Έργα Ποιήματα - Πεζά Τόμος Πρώτος
Part 1
Produced by Sophia Canoni
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed. Bold words are included in &. One footnote has been transferred at the end of the relevant section.
Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &. Μία σημείωση στο τέλος της σελίδας μεταφέρθηκε μερικές παράγράφους πάρα κάτω.
Κ. ΚΡΥΣΤΑΛΛΗ
ΕΡΓΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ-ΠΕΖΑ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ "ΕΣΤΙΑΣ„ 44 — Εν οδώ Σταδίου — 44 1912
Κ. Κ Ρ Υ Σ Τ A Λ Λ Η
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΗΣ Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ "ΕΣΤΙΑΣ,,
44-Εν οδώ Σταδίου — 44
1912 ΚΩΝΣΤΑΝΙΝΟΥ Δ. ΚΡΟΥΣΤΑΛΛΗ
ΣΚΙΑΙ ΤΟΥ ΑΔΟΥ ΠΟΙΗΜΑ ΕΠΙΚΟΝ ΕΙΣ ΑΣΜΑΤΑ ΤΡΙΑ
ΠΑΡΕΠΟΝΤΑΙ ΔΕ
ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΟΝΕΙΡΟΝ
ΑΦΙΕΡΩΣΙΣ
ΜΑΚΑΡΙΑ ΣΚΙΑ
ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ
ΙΩΑΝΝΑΣ Δ. ΚΡΟΥΣΤΑΛΛΗ
Μάνα μου! έζης κι' όλος μου χρυσός ήτον ο βίος Απέθανες· 'σκοτείνιασεν, έγεινε μαύρος, κρύος. Τι μ' ωφελεί τον τάφο σου, τον έρημο, εμπρός μου Να βλέπω; Τι με ωφελούν τόσ' αγαθά του κόσμου, Όταν με λείπη η στοργή, κ' η μητρική καρδία; Όταν φυλάκι μητρικό με λείπη και θωπεία;
Τι μ' ωφελεί μανούλα μου, 'ςτό μνήμα σου επάνω Να χύνω δάκρυα θερμά χωρίς να σε θερμάνω; Ω Χάρε! Χάρε άσπλαχνε! Που 'ςτους θανάτους χαίρεις Σκληρέ! γνωρίζεις πού κτυπάς; Γνωρίζεις πούθε παίρεις;
Ω μάνα! μέσ' 'ςτόν τάφο σου στεφάνι δάφνης κλάδου αφίνω, πάρε! δέξε το, πες το «Σκιαί του Άδου.»
Κ. Δ. ΚΡΟΥΣΤΑΛΛΗΣ
ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ
Την αυγήν της 22ας Απριλίου 1894, απεχαιρέτα την ανθοστόλιστον φύσιν, έρριπτε τας τελευταίας αναλαμπάς του βίου του και εις ηλικίαν 26 περίπου ετών, έκλινε την κεφαλήν εις τας αγκάλας φιλτάτων αδελφών και γέροντος πολυπαθούς πατρός αφιχθέντος προ ολίγων ωρών, και ήγετο νεκρός ίνα αποτεθή εις φιλόξενον γωνίαν του κοιμητηρίου Άρτης, μακράν της γενεθλίου κώμης και χωρίς να ίδη την πραγματοποίησιν των ονείρων αυτού. Τραγουδιστής Ηπειρώτης έθραυσε την λύραν του και την ποιμενικήν ράβδον και αναπαύεται τον αιώνιον ύπνον καθ' ον χρόνον έπρεπε το άσμα του να ακούηται και ο ήχος της εστεμμένης λύρας του να γίνεται ζωηρότερος. Φεύγων την ατυχίαν της πατρίδος, απροστάτευτος, κατεσκήνωσεν εν Αθήναις, τέσσαρα προ του θανάτου αυτού έτη, και εν στερήσεσιν ουχί εκ των συνήθων δεν απεθαρρύνθη· ηγωνίζετο τον περί υπάρξεως αγώνα και εν ταυτώ εκαλλιέργει της μούσης του το τάλαντον, έκρουε την ποιμενικήν λύραν του, και εξ αυτής εξήγε φθόγγους αθώους, φυσικούς, μυρίζοντας από βουνόν και θυμάρι, αναπαριστώντας τον απλούν και φυσικόν βίον των βουνών, των ποιμένων, των χωρικών. Απ' αρχής η λύρα του ένα έκρουσε τόνον και καθίστατο ούτος οσημέραι ζωηρότερος, ευχυμώτερος, συγκινητικότερος, υπέρτερος πάσης άλλης παραφωνίας. Έψαλε μετά ζωηρότητος τον αγροτικόν και ποιμενικόν βίον εις τα &Αγροτικά& του και τον &Τραγουδιστήν&, όστις και την δάφνην του ποιητικού αγωνίσματος έδρεψε, τον εζωγράφισε μετά χάριτος εις αναρρίθμητα ποιήματα και διηγήματα κατασπαρέντα εις διάφορα περιοδικά, εφημερίδας και εις τα &Πεζογραφήματα&, άτινα υπήρξαν το τελευταίον έντυπον έργον. Έψαλε δι' ωραίων στίχων τον αποχωρισμόν της πατρίδος, και εμοιρολόγησε περιπαθώς την απώλειαν φίλων ή άλλων φιλτάτων της πατρίδος τέκνων. Εγεννήθη ποιητής εις &Συρράκον&, την πατρίδα άλλου εθνικού ψάλτου, του Ζαλοκώστα και ετελεύτησε με το άσμα εις τα χείλη αυτού. Ψυχαλγών έτι επί της κλίνης, άπελπις περί θεραπείας της νόσου ήτις υπέσκαψε τα θεμέλια του ασθενικού σώματός του, δεν έπαυε να φέρη την γραφίδα επί τον χάρτου, να συνεχίζη το ψάλσιμό του και να νανουρίζη δι' ασμάτων το τέλος του βίου του. Εγεννήθη εις τα κακοτράχαλα βουνά του Πίνδου, περιεπλανήθη εις ταις 'ψιλαίς ραχούλαις, κάτω εις τους ίσκιους των πριναριών· — εποτίσθη με το αθάνατον νερόν της φαντασίας και της ζωηράς εμπνεύσεως και τους τελευταίους του στίχους διά τον μακρυνόν εκείνον τόπον αφιέρωσεν, εις την &Γκόλφω& δημοσιευθείσαν και εις τον &Ψωμοπάτη& ειδύλλιον εκ πεντακοσίων περίπου ωραίων στίχων.
Ο Κρυστάλλης, υπήρξε ποιητής από μικράς ηλικίας· ησχολείτο εις την ποίησιν ενώ εφοίτα εις τα σχολεία των Ιωαννίνων και επλήρου τα μαθητικά του φυλλάδια διά σειράς ποιημάτων· μαθητής έτι ωνειροπόλησιν εις στίχους &(Σκιαί του Άδου)& παρωχημένας της πατρίδος ατυχίας· ως εν οπτασία περιέγραψεν αυτάς και τούτου ένεκα απηλάθη του πατρίου εδάφους και εζήτησεν αλλαχού ορίζοντα ευρύν ίνα τονίση ελευθέρως το άσμα του, το άδολον και πατριωτικόν άσμα εξερχόμενον από χείλη δροσισθέντα εις τα αθάνατα της Ηπείρου νερά και από καρδίαν ην κατέστησαν ευπαθεστέραν αι οικογενειακαί περιπέτειαι και η απώλεια της μητρός του. Περιεπλανήθη εις Αθήνας μέχρι των τελευταίων αυτού ημερών. Αγοράζων πάντοτε βιβλία, αναγινώσκων και γράφων μέχρι του μεσονυκτίου, την δ' ημέραν το επίμοχθον διά τον επιούσιον επιτελών καθήκον, εφαίνετο ακαταπόνητος, τρανότερος· εμεθύσκετο από την μελέτην και ανεκουφίζετο από το γράψιμον· ενίοτε απεμακρύνετο και εις τα βουνά, εις ταις στρούγγαις, μακράν από την τύρβην της πόλεως, μακράν από το πηγαινοέρχωμα των αστών και ούτως, εις αναπεπταμένον ορίζοντα, άφινε την φαντασίαν του να πλανάται αχαλίνωτος πότε εις της πατρίδος ταις κονταίς ραχούλαις, άλλοτε δ' εις σχέδια πολυμήχανα υπέρ αυτής. Μικρόσωμος, σχεδόν νάνος, με κοίλους οφθαλμούς, αλλά βλέμμα ζωηρόν, τσοπάνικο, ξάστερο, με κόμην δασείαν, ως πρίνος παχύσκιος και πολύκλωνος, με βάδισμα αργόν, με πρόσωπον ασθενικόν, αναιμικόν, δεν έπαυσε να τανύη τας ποιητικάς του χορδάς εις πάσαν πατριωτικήν πράξιν, να εργάζηται υπέρ του καλού της πατρίδος και να εκθέτη εν τη δημοσιογραφία ταύτης τας περιπετείας. Όταν έγγραφεν ο ασθενικός ποιητής, ήτο γίγας, ηδύνατο να εναγκαλισθή το &πεντελικόν& να το σφίξη δυνατά, να γίνη &σταυραητός& με νύχια κοφτερά να σπαράσση θηρία, νανοίγη μακρυά φτερά και ν' απλόνη παχύν ίσκιον, να γίνη νυχτοπούλι και να περιπατή με το φεγγάρι, με τ' άστρα όλο σε ρεμματιαίς, σε στρούγγες, σε 'ψιλαίς ραχούλαις και να ψάλλη με φωνήν πουλιού.
Ο Κρυστάλλης έγραψε πάντοτε, εις την Ηπειρωτικήν δημώδη γλώσσαν μετά πολλής χάριτος και γλαφυρότητος· ει και ενωρίς αφηρπάγη αφ' ημών αφήκεν έργα μαρτυρούντα την φιλολογικήν αυτού δράσιν. Έταμεν όλως νέαν οδόν και απετέλεσε την σχολήν της αντιδράσεως, ως ωνόμασε ταύτην ο καθηγητής κ. Σ. Λάμπρος. Αλλ' υπήρξεν ο κυριότερος μοχλός της σχολής ταύτης· δεν επεζήτησε τας εμπνεύσεις αυτού ή μόνον εις τον απλοϊκόν βίον της πατρίδος και δεν εδανείσθη την γλώσσαν ή εκ των χειλέων του λαού.(1) Ατυχώς η λύρα του εθραύσθη καθ' ην εποχήν είχεν αρχίσει να συγκινή την νεοελληνικήν φιλολογίαν και να μαγεύη τα πλήθη.
Εις τον παρόντα τόμον συνεκεντρώσαμεν τα δημοσιευθέντα έργα του αλησμονήτου ποιητού, ήτοι &Σκιάς του Άδου, Καλόγηρον Κλεισούρας, Τραγουδιστήν του χωριού και της Στάνης και Πεζογραφήματα& (διηγήματα) και τα αδημοσίευτα &(Ψωμωπάτην, Αρπαγήν, Αθάνατο νερόν, Θάνατος της Βοσκοπούλας κτλ.),& άτινα περιέχονται υπό ιδιαίτερον τίτλον. Εκτός όμως αυτών έγραψε και πολλά άλλα τα οποία, όντα εγκατεσπαρμένα εις διαφόρους εφημερίδας και περιοδικά, δεν ηδυνήθημεν να συλλέξωμεν, ως επίσης δεν ηδυνήθημεν να ανεύρωμεν μεταξύ των σημειώσεων ούτε τα ίχνη της Γκόλφως· έμεινε δε αδημοσίευτον και πεζογράφημα εκ 200 σελίδων διότι του όλου έργου απωλέσθησαν αι είκοσι πρώται σελίδες. Διετηρήσαμεν όμως τους προλόγους, τας ημερομηνίας και τας επιγραφάς ως είχεν αυτάς ο ποιητής. Και το όνομα του ποιητού διετηρήσαμεν δι' έκαστον τόμον ως είχεν εις τον αρχικώς εκτυπωθέντα· ως εκ τούτου ο αναγνώστης θα ξενισθή βλέπων εις το εξώφυλλον και τας άλλας σελίδας &Κρυστάλλης&, εις δε τας «Σκιάς τον Άδου» &Κρουστάλλης&· ούτως υπεγράφη και ο ίδιος εις το πρώτον έργον του· ελθών όμως εις Αθήνας εύρε πολύ βαρύ το &Κρου& όπερ μετέβαλεν εις &Κρυ&, ευηχότερον, γλυκύτερον και γοργότερον.
1) Το μέχρι του σημείου τούτου μέρος εγράψαμεν κατά το 1896 και εδημοσιεύσαμεν εις την ημετέραν Δωδώνην, _έτος πρώτον_.
***
Ο πατήρ του Κρυστάλλη, ο γέρω Κρουστάλλης κατήγετο από το Συρράκον, την πατρίδα του Ιω. Κωλέττη και του Ζαλοκώστα· εκεί εγεννήθη και αυτός ο ίδιος ο ποιητής. Ο γέρω Κρουστάλλης έγεινε μεγαλέμπορος εις τα Ιωάννινα και απέθανε δραγάτης εις το Δεμερλή προ ενδεκαετίας, άσημος. Δεν υπήρξεν άνθρωπος εις τα Ιωάννινα και το Συρράκον, όστις να μη ευηργετήθη από τον Κρουστάλλην. Κατηνάλισκε τον περισσότερον χρόνον γράφων δεξιά και αριστερά, νουθετών και παρορμών διά την πρόοδον και βελτίωσιν των κοινοτικών πραγμάτων Ιωαννίνων και του Συρράκου και εξυπηρετών τα γενικά εθνικά συμφέροντα της Ηπείρου. Ότε δε η εξ αξιωματικών Ελλήνων επιτροπή (μεταξύ των οποίων και ο αποθανών συνταγματάρχης Πουρναράς) και αντιπροσώπων των Μεγάλων Δυνάμεων περιήρχετο την Ήπειρον προς καθορισμόν των συνόρων, ο γέρω Κρουστάλλης εγκατέλειψε τας εμπορικάς του ασχολίας και μετέβη εις Συρράκον, όπως φιλοξενήση αυτήν και προσπαθήση, ως ενόμιζε, να την πείση περί του αδικήματος και του σφαγιασμού της Ηπείρου διά της τοποθετήσεως των Ελληνοτουρκικών συνόρων επί του Αράχθου. Και ότε πάλιν, κατά το έτος 1896 — 97 επρόκειτο να εκραγή ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος, ο Κρουστάλλης έμεινεν ακοίμητος φρουρός της εξυπηρετήσεως των εθνικών συμφερόντων. Κατέκλυζε με πολυσελίδους επιστολάς τους εν Αθήναις γνωρίμους και φίλους του δίδων πληροφορίας, συμβουλάς και οδηγίας περί της εθνικής δράσεως. Πολλαί εξ αυτών ήσαν εξόχως χρήσιμοι. Αλλά δεν ευρίσκετο πλέον ο Κρουστάλλης εις την προ του έτους 1880 ακμήν και δόξαν του. Μετά την προσάρτησιν της Θεσσαλίας και της Άρτης εις την Ελλάδα απώλεσαν τα Ιωάννινα την εμπορικήν ζωηρότητα και κίνησιν. Ο επελθών μαρασμός παρέσυρε και τον Κρουστάλλην, όστις από μέγας και τρανός ευρέθη εις τους δρόμους και εποτίσθη με τόσας πολλάς πικρίας και στερήσεις κατά το γήρας, όσον ουδείς άλλος· διότι, προς τοις άλλοις, τον θάνατον του υιού του Κώστα επηκολούθησεν ο θάνατος τον υιού του Γούλα, τελειοφοίτου του Γυμνασίου και διδασκαλεύοντος τότε εν Συρράκω. Τοιούτου πατρός τον υιόν ηθέλησε να μυήση εις τα μυστήρια της ρωμουνικής προπαγάνδας ο εξ Αβδέλας επικατάρατος Μαργαρίτης.
Δος μου, είπεν εις τον γέρω Κρυστάλλην, το παιδί σου τον Κώστα να τον στείλω 'ς το Βουκουρέστι να γείνη μεγάλος άνθρωπος.
— Ούτε το σκυλλί μου δεν σου δίνω, του απήντησεν ο Κρουστάλλης,
***
Την εποχήν εκείνην οι εν Αθήναις μεγάθυμοι διπλωμάται δεν είχον είδησιν ουδεμίαν περί των ενεργειών της Ρωμουνικής και Βουλγαρικής προπαγάνδας εν Ηπείρω και Μακεδονία ούτε ηδύναντο να δώσωσι προσοχήν εις εκείνον όστις ήθελε παραστήση αυτοίς ότι το προσεχές μέλλον ήθελεν εύρει τον Ελληνισμόν εν κινδύνω· εκοιμώντο υπό τας σκιάς των προγόνων, ωνειροπώλουν μεγάλην λεωφόρον με αήττητα ελληνικά καραβάνια αρχομένην από Δυρραχίου, διασχίζουσαν την Ήπειρον, Θεσσαλίαν, Μακεδονίαν, Θράκην και καταλήγουσαν εις την Βασιλίδα των πόλεων, τα δε βουλγαρικά και άλλα πλήθη διαλυόμενα και κατασυντριβόμενα υπό των ρητόρων της πλατείας του Συντάγματος. «Μια διασκελιά τόπος» έλεγε και ο μακαρίτης Γεννάδιος κατά την εποχήν του πραξικοπήματος της Ανατολικής Ρωμυλίας, «είνε από τας Αθήνας εις την Φιλιππούπολιν»· και αν οι Έλληνες ήθελαν αποφασίοη να &διασκελίσωσι& =πηδήσωσι) από Αθήνας εις Φιλιππούπολιν δεν θα έμενε ρουθούνι βουλγαρικόν δυνάμενον να αντιταχθή εις τα Πανελλήνια σχέδια και καταπατήση τα πατροπαράδοτα δίκαια. Ενώ δε οι εν Αθήναις εραθύμουν και κατασυνέτριβον τας εθνικάς δυνάμεις εις σανιδοσυλλαλητήρια και κομματικάς εκβαχεύσεις προς κατάληψιν της αρχής ο εχθρικός σάραξ κατεβίβρωσκε την Ελληνικήν σάρκα εν Μακεδονία και αμαυράς καθίστα τας ελληνικάς ελπίδας· βούλγαροι αρχιερείς τυχόντες βερατίων μετά την εις Σόφιαν επίσκεψιν τον Χ. Τρικούπη και εγκατασταθέντες εις τας κυριωτέρας Μακεδονικάς πόλεις μετά κουστωδίας διδασκάλων και πολυωνύμων άλλων ακολούθων παρεσκεύαζον τον όλεθρον των Ελλήνων εν Μακεδονία και την έκρηξιν των κινημάτων του 1903 άτινα κατόπιν απήτησαν μεγάλας θυσίας προς επίδειξιν της Ελληνικής υπεροχής, ην ημφισβήτει άπας ο ευρωπαϊκός τύπος δια λόγους ευνοήτους.
***
Εν μέσω τοιαύτης εθνικής αδιαφορίας των Κυβερνώντων και των τότε αρμοδίων υπηρεσιών ευρέθη εξόριστος εν Αθήναις ο Κώστας Κρυστάλλης, ο τσοπάνος ποιητής και &τραγουδιστής του χωριού και της Στάνης&. Δεν υπήρχον δε τότε και άλλοι πρόσφυγες ουδαμόθεν, ούτε άλλην πρόνοιαν ελάμβανε το επίσημον Κράτος δια το δουλεύον γένος. Ηθέλησε να αποπερατώση τας γυμνασιακάς σπουδάς του· κατέφυγεν εις την αρμοδίαν υπηρεσίαν του προς διάδοσιν των Ελληνικών γραμμάτων Συλλόγου και εβρόντησεν &'ς τον κωφού την πόρτα&. Εζήτησεν από Ηπειρώτας και δεν έλαβεν ουδεμίαν απάντησιν. Και τοιουτοτρόπως ενώ σήμερον αγέλαι νέων εκπαιδεύονται δημοσία δαπάνη, έστιν δ' ότε και παρ' αξίαν, δεν ευρέθη δια τον ατυχή Κρυστάλλην ούτε έν φιλόξενον δενδρύλλιον υφ' ό να σκιασθή. Ας αφήσωμεν δε τον ίδιον να μας αφηγηθή μέρος του περιπετειώδους βίου του εις το κατωτέρω απόσπασμα ληφθέν εκ χειρογράφου σωζομένου του ιδίου. Το χειρόγραφον τούτο είνε αντίγραφον αναφοράς ή μάλλον παρακλήσεως προς τον τότε διευθυντήν του ΣΠΑΠ κ. I. Δούμαν, άνδρα πολλαχώς εξυπηρετήσαντα τους Ηπειρώτας και τα Ηπειρωτικά συμφέροντα· έχει δε ως εξής:
«Γνωρίζω ότι δεν αγνοείτε τα της περιπετειώδους ενταύθα υπάρξεώς μου, ότι ένεκα καταδιώξεως της Οθωμανικής Κυβερνήσεως δια συκοφαντιών των Ρωμούνων ηναγκάσθην να διακόψω εν Ιωννίνοις τας γυμνασιακάς σπουδάς μου, να εγκαταλείψω την φίλην πατρίδα και να καταφύγω, μετά μυρίας καθ' οδόν δεινοπαθήσεις, ενταύθα· διότι εάν έμενα εκεί και συνελαμβανόμην, έμελλον ν' αποσταλώ εξορίαν εις το Βαγδάτιον δι' 25 έτη, κατά την απόφασιν του εν Ιωαννίνοις Στρατοδικείου. Έρημος, όταν ήλθον ενταύθα, και ουδένα εκτός τον κ. Σπ. Π. Λάμπρου γνωρίζων πατριώτην προσεπάθησα και μόνος μου και μετ' αυτού όπως επιτύχω βοήθειαν χρηματικήν είτε παρά της Κυβερνήσεως είτε παρά του Συλλόγου είτε παρά πατριωτών ευπόρων· αλλ' ατυχώς ουδαμού εισηκούσθην. Εν τη απελπισία μου και τη ανεχεία συνάμα, διότι μετά τινας ημέρας ευρέθην χωρίς τροφήν, απεφάσισα να προτείνω εις τον κ. Λάμπρον να φροντίση έστω και διά τέχνην, να βγάζω τουλάχιστον τα προς το ζην. Ούτως έγεινα τυπογράφος δι' αυτού και εχρημάτισα δύο έτη τοιούτος. Μη ερωτάτε να μάθητε τας στερήσεις και τα δεινά μου, έως ότου εις το διάστημα τεσσάρων μηνών μάθω την τέχνην και πάρω μισθόν... τί μισθόν; Δρχ. 30 τον μήνα κατ' αρχάς· εκτός τούτου εθυσίασα και μέρος της υγείας μου εις την τέχνην αυτήν, την οποίαν υγείαν ουδέποτε ίσως θα δυνηθώ ν' ανακτήσω. Τυπογράφος ων, δεν έπαυσα να καταγίνομαι, οσάκις μου επερίσσευεν ολίγος καιρός, και εις την φυσικήν προς τα γράμματα κλίσιν μου και ήρχισα να γράφω είς τινα περιοδικά και εφημερίδας· ως εκ τούτου εγνωρίσθην με αρκετούς ενταύθα λογίους και με συμπατριώτας μου άλλους συνάμα. Τότε μοι υπεσχέθη κάποτε ο πρύτανις του Πανεπιστημίου κ. Μιστριώτης να με κάμη υπότροφον του Πανεπιστημίου, αλλ' ακολούθως εθεώρησε καλόν ο αγαθός Πελοποννήσιος να με λησμονήση και να κάμη υπότροφον Πελοποννήσιον νέον. Μετά τα δύο έτη της τυπογραφικής εργασίας μου μετέβην ως γραμματεύς του περιοδικού &Εβδομάς& εις το οποίον και έγραφα.
Καλή οπωσούν θέσις. Αλλ' η τύχη μοι επεφύλασσε καλλιτέραν παρά τοις γραφείοις της ημετέρας εταιρείας. Εχήρευεν η θέσις του &αποστολέως& των εισιτηρίων και επειδή δεν είχον την ευτυχίαν να γνωρίζω υμάς απ' ευθείας παρεκάλεσα τον κ. Ζαχρήστον να σας ομιλήση. Ελάβατε την καλωσύνην να τον ακούσητε και να με δεχθήτε εις την θέσιν αυτήν δι' ην θα σας ευγνωμονώ και θα εύχωμαι πάντοτε τω υψίστω να σας χαρίζη ζωήν μακράν και ευδαιμονίαν. Εις το τέλος του μηνός τούτου συμπληρούται έν ολόκληρον έτος αφ' ης ήλθον εις τα γραφεία σας. Τα βιβλία μου και ο προϊστάμενός μου κ Τίτος Δαμβέργης δύνανται να σας πληροφορήσουν περί της ταχύτητος και της επιμελείας μεθ' ης εκτελώ την εργασίαν μου,. ..Έν μόνον μικρόν παράπονον έχω, ο μισθός μου, κ. Λούμα, όστις είνε δρ. 105. είνε νομίζω πολύ μικρός και απέναντι του πλήθους της εργασίας και των ευθυνών μου και απέναντι του μισθού ον πέρισυ ελάμβανεν ο προκάτοχός μου....
_Και κατωτέρω προσθέτει πολλά άλλα προς υποστήριξιν της παρακλήσεώς του. Δεν γνωρίζω εάν τότε εγένετο αύξησίς τις της μισθοδοσίας. Ενθυμούμαι μόνον, ότι κατά το 1893 συνήντησα εν Κηφισσία επανελθόντα εξ Ευρώπης τον γέρω Δούμαν, όστις μετά θλίψεως μοι είπε «μας έπαυσαν τον Κρυστάλλη». Το συμβούλιον της εταιρείας, κατά την απουσίαν του διευθυντού, εύρεν ένα απροστάτευτον και τον ετσεκούρωσεν. Αλγεινή υπήρξεν η είδησις και δι' ημάς, οίτινες την ανεκοινώσαμεν εις τον ατυχή ποιητήν, και διά τον πατέρα του. Ενώ ήρχιζε να προσμειδιά αυτώ η τύχη, διότι εκτός της μισθοδοσίας του και εκ των έργων του θα απελάμβανε και έμελλε ν' ανακουφίση την οικογένειάν του, επανήλθε εξαίφνης εις την οδόν της ατυχίας. Μετ' ολίγους δε μήνας εξεδηλούτο η υποσκάψασα την υγείαν του νόσος. Οι φίλοι του και θαυμασταί και συμπατριώται συνεκινήθησαν και εξεδήλωσαν τα αδελφικώτατα αισθήματα αγάπης. Εστάθη όμως αδύνατον να επανέλθη εκ Κερκύρας, όπου τον απεστείλαμεν χάριν τον κλίματος, υγιής. Εις αιωνίαν ανάπαυσιν της ψυχής του ετελέσθη υπό των λογίων και φίλων εν τω ναώ της Μονής Ασωμάτων Πετράκη μνημόσυνον, κατά το οποίον ωμίλησεν ο νυν Πρύτανις του Πανεπιστημίου κ. Σπ. Λάμπρος. Και τις άλλος ηδύνατο να εξυμνήση καλλίτερον και να πονέση τον Κρυστάλλην; Ο προσφιλής ποιητής κ. Κωστής Παλαμάς διά μακρών, εν άλλη ημέρα, ωμίλησεν εν τη αιθούση του Παρνασσού, βριθούση εκλεκτού κόσμου, περί των έργων του Κρυστάλλη. Περί των έργων του Κρυστάλλη και ιδία περί του «Τραγουδιστού του χωριού και της Στάνης» έγραψε δια μακρών εν τη «Ακροπόλει» ο κ. Γαβριηλίδης κατά το 1893.
***
Ο Κώστας Κρυστάλλης υπήρξε πολύτιμος συνεργάτης ημών και εν τη «Φωνή της Ηπείρου». Ότε εκυκλοφόρησεν η αγγελία της εκδόσεως, ανεσκίρτησεν εκ χαράς, διότι θα ηδύνατο και αυτός να διαλαλή, εν αυτή, τα δεινοπαθήματα της ατυχούς πατρίδος. Και, όντως, το έπραξεν από 12 Σ)βρίου 1892 μέχρι των τελευταίων ημερών του. Ενθυμούμαι δε οποία υπήρξεν η εντύπωσίς του ότε υπέβαλον εις την κρίσιν του το πρόγραμμα της «Φωνής». — «&Αυτό είνε ποίημα& ανεφώνησεν». — «Αφού είνε ποίημα, απήντησα, σκέψου και συ να γράψης ένα διά τον στρατηγόν Δημ. Μπότσαρην τον αποθανόντα». Μετά δύο ημέρας έβλεπε το φως το πρώτον φύλλον της «Φωνής της Ηπείρου» έχον και το ποίημα του Κρυστάλλη. Απερίγραπτος υπήρξεν η χαρά του διότι εμάνθανε και ήκουεν ότι η «Φωνή» ου μόνον υπήρξε προσφιλής εις τους Ηπειρώτας αλλ' ότι και μετ' ευμενών κρίσεων εγένετο δεκτή και παρ' άλλοις.
Εν Αθήναις τη 1 Δεκεμβρίου 1911. Γεώργ. Κ. Γάγαρης
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Καί τοι αγνοούντες οποίαν εντύπωσιν θέλει ποιήσει εις το κοινόν το μικρόν τούτο επύλλιόν μας, όμως τολμώμεν να παρουσιάσωμεν αυτό επί της σκηνής της δημοσιογραφίας. Δεν αποποιούμεθα δε ότι, άμα ως μετά την αποστολήν αυτού εις τα πιεστήρια διεσκορπίσαμεν τας αγγελίας εις τους ενταύθα και αλλαχού φίλους μας, σχεδόν πάντες μας απήντησαν διά την καταλαβούσαν αυτούς χαράν επευχόμενοί μοι και εις ανώτερα και δι' αφθόνων λέξεων προς την ποίησιν και την δημοσιογραφίαν ενθαρρύνοντές με, εκτός δύο ή τριών των ενταύθα φίλων και συγγενών μας, οίτινες, ωσεί επληρόνοντο επήδησαν εις της κατακρίσεως την παλαίστραν. «Φυλάξου, μου είπε τις εξ αυτών, ίνα μη εξ εφόδου προσπαθών να συλλάβης την Δόξαν εγκαταλειφθής υπ' αυτής αιωνίως».
Ευχαριστούμεν τον κύριον διά την μεγάλην περί το συμβουλεύειν προθυμίαν του ταύτην, διότι ημείς εκδίδοντες το ασήμαντον τούτο των παιδικών μας χρόνων ποιημάτων δεν θηρεύομεν ούτε την Δόξαν ούτε τον στέφανον του Ελληνικού μας Παρνασσού· εκδίδομεν τούτο απλώς ίνα ευχαριστήσωμεν φίλους τινάς παρορμήσαντας ημάς εις το τόλμημα τούτο,
«Αυτά είναι μπαταλά και άλλη φορά μη ξαναγράφης στίχους»· ως διδάκτωρ περίφημος τις εγωιστής δικηγόρος μας επέπληξεν· Εις τον κύριον τούτον αρμόζει το «κάμε συ το καλλίτερον» του κοινού ή το του Ζαλοκώστα «Εσύ είσαι τόσον άσχημος κ' η Μούσα τόσ' ωραία»,
«Είσαι μικρός ακόμα, μας είπεν άλλος τρίτος, και δεν έχουσι τόσην σημασίαν τα ποιήματά σου· ως εκ τούτου δεν πρέπει να δημοσιεύης αυτά· αν δημοσιεύσης, να δημοσιεύσης ποίημα το οποίον ν' αναγνώση τις και να σε προσαγορεύση αληθώς ποιητήν». Αλλά!... δεν γνωρίζει ο κύριος ούτος ότι ουδείς εγεννήθη εν τω κόσμω πάντων ειδήμων, αλλ' ολίγον κατ' ολίγον και διά της τριβής ετελειοποιήθησαν πάντες οι μεγάλοι της ιστορίας μας άνδρες. Επομένως αγνοεί ότι περισσοτέρα τελειότης, ότι λεπτοτέρα τέχνη υπάρχει εν τω ποικιλοχρόω του λειμώνος μικρώ άνθει ή εν τη αγερώχως υψουμένη ουρανογείτονι δρυί, ή ότι πολυτιμότερος είναι ο μικρός και αφανής αδάμας του μεγάλου και βαρέως ορεινού λίθου. Έστω.....συγχωρούμεν και τούτον ως τον πρώτον και δεύτερον.
Τέλος περαίνοντες τον μικρόν τούτον πρόλογόν μας του οποίου το πλείστον μέρος ψιλών ένεκα απαγορευτικών λόγων δεν τολμώμεν να παρουσιάσωμεν εις το βλέμμα του κοινού, και επικαλούμενοι τας οπωσούν ευμενεστέρας των αναγνωστών κρίσεις επί του ποιηματίου μας τούτου, επιπροσθέτομεν και τα περιεχόμενα των τριών εν τω τομιδίω τούτω ποιηματίων. Και το μεν επικόν «αι Σκιαί του Άδου» περιλαμβάνει εν συντόμω τας διαφόρους μάχας της Ελληνικής Επαναστάσεως, διό και έκρινα καλόν να το κοσμήσω με τον τίτλον του Έπους, τα δε δύο παρεπόμενα «αι Αναμνήσεις» και «το Όνειρον» λυρικά της παιδικής μου φαντασίας αποκυήματα εισιν.
Έγραφον εν Ιωαννίνοις, τη 25 Μαρτίου 1886.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Δ. ΚΡΟΥΣΤΑΛΛΗΣ
ΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟΝ
«Είς οιωνός άριστος Αμύνεσθαι περί πάτρης (Ιλ. Μ. 243)
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ
Μια Απριλιάτικη βραδιά Μια νύχτ' αστερωμένη 'Ψηλά, 'ς του Πίνδου(1) τα βουνά Μονάχος μου καθόμουν. Κ' εκύτταζα 'ς τον ουρανό, Κ' εκρυφοσυλλογιόμουν. Πώς ζη ο δόλιος άνθρωπος, Πώς ζη και πώς 'πεθαίνει.
Από τη σκέψι κάποτε Μ' εξύπναγε μια βρύση Σιμά μου, πώχυνε νερό 'Σάν το μαργαριτάρι, Και με ταις πέτραις 'μίλαε Μουρμουριστά. Με χάρι Τ' ωχρό φεγγάρι άρχιζε Να γέρη προς την δύσι. Άλλη φωνή δεν άκουγα Παρά 'ς το λόγκο πέρα Φώναζε ο μαύρος κόρακας, Και το βουνό βογγούσε Απ' τη βραχνή του τη φωνή. Η λίμνη ηρεμούσε, Κι' αντάρα 'πό τα Γιάννινα (2) Σκοτώνταν 'ς τον αθέρα.
Ρίχνω 'ς τα Γιάννινα ματιά Και βλέπω όλο μαυρίλα, Κ' εφαίνονταν εδώ κ' εκεί Αι φέξαις αναμμέναις, 'Σάν να ήτανε κολοφωτιαίς 'Στό λόγκο 'σκορπισμέναις. Τι θέαμα τρομαχτικό! Τι μαύρη ανατριχίλα!
Και πάλι προς το ουρανό Εσήκωσα το 'μάτι Και πάλι, πάλι έπεσα Σε συλλογή μεγάλη, Σε συλλογή, που μ' έφυγεν Ο νους μ' απ' το κεφάλι, Κι' ο ύπνος μες 'ς τη συλλογή Μ' επλάνεψε κομμάτι.
Τα θολωμένα 'μάτια μου Δεν πρόφθασα να κλείσω, Κ' ύπνος τα πλάκωσε βαρύς, Βαθύς 'σάν το σκοτάδι, Κ' είδα ένα όνειρο φρικτό· Πώς βγήκε απ' το λαγκάδι Ωχρόλευκο ένα Φάντασμα· Το συλλογιούμαι. . . . φρίσσω!
Σιγά, σιγά, σιωπηλά 'Στό πλάγι μου σιμόνει, Με πιάνει με το χέρι του, Το 'σάν τη πέτρα κρύο. Σηκόνονται αι τρίχες μου, Τα πόδια μου τα δύο Τρέμουνε, και το αίμα μου 'Σταίς φλέβες μου παγόνει.
Το κύτταξα, το κύτταξα 'Στό πρόσωπο, 'ς το σώμα, Και μια τρέμουλα φρικερή Με πιάνει, κ' ένας τρόμος, Γιατί, γιατί το γνώρισα Το φάντασμα, αλλ' όμως Ακόμα λόγο 'δίσταζα Να 'βγάλω 'πό το στόμα.
Πλην τέλος δεν εβάσταξα, Δεν 'μπόρεσα να πνίξω Το δάκρυ, που κατέβηκε Την κάτωχρη παρειά μου, Και λέγω: «Της μανούλας μου, » Σκιά! Σκιά γλυκειά μου! . . . . » Και πλέον δεν εμπόρεσα Το στόμα μου ν' ανοίξω.
Μόνο τ' αχνό της πρόσωπο Ξανακυττάζω πάλι, Και βλέπω χαμογέλασε, 'Σάν το λαμπρό φεγγάρι, Κι' από το 'μάτι 'γλίστρησε, 'Σάν το μαργαριτάρι Το δάκρυ. Σκύφτει· με φιλεί Με πόνο 'ς το κεφάλι.
Και μ' είπε: «Κωνσταντίνε μου. » Μονάκριβο παιδί μου, » Σε σκιάζουνε το σώμα μου « Κ' η αχνισμένη όψι; » Δεν 'ξέρεις πως για 'σένανε » Ηθέλησα απόψε » Να ξαναλάβω μια στιγμή » Το αίμα, τη ζωή μου;»
« Δεν ξέρεις πως για σένανε » Για μια στιγμή τον Άδη » Αφήκα και ξανάρχομαι » Εδώ 'ς το κόσμο 'πάνω, » Και συ, και συ με σκιάζεσαι;» Κ' εγώ τα λόγια χάνω. Πλην τέλος λέγω: «Τι ζητείς » Μες 'ς το βαθύ σκοτάδι;
« Μανούλα μου, το μνήμα του » Αφίνει ο πεθαμένος;» » — Κι' όμως εγώ για σένανε, » Για σένανε, παιδί μου, » Αυτή την ώρα, τέκνο μου, » Τ' αφήκα. — » Η φωνή μου Και πάλι τότ' εσβύσθηκε, Μένω βουβός, σκιαγμένος.