Έργα Ποιήματα - Πεζά Τόμος Πρώτος

Part 6

Chapter 6 0 words Public domain Markdown

Μούσα, 'ς εκείνα φέρε με τα τιμημένα χρόνια. ................................................... Παίρναν ν' ανθίζουν τα κλαριά, να λυώνουνε τα χιόνια, Καθάριος, ασυγνέφιαστος ο ουρανός να λάμπη. Τα πλοία, οι βράχοι, η λαγκαδιαίς, βουνά μαζύ και κάμποι Με χόρτα να στολίζωνται και μ' ώμορφα λουλούδια, Και το ξανθό βοσκόπουλο γλυκά να λέη τραγούδια· Γλυκά κ' η πέρδικες λαλούν, και πλειο γλυκά τ' αηδόνια, Κι' απ' τα μακρυά τους χειμαδιά, γυρνούν τα χελιδόνια. Απρίλης ήταν, άνοιξι, Θεού χαρά, γλυκάδα, Και χρόνια, αλήθεια χαλασμού, χρόνια για την Ελλάδα, Αλλά και χρόνια ελευθεριάς με κλέφταις, με ξεφτέρια. Άπλωσε η νύχτα το βαθύ σκοτάδι της 'ς τη φύσι, Και 'σαν διαμάντια ελάμπανε 'ς τον ουρανό τ' αστέρια, Το φεγγαράκι χαρωπό φωτάει το 'ρημοκκλήσι, 'Στά κορφοβούνια του Ζυγού από βραδύς βγαλμένο· Φυσάει τ' αγέρι της νυχτιάς 'ς τα φύλλα μυρωμένο, Κεκείνα σειούνται, κ' οι ίσκοι τους 'ς της εκκλησιάς τους τοίχους, Διαβαίνουν 'σάν φαντάσματα· καίν' μέσα τα καντήλια, Κι' ο γέροντας Καλόγηρος με τα χλωμά του χείλια Ψαίλνει για τον Εσπερινό με λυγωμένους ήχους. ............................................. Σταυροκοπιέται· απόψαλε και βγαίνει 'ς την αυλή, Θωράτε τον. Παράκαιρα τον γέρασαν οι πόνοι. Τ' ανδρειωμένο του κορμί, πούνε σκυφτό πολύ. Η πίκραις του το λύγισαν, οι πόνοι όχι οι χρόνοι. Οι ίδιοι πόνοι αυλάκωσαν βαθειά το μέτωπό του, Που απ' το φως του φεγγαριού 'σαν κορυφή φωτίζεται, 'Σάν κορυφή 'ψηλού βουνού, κι' ασπρίζει 'ς τον λαιμό του Ξέπλεγη και 'ς τους ώμους του η πλεξίδα κυματίζεται. Κι' ανάμεσ' από τα κλαριά φαίνεται 'ς το φεγγάρι 'Σάν να τινάζη γέρικο τη χαίτη του λιοντάρι. Το 'μάτι του χύνει αστραπαίς ας είνε γερασμένο· Κι' όταν αναστενάζουνε τα λάσια του τα στήθηα. 'Σάν να μουγγρύζη ακούγεται σύγνεφο φορτωμένο. Ποιος ξέρει τι να κρύβεται και 'ς αυτουνού τα βύθηα, Τι πίκρα, τι παράπονο! Πάντα κρυμμένος πόνος Μέσ' 'ς την καρδιά είνε κρυφό μαχαίρι, είνε φόνος· Κι' αυτός δεν έχει σύντροφο να του το 'μολογάη, Όταν τον συνεπαίρνη αυτό κ' έτσι να του περνάη· Κ' αν τα πλατειά του κάποτε δακρύζουν βλέφαρά του, Όχι, δεν ξεθυμαίνουνε τα στήθηα κ' η καρδιά του, Ιδέτε τον, δεν κάθεται, μέσα 'ς τα δένδρα 'μπήκε· 'Σ ένα 'ποκάτω έσκυψε, κάτι 'ς αυτό θα βρήκε· Ακόμα δεν σηκώθηκε· ιδέτε τον,....τι κάνει; Μη το μακρύ του χύθηκε του δόλιου κομπολόγι; Μήνα παράδες τώπεσαν; μην' τώπεσε λιβάνι; Τον βλέπω...να σφογγίζεται κι' ακούω μοιρολόγι. Κλαίει! Τι κλαίει αυτός εκεί; Καλόγηρος να κλαίη! Και τίνος το βλαμμένο αυτό το μοιρολόγι λέει;.. Ακούω·.. λόγια καθαρά: — Ελένη μου, παιδιά μου, Αγαπημένα Γιάννινα! — Ω, τι ακούν' τ' αυτιά μου!..

.................................................. .................................................. ..................................................

Μεμιάς φωναίς κι' αλαλαγμός από το Μεσολόγγι. Και μια μεγάλη αναλαμπή, οπού βουνά και λόγγοι

Λάμπουνε 'σάν να καίγονται, τον κόβουνε το κλάμα Του γέρου του Καλόγηρου. Μα κ' αν ορθός πετιέται Και βλέπει προς την Κλείσοβα, ό,τι από 'κεί 'γροικέται Κανένα δεν του φαίνεται παράξενο και θιάμα,

Γ'.

Αμέτρητα ο Κιουταχής σέρνει μαζύ του ασκέρια, Και κατηβαίνει απ' τα βουνά του Πίνδου 'ς την Ελλάδα 'Σάν μαύρα σύγνεφα βαρηά, που σβύνουνε τ' αστέρια Και κάθε αχτίδα φεγγαριού και κάθε αντηλιάδα, 'Σάν σύγνεφο που ανοίγει Τους τρίσβαθους τους κόρφους του κι' ό,τι κι' αν εύρη πνίγει, Και του Μεχμέτ Αλή πασά ο νιος απ' το Μωρηά, Ο Ιβραήμ ο Αραπάς, πηδάει 'ς τη Στερηά, 'Σάν κύμα της πατρίδας του, της Μπαρμπαριάς το κύμα. Που όθε περνάει ατέλειωτον λάκκον ανοίγει, μνήμα. Μα κάπου—κάπου βρίσκεται 'ς του πελάου το στρώμα Κάθε θεόχτιστο κοντρί, κανένας μέγας βράχος, Βράχος θαλασσομάχος, Που κάθε κύμα πώρχεται με αφρισμένο στόμα Για να πνίξη 'ς το βυθό το σχίζει, το σκορπάει, Και ξεγδαρμένο, σκέλεθρο, κομμάτια αυτό βογγάει. Ο βράχος μένει ατάραχος, ορθός, ξεσκεπασμένος. 'Σάν νάνε στοιχειωμένος, Κι' ορθό βαστάει το μέτωπο, 'περήφανο, αγριεμένο

Το Μεσολόγγι το μικρό, κ' εκείνο στοιχειωμένο, Ατάραχο 'ςτά Τούρκικα τα κύματα βαστιέται. Χουμάει τ' ασκέρι απάνω του, τσακίζεται, σκορπιέται. Χούμησε ως τώρα τρεις φοραίς, και πάλι τώρα, πάλι Για να χουμήση εσήκωσε ολόρθο το κεφάλι. Είνε πασάδες τώρα δυο κι αμέτρητα τ' ασκέρια. Ο Ιμβαήμ κι ο Κιουταχής. Μα και το Μεσολόγγι Κρύφτει 'ς τα μετερίζια του, 'σάν σε σπηληαίς, ξεφτέρια. Και κάπου—κάπου ακούγονται και κανονιώνε βόγγοι. Τώρα το κύμα είνε τρανό, είνε βαρειά η μαυρίλα· Το Μεσολόγγι είνε μικρό. Εκείθε ανατριχίλα. Κ' εδώθε φόβος πλημμυρεί κ' ελπίδα την καρδιά.

Από στερηά και πέλαγο το ζώνουν ολονένα, Πώς ζώνουν τ' Άστρο σύγνεφα βαρηά και πυκνωμένα, Κι' από τα παλληκάρια του γερεύουν τα κλειδιά. Άστρο κ' εκείνο ήτανε τότες για την Πατρίδα, Για την Ελλάδα έλαμπε χρυσή εκείνο ελπίδα. Χρόνος ακέρηος πέρασε που τώχουνε κλεισμένο, Και τον γυρεύουν τα κλειδιά, το θέλουνε δεμένο. Όσο κι αν έχης 'ς τη σπηληά κλεισμένο το λιοντάρι, Δεν τώχεις και 'ς τα χέρια σου. Και τ' άξιο παλληκάρι, Που πολεμάει για του Χριστού την Πίστι, για Πατρίδα. Όσο που νοιώθει 'ς την καρδιά αίμα και μια ρανίδα, Δεν σου τη δίνει την τιμή, που είνε...τάρματά του Κ' ένα κοτρώνι να βρεθή αν τύχη από 'μπροστά του· Όσο που 'λίγο να κρυφτή, είνε με μιας λιοντάρι, Που αν 'δή, κλεισμένο 'ς τη σπηλιά, την υστερνή του ώρα. Χύνεται 'σάν την αστραπή, κι αλληά 'ς εκειόν που πάρη!

Εκείνοι που φυλάγουνε το Μεσολόγγι τώρα Έχουνε τείχια γύρα τους και αίμα 'ς την καρδιά τους. Αίμα καθάριο, ελληνικό, που δίνει 'ς τα ποδάρια Φτερά, τσιλίκι 'ς την καρδιά, και σαν θεριά, λιοντάρια, Σπιθοβολάει θεόφοβη η φλογερή 'ματιά τους. Ένα δεν έχουν μοναχά, ένα στερεύοντ' όλοι, .... Ψωμί, μπαρούτι, βόλι. Τώρα τους σώθηκε η τροφή κ' έχουν ακέρηον μήνα, Όπου με πείνα πέρασαν. Πείνα! .. Συ ξέρεις πείνα, Ω Ήπειρός μου, τι θα 'πή, που πέντε τώρα χρόνια Κοντά μέσ' 'ς τ' άλλα της πικρής σκλαβιάς σου καταφρόνια Κι' από την πείνα δέρνεσαι· κι ακόμα ποιος το ξέρει Ως πότε θε να την βαστάς!.. Ας σ' έχουν 'ς το λαιμό τους Αυτοί που ακόμα σε κρατούν 'ς το Τούρκικο το χέρι Κάθε βαρειά σου στεναξιά να πέση απανουθειό τους Βαρειά κατάρα 'γκαρδιακή! Και κάθε μοιρολόγι, Οπού για σένα κλαίμ' εμείς, τα έρμα τα παιδιά σου, Μέσ' 'ς την καρδιά τους σάρακας να γίνη να τους τρώγη! Αχ! πότε, μάνα μας γλυκειά, την τρυφερή αγκαλιά σου Ασπροντυμένη, ελεύθερη, μάνα, 'ς εμάς θ' ανοίξης, Να μας φιλήση ελεύθερο το ολόγλυκό σου στόμα, Κ' ελεύθερη την ώμορφη θωριά σου να μας δείξης!.. Πότε θα ιδούμε ανθόστρωτο το ιερό σου χώμα! Πότε τη γαλανόλευκη θα ιδώ να κυματίζη 'Σ το Σούλι και 'ς τον Πίνδο μου, τάστρα 'ψηλά να 'γγίζη Ναρθούμε, 'ς τη σημαία σου να μαζωχτούμε όλοι, Και να κινήσωμε, γλυκειά μανούλα, για τη Πόλι!.. Πεινάς! Ο κόσμος τώμαθε, και όμως τα παιδιά σου

Πεθαίνουν ολονένα, Πεθαίνουν...πεινασμένα!

Άλλα τους λόγγους πήρανε και τα 'ψηλά βουνά σου, Και 'σάν τ' αγρίμια ζούν' εκεί 'ς τα σπήληα 'ς τα λιθάρια, Και με τομάρια ντύνονται, τρέφονται με χορτάρια. Στο Μεσολόγγι έφαγαν μπαρούτι για ψωμί. Αλλά δεν δίνουν τα κλειδιά, δεν δίνουν την τιμή.

Δ'.

Χρόνος ακέρηος πέρασε, που τώχουνε ζωμένο. Και του γυρεύουν τα κλειδιά, το θέλουνε πεσμένο. Το Μεσολόγγι αν πέση, Πρέπει η Ελλάδα ολάκερη τα μαύρα να φορέση. ...................................................... Αν δείχνει ακόμα αταραξιά, 'περφάνεια 'ς τον οχτρό του, Με την καρδιά του τρώγεται, το δόλιο, μαραζιάζει, Γιατ' όσο η 'μέραις απερνούν αυξαίνει το κακό του. Του κόσμου ταις κακομοιριαίς η πείνα του σωριάζει. Και το θερίζει ο θάνατος άσπλαχνα κάθε 'μέρα· Νεκροταφείο έγεινε κι' αρρώστεια πέρα — πέρα. Το Μεσολόγγι...κλάψτε το! θα πέση, δεν βαστάει, Και κλάψετε μαζύ μ' αυτό και την Ελλάδα ακέρηα· 'Σ ολίγο μόνη μέσα του η Δόξα θα γυρνάη, Η Δόξα, η αθάνατη 'σάν τα λαμπρά τ' αστέρια.

— Ψωμί, μπαρούτι, βόλι, Ψωμί! — φωνάζουν όλοι

Και δυο τους μένουν μοναχά, δυο απόφασαις να κάνουν. Ή να τα δώσουν τα κλειδιά, ή όξω να χουμήσουν, Κ' όσοι σωθούνε να σωθούν κι' οι άλλοι να πεθάνουν Απ' του οχτρού τους το σπαθί, σκλάβοι παρά να ζήσουν. Το παλληκάρι το καλό δεν δίνη τάρματά του, Το Μεσολόγγι το ιερό δεν δίνει τα κλειδιά του. Εσείς! εσείς που κλείσαταν λεοντάρι 'ς τη σπηληά, Δεν παραδίνεται, θα βγη, κι' αλληά 'ς εσάς αλληά! Νύχτα θα βγουν. Ω, τι βραδειά, τι νύχτα ήτον εκείνη! 'Σ τ' αστέρια απάνου έφταναν τα κλάματα κ' οι θρήνοι Εδώ χωρίζει ο γέροντας πατέρας το παιδί του, Εκεί ο νηός την ώμορφη την αγαπητική του, Αλλού η μανάδες παίρνουνε 'ς τους ώμους τα μικρά τους, Κλαίγουν αυταίς το χωρισμό, σκούζουν και τα παιδιά τους Κ' είν' όλοι 'ς ταις γιορτιάτικαις ντυμένοι φορεσιαίς τους, Λες και σε γάμο 'κίνησαν, λες παν' σε πανηγύρι. Τ' αστέρια μέσ' 'ς τα σύγνεφα κρύβουνε ταις θωριαίς τους, Και κλαίγει τώρα ο ουρανός πώλαμπε 'σάν ζαφείρι. Βγαίνουν. 'Μπροστά-'μπροστά κινούν τα γυναικόπαιδά τους, Και 'πίσω-'πίσω η λυβεντιά ζωμένοι τάρματά τους. Απ' ταις γυναίκες κι' απ' ταις νηαίς, νηαίς 'σάν Μαϊού λουλούδια, Πολλαίς τ' αντρίκια εντύθηκαν και πάνε...με τραγούδια! Τέτοιαις γυναίκες θέλω εγώ το χώμα μας να βγάζη, Νάνε 'ς τον έρωτα γλυκειαίς, λεβένταις 'ς το τσαπράζι! Η νηαίς πάνε μαζύ με νηούς. Α! τι χαρά, τι ζήλεια, Με της πατρίδας τον οχτρό, μέσ' 'ς τ' ασκεριού τη μέση, Ο νηός να πολεμάη, Και νάχη πλάι — πλάι Την κόρη της αγάπης του, κι' αν βαρεθή, κι' αν πέση. Να τόνε κλαιν τα μάτια της, να τον φιλούν' τα χείληα!! Νάτην, αρχίζει η &έξοδος&. 'Ξυπνούν' του οχτρού τ' ασκέρια, Και η φωναίς κι ο αλαλαγμός ακούγονται 'ς τ' αστέρια. Όσοι γλυτώσαν, γλύτωσαν. Τους άλλους σκοτωμένους Μέσα 'ς τα Τούρκικα κορμιά, αγνώριστους, θαμμένους, Θε να τους κλάψη αύριο η αυγή με τη δροσιά της. Το Μεσολόγγι έπεσε, και όλη κινδυνεύει Να πέση τώρα η Ελλάς· με την απελπισιά της Άγρια και με το φόβο της 'μερόνυχτα παλεύει. Το Μεσολόγγι το πατεί, το παίρνει ο Τούρκος τώρα· Ελάτε να του κλάψωμε την υστερνή του ώρα!

Οι γέροντες, που με τους νηούς να παν' δεν ημπορούσαν, 'Σ το Μεσολόγγι απόμειναν. Ως τώρα δα θωρούσαν Την &έξοδο& απ' τα τείχηα του κ' έκαναν το σταυρό τους· Ύστερα, 'σάν τα Τούρκικα τ' ασκέρια, τον οχτρό τους, Είδαν 'σάν κύμα να χυθούν 'ςταίς θύραις τους, 'στά τείχηα, Και 'σάν αγρίμια να πηδούν, να κρέμωνται απ' τα 'νύχια, Τρέχουν κατά τη θάλασσα, και 'ς του πελάου την άκρη Μέσα σε πύργο πούχανε μπαρούτη σωρειασμένη Κλειούνται με μιας και σταίνουνε χορό, 'σάν ανδρειωμένοι, Σαν νάτανε 'ς τα νειάτα τους, δίχως καϋμό και δάκρυ, Του απελπισμένου αυτού χορού είνε ο Καψάλης πρώτος. Τ' Άγραφα που τον γέννησαν ομοιάζει το κορμί του, Και την κορφή του Πίνδου μου η άσπρη κεφαλή του, Κρατεί 'ς το χέρι του δαυλί με φλόγα. Κάθε κρότος Που όξω απ' το πύργο ακούεται, το χέρι εκείνο φέρνει Μέσ' 'ς της μπαρούτης το σωρό, και το χορό του φέρνει... Όξω απ τον πύργο αλαλαγμός· ήρθ' ο οχτρός, πλακώνει Μέσ' 'ς της μπαρούτης το σωρό το χέρι εκειό σιμώνει, Το χέρι εκειό με το δαυλί, το χέρι του Καψάλη. Με μιας αστράφτει και βροντά. 'Σάν από μέθη, ζάλη, Τρικλίζει ο πύργος τρεις φοραίς και μέσ' 'ςτά 'μεσουράνια Τινάζεται 'σάν σύγνεφο, και φέρνει εκεί κουρμπάνια Τους γέρους τον Μεσολογγιού και των Τουρκών τ' ασκέρια Απ' τη μεγάλη αναλαμπή λάμπουν βουνά κι' αστέρια! Το Μεσολόγγι η χαραυγή τωύρε ταχιά πεσμένο, Κ' είδε το μισοφέγγαρο 'ςτά τείχηα του στημένο.

Ε'

Εκείνον τον αλαλαγμό κι' όλη την λάμψι εκείνη Απ' της Κλεισούρας το μικρό εκείνο ερημοκκλήσι Αγροίκησε ο Καλόγηρος κ' είχε με μιας γνωρίση 'Σ το Μεσολόγγι τη βραδειά εκείνη τ' είχε γίνη. Με μιας πετιέται 'ς την κορφή και το τηράει και κλαίει Και τέτοια αναστενάζοντας λόγια θλιμμένα λέει: — Αφωρισμένος τρεις φοραίς οποίος έβαλε χέρι 'Στ' αστέρι της Πατρίδας μας, 'ςτού Γένους μας τ' αστέρι! Στρέψου και γύρα κύταξε, φτωχό μου Μεσολλόγι, Το πέσιμό σου πώς το κλαίν' βουνά, ουρανός και λόγγοι· Κ' ημείς οι δόλιοι πούχαμαν 'ς εσένα κάθε ελπίδα Σε κλαίμε, γέροι και παιδιά, σε κλαίει όλ' η πατρίδα. Τη θέσι σου σου ζήλεψε, σου ζήλεψε τα νηάτα, Κι' αυτή η Μοίρα η φθονερή και σ' άλλαξε τη στράτα, Κι' αντίς να ξαναπαινεθής, να διώξης τον οχτρό σου, Σον 'τοίμασε το θάνατο αυτή, το πέσιμό σου. Μ' αν πέφτης, πέφτεις ένδοξο, 'σάν παλληκάρι πέφτεις, 'Σάν το λιοντάρι 'ς τη σπηληά, 'σάν 'ς το λημέρι ο κλέφτης, Που αμέτρητοι τον έχουνε ολόγυρα ζωμένα, Κ' εκείνο αποφασίζεται, χουμάει απελπισμένο. Όχι! δεν πέφτεις άδοξο· θα το γνωρίζουν όλοι, Πως σώλειψε τόσον καιρό ψωμί, μπαρούτι βόλι. Φτάνει, φτωχό, που βάσταξες κι' ως τώρα την ανδρειά σου Αλλά και τώρα πώπεσες έπεσες 'σάν ανδρείο. Ας έρθουν τώρα να σε βρουν οι Τούρκαι έρμο, κρύο, Και ας γλυτώση ο Θεός τα έρμα τα παιδιά σου. Αχ! γιατί ακόμα μια φορά, γιατί να μη 'μπορώ Να σε γλυτώσω ο άμοιρος! Αστέρι μου λαμπρό, Γιατί να σβύση σήμερα 'ς τα νέφια των οχτρών σου! Γιατί να μη βρεθώ κ' εγώ απόψε 'ς των παιδιών σου Την ένδοξη την &έξοδο&, οπού θα να ξυπνήση Απόψε από τον ύπνο της Ανατολή και Δύσι! Γιατί να μη βρεθώ κ' εγώ 'ς το πλάι του Ζαβέλα! Γιατί αχ! ράσο να φορώ και όχι φουστανέλλα! Γιατί λιοντάρι εγώ βουνού να κόψω μοναχός μου Τα 'νύχια, την ανδρεία μου! Γιατί ναρθώ να ζήσω Καλόγηρος, αγνώριστος και ταπεινός, να κλείσω Τα μάτια μου 'ς την ερημιά εδώ μακρυά του κόσμου!., Αγαπημένα Γιάννινα, πώς σας πονώ μακρυά σας! Βουνά του Πίνδου μου 'ψηλά, με τα πολλά κλαριά σας, Με τα τρανά τα πεύκα σας ταις γέρικαις οξειαίς σας, 'Ζήλεψα τα λημέρια σας, τους ίσκιους, ταις δροσιαίς σας! Τη λίμνη τ' Αγγελόκαστρου όσαις φοραίς κυτάζω. Τα Γιάννινα — τα Γιάννινα θυμούμαι, και χτικιάζω. Αχ πότε, πότε ελεύθερα να σας πατήσω πότε, Και τότες ας σβυσθώ με μιας, ας αποθάνω τότε! Εδώ, μακρυά σας, έχασα την δόξα, την ανδρειά μου. Έχασα την γυναίκα μου, έχασα...τα παιδιά μου! —

Κ εσώπασε ο Καλόγηρος. Οι 'γκαρδιακοί λυγμοί του Και τα πολλά τα δάκρυα τώπνιξαν τη φωνή του, Και δίχως λόγο και 'μιλιά έσκυψε 'ς ένα βράχο, Κ' έκλεγε κι' αναστέναζε. Δάκρυα ευλογημένα! Δάκρυ' απ' τα φυλλοκάρδια του, απ' την ψυχή βγαλμένα! Δάκρυα πικρά, οπού κ' εγώ 'ς την ξενητειά μου τάχω Για μόνη μου παρηγοριά όσαις φοραίς θυμούμαι Τη σκλάβα την πατρίδα μου! Πόσαις φοραίς κοιμούμαι Κ' εγώ με τέτοια δάκρυα 'ς τα 'μάτια μου πηγμένα! Δάκρυα, οπού καθένας μας χύνει μακρυά 'ς τα ξένα! Ξανασηκώθηκε ορθός. Το 'μάτι του απ' το δάκρυ Λουσμένο, λάμπει γαλανό 'σάν ουρανός τ' Απρίλη Ύστερ' από βαρειά βροχή. Γονάτισε 'ς την άκρη Του βράχου κ' έγνεψε 'ψηλά. Δεν του 'μιλούν τα χείλη, Μιλάει η καρδιά του, η ψυχή, Μιλάει του Παντοδύναμου, 'μιλάει τα λόγια εκείνα, Οπού τα λένε προσευχή, Αγνά 'σάν τα τριαντάφυλλα, αθώα 'σάν τα κρίνα. Ήταν εκείν' η προσευχή για όλο μας το Γένος. Και τόσος του ήταν 'ς την καρδιά, ο πόνος σωρειασμένος Οπού τον έκοψ' ίδρωτας. Τον ίδρωτα σπογγίζει, Και πάλι ορθός τα θλιβερά τα λόγια του αρχίζει: — Τη μέρα εκείνη, ο άμοιρος, πώς την θυμούμαι ακόμα! Σε πόσους τη μολόγησε το γέρικό μου στόμα!.. Τον άγριον τότε Αλή πασά τα Γιάννινα βαστούσαν, Που 'ς τη βαρειά φοβέρα του κ' οι κλέφταις προσκυνούσαν. Ήμουν μικρός, πολύ μικρός. Αγνάντια 'ς την Καστρίτσα Ο κόμος 'πανηγύριζε. Η μάνα μου η Ζωίτσα Πήρε κ' εμένανε μαζύ. Βραδειά — βραδειά γυρνάμε, Κι' απ' όξω από τα Γιάννινα 'ς τον Πλάτανο περνάμε. Εκείνο που είδα, 'τρόμαξα! 'Σ τον Πλάτανο 'ποκάτω Ένα κορμί πελώριο, παλληκαριά γιομάτο, Το 'τσάκιζαν με τα σφυριά τρεις γύφτοι χλωμιασμένοι. Μάνα, της λέω, για κύταξε ο κλέφτης πώς πεθαίνει. Ποιος ξέρει πόσους 'ς τ' άγρια ξεγνύμνωσε βουνά του! Τώρα για ιδέ το τέλος του, κύταξε τα στερνά του. — — Σώπα, παιδί μου, μη το λες, μου είπε απ' αγάλια εκείνη. Αυτός ποτέ δεν 'κούστηκε ν' αρπάζη, να ξεγδύνη. Γύρνα και κύτα' τα βουνά τον κλαίν 'σάν βασιληά τους, Και 'σάν αδέρφι τους πιστό η βρύσαις, τα κλαριά τους. Κανένας κλέφτης 'σάν αυτός κόσμο δεν ξεγυμνώνει . . . — — Πώς τόνε λένε μάνα μου: — Τον λένε Κατσαντώνη· Μη σου ξεφύγη από τον νου το ένδοξο όνομά του. Ποτέ δεν επροσκύνησε τον Τούρκο. Τάρματά του Είνε βαμμένα μ' αίματα Τούρκικα μολυσμένα. — Κ' οι Τούρκοι ... τι κάνουνε; Αδέρφια μας πλασμένα Κι' αυτοί δεν είνε απ' τον Θεό; Τι φταίνε, τι του κάνουν; — Άκουσε· δεν πιστεύουνε οι Τούρκοι τον Χριστό μας, Και μας τον βρίζουν άκοπα· αρπάζουνε το βιο μας, Μας δέρουνε, μας τυραννούν, θέλουν να μας βυζάνουν. Το αίμα μας 'σάν σφάλαγκες. Μας έχουν σαν σκυλιά τους Οι Τούρκ' ημάς τους Χριστιανούς για κάθε θέλημά τους, Και μοναχή φροντίδα τους είνε για να μας σβύσουν. Αυτοί, που Κλέφταις λέμ' εμείς, που διάλεξαν να ζήσουν. 'Στα κορφοβούνια, 'ς τα κλαριά, και 'ς τ' άγρια στενορρύμια Με τα θεριά, μ' αγρίμια· Αυτοί, οπού φωλιάζουνε σε τρίσβαθα λημέρια. Κ' έχουν συντρόφους τους αετούς, τ' αηδόνια, τα ξεφτέρια, Δεν 'βάσταξαν να ζήσουνε 'ς τους Τούρκους σκλάβοι δούλοι. Και παν' απάνου 'ς τα βουνά 'ς τον Πίνδο και 'ς το Σούλι 'Σ τα βράχια, 'ς τα ελάτια, Που έχει η Ελευθεριά τ' άσπρα της τα παλάτια. Και 'ς το 'Βαγγέλιο, 'ς το Σταυρό είνε βαρηά ωρκισμένοι Κι' όλοι αποφασισμένοι Ή να την διώξουν την Τουρκιά ή όλοι να 'ποθάνουν. Εκείνοι ζουν' ελεύθεροι κι' όλα ... για μας τα κάνουν. Για 'μας ολάκεραις περνούν νυχτιαίς, ακέρηα χρόνια, Μέσα 'ς το κρύο, 'ς ταις βροχαίς, 'ς τα κρύσταλλα, 'ς τα χιόνια. Για 'μας πολλαίς φοραίς πεινούν, για μας ζουν' 'ςτά βουνά, Για 'μας γυρίζουν θάλασσαις, πέλαγα σκοτεινά. Για 'μας, παιδί μου, το κορμί εκεί του Κατσαντώνη Από των γύφτων τα σφυριά τσακίζεται 'ς τ' αμώνι. Τον Κατσαντώνη μη ξεχνάς. Κ' όλους να τους θυμάσαι, Κι' όσαις φοραίς 'ς το στρώμα σου θα πέφτης να κοιμάσαι, 'Σ την προσευχή σου που θα λες, παιδί μου, 'ς το Θεό μας Λέγε δυο λόγια και γι' αυτούς, να ζήσουν παρακάλα Εκείνον που τους έρριξε 'ς τον κόσμο για καλό μας. Έχουν να κάνουν θαύματα για μας αυτοί μεγάλα! Κι όσο σ' αυτόν τον ψεύτικο τον κόσμο μας θα ζήσης, Τον Τούρκο, τον αντίχριστο, ποτέ μην αγαπήσης! — Κι απ' τότε ως που μεγάλωσα κάθε χειμώνα βράδυ, Ενώ απ' όξω η αστραπαίς έσχιζαν το σκοτάδι Κ' έβρεχε κ' έρριχνε 'ψηλά 'ς τα κορφοβούνια χιόνι Και δεν ακούγονταν ψυχή ούτε η φωνή του γκιώνη, Μ' έπαιρνε η μάνα ς' τη φωτιά κι' άρχιζε να μου λέη Ά, όχι τα συνήθηα Που λεν γρηούλαις 'ς τα μικρά παιδάκια παραμύθια· Μώλεγε λόγια, που κι' αυτή διηγώντάς τα να κλαίη. Για το Βλαχάβα μώλεγε του Ολύμπου το θρεφτάρι, Το Γρίβα του Ξερόμερου το δράκο το λιοντάρι, Τ' αδέρφια τ' αξεχώριστα τους Κατσικογιανναίους, Και για της Μάνιας τα παιδιά, τους Κολοκοτρωναίους. Για τον Ανδρούτσο μώλεγε, για το Βλαχοθανάση, Της Αλαμάνας το στοιχειό το Διάκο το Θανάση, Τον Κούρμα τον πελώριο, τον Πάνο Μεϊτάτη, Για το μικρό Χορμόπουλο, και για το Σπαθογιάννη· Και για του Βάλτου το θεριό το Χρήστο το Μιλιώνη· Για του πελάγου το πουλί μώλεγε τον Κατσώνη, Διά της Κασσάνδρας το Σταθά, το γέρο Μπουκουβάλα, Το Ζήτρο τον ανήμερο, τον άγριο Κώστα Πάλλα, Το Χρήστο Γρίβα τον αετό της Λάμιας, το Λαμπέτη, Για τον χαμένον αδελφό του Διάκου Μασσαβέτη, Και για τον πάτερ-Σαμουήλ της Κιάφας μας τ' αστέρι. Για το Μαλάμο μώλεγε της Λάμαρης ξεφτέρι, Για του Ζαβέλλα τα παιδιά, του Βότσαρη τη 'Λένη Τη Μόσχο και τη Λιάκενα τη μπαρουτοθρεμμένη· Για το Γυφτάκη μώλεγε, και για το Μητρομάρα, Τον Καλιακούδα, τον Λουκά, και για τον Νικοτσάρα. Και, μια τρισκότειδη βραδειά, μια Κυριακή, μια σκόλη, Μου είπε πώς μας πήρανε την ώμορφη την Πόλι. Μα μου είπε και μια ελπίδα, Μου είπε πως θε ν' αναστηθή η έρμη μας Πατρίδα· Μου είπε πώς πάλι θα να ιδή μέσ' 'ς την Αγιά-Σοφιά της 'Τον Κωνσταντίνο με χρυσή κορώνα, βασιληά της. Ως τότε δεν τον ήξερα εγώ τον Τούρκο, αλήθεια. Τα λόγια αυτά της μάνας μου μ' άναψαν μέσ' 'ςτά στήθηα Άσβεστη φλόγα, κ' έλεγα πότε να μεγαλώσω Τα κλέφτικα τα άρματα 'ς τη μέση μου να ζώσω, Να πάω να ζήσω 'ς τα βουνά, μ' αγρίμια να φωλιάζω, Με τ' άλλα τα κλεφτόπουλα να πολεμώ να σφάζω. Κ' όταν από το σπήτι μας εκείνο το μικρούλι Μώδειξε η μάνα τα βουνά του Πίνδου και το Σούλι, Ταις ανοιξιάτικαις βραδειαίς 'σάν τώρα, με φεγγάρι Που αποσταμένη έγερνε αυτή 'ς το μαξυλάρι, 'Σ το παραθύρι μας εγώ με 'ξάγρυπνα τα 'μάτια Κύταζα πέρα τα βουνά, των κλέφτων τα παλάτια, Κι' αγάλιαζα βαθηά — βαθηά οπού 'σάν θείο χέρι Το μυρωμένο τους λεπτό με χάιδευε αγέρι. Και έτσι όλα πέρασα τα χρόνια τα μικρά μου. Έτσι μας μεγαλώνουνε η μάναις η 'δικαίς μας Εμάς εκεί 'ς την Ήπειρο με όλαις ταις σκλαβιαίς μας, Μ' όλα τα καταφρόνια μας. 'Περήφανα βουνά μου. Αχ, πότε ακόμα μια φορά θε να σας αγναντέψω Απ' τα καϋμένα Γιάννινα! Πότε θα συντροφέψω, Βουνά μου, ακόμα μια φορά τα πεύκα τα ψηλά οας. Πότε θα πιώ απ' τα κρύα σας τ' αθάνατα νερά σας! Έπρεπε, 'σάν τον έλατο τρανός, να ζήσω τώρα Πέρα 'ς εκείνα τα βουνά, 'ς τη σκλαβωμένη χώρα, Και όχι 'σάν τον ταπεινό το μαύρο κυπαρίσσι, Τώρα να ζω καλόγηρος 'ς αυτό το 'ρημοκκλήσι... Ποιος ήμουν...και ποιος έγεινα! — Και πάλι ο γέρως πάλι Έσκυψε πάλι κλαίγοντας 'ς το βράχο το κεφάλι.

ς'.

Ποιος ήταν και ποιος έγεινε; Ήταν απ' τ' άγιο χώμα. Τότες όλοι τον ήξεραν και τον θυμούνται ακόμα Τον Κωσταντή 'ς τα Γιάννινα, τον πρώτο κυνηγό τους, Οπού κανένα απάτητο δεν άφηκε βουνό τους. Κ' ήταν ένας ωμορφονιός, των κοπελλών η τρέλλα, Χρυσό καμάρι των γονηών, των Τούρκων πάντα φέλα. Τα πρώτα του τα γράμματα τάμαθε 'ς τον Ψαλλίδα. Τα λόγια του τούταν για την Πατρίδα. Τώδειχνε η μάνα του συχνά συχνά τα κορφοβούνια Και των κλεφτών τ' αράδειαζε τα έργα. Και 'ς την κούνια Ακόμα που τον βύζανε μικρό 'σάν τ' Αγγελούδια Τον ύπνο του νανούριζε με κλέφτικα τραγούδια. Χαρά 'ς το τέτοιο το παιδί που έτσι μεγαλώνει! Αξίζει η πατρίδα του για να το καμαρώνη. Από μικρούθε 'ςτ' άρματα συνήθεισε το χέρι, Κι' όταν λεβέντης έγεινε ήταν αετός-ξεφτέρι. 'Στή λίμνη εκεί την ώμορφη ή γύρα 'ς τα βουνά της Θα νάβρισκε τον Κωνσταντή συχνά κάθε διαβάτης Να κυνηγάη πέρδικες, παπιά και περιστέρια Και των κλεφτών τον ήξεραν ακόμα τα λημέρια, Οπού ζαρκάδια, αγριόχοιρους, αλάφια κυνηγούσε Ή με τ' αρκούδια πάλευε ή λύκους ξεκοιλούσε. 'Σ τα Γιάννινα είν' ώμορφαις. Ο Κωνσταντής 'ς τη νηότη Αγάπησε· κ' ήταν αυτή η ύστερη και πρώτη Αγάπη και γυναίκα του. Του γέννησε η 'Λένη Αγγέλους δυο, και πέρναγαν ζωή χαρητωμένη.