Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου

Part 8

Chapter 8 47 words Public domain Markdown

Το «Rio Grande» ηρέμει από τινος ήδη, και οι αρμόδιοι είχον εξέλθει προς επιθεώρησιν των διαβατηρίων του. Εν τούτοις ήργουν να επιστρέψουν, και επικοινωνία δεν επετρέπετο. Εψιθυρίζετο μάλιστα ότι θ' αργήση πολύ να επιτραπή, διότι είς των επιβατών ησθένει λίαν ύποπτον νόσον. Εγώ έμελλον ν' αποβιβασθώ εις Νεάπολιν, όπως διατηρήσω τας δυνάμεις μου διά τας ναυτίας του μεγάλου ταξειδίου, είχον όμως απόφασιν να παραμείνω εν τω ατμοπλοίω μέχρι της τελευταίας στιγμής προ της αναχωρήσεώς του. Αίφνης ηκούσθη ηδεία μουσική εκ της θαλάσσης, και πάντες εσπεύσαμεν προς την πλευράν του πλοίου, όθεν ήρχοντο οι ήχοι της. Μεγάλη Νεαπολίτις λέμβος έφερεν ένα των συνήθων μουσικών ομίλων, των επαιτούντων περί τα καταπλέοντα πλοία. Επί του χαμηλού μεσαίου ιστού της ευρίσκετο, ανάσκελα προσδεδεμένον, πλατύγυρον αλεξίβροχον, εντός του οποίου έφεγγεν ευμεγέθης φανός. Επί της πρύμνης αυτής διακρίνεται λευχείμων λυσίκομος κόρη, νωχελώς ανακεκλιμένη, και μάλλον στηριζομένη επί του οιακίου παρά κρατούσα και χειριζομένη αυτό. Οι φθόγγοι των οργάνων είναι γλυκείς και λιγυροί, αλλ’ οι παίζοντες αυτά δεν φαίνονται. Το ανεστραμμένον αλεξίβροχον κρατεί όλον το φως εν εαυτώ και σκεπάζει τας μορφάς των μουσικών υπό την προεκτεινομένην σκιάν του. Μόνον από καιρού εις καιρόν παρακύπτει κωμική τις όψις, κράζουσα βραχνώς και παρατόνως: Encouragez la musique, messieurs et mesdames! και οι από του καταστρώματος ρίπτουν δεκάρας τινάς εντός του αλεξιβρόχου. Μετά τινα τεμάχια γνωστών Ιταλικών μελοδραμάτων — Santa Lucia! cantate la Santa Lucia — εκέλευσε μεγαλοφώνως είς των επιβατών και πειθήνια τα όργανα των Νεαπολιτών απεκρίθησαν εις το κέλευσμα ανακρούσαντα το προοίμιον. Έπειτα άπας ο αόρατος εκείνος χορός ήρχισε να ψάλλη εν μέσω θρησκευτικής σιγής τον ύμνον της πολιούχου των Νεαπολιτών Αγίας, μετά πολλής, μα το ναι, τέχνης, διπλάζων, εν βαθεία κατανύξει μετά πάσαν στροφήν, την κατακλείδα:

Santa Lucia! Santa Lucia!

Μετά την ανιαράν του διάπλου κόπωσιν, τους εκ της τρικυμίας φόβους και τας στρεβλώσεις της ναυτίας, η ωραία και κατανυκτική εκείνη μουσική, αόρατος επί του μελανού κατόπτρου της θαλάσσης, εν μέση νυκτί αντηχούσα, εξήσκει αναμφιβόλως επί της ψυχής των ακροωμένων θαυμασίως πραϋντικήν επίδρασιν. Θα έλεγέ τις, ότι τα αγαθά του υγρού στοιχείου δαιμόνια, αι οπαδοί της Γλαυκοθέας Νύμφαι εν ευρύθμω χορώ διαθλώσαι τα σιγαλέα κύματα διά των αβρών αυτών σωμάτων ήλθον να παρηγορήσουν τους κακοπαθήσαντας, να ενθαρρύνουν τους μικροψύχους και να προπέμψουν τους αποβιβαζομένους με την ευχήν ευδιωτέρας επαναβλέψεως. Η προθυμία μεθ' ης τα κερμάτια πανταχόθεν ερρίπτοντο εις το ανεστραμμένον αλεξίβροχον εμαρτύρει πασιδήλως, ότι τοιαύτη τις ήτον η εντύπωσις των συνεπιβατών μου.

Άλλως είχε το πράγμα δι' εμέ. Αφ' ης στιγμής η Μάσιγγα μοι ανεκοίνωσε το στιχουργικόν του πατρός της πάθος, με όλας αυτού τας λεπτομερείας, την μανίαν, μεθ' ης βασανίζει ον ήθελεν αγρεύσει ακροατήν, μοι εφάνη ότι κατεκρημνίσθην από του δωδεκάτου ουρανού της ευδαιμονίας μου. Δεν ήτο πλέον αμφιβολία, ότι αι τρυφερότητες και περιποιήσεις αυτού απέβλεπον έν και μόνον: να με σαγηνεύση ως ακροατήν του. Προς τον σκοπόν τούτον, όχι μόνον το παρά τον Γάγγην παλάτιον έθετεν εις την διάθεσίν μου, αλλά και όλα τα οδοιπορικά μου, και ό,τι αν εζήτουν θα μ' επλήρωνεν, ήρκει μόνον ν' ακούσω τους στίχους του. Και τι στίχους! Και πόσους στίχους! Ακούεις, δεν τολμά κανείς να τον επισκεφθή, διά να μη τους ακούση. Και ο πολυτάλαντος ποιητής, φιλομουσίαν προσποιούμενος και φιλοξενίαν, κατώρθωσε να σαγηνεύση εμέ την ανόητον κ α ρ α κ ά ξ α ν μέχρις Ινδιών! Και λίαν λυσιτελώς διά τον σκοπόν του. Διότι ο Καλκουτιανός ακροατής, μετά την πρώτην στροφήν ενός ποιήματος ημπορεί να προσποιηθή κωλικόπονον, και να σηκωθή να φύγη. Αλλ' ο ξένος; ο υπ' αυτού φιλοξενούμενος; Ο αγνοών τον τόπον, και την γλώσσαν του τόπου; Αυτός θα είναι αιχμάλωτος του στιχομανούς οικοδεσπότου, παραδεδομένος άνευ όρων εις τους οικτιρμούς και το έλεος αυτού. Και το παρά τον Γάγγην παλάτιον λοιπόν θα είναι η χρυσοστόλιστος ειρκτή μου! Οι καφτανοφόροι θεράποντες θα είναι οι τας εξόδους αποφράσσοντές μου δεσμοφύλακες! Και αι ωραίαι μετά του κ. Π. ημέραι και νύκτες, (ακούετε; και νύκτες!) θα παρέρχονται εν ακροάσει των από περγαμηνής στίχων του! δηλαδή εν μαρτυρίω, προ του οποίου πας άλλος εν Ινδίαις φρίξας εδραπέτευσεν, ως και αυτή η κόρη, και αυτή η σύζυγός του! και μολαταύτα, μολαταύτα εγώ δεν ηδυνάμην να το αποφύγω. Η Μάσιγγα το ήθελε. Το ήξευρεν ότι ήτο κακόν, αλλά το κακόν τούτο, έλεγεν, αναμφιβόλως θα έβγη εις καλόν, αναμφιβόλως θα ωφελήση. Διά τούτο, ότε ήκουον το μελίφθογγον των Νεαπολιτών βιολίον, βλέπων την λευχείμονα κόρην, την επί της πρύμνης της λέμβου των ανακεκλιμένην, ενόμιζον, ότι παρέπλεον την χώραν των Σειρήνων, ότι μία προ πάντων εξ αυτών προσεπάθει διά των θελγήτρων και της μελωδικής φωνής της να με αποπλανήση της οδού μου, να μ' ελκύση εις το μαγικόν αυτής άντρον, εν τω οποίω έβλεπον φοβερόν, πρασινόδερμον δράκοντα, έτοιμον να με στραγγαλίση, εις το οποίον όμως εγώ έσπευδον μετά χαράς, διότι η Σειρήν εκείνη ήτον η Μάσιγγα.

Σχεδόν πάντες οι διά Νεάπολιν επιβάται είχον αποβιβασθή. Οι γερανοί του «Rio Grande» ειργάζοντο εισέτι αναβιβάζοντες τα τελευταία εμπορεύματα, εγώ είχον καταθέσει τα πράγματά μου εις μίαν λέμβον, αλλ’ έμενον έτι επί του καταστρώματος. Ο κ. Π. καθ' όλον αυτό το διάστημα δεν έπαυσε περιπατών με τας χείρας όπισθεν, ως δεν έπαυσε προσηλών τους οφθαλμούς εις το άκρον του σιγάρου του. Δύο ή τρεις φοράς μοι έδωκεν αφορμήν να συμβαδίσωμεν ομιλούντες· επέμεινε πάντοτε εις την πρόσκλησίν του, δεν μοι ωμολόγησεν όμως ότι στιχουργεί, μολονότι εγώ βολιδοσκοπών του έδωκα πολλάς αφορμάς προς τούτο.

— Ρεμβάζω, έλεγε μόνον, ρεμβάζω πολύ συχνά, και κάμνω ακριβώς το ίδιον πράγμα όπως και σεις. Υψώνω τα φρύδια, προσηλώνω τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν και βλέπω και βλέπω, ως που αρχίζουν να καταβαίνουν αι ιδέαι. Δεν σας φαίνεται περίεργον;

— Πολύ περίεργον, απήντων εγώ, πάρα πολύ περίεργον! Και απορώ πώς δεν σας κατέβη ποτέ και η ιδέα να τας γράψετε.

— Ω, αυτή δεν ήτον ανάγκη να μου καταβή, ανεφώνησεν εκείνος, αυτήν την είχον από μικρό παιδί. Την είχον από πολύ μικρό παιδί, αλλά περί τούτου, όταν ήμεθα εις την Καλκούτταν. Τώρα σας παρακαλώ να μη λησμονήσετε την διεύθυνσίν μου, την διεύθυνσίν μου εν Παρισίοις: Hotel Continental. Ελάτε να σας παρουσιάσω εις την σύζυγόν μου, αλλά ελάτε γρήγορα. Ελάτε γρήγορα, διά να ιδήτε ακόμη μίαν φοράν και την Μάσιγγαν. Μίαν φοράν ακόμη την Μάσιγγαν.

— Πώς μίαν φοράν ακόμη! διέκοψα εγώ, αλλά θα συνταξειδεύσωμεν μέχρι Καλκούττης. Θα την βλέπω εις την Καλκούτταν.

— Δεν θα την βλέπετε εις την Καλκούτταν, απήντησεν εκείνος, ατενίζων ηδονικώς το άκρον του σιγάρου του, διότι δεν θα είναι εκεί. Δεν θα είναι εις την Καλκούτταν, διότι θα μείνη εις Παρισίους.

— Πώς; ανέκραξα εγώ, σχεδόν παρωργισμένος. Η Μάσιγγα δεν θα συνταξειδεύση; Θα μείνη εις Παρισίους;

— Θα μείνη εις Παρισίους, εξηκολούθησεν εκείνος απαθώς, διά να εισέλθη οικόσιτος εις έν παρθεναγωγείον. Οικόσιτος εις έν...

— Πώς, οικόσιτος! διέκοψα εγώ μετ' αγανακτήσεως, αλλ’ εκείνη δεν μου είπε τίποτε!

— Δεν σας είπε τίποτε, εξηκολούθησεν ο κ. Π. ως εάν ήτο άψυχος λαλούσα μηχανή, διότι δεν το εγνωρίζει. Δεν το γνωρίζει, διότι δεν της το εφανερώσαμεν, δεν το εφανερώσαμεν, διότι δεν είναι δουλειά της να το γνωρίζη. Να το γνωρίζη πριν έλθη η ώρα να το πράξη. Καταλαμβάνετε;

— Καταλαμβάνω! είπον εγώ, — και το είπον, ως εάν επρόφερα μίαν κατάραν μεταξύ των οδόντων. — Αλλά τι ιδέα, σας παρακαλώ, να την κλείσετε πάλιν εις παρθεναγωγείον! Η κόρη είναι πλέον ανεπτυγμένη· έχει όλην την μόρφωσιν και την παιδείαν, την απαιτουμένην διά το φύλον, διά την τάξιν της. Γνωρίζει τέσσαρας γλώσσας· γνωρίζει μουσικήν, ζωγραφικήν, χειροτεχνήματα· τι θέλετε ακόμη να μάθη;

— Να μάθη τους τρόπους της υψηλής κοινωνίας, απήντησεν ο κ. Π., ως εάν ελάλει ηδέως με το άκρον του σιγάρου του. Τους τρόπους των βαρωνίδων και των κομησσών, εις την τάξιν των οποίων θα εισέλθη. Εις την τάξιν των οποίων εισέρχεται ως μελλόνυμφος του κόμητος Plumpsium. Του κόμητος De Plumpsium με εισόδημα... χηρεύσαντος προ .... με ηλικίαν .... Η ξυλίνη μηχανή εξηκολούθει να ομιλή με το άκρον του σιγάρου της. Εγώ ενόμισα ότι και οι δώδεκα ουρανοί κατεκρημνίσθησαν επί της πτωχής κεφαλής μου, και η φοβερά των υελίνων τεμαχίων σύγκρουσις σπαράσσουσα διαρκώς την ακοήν μου με κατέστησε τόσον νευρικόν, ώστε σχεδόν κατέπιπτον λιπόθυμος.

Δεν ηξεύρω πόσην ώραν επεριπάτουν μετ' αυτού, ουδέν ακούων, και μάλλον υπό της επηρείας φοβερού τίνος γαλβανισμού, παρά υπό των δυνάμεών μου κινούμενος. Όταν συνήλθον, ήμην εξηντλημένος, από ψυχρόν περιρρεόμενος ιδρώτα. Εν τούτοις ο Κροίσος στιχουργός ουδέν ενόησεν· όχι τόσον διότι ήτο σκοτεινά, όσον διότι δεν είχε σηκώσει τους οφθαλμούς από του άκρου του σιγάρου του.

— Και τώρα, ετραύλισα, Κύριε Π., με ταις υγείαις σας! Πρέπει να απέλθω.

— Καλήν εντάμωσιν όσον ούπω! είπεν εκείνος και εστράφη να σφίξωμεν τας χείρας, αλλ’ εγώ είχον απέλθει.

Όλα τα περί εμέ μοι εφαίνοντο σαρκαστικώς γελώντα και επαναλαμβάνοντα προς εμέ το: Με ταις υγείαις σας!

Παρά την αποβάθραν του ατμοπλοίου, με το φως του υπέρ αυτήν φανού επί του προσώπου της, επερίμενεν η Μάσιγγα ν' αποχαιρετισθώμεν. Η περιχαρής αυτής όψις, η παιδική προθυμία μεθ' ης έσπευσε προς εμέ εμαρτύρουν, ότι δεν μαντεύει τίποτε. Τίποτε εξ όσων συνέβησαν, εξ όσων την περιμένουν!

— Και λοιπόν, με είπε, σφίγγουσα την αδρανή και ψυχράν μου χείρα, και λοιπόν, σύμφωνοι. Θα είσαι προ ημών εις Παρισίους, και θα έλθης εις το ξενοδοχείον μας. Τι κρίμα να σε πειράζη τόσον η θάλασσα! Θα εκάμναμεν όλον το ταξείδι μαζί. Τι κακή θάλασσα, ε; τι κακή και τρελλή και ανόητη να κάμνη τόσην τρικυμίαν! Αλλά σιωπή! Ας μη την κακολογούμεν, διά να την έχωμεν ευνοϊκήν διά το μεγάλο το ταξείδι. Ορίστε; Τι καλά! Τι ωραία! θα πετάξω από την χαράν μου!

Και επί του τόπου τούτου εξηκολούθησεν η νεάνις να ομιλή και να γελά, επιμένουσα προφανώς να φαιδρύνη την απηλπισμένην όψιν μου. Αλλ' όταν είδεν ότι αι προσπάθειαί της απετύγχανον:

— Ω! είπε, χαμηλή τη φωνή και συνωφρυωμένη. — Εσύ κλαίεις, και εγώ αστεΐζομαι! Ανόητη που είμαι! Αλλά θα συναντηθώμεν πάλιν. Δεν θα συναντηθώμεν; — Και ύψωσε τους θλιβερούς αυτής οφθαλμούς εταστικώς προς τους ιδικούς μου, και είδον δύο δάκρυα κυλίσαντα επί των παρειών της.

— Ναι, Μάσιγγα, τη είπον τότε, ελπίζω.

— Και θα έλθης εις την Καλκούτταν. Δεν θα έλθης;

— Μαζί σου, απεκρίθην εγώ, μάλιστα. Αλλά ποτέ χωρίς σου!

— Και βέβαια μαζί μου! Ανέκραξεν εκείνη τότε φαιδρυνθείσα εκ νέου. Ακούεις, πηγαίνω εις την Καλκούτταν. Ολίγον καιρόν εις το Παρίσι, ολίγον εις το Λονδίνον, και έπειτα, καλό μας κατευόδιο!

Και εγέλασεν η Μάσιγγα εκ νέου, και έσφιξα την μικράν αυτής χείρα, και άφησα τα δάκρυά μου ελεύθερα, και κατήλθον χωρίς να βλέπω την αποβάθραν, και ερρίφθην εις την περιμένουσαν λέμβον. Το σκότος ήτο πυκνόν, μόνον επί τινας στιγμάς διέκρινα το μαντίλιόν της απαντών προς το ιδικόν μου...

Αγανάκτησις και θλίψις ήρχισε τότε να δεσπόζη εναλλάξ της ψυχής μου. Ηγανάκτουν κατά της συνήθους ευελπισίας και κουφότητός μου. ήτις μ' ενέπνευσε την αυταπάτην ότι και καλά αι προς εμέ περιποιήσεις του κ. Π. προήρχοντο εξ αληθούς εκτιμήσεως των πνευματικών μου ιδιοτήτων, εξ αγάπης, ως έλεγε, προς το τάλαντόν μου. Εθλιβόμην προς εμαυτόν, διότι και το τελευταίον ίνδαλμα της παρά τον Βόσπορον ευδαιμονίας εξηφανίζετο δια παντός, όπισθεν της παρακυψάσης σιδηράς ανιλεούς μορφής της πραγματικότητος.

— Θα ήτο χιλιάκις προτιμότερον, έλεγον κατ' εμαυτόν, να μη είχον επανίδει ποτέ την Μάσιγγαν. Ούτω θα υπελείπετο επί των νεκρών της φαντασίας μου κόσμων μία μικρά χρυσαλλίς προσπετομένη επί των λειψάνων του ερήμου παρελθόντος μετά της αυτής φαιδρότητος και ευτυχίας, μεθ' ης εφιλοπαιγμόνει ότε τα λείψανα εκείνα ήσαν ακόμη δροσερά και μυροβόλα άνθη ποιητικού Παραδείσου.

Έπειτα πάλιν εσκεπτόμην ότι ίσως δεν απώλετο έτι το παν. Ίσως προδίδω το καθήκον, ποδοπατώ την ευτυχίαν μου μη μεταβαίνων εις Καλκούτταν. Και δι' ενός της φαντασίας άλματος ευρισκόμην εν τω μέσω της σφριγώσης των Ινδιών φύσεως, αναπνέων τα μεθυστικά των ανθέων αυτής αρώματα, θαυμάζων τας πλατυφύλλους αυτής βανανέας, τας πελώριους συκάς, τους υψηλούς φοίνικας και όλα εκείνα τα φυτά και τα δένδρα, ων η χάρις και ο πλούτος απετέλεσαν τα θέλγητρα και τας αναπαύσεις της Εδέμ των ανατολικών λαών. Έβλεπον τα κιτρινωπά του γηραιού Γάγγου κύματα μεγαλοπρεπώς κυλιόμενα προ των οφθαλμών μου· τας ημιγύμνους των Ινδιών θυγατέρας επί της όχθης αυτού, επιθετούσας μετά θρησκευτικής προσοχής επί των αργών του υδάτων τα αναμμένα αυτών λυχνάρια, και παρακολουθούσας τον πλουν των λυχναρίων τούτων μετά παλμών καρδίας και δακρυβρέκτων ομμάτων, όπως ίδωσιν εάν ο εκλεκτός αυτών τας αγαπά. — Και έβλεπον μεταξύ αυτών μίαν προ πάντων, τόσον γνωστήν, τόσον οικείαν και τόσον εξέχουσαν των άλλων κατά την καλλονήν και το πνεύμα, ήτις και αύτη ετοποθέτει διά των λευκών δακτύλων της ευλαβώς έν μικρόν, ελαφρόν λυχνάριον επί των υδάτων του Γάγγου, και παρηκολούθει τας κινήσεις αυτού με τους ωραίους γαλανούς οφθαλμούς της, και έβλεπεν, ότι, όσω και αν απεμακρύνετο απ' αυτής το φλογίδιον του λύχνου, δεν εβυθίζετο, δεν εσβύνετο, και εσκίρτα ως δορκάς εξ αγαλλιάσεως, και ανεφώνει δακρύουσα, «με αγαπά! με αγαπά! θα πετάξω από τ η ν χ α ρ ά ν μ ο υ!» Και φλογερός πόθος διέκαιε την καρδίαν υπό τα στέρνα μου και απεφάσιζα απαρεγκλίτως να μεταβώ εις Καλκούτταν.

Αλλά τότε εφαντάσθην τον πατέρα της κόρης ταύτης καθήμενον προ εμού εντός πολυτελούς ινδικού περιπτέρου, παρά πλουσίαν τράπεζαν, εφ' ης έκαιεν υψηλός λύχνος ευγενούς πορσελάνης, κεκοσμημένος με τους φανταστικούς εκείνους δράκοντας και κροκοδείλους της ανατολικής τέχνης. Προ ημών και περί ημάς έκειντο ανοικτά τα οποία είδον κιβώτια πλήρη μεμβρανών και παπύρων, εξ ων λαμβάνων ο κ. Π. μοι ανεγίνωσκε τους στίχους της νεότητός του, γεγραμμένους κατά το μήκος της Μαχαβαράτας και της Ραμαϊάνας, αλλά κατά τον τρόπον της ομιλίας αυτού, καθ' ον το πρώτον ήμισυ πάσης επομένης προτάσεως ήτο το δεύτερον ήμισυ της προηγηθείσης!

— Ω, καλέ καγαθέ άνθρωπε! Δόξαν ινδικού ρ α κ ι ο σ υ ρ ρ α π τ ά δ ο υ εζήλωσας; Συ έχεις εις το ταμείον σου τους λαμπροτέρους ορμαθούς μαργαριτών και αδαμάντων — δεν αρκούν αυτοί να τέρψουν την φαντασίαν σου; Συ έχεις δημιουργήσει το τελειότερον ποίημα του κόσμου, την αφελή και ευφυή ταύτην θυγατέρα — δεν αρκεί αύτη όπως κορέση την φιλοδοξίαν σου; Αλλά φείσθητι καν εμού· φείσθητι εμού, όστις υπέστην δύο μηνών θαλασσοναυτίαν, μόνον και μόνον όπως την ιδώ εκ νέου. Περίμενε λοιπόν ολίγον, μη αρχίζεις αμέσως με την στιχοναυτίαν. Μη με υποβάλλεις εις Κολάσεως μαρτύρια, φιλοξενών με εν πλήρει Παραδείσω!

Έπειτα ενθυμήθην, ότι ο Παράδεισος εκείνος ήτον εστερημένος του Αγγέλου του. Ότι η Μάσιγγα δεν ήτο πλέον η Μάσιγγα, αλλά η κόμησσα του Plumpsium, δεδιδαγμένη εντελώς όλους τους τρόπους της υψηλής κοινωνίας, απομαθούσα όμως την αφέλειαν και χάριν της φύσεώς της· κεκοσμημένη υπό χρυσού και αδαμάντων, αλλά αποβαλούσα την ζωηρότητα και δραστηριότητά της, πλουσία εις παν άλλο, αλλ’ εστερημένη του ουρανίου εκείνου γέλωτος, αντί του οποίου τώρα διέστελλον τα χείλη της μόνον λέξεις, οίαι τα:

Ο χρυσός περισσός δεν ποιεί την ευτυχίαν την χαράν ημών,

και ωργίσθην κατά του α π η ν ο ύ ς πατρός, και απεφάσισα στερεώς και αμετακλήτως και δεν επήγα εις Καλκούτταν.

ΤΕΛΟΣ

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Γεώργιος Βιζυηνός υπό Κ. Παλαμά σελ. ε' Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου 1 Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως 89

* * *

1) «Νεοελληνική Επιθεώρησις» Απρίλιος 1919.

2) Ο κ. &Ν. Βασιλειάδης& (Ημερολόγιο Σκόκου) έδωκε αξιανάγνωστες πληροφορίες της ζωής και της εργασίας του Βιζυηνού. Βλέπε &I. Ζερβού& «Γεώργιος Βιζυηνός» κριτικό σημείωμα περιεκτικότατο στα «Ποιήματα» του Βιζυηνού. Εκδοτικός οίκος Φέξη. 1916. Προσέτι &Κ. Παλαμά& «Τα πρώτα Κριτικά» 1913 — και «Διαλέξεις περί Ελλήνων ποιητών του ΙΘ' Αιώνος — Βιζυηνός και Κρυστάλλης».

3) Χαϊδευτικόν = ο καϋμένος!

End of Project Gutenberg's Who was my Brother's Killer, by Georgios Viziinos