Έργα Ποιήματα - Πεζά Τόμος Πρώτος
Part 2
« Ακόμα δε μ' εγνώρισες; — » Με ερωτά — δε μ' είδες; » » — Διστάζω ακόμα, μάνα μου, » Να σου το 'πώ, διστάζω, » Γιατ' άλλη, άλλη σ' ήξερα, » Και άλλη σε κυττάζω· » Της γνωριμιάς σου, μάνα μου, » Μ' έφυγαν αι ελπίδες. — »
« — Γιατί με βλέπεις κόκκαλα, » Με βλέπεις δίχως αίμα, » Με βλέπεις δίχως 'νασασμό, » Ωχρή 'σάν το σαφράνι, » Κι' ότι δεν έχω τη θωρηά, « Πούχα 'ς τον κόσμο; — » «Φθάνει!... » Ω, φθάνει! την εφώναξα. « Σ' εγνώρισ' από το βλέμμα.
» Σ' εγνώρισ' απ' το βλέμμα σου « Τώρα, κι' τη λαλιά σου, « Σ' εγνώρισα, μανούλα μου, « Σ' εγνώρισα, γλυκειά μου, » Σ' εγνώρισα, και χαίρεται « Η θλιβερή καρδιά μου, « Μάνα μου. Τώρα ρώτα με » Για τάλλα τα παιδιά σου.
« Πες μου για τη Μαρία σου, » Το Γούλα σου, τη 'Λένη, » Που νύχτα 'μέρα τα ορφανά « Κλαίγουνε τη θανή σου· » Ρώτα με και για τη μικρή. » Την ώμορφη Φανή σου, » Που 'σ' άλλα χέρια τρέφεται, » Που 'ς άλλα χέρια μένει.
« Ρώτα με και, μανούλα μου, » Γι' όλους τους συγγενείς σου, » Τ' αδέλφια σου, τη μάνα σου, » Το δόλιο τον πατέρα, » Το δόλιο τον πατέρα μου, « Μάνα, που νύχτα 'μέρα » Δε θε να βρη παρηγοριά. . . . » Ρώτα με το παιδί σου. — »
Την είπα κ' εσιώπησα Χωρίς λαλιά για 'λίγη, Για λίγη ώρα. Κύτταξα 'Σ το πρόσωπο εκείνη, Και βλέπω μες 'ς τα δάκρυα Να πλημμυρή. Να κρίνη Η δύστυχη δ' 'μπόρεσε, Κ' εκίνησε να φύγη.
Την 'κολουθάω με φωναίς. Να την γυρίσω πίσω Δεν 'μπόρεσα. Καν πρόφθασα Να την 'μιλήσω πάλι· Κ' εκείνη με συγκίνησι, Και θλίψι της μεγάλη Μου λέγει: «Ώρα, τέκνο μου, « Τη γη αυτή ν' αφήσω.»
« — Εμένα τότε, μάνα μου, Μ' αφίνεις; — » « — Ω παιδί μου Αν θες να ιδής τα Τάρταρα, Αν να ιδής γυρεύεις, Τον Άδη, τον Παράδεισο, 'Κεί κάτω να κατέβης, Τρέξε κοντά μου, τέκνο μου, Έλα, έλα μαζή μου — »
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΟΥ Α'. ΑΣΜΑΤΟΣ
1) Π ί ν δ ο ς. Γενικόν και κύριον όνομα της παρά τα ανατολικά πλευρά της Ηπείρου εκτεινομένης σειράς υψηλών ορέων, της οποίας αι υψηλότεραι κορυφαί είναι η Σμόλκα, η Δοκίμη, το Ανήλιον, η Τσιουκαρέλλα, το Περιστέρι, τα Κριθάρια, η Κακαρδίτσα και τα Τζιουμέρκα.
2) Γ ι ά ν ν ι ν α. Τα Ιωάννινα, πόλις εν τω μέσω της Ηπειρωτικής κοιλάδος κάτωθεν του Τομάρου (Μεσοκελίου) έχουσα σχήμα δικεφάλου αετού, παρά την ομώνυμον λίμνην έχουσαν σχήμα κιθάρας. Ένεκα των διά κεράμων εστεγασμένων οικοδομών της και του πλήθους των εν αυτή δένδρων εις την άνωθεν ή απέναντι αυτής όψιν παρίσταται ως δάσος πυκνόν. Ωραιοτάτη και γραφικωτάτη είναι η εξωτερική αυτής θέα· αλλ' εσωτερικώς αι οδοί της είναι στεναί και ανωφερείς. Περιεργείας δ' άξια οικοδομήματα είναι το Ορφανοτροφείον του Γεωργίου Σταύρου, (το άρτι ανεγερθέν κτίριον της Ζωσιμαίας Σχολής}, το Τζαμίον του Καλού-Πασσά εστολισμένον με τους κίονας και τας στήλας του ναού του Πλούτωνος, του οποίου τα ερείπια και νυν σώζονται παρά τη λίμνη, το Φρούριον εν τη λίμνη εκτεινόμενον και ως χερσόνησος ή μάλλον νήσος από της πόλεως διά τάφρου βαθείας χωριζόμενον και προεκτείνον δύο μαστούς (τους σχηματίζοντας τας κεφάλας του αετού) εις την λίμνην, επί των οποίων μεγαλοπρεπώς υψούνται δύο τζαμία και τα ερείπια του Παλατιού του Αλή-Πασσά. Επίσης περιεργείας άξια είναι και τα Λ ι θ α ρ ί τ σ ι α, ερείπια του φρουρίου του Σατράπου των Ιωαννίνων Αλή Τεπελενλή, εις το κέντρον του οποίου υψούτο ο πύργος Κιζ-Κουλές (Πύργος Παρθένων), τα ερείπια των χονδρών τειχών του οποίου εισέτι σώζονται κινούντα τον θαυμασμόν και την περιέργειαν του περιηγητού. Επί των ερειπίων τούτων ως επί λόφου υψούται ο Στρατών, απέναντι δ' αυτού το Σεράγιον, εντός του οποίου ευρίσκονται τα δικαστήρια και το διοικητήριον. Εν τω μέσω της λίμνης, δίκην ομφαλού κιθάρας, εκτείνεται το νησίον (νήσος των Ιωαννίων), του οποίου τ' αξιοπαρατήρητα μέρη είναι ο Ναός του Αγίου Παντελεήμονος και ο παλαιός του Αλή-Πασσά οίκος όπου εφονεύθη.
ΑΣΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ
Έφευγ' εκείνη και κοντά Εγώ την 'κολουθάω. Περνάμε λόγκους και βουνά, Περάσαμε λαγκάδια, Ποτάμια, λίμναις, θάλασσαις. Περάσαμε λειβάδια, Και 'φθάσαμε 'ς το αχανές, Και 'φθάσαμε 'ςτό Χάο (1),
Μια θύρα 'κεί θεόρατη Υψόνονταν, μεγάλη, Που Αγγελούδια φύλαγαν Τα φύλλα της τα μαύρα. Μπαίνομε μέσα. Κτίρια (2) Είδαμε τότε γαύρα, Που μέσα τους βασίλευε Κρύα σιγή μεγάλη.
Αφίνομε τα κτίρια, Και πάλι προχωρούμε. Αγνώριστοι 'ς τους φύλακας, Άγνωστοι 'ς τους Αγγέλους. Σε δυο δρόμους 'φθάσαμε Αγνώριστ' επί τέλους· Άξαφνα μ' αναλήφθηκε Η μάνα. Τη στερούμαι.
Μονάχος τότε εκίνησα Το δεξί δρόμο πήρα, Να ιδώ, να ιδώ πούθελα βγη, Πούθελα καταντήσει. Και προχωρώντας έφθασα Σε μαρμαρένια βρύση, Κι' αντίκρυ της υψόνονταν Μια χρυσωμένη θύρα.
Σπρώχνω τη θύρα· άνοιξε· Τι θέαμα! . . . Τι τόπους... Τι τόπους είδα σκιερούς! . . . Τι χλόαις! . . . Τι λουλούδια! . . Τι δένδρα, δένδρα ανθηρά! . . . Πόσ' άκουγα τραγούδια Απ' τα πουλιά! . . . Πόσους εκεί Εγνώρισα ανθρώπους! . . .
Είδα 'ς τον ίσκιο μιας μυρτιάς Τον Όμηρο· και γύρα, Γύρα του τραγωδούσανε Τα έπη τους τόσοι άλλοι Διάσημοί μας ποιηταί, Και ταραχή μεγάλη Εγίνονταν, κι' ακούγονταν Η Ποίησι κ' η Λύρα.
Είδα παρέκει ταις σκηναίς Όλων μας των Αγίων. Που κύκλον εσχημάτιζαν, Κι' αυτοί 'ς τη μέση, άλλοι Εχόρευον, κι' άλλ' έπαιζον. Αρχίνησε να ψάλλη Και τους ψαλμούς του ο Δαυίδ, Το θείον του βιβλίον.
Πέρα μακρυά σε ύψωμα, 'Σ την άκρη μιας κοιλάδος, Σε ύψωμα κατάσκιο, Σε δροσερά χορτάρια Εις κύκλον εκαθόντανε Όλα τα παλληκάρια, Που τόσω, τόσω δόξασαν Τ' όνομα της Ελλάδος.
Τ' ανδρειωμένα τα παιδιά, Που 'ς της σκλαβιάς τη μέση Εκάμανε απόφασι Να ρίξουν το ζυγό τους, Ναυρούνε ή τη 'λευτεριά Ή τονέ θάνατό τους. Και 'ς την ομόνοια 'βάλανε Τον όρκο να τους δέση.
Ποιος είδε το Βεζούβιο Να βγάζη, να ξερνάη Στάχτη και λάβρα και φωτιαίς Και πέτραις 'σά μεγάλα Βουνά ν' ανασηκόνονται Μισουρανής. Και άλλα Εδώ να πέφτουν, κι' άλλα 'κεί, Κι' ο τόπος να βογγάη;
Έτσι κι' εκείνοι οι ένδοξοι Σε μόνο το Θεό μας Το μυστικό τους έδειξαν, Κρυφά, κρυφά τους σκάφτουν, Φκιάνουν το μνήμα της σκλαβιάς, Και τη φωτιά ανάφτουν, Που έμελλε να καταπιή, Να πνίξη τον εχθρό μας.
Μέσα 'ς τα σπλάγχνα έβραζεν Η φλόγα. Και τη 'μέρα, Που 'ς την Παρθένο έστειλε Για να ευαγγελίση Τον Άγγελό του ο Θεός, Ότι θε να γεννήση Τον Ιησού . . . Πετάχθηκε Κ' η φλόγα 'ς τον αέρα.
Ξεχείλισε ο Βεζούβιος . . . Εσείσθηκαν οι τόποι . . . Και μες 'ς τα πέρατα της γης, Το βροντερό τουφέκι Του Έλληνος ακούσθηκε . . . Φρικτό αστροπελέκι Κτυπά τους Τούρκους . . . Τρόμαξε 'ς τον ύπνο τσ' η Ευρώπη.
Χρόνους επτά εκράτησε Η φλόγ' αυτή κ' η πάλη. Εσβύσθηκε . . . Ετάραξε Την οικουμένη όλη, 'Στή θάλασσα βυθίσθηκαν Των τούρκων τόσοι στόλοι, Και 'ς τη στεριά αφήσανε Μια δεκατιά μεγάλη.
Εσβύσθηκε ... Κ' εσβύσθηκε Πώς σβυέται το καμίνι Που λείπει μεν η φλόγα του, Αλλά μέσα του βράζει· Κι' άμα φυσήξη άνεμος, Έξω τήνε πετάζει, Και πάλι καίει με ορμή . . . Έτσ' έσβυσε κ' εκείνη.
Έσβυσ' εκείνη η φλόγα της. Πλην μες 'ς τα σωθικά της Καίει μια άσβεστη φωτιά, Που καρτερεί μια 'μέρα Ν' ανοίξη μια τρυπούλα της, Να πάρη 'λίγο αέρα, Να βγάλη φλόγα τρομερή Και πάλι η φωτιά της.
Πόσαις φοραίς απ' ταις 'ψηλαίς Του γέρου Πίνδου ράχαις Αγνάντεψα την καταχνιά Μακρυά, 'ς την Άγια Μαύρα, Και είπα ότι άναψε Και πάλ' εκείνη η λάβρα, Κ' είπα πως πάλι άναψαν Του Έλληνος η μάχαις! . . .
Αλλά, αλλά γελάσθηκα. Μια 'πατηλή ελπίδα Μου μένει πάντα 'ς την καρδιά Ν' ακούσω ώρα 'ς ώρα Ένα τουφέκι βροντερό 'Στήν ένδοξη τον χώρα. Το βρόντο του δεν άκουσα, Μόν 'σάν καπνούρα είδα
Για σώπα, σώπα και θαλθή Μια 'μέρα και για σένα, Ν' ακούσης και το βρόντο του, Να ταραχθή η Πλάσι, Τα έρμα τούτα τα βουνά Να σκούζουν, και τα δάση Και τα λαγκάδια να βογγούν Στα αίματα πνιγμένα.
Εκεί τους είδα νάχουνε 'Σ τη μέση τους, σε θρόνο, Θρόνο διαμαντοκόλλητο Τον Άγιον εκείνον Τον πατριάρχη (4) 'ς τη σεπτή Πόλι(5) των Κωνσταντίνων, Στεφανωμένον με δαφνιάς Ένα μεγάλο κλώνο.
Τους ευλογάει κι' άρχισε Με δάκρυα να λέη Της Κωνσταντινουπόλεως Των σκυλομουσουλμάνων Ταις εκβιάσεις και σφαγαίς Των τούρκων, των τυράννων, Και τη σκληρή κρεμάλα του. Και χαίρεται, και κλαίει. . . .
« Ήτον η πρώτη τ' Απριλιού » Κοντά 'ς τη χαραυγούλα, » Τούρκος Δερβίσης άπιστος «'Στό μιναρέ φωνάζει, « Και προσκαλεί τους Τούρκους του «'Στό σκοτωμό και σφάζει » Το σίδηρο εδώ κ' εκεί .... » Τι φρίκη! . . . Τι τρεμούλα.»
« Γέμισεν από πτώματα Των Χριστιανών η Πόλι, « Τσακίζουν θύραις, 'μπαίνουνε «'Στά σπήτια και σκοτώνουν « Όπου κι' αν εύρουν Χριστιανό, « Και πανταχού απλόνουν « Τη βία και το θάνατο » Οι Γενιτσάροι όλοι.»
« Ακούονται ολολυγμοί, » Και κοπετοί, και θρήνοι. » Βλέπουν σφαγμένα τα παιδιά » Αι δύστυχαι η μανάδες, « Ο άνδρας τη γυναίκα του, » Κλαίνε. Αλλ' οι φονειάδες » Δεν άκουγαν. Και ο Μαχμούτ (6) » Τότε παραθαρρύνει.»
« Προστάζει τον ακράτητο » Όχλο των Χριστοφόνων, » Εκείνα τα αδάμαστα » Του Κορανίου κτήνη, » Τα τόσα κακουργήματα » Τότε να παρεκτείνη. » Να βάλουν κ' εις τους κληρικούς « Τον βρόχον και τον φόνον.»
« Αρπάζονται οι κληρικοί, » Σκοτόνονται, κρεμιώνται, » Και αποκεφαλίζονται, » Πνίγονται. Άλλοι φεύγουν. » Πλην όσοι απ' το σκοτωμό » Δεν' μπόρεσαν να έβγουν, » Από τους τούρκους σφάζονται, «'Σ το πέλαγο πετιώνται.»
«'Σα λυσσασμένοι τα σκυλιά, » Τα τέκνα του Δερβίση, » Εσκότωναν, οι άπιστοι, » Σαν πεινασμένοι λύκοι, » Που 'μπένουνε 'ς τα πρόβατα » Σκορπίζουνε τη φρίκη. » Πέρασαν 'μέραις κ' η σφαγή » Δεν είχε ακόμα σβύσει.»
« Ήλθε η ενάτη τ' Απριλιού, » Σάββατο το Μεγάλο, » Ξημέρωσε και 'νύχτωσε, » — Νύχτωσε κ' η ζωή μου. — » Πήγα τον Όρθρο 'ς το ναό, » Κάμνω την προσευχή μου, » «Χριστός Ανέστη» άρχισα « Με τους πιστούς να ψάλλω.»
« Χριστός ανέστη! έψαλλα, » Και πάντα με το νου μου. » Αναστηθήτω η Ελλάς! » Ευχόμουν. Κοινωνάω » Τα άχραντα μυστήρια, » Τα τέκνα μου 'βλογάω. » Κ' έξαφνα βλέπω την Τουρκιά » Τριγύρω του ναού μου.»
« Τη λειτουργία σκόλασα. » Με παίρνουνε, μ' αρπάζουν, » Με κλείσανε, 'ς τη φυλακή » Τα σίδηρα μου βάνουν » Με δέρουν, άλλοι με χτυπούν, » Ασχημισμούς μου κάνουν, » Άλλοι με μαστιγόνουνε, » Και άλλοι με χλευάζουν.»
« Τέλος με βγάζουν, μ' οδηγούν » Μες 'ς τα πατριαρχεία. » Με φέρνουνε στη μεσανή » Τη θύρα που μεγάλη » Τριχιά κρεμώντανε. Μ' αυτή » Μου δέσαν το κεφάλι » Απ' το λαιμό. Και η ψυχή » Μου πέταξεν αγία.»
Το λόγο δεν απόσωσε. Απ' το πλευρό του τότε Σηκώθηκε της πόλεως Τ' Αδριανού ο ήρως, (8). Και λέγει «Μήπως κ' εις εμέ » Δεν έπεσε ο κλήρος » Κρεμάλας; Δεν μ' εκρέμασαν » Άνομοι στρατιώται;»
Αντίκρυ του, σαν όμορφο Άγαλμα του Φειδίου, Καθόντανε σε μάρμαρο Εκείνος ο μεγάλος Της Αλαμάνας ήρωας, 'Σαν Λεωνίδας άλλος, Ο Διάκος,(9) ο καταστροφεύς Κ' εχθρός του Κορανίου.
Κυττάζει όλους μια φορά Μ' αστραπηβόλα μάτια, Και με μια σοβαρότητα. Το ζέρβιο χέρι βάνει Μες το ζερβί του το πλευρό. Βγάζει το γιαταγάνι, Και λέγει: «Αδέλφια, βλέπετε; « Γίνηκε δυο κομμάτια»
« Αυτό το γιαταγάνι μου, » Κι' αυτό το τσακισμένο » Τουφέκι μου· θα μαρτυρούν » Πάντα το θάνατό μου, » Το θάνατό μου το σκληρό, » Και το μαρτύριό μου » Μες 'ς τ' Αλαμανογέφυρο, » Το τόσο δοξασμένο.»
« Άκουσα ότι 'ς τα βουνά » Μαύρη Τουρκιά πλακώνει, » Ότι Σκοδριάνους διαλεχτούς » Δέκα οχτώ χιλιάδες » Από κοντά τους φέρνουνε » Δυο λύκοι, δυο πασσάδες «'Κειός ο Κιοσσέ Μεχμέτ-πασσάς, » Με τον Ομέρ-Βριώνη.»
« Έμεινα με σαράντα οχτώ » Συντρόφους, παλληκάρια. » Την Αλαμάνα (10) πιάσαμε. » Ανάφτει το τουφέκι » Και κάθε, κάθε μας φωτιά » Ήταν αστροπελέκι. » Τρεις ώραις πολεμήσαμε » Πίσω 'πό τα λιθάρια.»
« Τη μια χιλιάδα των Τουρκών » Σκορπίζαμε, κ' η άλλη » Πυκνότερη μας πλάκωνε. » Σκορπιόντανε κ' εκείνη, » Και 'πίσω της άλλη φωτιά » Άναφτε 'σάν καμίνι, » Κ' ημείς τους εσκορπίζαμε; » Με λύσσα και με ζάλη.»
« Τα βόλια μας επέφτανε » Ζεστά 'ς τους Οσμανλίδες, » Κ' εκείνοι στρόνονταν 'ς τη γη. » — Παιδιά! μη φοβηθήτε, » Παλληκαράδες, φώναξα, » Σαν Έλληνες σταθήτε! » Κτυπάτε! μη σας φύγουνε » Της νίκης αι ελπίδες! . — »
« Φλογίσθη το τουφέκι, » Και σχίσθηκε 'ς τη μέση. » Τότε ορθός πετάζομαι, » Τη σπάθη μου γυμνόνω, » Και 'μπαίνω μέσα 'ς την Τουρκιά » Και σφάζω, και σκοτόνω, » Κι' Ομέρ Βριώνης γλύτωσε » Απ' το σπαθί να πέση.»
« Άξαφνα μούρθε τουφεκιά, » Σα φλογερό χαλάζι » Τσακίσθηκε κ' η σπάθη μου » Και το δεξί μου χέρι, » Αδειάζω τα πιστόλια μου, » Και 'φώναξα 'ς το ασκέρι » Να με σκοτώσουνε. Κανείς » Δε μ' απαντάει, δεν κράζει.»
« Έπεσα τότε ζωντανός » Στους Τούρκους, και μ' αρπάζουν. » Στη μέση τους με βάλανε » Οι άπιστοι φονιάδες, » Χιλιάδες 'μπρος και 'ς τα πλευρά, » Και πίσω μου χιλιάδες. » Μου λέγουν Τούρκος να γενώ, » Και χρήματα μου τάζουν.»
« Κι' Ομέρ — Βριώνης μυστικά » Μ' ερώταγε 'ς το δρόμο: » — Γίνεσαι Τούρκος, Διάκο μου, » Τη πίστι σου ν' αλλάξης, » Να προσκυνήσης 'ς το τζαμί, » Και το Αλλάχ! . . . να κράξης; — » Κ' εγώ πικρά τον ύβριζα, » Και πήρε φόβο, τρόμο.»
« Πάτε και σεις, κ' η πίστι σας, » Μουρτάριδες, χαθήτε, » Διάκος εγώ γεννήθηκα, » Και Διάκος θα πεθάνω. » Δε θέλω τη θρησκεία σας, » Και τα φλωριά τα χάνω » Πέντ' έξ ημέραις τη ζωή, » Αν θέλετε, μ' αφήτε.»
« Λυσσάζουν από το θυμό » Οι σκύλοι. Με περνούνε «'Σ ένα ελάτινο σουβλί, » Ολόρθονε με σταίνουν, » Φωτιά με ξύλ' ανάφτουνε, » Και 'ς τη φωτιά με ψένουν «'Σάν το κριάρι. Και ψητόν «'Στό λόγκο με πετούνε.»
Είπε και σιωπή βαθειά Όλους εκεί πλακόνει. Όλοι το Διάκο άκουγαν. Κανένας δε μιλάει. Κρυφά, σιωπιλά ο είς Τον άλλονε τηράει. 'Σ την σιωπή σηκόνεται Ο υιός του Κολοκοτρώνη. (11)
Εκείνος, όπου 'ς το βουνό Της Μάνιας Ραμοβούνι Είδε τον Ήλιο, κ' έπιε Άρκτου αγρίας γάλα· Εκείνος, όπου 'ς την Τουρκιά Τόσα κακά μεγάλα Έφερε 'ς το Βαλτέτσιον Και εις το Κορμοβούνι. (12)
Αρχίζει με την βροντερή Κι' άγρια λαλιά του, Να λέγη πόσους έσφαξε Με το Μαυρομιχάλη Τούρκους εις το Βαλτέτσι και 'Στό Χρυσοβίτσι. . . . Άλλη Ακούσθκε Άρεως φωνή, Άρεως στρατηλάτου.
Κ' επρόβαλεν ο Οδυσσεύς (13) Τ' Ανδρούτζου, ο ταχύπους. 'Κειό το λεοντάρι της Γραβιάς, 'Σάν άλλος της Τρωάδος, Και της Ιθάκης Οδυσσεύς. Ο πύργος της Ελλάδος! . . . Τον είδα! . . . Κρύους της καρδιάς Ησθάνθηκα τους κτύπους! . . .
Επρόβαλε 'ψηλός, ψηλός, 'Σάν το βουνό του Τμάρου. Με λάσια τα στήθια του, Και τριχοτουφωμένα, 'Σάν όρος, που κοντόκλαδα Σκεπάζουν πυκνωμένα. 'Σάν την εικόνα φαίνονταν, Και την μορφή του Χάρου.
Το μέτωπο ψηλό, πλατύ. 'Σα χιονισμένος βράχος· Και το παχύ μουστάκι του, 'Σάν λόγκος απλωμένο, Εσκέπαζε το στόμα, που, 'Σα βρύσι ανοιγμένο, Έχυνε λόγους φλογερούς. Τέτοιος ο Τουρκομάχος·
Τέτοιος εκείνος πρόβαλε. Το Διάκο χαιρετάει, Και λέγει: «Διάκο μ', αδελφέ, « Μες 'ς της Γραβιάς το χάνι » Εγώ σ' εξεδικήθηκα. » Εκεί οι Μουσουλμάνοι » Τους έκαμε ν' αφήσουνε » Πολλούς η γη να φάη.
« Μες' των Αγράφων τα βουνά » Βρισκόμουν, και μαθαίνω » Το θάνατό σου το σκληρό. » Τότε καιρό δε χάνω· » Πετάω 'σάν την αστραπή » Απ' τα βουνά απάνω, » Και φθάνω κάτω 'ς τη Γραβιά » Και μες 'ςτό χάνι 'μπαίνω.»
« Μπαίνω 'ς το χάνι, Κλείσαμε » Ταις θύραις με λιθάρια. » Είμασθ' εκατόν είκοσι. » — Παιδιά!, τους λέγω, πέρα » Κυτάτε, Τούρκοι έρχονται » Πολλοί, αυτή τη 'μέρα «'Στο χώμα θα τους στρώσωμε » Νεκρ' άψυχα κουφάρια! »
« Ομέρ-Βριώνης κι' ο Κιοσσέ » Μεχμέτ-πασσάς διαβαίνουν » Το ποταμάκι της Γραβιάς » Με δώδεκα χιλιάδες. » Από μακριά τους φώναζα: » — Παλιαιότουρκοι! . . . Αγάδες! » Σταθήτε! . . . Πού πηγαίνετε; . . . — » Όμως αυτοί προβαίνουν.«
« Προβαίνουν με πεποίθησι, » Ότ' ήθελε μας σβύσει » Η τόση πούφεραν Τουρκιά, » Και πριν ξαναφωνάξω, » Δερβίσης μ' αποκρίνεται: » — Τ' Αλλάχ! . . . παντού να κράξω » Πηγαίνω! — Πρώτο μες 'ς τη γη » Έρριξα το Δερβίση.»
« Ομέρ-Βριώνης λύσσαξε, » Σαν κύταξε το αίμα » Πνιγμένον το Δερβίση του. » Προστάζει 'ς το πλευρό του » Το σαλπιγκτή και γύρω του » Μαζόνει το στρατό του. » Και μες 'ς το νάνι έρριψε » Ειρωνικό ένα βλέμμα, »
« Και λέγει: — 'Κείνο βλέπετε » Το μονωμένο χάνι; . . . » Πλιθάρι μην αφήσετε. » Απάνω σε πλιθάρι. » Κι' αφ' όσους είναι μέσα του » Μη μείνη ούτε ποδάρι. — » Αυτά προστάζει. Και με μιας » Από 'μπροστά τους χάνει.»
« Σηκόνεται ο κορνιαχτός, » Σα σύγνεφο αναβαίνει. » Ωσάν αντάρα πνιγηρή, » Θολόνει τον αιθέρα. » Κι' ο Ήλιος εσκοτίδιασε. » Κ' εθάμβωσε τη 'μέρα. » Παρά κοντά του πλάκωναν » Οι Τούρκοι λυσσαμένοι.»
« Ακούεται βαρύδουπο » Το γλίγωρό τους βήμα. » Λαμποκοπάν αι λόγχαις των, » Ποικίλα κυματίζουν » Τα 'μισοφέγγαρα. Γοργά » Τ' άλογα χλιμηντρίζουν » Κι' αγρεύουνε ταις χαίταις των, » Που λες κ' έρχεται κύμα.»
« Μπροστά, μπροστά ερχόντανε » Ολόμαυρη πεζούρα· » Τσιάμιδες Γκένγκαι, Αλβανοί » Τότσκιδες, Σκοδριάνοι. » Παρά κοντά τους ιππικό » Αμέτρητο. Στο χάνι » Φθάνουν σιμά και ρίχνονται, » Φωνάζουν Γιούρρα!! . Γιούρρα!!
« Και ρίχνονται όλοι μαζή, » Και λες θα το χασμώσουν. » Αλλά σαν το ηφαίστειο » Της Αίτνας, όταν βγάνη » Ταις φλόγαις, έτσι ανάλαμψε » Κ' εβόγγισε το χάνι, » Και βόλια πέταξαν ζεστά, » Τους Τούρκους να βουλήσουν.»
« Αφίνουν ίππους κατά γης, » Αφίνουνε ανθρώπους, » Κι' άλλοι 'ς τους λόγκους σκόρπισαν, » Άλλοι πίσω γυρίζουν, » Τους βλέπουν οι Πασσάδες τους, » Ροιάζοντας, αχνίζουν, » Φωνάζουν, και τους γύρισαν «'Σ τους 'ματωμένους τόπους.»
« Δεύτερη κάμνουν έφοδο » Χειρότερα παθαίνουν. » Και τρίτη τότε κάμνουνε, «'Νικήθηκαν· Νυχτόνει· » Ω, μόλις επτακόσιοι » Τριγύρω του Βριώνη » Μένουν, και πολιορκηταί » Ηθέλησαν να γένουν.»
« Το χάνι μας πολιορκούν » Όλην τη νύχια. Στέλλει » Και 'ς τη Λαμία ο Ομέρ » Πυρόβολα να φέρη . . . » Αλλά! . . . τη θύρ' ανοίγομε, » Φεύγομε 'ς άλλα μέρη. » Τη χαραυγή τους μέτρησα, » Μας έλειπαν έξ μέλη.»
« Η φήμη 'ς την Κυβέρνησι » Αναστατώσεις κάμει. » Μου πέρνουνε τη στρατηγιά, » Με κάμνουν εξωμότη . . . » Αλλά! . . . και πάλι μ' έβαλαν «'Σ τη θέσι μου την πρώτη, » Όταν 'ς τα όρη η Τουρκιά » Φάνηκε του Βαϊράμη.»
«'Σταίς Θερμοπύλαις πέταξα, «'Στό δρόμο τόνε πιάνω, » Και του σκορπίζω το στρατό. » Και τον αναστατόνω. » Ω, . . . τότε 'ς την Αθήνα μας » Νέους εχθρούς σηκόνω » Απάνω μου. Τη θέσι μου »'Τ αξίωμά μου χάνω,»
« Σεις! πρώτοι, σεις αδέλφια μου, » Γκούρα (14) μου· και Κωλέτη,(15). » Σεις, πρώτοι σεις σκωθήκαταν » Απάνω μου. Σεις πρώτοι »'Στή φυλακή μ' ερρίξαταν » Μ' εκάματαν δεσμώτη! » Σεις, πρώτοι του θανάτου μου » Γενήκαταν οι αίτιοι! . . .»
Και να!, όλος γεράματα Με 'σκορπισμένη χαίτη Σηκόνετ' ένας γέροντας. 'Σάν έλατ' ωρθωμένο. Με μέτωπο 'περήφανο. Κι' απάνω χιονισμένο. Ωσάν του Πίνδου τα βουνά. Γνωρίζω τον Κωλέττη.
Το δεξί χέρι 'πρότεινε, Τον Οδυσσέα αρπάζει. Τον σφίγγει μες 'ς την αγκαλιά, Και τον φιλεί 'ς το στόμα, Και λέγει: «Οδυσσέα μου! . . . » Μ' εχθρεύεσαι ακόμα; . . . » Ακόμα δε μ' εσχώρεσες; . . .» Κι' ο Οδυσσεύς φωνάζει
Όλος χαρά και δάκρυα 'Σ το λόγο του Κωλέττη: « Κωλέττη μου! . . . πατέρα μου! « Σ' έχω συγχωρημένο, » Αφ' όταν το κουφάρι μου »'Βρέθηκε κρεμασμένο « Μες την ψηλή Ακρόπολι. . . . » Μην έχης πλειό σεκλέτι.»
Σιγάνε και σηκόνεται Ο υιός της Καλογραίας (16), Της Άρτας το προπύργιο. Φαγάς των Οσμανλίδων, 'Σηκώθηκε κ' εσείσθηκεν Ο τόπος. Των Ατρείδων 'Σάν να επρόβαλε κανείς, Ή ο φρικώδης Αίας.
« Για ακούστε, λέγει, αδέλφια μου, » Και τη 'δική μου νειότη. » Ταις μάναις, όσαις έκαμα » Μες 'ς τη ζωή μου όλη, » Και 'ς τη στερνή πώς μ' έφαγε » Το φλογισμένο βόλι. » Το πρώτο μου πολέμησα «'Σ το έρμο το Κομπότι.»
« Εκεί, παιδιά, πληγώθηκα. «'Πήγα 'ς το Μακρυνόρος. » Πολέμησα και γύρισα.. «'Σ την Άρτα πολεμάω. « Φεύγω 'πό 'κεί 'ς τη γέφυρα » Του κόρακα νικάω. «'Σ το Μεσολόγγι γύρισα » Για Τούρκους αιμοβόρος.»
« Το Μεσολόγγι τωύρηκα » Κι' αυτό τότε 'ς την πτώσι. » Σηκόνομαι 'ς τη γενική » Εκείνη αθυμία, » Βγάζω το δαμασκί σπαθί, » Κι' ανάφτω με μανία » Τον πόλεμο. Τούρκους κ' εκεί » Πολλούς έχω σκοτώσει.»
« Σε λίγαις 'μέραις 'κίνησα » Με τέσσαρες χιλιάδες, » Και 'ς του Χαϊδάρη τα βουνά » Όλο μανία φθάνω. » Βάνω σε τάξι τα παιδιά «'Κει, και τη θέσι πιάνω. » Γιατ' έρχονταν ο Κιουταχής(17). » Μ' όλο Αρβανιτάδες.»
« Δέκα χιλιάδες έσερνε » Πεζούρα και καβάλλα, »'Σάν άναψεν ο πόλεμος » Κι' άρχισε το τουφέκι, » Τουρκαλβανός δε μπόρεσε, » Μπροστά μας πλειό να στέκη. » Γυρίζουν 'πίσω τα σκυλιά, » Το βάνουν 'ς τη φευγάλα.
«'Σ τη Δέμβρονα επέταξα, » Τους Τούρκους εκεί κλείω » Στο κάστρο. Τους πολιορκώ. » Κ' εκείθε 'ς τη Δομβραίνη » Τσακίζω το Μουστάμπεη. » Από το Τεπελένι. » Και γλήγωρα 'ς το Δίστομο » Σε 'μέραις φθάνω δύο.»
« Το Γιώργη Βάγια πρόσταξα, » Το Γρίβα Γαρδικιώτη, » Να πιάσουνε τη Ράχωβα » Με πεντακόσιους άλλους. » Έρχεται ο Μουστάμπεης, » Κ' είχε σκοπούς μεγάλους: » Να τους αφήση κατά γης » Στην έφοδο την πρώτη »
« Τρομάρα του! Δεν πρόφθασε »'Στή Ράχωβα να φθάση, » Βροχή τον πνίγει φλογερή, » Φωνάζουν σα δαιμόνοι » Οι Τούρκοι. Πέφτουνε 'ς τη γη. » Σκούζει αυτός, θυμόνει!..· » Τα μετερίζια αστράφτουνε, » Βαρειά βογγούν τα δάση» .
« Ήσαν αμέτρητοι αυτοί. » Έπεφταν 'σάν κοράκοι, » Όταν ψωφίμι νοιώσουνε. » Και πέφτουνε κοπάδι » Αλλ' οι παρέκει κυνηγοί » Τους στρώνουν 'ς το λειβάδι· » Έτσι κ' οι Τούρκοι. Γέμισαν » Αι ρεμματιαίς κ' οι λάκκοι.»
« Ψηλά 'ς της μάχης το βρασμό, »'Σ της μάχης την αντάρα, » Να! και πλακόνω λαίμαργος, » Για αίμα διψασμένος, «'Σάν σε βουβάλια λέοντας » Ρίχνεται λιμαγμένος... » Με βλέπουνε οι άπιστοι,... » Τους έπιασε τρομάρα.»
« Μ' είδαν...Χαλνούν ταις τάξεις των » Φεύγουνε σκορπισμένοι. » Και 'ς ένα λόφο κλείσθηκαν, » Κ' εκείθε 'ξεφαντώνουν. » Αρχίζει πάλι η σφαγή. » Η σπάθαις μας σκοτώνουν » Χίλιους τρακόσιους, οι λοιποί »'Βρέθηκαν 'σκλαβωμένοι.»
« Βρισκόμουνε 'ς τα Κράββαρα. » Μαθαίνω πως κινήσαν. » Τούρκοι με τον Ομέρ-πασσά » Το Δίστομο να πιάσουν, » Πετάω 'κείθε 'σάν αετός. » Φθάνω πριν 'κείνοι φθάσουν, » Και τους τουφεκοχτύπησα. » Οπίσω τους γυρίσαν.»
« Είκοσι μέραις πόλεμο, » Είκοσι μέραις πάλη. » Την εικοστήν κατάφαγα » Των Τούρκων ταις χιλιάδες. » Όλο τους το στρατόπεδο » Τους πήραμε. Οι Αγάδες » Φεύγουνε 'δώ, φεύγουνε 'κεί, » Και δεν γυρίζουν πάλι.»
« Μαθαίνω· η Ακρόπολι » Κινδύνευε να πέση »'Σ του Κιουταχή τα χέρια. » Πιάνω 'κεί μετερίζι, » Αλλ' εγώ πέφτω άρρωστος » Ο Πόλεμος αρχίζει. » Και τη σκηνή μου κλείσανε » Οι Τούρκοι μες 'ς τη μέση.»