνίξης; Η λίμνη πώς σε καρτερή τα χείληα σου ν' ανοίξης!! Και τι γλυκότερο απ' αυτό! Τη λίμνη να περνάς Με τέτοια ώμορφη βραδειά, Που τα κουπιά σου 'ς τα νερά μονάχος να γυρνάς, Και το γλυκό τραγούδι σου να βγαίνη από τα χείληα... Τι θέλγητρο!-τι ζήλια! Χαρά 'ς αυτόν που βάσανα δεν έχει 'ς την καρδιά! Κ' εγώ θυμούμαι ταις βραδειαίς αυταίς 'ς την ξενητειά μου Που με τραγούδια με χαραίς εφτέρωνε η καρδιά μου 'Στη λίμνη των Γιαννίνων μου, 'ς τη λίμνη αλήθεια εκείνη Που κάθε μια νυμφαία της και κάθε καλαμιά της Κρύβει Νεράιδες ώμορφαις, κ' εις κάθε ακρογιαλιά της Με τραγουδάκι ερωτικό κάθε της κύμα σβύννει· Κ' εκείνο τώμορφο νησί με το μικρό βουνό του, Με μοναστήρια 'ς τη κορφή, 'ς τα πλάγια, 'ς το ριζό του, Με ταις βαθειαίς του ταις σπηληαίς, Τα κάτασπρα τα σπήτια του μέσ' ς τα κλαριά χωμένα Κλαριά γιομάτα χλωρασιά και πάντα φυλλωμένα, Πώχουν αμέτρηταις φωληαίς Πουλιά μικρά γλυκόλαλα λογιών-λογιών χιλιάδες, Κ' εμπρός τα πλάγια του βουνού γιομάτα πρασινάδες . . . Πατρίδα μου! πώς απ' τον νου εγώ να σε ξεγράψω! 'Σάν σας θυμούμαι, Γιάννινα, αχ πώς, πώς να μη κλάψω;

Ι'.

Ακόμα ο Γραμματικός κάθεται ξαπλωμένος· Ακόμα δείχν' η όψι του πούνε συλλογισμένος. Αχ! νάξερα τον πόνο σου, Θανάση μου, τον τόσο, Και να μπορούσα ο δύστυχος να σου τον βαλσαμώσω! Άξαφνα-άξαφνα μεμιάς κόβει τη συλλογή του, Και: — Στάσου, κράτα τα κουπιά! — κράζει του καϊκτσή του. — 'Στό δώθε του Μεσολογγιού, του λέει, τ' ακραγιάλι Έν' άσπρο-άσπρο και μικρό απ' τη στερηά προβάλλει. — — σώπα, θα νάνε φάντασμα, — αυτός τ' απολογέται. — Όχι. Πώς κυματίζεται δε βλέπεις, πώς κουνιέται; Κ' είνε γερμένο προς εμάς. Σημαία ή μαντύλι. Τράβα να πάμε προς εκεί: αν είνε Τούρκ' ή φίλοι Θα τους ιδούμε από μακρά. — Γυρνάει το καΐκι Κι' αυτός το σπρώχνει προς εκεί. Μεριάζει από τα φύκη, Κ' έρχεται 'ς την ακρογιαλιά, και τα κουπιά μαζώνει. Βλέπουν εκείθε 'ς το γιαλό άνθρωπο να σιμώνη, Και τ' άσπρο το μαντύλι του κουνώντας τους φωνάζει: — Παιδιά! Αν είστε χριστιανοί, ελάτε· μη σας σκιάζει Η παρουσία μου εδώ. Απ την αυγή γυρνάω Απ' όξω του Μεσολογγιού, τάχα πως κυνηγάω. Έν' από σας για νάβρω, Έν' αδερφό μου χριστιανό για να του 'πω χαμπέρι, Πικρό χαμπέρι, μαύρο, Που το φυλάγουν μυστικό 'ς του Ομέρ-πασά τ' ασκέρι. Παιδιά! Για όνομα Θεού, μη, μη φοβάστε, ακούτε. Το Μεσολόγγι ο Θεός δε θε να χάση ακόμα. Ούτε να πέση η Ρούμελη, ούτε ο Μορηάς μας ούτε. Και τώφερε το μυστικό και 'ς το δικό μου στόμα. Αδέρφια, μη, μη σκιάζεστε τον χριστιανόν εμένα. Αν βρίσκωμαι με τους οχτρούς, αχ! μώχουν σκλαβωμένα Τα τέκνα, τη γυναίκα μου. Απόψε πριν χαράξη 'Σάν το φεγγάρι 'ς τα βουνά 'ς τη δύσι του αράξη, Την ώρα που τη Γέννησι, αδέρφια, του Χριστού μας Θα να σημαίνουν η εκκλησιαίς, τ' ασκέρια του οχτρού μας 'Σ το Μεσολόγγι άξαφνα ακέρηα θα χουμήσουν, Για νάβρουν τα προχώματα έρμα, να το πατήσουν. Γιατί πιστεύει ο 'Μέρ-πασάς, τώμαθε από προδόταις, Πως θάνε οι φυλαχτάδες σας 'ς ταις εκκλησιαίς μας τότες. Σύρτε και πέτε τους εσείς 'ς την εκκλησιά μην 'πάγουν, 'Σ τα τείχηα να φυλάγουν. Σύρτε και πέτε τους, παιδιά· γιατ' ο Θεός με στέλλει. Το Μεσολόγγι να χαθή δεν θέλει Αυτός, δεν θέλει! — Είπε και το μαντύλι του κουνώντας 'ς τον αέρα Εχάθηκε μέσ' 'ςταίς λακαίς και μέσ' 'ςτά σχίνα πέρα. Με μιας μ' αυτόν βασίλεψε και το φεγγάρι 'ς τα βουνά. Του Βάλτου κ' έγειναν με μιας βουνά, λαγκάδια σκοτεινά. Ποιος ήταν αυτός πούφερε το μυστικό χαμπέρι Απ' του Ομέρ τ' ασκέρι; Πέτε τον σεις, 'ψηλά βουνά, βρυσούλαις και λαγκάδια. Σεις, που τον συντροφεύετε τόσαις αυγαίς και βράδυα! Πέτε τον σεις βράχοι κλαριά, του Ομέρη τον προδότη. Τον Κώστα το Γιαννιώτη!

ΙΑ'.

Ξημέρωναν Χριστούγενα. Η εκκλησιαίς σημαίνουν Κουνιούνται τα καμπαναριά, και η φωναίς που βγαίνουν Απ' το βαθύ και διάπλατο κάθε καμπάνας στόμα 'Μοιάζουν Χειρουβεικούς ψαλμούς, 'σαν το απ' ουράνιο δώμα Χιλιάδες τα Χριστούγεννα να τραγουδούν αγγέλοι· Και κάθε αχτίδα από 'ψηλά που κάθε αστέρι στέλλει 'Μοιάζει αγγελική ματιά. Θρησκεία! γλυκειά μάνα, Τι ώμορφη δίνεις εσύ λαλιά και 'ς την καμπάνα, Και πόσο εκείνη η λαλιά σαλεύει την καρδιά μας! Πόσαις εκείνος ο σταυρός απ' τα καμπαναριά μας, 'Σ την αντηλιάδα χύνοντας τόσαις χρυσαίς αχτίδες, Χύνει βαθηά μας, 'ς την ψυχή, γλυκαίς χρυσαίς ελπίδες! Κ' η δυο εκείναις χαραυγαίς που αγγέλλοι κατηβαίνουν Μέσ' απ' τον ουρανό 'ψηλά κ' έρχονται και σημαίνουν Χριστούγεννα κι' Ανάστασι, ω! τι μυστήριο χύνουν, Τι χαραυγούλαις είν' αυταίς, πόση ζωή μας δίνουν! Λάμπουνε, τ' ασυγνέφιαστα τα ουράνια 'σάν ζαφείρια· 'Σάν μάτια π' αγρυπνήσανε φέγγουν τα παραθύρια· Χαρούμεναις και σιγαλαίς 'μιλιαίς σμίγονται γύρα. Και από κάθε θύρα, Που ανοίγεται, βγαίνουν μορφαίς γελούμεναις λουσμέναις. Γλυκαίς καλοντυμέναις. Κρατούν 'ς τα χέρια τους κηριά, λαμπάδες. 'Στή ματιά τους Λάμπ' η χαρά που 'νοιώθουνε βαθειά μέσ' την καρδιά τους 'Ξημέρωναν Χριστούγεννα. Θύραις ολούθε ανοίγουν Κι' ολούθε τώρα οι χριστιανοί 'ςταίς εκλησιαίς μας σμίγουν 'Στό Μεσολόγγι μοναχά, απόψι διακρίνω Μέσα 'ς ταις εκκλησιαίς ερμιά, και η ερμιά εκείνη Βαρύ κρυφό παράπονο κατάκαρδα μου αφίνει Που ένα δάκρυ φλογερό δίχως να νοιώσω χύνω Και μου ραγίζεται η καρδιά και δυο μεγάλοι βόγγοι Με πνίγουν μέσ' ς'τα στήθηα μου. Καϋμένο Μεσολόγγι! Ήταν γραμμένο εκεί 'ψηλά, φτωχό, να μη γιορτάσης Φέτος εσύ Χριστούγεννα 'ς την εκκλησιά! Να πιάσης Τα μετερίζια πρέπει συ αρματωμένο απόψι Και την πορειά του Ομέρ-πασά τη φοβερή να κόψη Το φλογερό τουφέκι σου, το χώμα σου να σπάση Το κύμα αυτό που ολάκερη βουλιέται να σκεπάση Την έρμη την Ελλάδα μας! Και θε ναρθούνε χρόνια Που θα γιορτάσης με χαρά, με δίχως καταφρόνια Χριστούγεννα κι' Ανάστασι!..

Μέσ' 'ς το σκοτάδι το βαθύ της νύχτας, του Ομέρη Κινάει απ' το στρατόπεδο τ' αμέτρητο τ' ασκέρι Με μια 'περήφανη χαρά, μ' ένα χρυσό όνειρό του 'Σ το Μεσολόγγι πώς θα 'μπή. Με τον αλαλαγμό του Σμίγονται που κ' οι θλιβεροί καμμιάς καμπάνας ήχοι, Καμπάνας του Μεσολογγιού. Σιμώνει ο οχτρός τα τείχη Άξαφνα, ανέλπιστα, με μιας 'σάν σύγνεφα αστράφτουν Και μέσ' 'ς τα μαύρα χώματα χίλια κουφάρια θάφτουν. Πέντε φοραίς ως την αυγή ρίχνεται με τ' ασκέρι 'Σ τους τοίχους του Μεσολογγιού ο 'Μέρης λυσσασμένος Και πέντε γύρισε φοραίς 'μισός και 'ντροπιασμένος. Το Μεσολόγγι απάτητο τωύρε τ'ς αυγής τ' αστέρι. Τώμαθε η άλλη Ελλάδα, Κ' εσήκωσε 'περήφανο-'περήφανο το φρύδι. 'Σάν θυμωμένο φίδι, Και χύνεται μέσ' 'ςτήν Τουρκιά κι' αλλού της καίει αρμάδα Αλλού της καίει τα χωριά· κι' απ' άκρη 'ς άκρη ανάφτει Μεγάλη η Επανάστασι, σπαθί ολούθε αστράφτει. Κ' αλύσια κόβονται βαρηά και πέφτουν και βροντούνε 'Σάν να χτυπιούνται απ' αστραπή και 'σάν να ξεψυχούνε Χίλιαις χιλιάδες δαίμονες ....

ΙΒ'.

'Στα κοφοβούνια του Ζυγού 'ς τα κρούσταλλα 'ς τα χιόνια Και 'ς έρμα ανάμεσα κλαριά παμπάλαια-αιώνια Ο Κώστας κάθεται και κλαίει ζωμένος τάρματά του, Κι' αναστενάζοντας βαρηά, 'σάν νέφιο φορτωμένο, Φωνάζει τη γυναίκα του, φωνάζει τα παιδιά του, Είνε το μοιρολόγι του πικρό, φαρμακωμένο, Και μόνη μια παρηγοριά, βαθειά τόνε γλυκαίνει, Η δόξα του Μεσολογγιού. Ο 'Μέρ-πασάς μαθαίνει Του κυνηγού την προδοσιά και 'ς την απελπισιά του. 'Σάν πήρε ο Κώστας τα βουνά, του σφάζει τα παιδιά του. Τώπαν του Κώστα 'ς τα βουνά και τάρματα πετάει Και 'ς της Κλεισούρας το μικρό το ρημοκλήσι πάει Και γίνεται καλόγηρος, ντύνεται ράσα μαύρα Και της καρδιάς του την πολλή θέλει να σβύση λάβρα Με δάκρυα νύχτα-'μέρα, Μ' αναστενάγματα βαρηά που καίνε τον αγέρα. Ω, πόση νοιώθη αλάφρωσι ο πεζοδρόμος πόση 'Σάν από βράχια και βουνά και λαγκαδιαίς γλυτώση. Και 'ς το μικρό καλύβι του το βράδυ-βράδυ φθάση! Κι' ο άνθρωπος, ταξειδευτής του κόσμου, 'σάν περάση Ταις τόσαις του κακοτοπιαίς, τα τόσα του τα πάθηα, Ω, πόση βρίσκει αλάφρωσι 'ς της Εκκλησιάς τα βάθηα 'Στά βάθηα του μοναστηριού! Ω, πόση η πονεμένη Ψυχή βρίσκει ανάπαυσι 'ς εσένα αφιερωμένη, Θρησκεία! Όταν, τα βάσανα του κόσμου, ανεμοζάλη, Κατάστρατα τον άνθρωπο χτυπάει και παραδέρη, Πόση, θρησκεία, 'σάν 'ς εσέ το λογισμό του φέρη, 'Βρίσκει γλυκειά παρηγοριά 'ς την ιδική σου αγκάλη! Πόσαις φοραίς το χέρι σου, που λίβανα μυρίζει, Τα πικραμένα δάκρυα μας 'σάν μάνα τα σφογγίζει! Και τα γλυκά τα λόγια σου και τα ζεστά φιλιά σου Πώς μας κοιμίζουνε γλυκά 'ς τη μητρική αγκαλιά σου! Παντού, Θρησκεία, εσύ Μάνα μας γίνεσαι παντού κ' ελπίδα μας χρυσή! Καλόγηρος ο κυνηγός. Κλεισμένα 'ς την κασέλλα Τα τρώει ο σκόρος τα πισλιά, την άσπρη φουστανέλλα. Τα φλωροκαπνισμένα του τσαπράζια, τάρματά του Παραιτημένα σκούριαζαν 'ς τους τοίχους κρεμασμένα. Κάποτε ρίχνει απάνω τους καμμιά κρυφή 'ματιά του. 'Σάν θυμηθή τα χρόνια του εκειά τα περασμένα. Θυμάται και τα Γιάννινα τ' αγαπημένα τότε, Και πότε κλαίει τα νηάτα του και την πατρίδα πότε.

Κοιμήσου 'ς το ελεύθερο, Καλόγηρε, το χώμα Κι' ουράνια τον ύπνο σου όνειρ' ας νανουρίζουν! Τάρματα ίσως τάθελες κι' αυτού να τάχης στρώμα· Ποιος ξέρει σε τι μαύρη γη, πατέρα, να σαπίζουν! Κοιμήσου. Τώρα χειμωνιά την Ήπειρό μας δέρνει Και κρύο, ξέρα, παγωνιά 'ς τα χώματά της σπέρνει. Όταν κ' εκεί η ελευθεριά την άνοιξι 'ξαπλώση Και το χορτάρι το χλωμά 'ς το χώμα της φυτρώση. Θάρθω να σε ξεθάψω 'γώ και τάγια λείψανά σου Θα να τα πάω 'ς τα Γιάννινα· εκεί θα να τα θάψω Κι' απάνω από το μάρμαρο του τάφου σου θα γράψω Μαζί με τ' όνομά σου Το μέγα σου κατόρθωμα. Κ' οι Ηπειρώταις όλοι Ξεχωριστή θα στήσωμε για σε γιορτή και σχόλη. Ξεχωριστό μνημόσυνο για σε και λειτουργία. ......................................... Ω! που με φέρεις μάγισσα και πλάνα φαντασία! ΚΩΝΣΤ. Δ. ΚΡΥΣΤΑΛΛΗ

ΑΓΡΟΤΙΚΑ

ΕΠΑΙΝΕΘΕΝΤΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΟΝ ΠΟΙΗΤΙΚΟΝ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΝ ΤΟΥ 1890

«Άρχετε βουκολικάς, Μοίσαι φίλαι, άρχετ' αοιδάς.» (Θεόκριτος)

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Τα &Αγροτικά&, είνε το τρίτον ποιητικόν έργον του Κρυστάλλη, δημοσιευθέν μετά τον «Καλόγηρον της Κλεισούρας» κατά το έτος 1891. Το έργον τούτο υπεβλήθη εις τον ποιητικόν διαγωνισμόν τον προκηρυχθέντα κατά το 1890 υπό του αγωνοθέτου κ. Χρ. Νικολαΐδη Φιλαδελφέως. Εν αυτώ ο ποιητής αναπτύσσεται και μεγαλύνεται, τανύει περισσότερον τας πτέρυγάς του, επεκτείνει την φαντασίαν και εναρμονίζει την ποίησιν όπως ψάλη τα κάλη του αγροτικού βίου ή περιγράψη τον βίον του λαού διά της γλώσσης αυτού του ιδίου λαού, διά λέξεων συλλεγεισών από τα χείλη των αγροτών, δι' εμπνεύσεως εκπηγαζούσης από την αρμονίαν και την ποιητικότητα της φύσεως και ουχί εξ απλής επινοήσεως. Η έμπνευσις τυγχάνει το πρώτον και απαραίτητον εφόδιον εις τον ποιητήν· ο ποιητής όμως δεν οφείλει μόνον να ξύη την κεφαλήν του ή να καπνίζη και εμπνέεται, αλλά να σπουδάζη εκείνα άτινα πρόκειται να εξυμνήση, να μελετά αυτά να τα αναπαριστά και να τα περιγράφη υπό την πραγματικήν αυτών όψιν. Ο ποιητής αφού πρόκειται να περιγράψη ή εξυμνήση τον αγροτικόν βίον δέον να είνε εις θέσιν να θαυμάση τα βουνά, τας κοιλάδας, τους ποταμούς, τους δρυμούς, τα νερά τα ηχηρώς κατερχόμενα εις τας χαράδρας, τους σπειρομένους αγρούς, τα τραγούδια του λαού, τον βίον, τα ήθη και έθιμα του Ελληνικού λαού διότι εάν δεν δύναται να εννοήση ταύτα, εάν δεν δύναται να τα αισθανθή, να συγκινηθή εξ αυτών, αδυνατεί και να τα περιγράψη.

Κατά το παρελθόν έτος επεσκέφθην τα Τζουμέρκα και διήλθον εξ Αγνάντων. Εις το μέσον του χωρίου — κειμένου επί της σειράς του Πίνδου — διέρχεται ποταμός όστις κινεί τα λεγόμενα &μαντάνια&, ή &νεροτρουβιαίς&, χρησιμεύοντα προς κατεργασίαν των μαλλίνων υφασμάτων αμέσως μετά την ύφασιν. Προ εμού επεσκέφθη το τμήμα τούτο και είς των διαπρεπών λογογράφων και έγραψεν αναμνήσεις εκδοθείσας εις ίδιον φυλλάδιον. Ο περιηγητής φθάσας εις Άγναντα και ακούσας τον θόρυβον των ανεβοκοτερχομένων ξυλίνων μανδανίων (εργαλείων) εξεπλάγη και την έκπληξίν του ταύτην χαράσσει εις τας αναμνήσεις του (Σελ 58) ως εξής:

Είνε ευάρεστος την θέαν η κώμη των Αγνάντων, από δύο κεχωρισμένων συνοικιών αποτελουμένη, και διχοτομουμένη, κατά μέσον από ευρύ χάσμα, κατάφυτον ενιαχού, ζευγνύμενον διά λιθίνης γεφύρας, και εις το βάθος του οποίου κυλίεται ρεύμα, μορφούμενον από των πέριξ ρεόντων και προς τα βάθη καταρρεόντων υδάτων. Υδρόμυλοι δουλεύουσιν εκεί, &και ξύλινα πρωτογενή ήξεστα χονδροειδή μηχανήματα, αρχεγόνου απλότητος&, δι' ύδατος κινούμενα, και τον απαλότητα σκοπούντα των εντοπίων μαλλίνων υφασμάτων, «μαντάνια» δε καλούμενα εν τω τόπω. Τοιαύτα στοιχειώδη μηχανήματα, ξύλινα επίσης, &είχον ειδεί πλείστα!!& και παρά τας όχθας του παραρρέοντος και διχάζοντος την Στενήμαχον ποταμού «Τοπαπάτζιες» δε καλούμενα, διά λέξεως ποιητικής, εις την αισθηματικήν εκείνην και αλησμόνητον Ελληνικήν κώμην της Ανατολικής Ρωμυλίας, την ενθουσιώδη, την υπερήφανον και φιλοπάτριδα, κλπ.