Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου
Part 7
— Βέβαια, είπον εγώ, επιδοκιμάζων το αξίωμα, αφίνων όμως υπεύθυνον διά τον δεύτερον όρον του συλλογισμού του τον κ. Π., όστις δεν εζήτει να εύρη την φύσιν ειμή επί του άκρου του σιγάρου του.
— Άλλο πράγμα η Καλκούττα! — ανεφώνησεν ο κ. Π. ολονέν θερμότερος, και κατά το σύστημα των ατμομηχανών ολονέν ταχύτερος, εις τρόπον ώστε εγώ μόλις τον παρηκολούθουν.
— Άλλο πράγμα η Καλκούττα, διότι εκεί υπάρχει φύσις. Εκεί υπάρχει φύσις, διότι υπάρχουν φυτά, δένδρα, δάση, βουνά, ύδατα, αναπαύσεις και απολαύσεις. Καταλαμβάνετε;
— Καταλαμβάνω, είπον εγώ πειστικώς. Διότι ο κ. Π. εφαίνετο αμφιβάλλων αν επρόφθανα να καταλάβω την ευγλωττίαν του.
— Εδώ όλα είναι ξηρά, εξηκολούθησεν έπειτα, διότι όλα είναι γυμνά, γηραιά, εξηντλημένα, μικρά, πρόστυχα. Διά τούτο άλλο πράγμα η Καλκούττα! Άλλο πράγμα η Καλκούττα!
— Αληθώς! είπον εγώ, πρέπει να είναι άλλο πράγμα. Πολύ θα επεθύμουν να την γνωρίσω.
— Το μόνον εύκολον! ανέκραξεν ο κ. Π. πρώτην φοράν στρέψας τους οφθαλμούς προς εμέ. — Το μόνον εύκολον! Ελάτε να μ' επισκεφθήτε! Ελάτε να μ' επισκεφθήτε, να το μόνον εύκολον! Και ο κ. Π. ετάχυνε τόσον πολύ το βήμα του, ώστε εγώ όστις από τινος έτρεχον κατόπιν του μάλλον παρά συνεβάδιζον αυτώ, ηναγκάσθην να ριφθώ εις την πρώτην επί της οδού ημών καθέδραν, πριν προφθάσω να τον ευχαριστήσω, διότι η σφοδρά εκείνη κίνησις μου εζάλισεν αιφνιδίως την κεφαλήν και κατέστησε το βήμα μου σφαλερόν και παραπαίον. Ο κ. Π. το παρετήρησεν, αλλά βλέπεις, όταν τ α ξ ε ι δ ε ύ η δ ε ν η μ π ο ρ ε ί ν α σ τ α θ ή. Διά τούτο εξηκολούθησε μόνος την δολιχοδρομίαν του.
— Περίεργος ανακάτωσις φύσεων! είπον μετ' ολίγον κατ' εμαυτόν, λεληθότως δανεισθείς την έκφρασιν εκ της εν εμοί επικρατούσης καταστάσεως (ή μάλλον ακαταστασίας). Η φύσις του φιλοξένου Ανατολίτου με την αγάπην αυτού προς την πρασίνην χλόην, τα σκιερά δένδρα, τα σφριγώντα φυτά, τα ευώδη άνθη, τον κελαρυσμόν των υδάτων περί το κισσοσκεπές κ ι ό σ κ ι ό ν του, η φύσις του ευπαθούς Ανατολίτου, όστις ταξειδεύει σύρων όπισθεν αυτού καραβάνιον υπηρετών και κιβωτίων, πεπληρωμένων πάντων εκ προϊόντων της χώρας του, τα οποία δεν εννοεί να στερηθή μετατοπιζόμενος, ανεκατώθη με την φύσιν του φλεγματικού, του εκκεντρικού Άγγλου, ο οποίος δεν ημπορεί να σταθή όταν ταξειδεύη, ο οποίος ευρίσκει τα πάντα μικρά, ουτιδανά και ασήμαντα εκτός της πατρίδος αυτού· διότι δεν λαμβάνει τον κόπον να σηκώση τους οφθαλμούς από του άκρου του σιγάρου του, όπως ίδη την περί αυτόν φύσιν ή τέχνην, και ο οποίος, εν τω εγωισμώ του, σας προσκαλεί εξ Αθηνών να τον επισκεφθήτε — πού; Εις Καλκούτταν! Να ταξειδεύσετε τρεις μήνας διά να περάσετε τρία λεπτά μαζί του. Έχετε καιρόν προς χάσιμον, ή χρήματα προς σπάσιμον, περί τούτου αυτός ουδέ σκέπτεται. Εκείνος καρπούται μυθώδες ετήσιον εισόδημα· και ό τ α ν δ ε ν ε ί ν α ι ε ι ς τ η ν Κ α λ κ ο ύ τ τ α ν τ α ξ ε ι δ ε ύ ε ι. Το θεωρεί λοιπόν φυσικόν να εξοδεύση τις χιλίας λίρας, να υποστή δύο μηνών ναυτίαν, διά να υπάγη να σφίξη την χείρα του Λόρδου. Και θα το θεωρήση ίσως προσβολήν του εάν δεν δεχθήτε. Και δεχθέντες, εάν εύρετε ότι ο Λόρδος ταξειδεύει εις τον βόρειον πόλον, καθ' ον χρόνον σεις κτυπάτε την θύραν του εις Καλκούτταν, βεβαιωθήτε ότι είναι καλός να θεωρήση την επίσκεψίν σας ως οφειλομένην πάντοτε, εφ' όσον εκ του τρόπου, καθ' ον αφήσατε το επισκεπτήριόν σας, λείπει παραμικρά τις, άγνωστος ημίν, αγγλική διατύπωσις!
Και ενώ εσκεπτόμην ταύτα ο κ. Π. ήρχετο και παρήρχετο απ' έμπροσθέν μου, με τας χείρας πάντοτε δεδεμένας όπισθεν, με τους οφθαλμούς πάντοτε προσηλωμένους εις το άκρον του εν τω στόματι σιγάρου του, και με βήμα το οποίον καθίστα αδύνατον την εξακολούθησιν της διακοπείσης συνομιλίας μας.
Εν τούτοις δεν παρήλθε πολλή ώρα, και επεφάνη ζωηρά και φιλομειδής η Μάσιγγα τρέχουσα προς εμέ. Μετά τινας αστείους και δηκτικούς υπαινιγμούς της προς την θάλασσαν δειλίας μου:
— Με ήκουες, είπε, πώς εγελούσα πάντοτε δυνατά; επίτηδες το έκαμνα. Δεν ηξεύρεις τι αστείος που είναι ο ιατρός. Ό,τι και αν πη θα σε κάμη να γελάσης. Και επειδή η μητέρα είναι ολίγον ασθενής, και επειδή του αρέσκουν, λέγει, τα γέλοια μου, όλο τον καιρό δεν έλειψεν από την κ α μ π ί ν α μας. Τον ήκουες πώς μ' έκαμνε και γελούσα;
— Όχι, είπον, εκείνον δεν τον ήκουα, αλλά ήκουα σε, και τόσω περισσοτέρα ήτον η ευχαρίστησίς μου. Δεν ηξεύρεις πόσον μουσική μ' εφαίνετο η φωνή σου, πόσον ωραία!
— Κατεργάρη! — ανέκραξεν η κόρη, δυσπίστως μορφάζουσα. — Αφού λοιπόν θέλεις να με κολακεύης, άκουσε να σε πω. Κ' εγώ σε ήκουα καμμιά φορά, αλλά αυτό να σε πω δεν ήτο πολλή ευχαρίστησις, διότι η μουσική που έκαμνες ήτον τρομερά παράχορδη! Σ' αρέσει; Αν σ' αρέση, κολάκευσέ με ακόμη μια φορά!
Και ως εάν ήθελε να μοι δείξη πώς εκτελείται η καλή μουσική, εγέλασε τον μάλλον αργυρόηχον, τον μάλλον αρμονικόν γέλωτά της. Και ενώ ακόμη εγελούσε:
— Τι κρίμα, είπε, που δεν είσαι ιατρός! Θα σε παρουσίαζα χωρίς άλλο εις την μητέρα μου. Βλέπεις, καθώς είναι, άλλος παρά ο ιατρός δεν ημπορεί να την επισκεφθή.
— Πώς! είπον, είναι λοιπόν πολύ ασθενής;
— Όχι ασθενής, απεκρίθη, αλλά δεν θ' αναβή παρά όταν φθάσωμεν εις Μασσαλίαν. Έτσι το θέλει ο ιατρός. Κ' εσείς, είμαι βεβαία, υπεφέρετε τόσο πολύ, που δεν βλέπετε την ώραν να βγήτε στην Νεάπολιν. Και η μητέρα επεθυμούσε να σας γνωρίση. Θα έλθετε να μας επισκεφθήτε εις το Παρίσι;
— Ακούς εκεί! είπον εγώ παίζων, θα έλθω να σας επισκεφθώ εις την Καλκούτταν. Ο πατήρ σου με προσεκάλεσεν.
— Αλήθεια; — Ανεφώνησε περιχαρής η κόρη, και ερρίφθη περί τον τράχηλον του παριόντος κατ' εκείνην την στιγμήν πατρός της, εξαναγκάσασα αυτόν να σταματήση χωρίς να το θέλη. — Αλήθεια, πατέρα, θα έλθη εις την Καλκούτταν;
Ο κ. Π. επρόσεξε πρώτον να εμποδίση την τέφραν από του να πέση εκ του άκρου του σιγάρου του, έπειτα, χωρίς καν να παρατηρήση την κόρην του:
— Βέβαια! είπεν αποταθείς προς εμέ, θα είμαι πολύ ευχαριστημένος εάν έλθετε, πολύ ευχαριστημένος εάν μείνετε όσον το δυνατόν περισσότερον χρόνον. Έχω επί του Γάγγου έν παλάτιον, έν παλάτιον με λαμπρότατον κήπον. Με λαμπρότατον κήπον και πρώτης τάξεως σταύλους· το θέτω εις την διάθεσίν σας. Εις την διάθεσίν σας αυτό και τους υπηρέτας του, τους υπηρέτας του και τας υπηρετρίας του. Εκεί θα τα ειπούμεν, θα τα ειπούμεν εν ανέσει. Εκεί θα περάσωμεν μαζί τας ωραιοτέρας ημέρας, τας ωραιοτέρας ημέρας και τας νύκτας.
— Εδώ ομιλεί ο φιλόξενος Ανατολίτης, είπον κατ' εμαυτόν, όχι ο εγωιστής Άγγλος. Αλλ' εκτός του φιλοξένου Ανατολίτου ομιλεί και κάτι τι άλλο, πολύ ευγλωττότερον, πολύ πειστικώτερον αυτού. Και ενώ ο πατήρ μετά της θυγατρός ηρίθμουν τας καλλονάς και τας αναπαύσεις της μελλούσης κατοικίας μου, εγώ εφανταζόμην το άστρον της ευτυχίας μου ανατέλλον επί των οχθών του Γάγγου, και προχωρούν όπως με συναντήση ολονέν λαμπρότερον, ολονέν φωτεινότερον.
Όταν ο κ. Π. συνεπλήρωσε τον περί Ινδιών διθύραμβόν του με την ευχάριστον επωδήν: «Ελάτε να μ' επισκεφθήτε», οι υγροί της κόρης οφθαλμοί με ητένισαν με μυστηριώδη τινά λάμψιν, εν η αντενακλάτο συγχρόνως η έκφρασις της χαράς, της προσδοκίας, της δεήσεως, προ πάντων της παιδικής εκείνης κολακείας διά των βλεμμάτων, ην αρχαίος τις συγγραφεύς πολύ αφιλοκάλως ωνόμασε «το σκυλακώδες των παιδίων». Εις εμέ τα γοητευτικά εκείνα βλέμματα εφάνησαν ως δύο φωταυγείς του Παραδείσου αγγελίσκοι, οίτινες παρακύπτοντες από του βάθους του γαλανού ουρανού των επανελάμβανον σιγαλή τη φωνή την επωδήν του κ. Π.: Ελάτε να μας επισκεφθήτε. Και επειδή εγώ διετέλουν έτι άλαλος και ενεός εκ του θαυμασμού και της συγχύσεώς μου, και δεν απήντων εις την σιγηλήν εκείνην παράκλησιν:
— Ω, ναι, σας παρακαλώ, ελάτε να μας επισκεφθήτε! — εφώνησεν η παρθένος, και ηρυθρίασεν αιδημόνως και εταπείνωσε τα βλέμματα, και λαβούσα την χείρα του πατρός ήρχισε να την θωπεύη τρυφερώς και ευγνωμόνως.
Όστις δεν είδε τα βλέμματα, δεν ήκουσε την φωνήν της Μάσιγγας θα καγχάση διά την προθυμίαν, μεθ' ης εγώ, όστις δεν είχον εις το βαλάντιόν μου ουδέ το τέταρτον ίσως του διά Καλκούτταν ναύλου, εδέχθην την πρόσκλησιν και υπεσχέθην την επίσκεψιν. Εν τούτοις είμαι βέβαιος ότι, ευρεθείς εις την θέσιν μου, θα έκαμνε κ' εκείνος το αυτό.
Ουδέποτε ίσως σύγχρονοι εντυπώσεις ακοής και οράσεως ευρέθησαν τόσον σύμφωνοι, τόσον αρμονικαί προς αλλήλας, όσον η φωνή και το βλέμμα εκείνο της Μάσιγγας. Ουδέποτε ψυχή διά των οφθαλμών εκχεομένη κατώρθωσε να περιβάλη το άωρον και ατελές έτι σώμα της διά τοσαύτης θερμής λάμψεως, ώστε εν ριπή οφθαλμού να εκμηδενίση τας της σαρκός ατελείας, δανείζουσα εις την ύλην τον άχρονον, τον αιώνιον τύπον της ιδίας αυτής τελειότητος. Η Μάσιγγα δεν ήτο πλέον το αγοροειδές κοράσιον της πρώτης εν τω ατμοπλοίω συναντήσεώς μου. Διά του όγκου και της τραχύτητος των προσκαίρων αυτής χαρακτηριστικών διεφαίνετο ακριβώς περιγεγραμμένος ο τύπος εκείνος, όστις καλλωπίσας άλλοτε την παιδικήν αυτής τρυφερότητα, έμελλε μετ' ολίγον να θριαμβεύση του ανόστου επαμφοτερισμού της μεταβατικής περιόδου εν τη ηλικία της.
Όταν ο κ. Π. σφίξας περιπαθώς την χείρα μου, αλλά χωρίς να δώση ουδέ την ελαχίστην προσοχήν εις την κόρην του, επανέλαβε τον περίπατόν του, δεν ηξεύρω τις εκ των τριών ήτον ο μάλλον ευχαριστημένος. Προφανές ήτον ότι ο κ. Π. δεν ηδύνατο να κρύψη την ευτυχίαν του ενώπιον ημών, όσον ημείς ενώπιον αυτού την ημετέραν. Διότι όχι μόνον την ταχύτητα του βήματός του ετριπλασίασεν, αλλά και την σποδόν από το άκρον του σιγάρου του άφησε να πέση και τα ροφήματά του τα ερρόφα τόσον δυνατά, ώστε μολονότι δεν ήτον ακόμη σκότος, ηδυνάμεθα να διακρίνωμεν το καιόμενον άκρον του πούρου του μακρόθεν ως τον φανόν προσεγγιζούσης ατμαμάξης.
Η Μάσιγγα εκάθητο πλησίον μου, σιωπηλή τώρα, και η ευδαιμονία μου ήτο τελεία. Ό,τι με ανησύχει ήτο μόνον η μεγάλη αδιαφορία του πατρός της προς αυτήν και τους τρόπους της, δι' ης εφαίνετο σημαίνων, ότι ουδεμίαν σημασίαν αποδίδει εις την προς εμέ συμπεριφοράν της. Και ενώ εγώ μέχρι τούδε εφέρθην προς αυτήν ως προς παιδίον, δεν υπέφερα τώρα την ιδέαν, ότι ο πατήρ της την θεωρεί έτι ατελή και ανήλικον κόρην. Προ πάντων όμως ήμην ανήσυχος μήπως η αδιαφορία εκείνη του Καλκουτιανού Κροίσου προήρχετο εκ της πεποιθήσεως, ότι ούτε η θυγάτηρ του ούτε εγώ ηδυνάμην να παρεξηγήσω την πρόσκλησίν του, γνωρίζων το τεράστιον χάσμα, το οποίον διεχώριζε την κοινωνικήν ημών θέσιν.
Ως εκ της τρικυμίας, ην επί μακρόν υπέστημεν, το «Rio Grande» εισήρχετο εις τον κόλπον της Νεαπόλεως εξαιρετικώς αργά. Τα επιστέφοντα τας παραλίας βουνά μόλις διεκρίνοντο πλέον ως άμορφοι συγκεχυμένοι όγκοι επί του σκοτεινού ορίζοντος. Παρά τους πρόποδας αυτών διεσπαρμένα εδώ κ' εκεί τα φώτα των πόλεων και των χωρίων, ότε μεν εχάνοντο, ως εκ της κινήσεως του ατμοπλοίου, όπισθεν παρεμπροσθούντος τινος κωλύματος, ότε δ' ανεφαίνοντο πάλιν, όμοια προς μεγάλας πυγολαμπίδας, αίτινες επέτων σιωπηλώς και βραδέως παρά τας σκοτεινάς ακτάς της θαλάσσης.
Ο καθ' αυτό λιμήν προς ον διηυθυνόμεθα εκρύπτετο ακόμη όπισθεν της παρεμπροσθούσης υψηλής του πλοίου μας πρώρας. Καθ' όσον δ' εισεχωρούμεν εις τον κόλπον κάμπτοντες προς τ' αριστερά, κατά τοσούτον παρέκυπτον προς το αντίθετον μέρος αι εξοχαί και τα προάστεια της Νεαπόλεως.
— Εδώ κείται το Σορέντον! Εκεί το Καστελαμάρε! Να, πού είναι η Πομπηία! Να, ο Βεζούβιος! — Ανεφώνει εκάστοτε η Μάσιγγα παρ' εμοί, ήτις επισκεφθείσα την χώραν άλλοτε, εφιλοτιμείτο να οδηγή την απειρίαν μου, χαίρουσα προφανώς οσάκις την ηρώτων.
Βαθμηδόν προέκυπτεν ενώπιον ημών η μυριοφεγγής Νεάπολις, αμφιθεατρικώς υψουμένη επί της ευρείας προκυμαίας. Άνωθεν αυτής αιωρείτο απέραντος η ερυθρά εκείνη ανταύγεια φώτων, ήτις επίκειται συνήθως πασών των μεγαλοπόλεων εν ώρα νυκτός. Τα πυκνά των φανών και των παραθύρων φέγγη εφαίνοντο εξ αποστάσεως ως χαμαιπετές σμήνος αστέρων, οι οποίοι, αποπλανηθέντες του ηλιακού των κέντρου, απέβαλον την αρχικήν αίγλην και θερμότητα, απέβαλον την ταχύτητα και ζωηρότητά των, και ανερριχώντο τώρα κουρασμένοι και ασθμαίνοντες τους γειτονικούς του Βεζουβίου λόφους, όπως προσελθόντες απαιτήσωσιν από την ανεξάντλητον του ηφαιστείου εστίαν ολίγον πυρ προς διάσωσιν της ζωής των. Αλλ’ όσον επλησιάζομεν προς την παραλίαν τόσον η ζωηρότης, αυτών ηύξανε, τόσον το μαγευτικόν εκείνο θέαμα μετεβάλλετο.
Όταν η άγκυρα του «Rio Grande» εβρόντησεν επί των υπνηλών του λιμένος υδάτων και το πλοίον δεν εκινείτο πλέον, τότε η Νεάπολις, η ωραία και πολύφερνος της Μεσογείου κόρη, φεγγοστόλιστος από της πυργοστεφούς αυτής κορυφής μέχρι των κρασπέδων της θαλασσοβρεχούς εσθήτος της, μοι εφάνη ως εάν εφόρει τα χρυσά και αργυρά εκείνα τέλεια, με τα οποία χθες και πρώην ακόμη αι μητέρες ημών, ως νύμφαι κεκοσμημέναι, επροσκύνουν ανά παν βήμα πορευόμενοι προς τον ναόν, όπως ευλογηθώσι με τους απλοϊκούς ημών πατέρας, τους υπομονητικούς και εγκρατείς εκείνους μνηστήρας των παρελθόντων χρόνων.
Και έχει και η Νεάπολις τον μνηστήρα της. Και τήκεται και αυτός φλεγόμενος εν υπομονή και προσδοκία, όπως επιθέση ποτέ το θερμόν αυτού φίλημα επί του μαρμαρόεντος μετώπου της ακμαίας αλλά λίαν επιφυλακτικής μνηστής του. Και είναι ζηλότυπος γαμβρός ο Γέρο Βεζούβιος! Διά τούτο κάθηται και επιτηρεί την αγάπην του αίρων την κεφαλήν και τους ώμους αυτού υψηλότερον πάντων των γειτονικών ορέων. Και αγρυπνεί ούτως ολονυκτής, καπνίζων την μεγάλην αυτού π ί π α ν, και στενάζων ενίοτε στεναγμούς βαθέως συγκινούντας τους γείτονάς του.
Την νύκτα εκείνην η σοβαρά αυτού μορφή ήτο κατ' εξαίρεσιν συννεφωμένη. Ήτο θυμωμένος. Θυμωμένος, διότι πυγμαίος τις γείτων, ο λόφος του Παυσιλύπου, είχε την θρασύτητα να τα βάλη με τον υπερήφανον γίγαντα, να μετρηθή προς τον αετόν ως αντεραστής. Κ' επετύγχανε μέχρι τινός. Και κατώρθου να έχη την προσοχήν της Νεαπόλεως εστραμμένην προς αυτόν, δελεάζων τας αισθήσεις αυτής δι' ωραίας μουσικής, εκλεκτού φαγοποσίου και πυκνών πυροτεχνημάτων. Και έτρεχε λοιπόν η Νεάπολις συσφιγγομένη εις τας αγκάλας του Παυσιλύπου, και εζηλοτύπει ο Βεζούβιος, και εθύμωνε, και έσειε κτυπών διά του ποδός το έδαφος, και ησχύνετο επί τη ματαιοφροσύνη της ερωμένης, επί τη προς αυτήν αδυναμία του. Τότε εκοκκίνιζεν η σκοτεινή αυτού όψις και εχαμηλούντο αι πυκναί οφρύς και διεστέλλοντο σπασμωδικώς τα χείλη του, και ετινάσσοντο οι σπινθήρες της βαθείας αυτού πίπας εις τον αέρα, ως εκ του βιαίου τρόπου καθ' ον συνηθίζει οσάκις θυμώνει, να την ανασκαλεύη και να ομιλή ενώ καπνίζει. Ιδού τι περίπου έλεγεν εκείνην την νύκτα:
— Ιδέτε την ματαιόφρονα, την κούφον νεάνιδα! Ολίγος αφρός καμπανίτου, έν τετριμμένον και κοινόν βαλς, δύο πρόστυχοι ρακέτται, της εμέθυσαν τον νουν, της επανεστάτησαν τα νεύρα, της εθάμβωσαν τας αισθήσεις και τρέχει ερωτόληπτος προς τον μηδαμινόν αντίζηλόν μου, τον Παυσίλυπον, και θέλγεται από τας εκδουλεύσεις των ανθρωπίσκων αυτού, οι οποίοι όμως δεν υπηρετούν παρά ένα ε ρ γ ο λ ά β ο ν! Εγώ αναλύω διά των υπηρετουσών με θείων δυνάμεων τα σκληρότερα στοιχεία της φύσεως, τα συγκιρνώ με την κοχλάζουσαν λάβαν των στηθών μου, και τη προσφέρω τον κρατήρα μου υπερεκχειλίζοντα — Αποποιείται! Συγκαλώ εις συναυλίαν τους χορούς των καταχθονίων Τυφώνων και τας ορχήστρας των εναερίων Λαιλάπων, εις την μουσικήν των οποίων ως και τ' άψυχα χορεύουσι βουνά, κ' εν του μέσω της υπερανθρώπου αυτής συμφωνίας τη προσφέρω την πυρέσσουσαν χείρα — Αποποιείται! Τη εκσφενδονίζω πυροτεχνήματα, τους αδαμαντίνους μύδρους των φλογερών στεναγμών, τα τεμάχια αυτής της υπό ερωτικής πυράς βιβρωσκομένης καρδίας μου — Αποποιείται! Είναι μικρόψυχος γυνή· πτοείται προ του μεγαλείου· ιλιγγιά προ της αθανασίας! Προτιμά την ελαφράν επίδειξιν, την εφήμερον λάμψιν από την αιωνιότητα. Κα! όμως ιδέτε την εκλεκτήν μου, ιδέτε την πιστήν μου Πομπηίαν! Ο πηλός των οδών αυτής στολίζει τα στήθη των ηγεμονίδων, και διά των σκουπιδίων αυτής κοσμούσι των βασιλέων τας αιθούσας. Τις θα ενεθυμείτο σήμερον το άσημον πολίχνιον των ναυτών και αλιέων, εάν δεν είχεν υπάρξει πιστή του Βεζουβίου μέχρι θανάτου, εάν δεν εξέπνεεν ασπαίρουσα υπό τας φλογεράς του περιπτύξεις;
Τοιαύτά τινα εβροντοφώνει ο Βεζούβιος προς την Νεάπολιν, ή — διά να είμεθα αληθέστεροι — τοιαύτα τινα εψιθύριζον εγώ προς την παρ' εμοί καθημένην Μάσιγγαν, η οποία, τελειώσασα το έργον του οδηγού, με ηρώτησε, πως μοι φαίνεται η προ των οφθαλμών ημών θέα.
Πάσα άλλη κόρη, και ίσως και αυτή η αναγνώστριά μου, ή δεν θα ενόει ευθύς αμέσως τι εστοχαζόμην διά των εικονικών τούτων υπερβολών, ή θα το ενόει μεν, θα έκαμνεν όμως ότι δεν το ενόησεν. Αλλ' η Μάσιγγα, όπως είχεν εξωτερικώς αχώριστον έτι την φύσιν της παιδός και της νεάνιδος, ούτως είχεν εν τω πνεύματί της το απροκάλυπτον και ανυπόκριτον της παιδικής απλότητος συνδυασμένα με την οξύνοιαν και την λεπτήν κρίσιν ωρίμου και δυνατής διανοίας.
— Ξεύρω διατί μου τα λέγεις αυτά! ανεφώνησε, σύρουσα πάλιν την φωνήν της ως χαϊδεμένον παραπονούμενον παιδίον. — Είναι ωραία, με φαντασίαν και με ποίησιν, αλλά δεν με αρέσουν.
— Διατί; είπον εγώ τότε, εξηγήσου.
— Χμ! απήντησεν εκείνη. Διατί; Διότι, διότι ξεύρω διατί μου το λέγεις. Και μετά τινα σιγήν επρόσθεσε κλαυθμηρά τη φωνή: — Εγώ ούτε ματαιόφρων, ούτε κούφος, ούτε μικρόψυχος είμαι, ως η ανόητος Νεάπολίς σου! Αλλά συ τέτοιος ήσουν πάντοτε. Πάντοτε μ' έπαιρνες για τ ρ ελ λ ο κ ό ρ ι τ σ ο!
— Τι συκοφαντία! ανέκραξα εγώ ανακαγχάσας, όπως προλάβω το κακόν, αλλά ήτο πολύ αργά! Η κόρη εγέλασε μεν μηχανικώς μετ' εμού, αλλά εκ των κανθών αυτής έλαμψαν δύο μεγάλα δάκρυα! — Ω, είπον τότε λυπημένος, ζητώ συγγνώμην! Εθύμωσες μαζί μου!
— Εγώ; εφώνησεν ευθύμως τότε. Τι ιδέα! Και εξέπεμψε μίαν σειράν των αργυροήχων εκείνων και θελκτικών τόνων, ους ο Θεός εχάρισεν αυτή αντί γέλωτος. — Εθύμωσα μαζί του! Τι ιδέα! — Και εγέλασεν εκ νέου.
Και εξηκολούθησε πάλιν ομιλούσα. — Μάλιστα, εθύμωσα! αυτό δεν το αρνούμαι. Αλλά εθύμωσα όχι μαζί σου, αλλά με τον Βεζούβιον. Με τον Γέρο — Βεζούβιόν σου, τον σκληρόν και απάνθρωπον μνηστήρα σου! Ακούς εκεί; Έκαψε μίαν, και τώρα προσπαθεί να κάψη μίαν άλλην! Και μετ' ολίγον ίσως μίαν άλλην και ούτω καθεξής! Σ' αρέσει αυτό; Και τι πταίει τότε η Νεάπολις αν δεν επιθυμή να πέση εις τα βρόχια του. Ακούς εκεί, αθανασία! Τέτοιαν αθανασίαν, που κάθε μια ημπορεί ν' αποκτήση — ας με λείπη καλλίτερα!
Τότε παρετήρησα ότι διά της ανοήτου παρομοιώσεώς μου όχι μόνον την κόρην προσέβαλον, αλλά και τον εαυτόν μου δεν εκαλοσύστησα. — Τι βλαξ όπου είμαι! είπον κατ' εμαυτόν, απορών πώς να επανορθώσω το λάθος μου.
— Αλλά δεν πειράζει! είπε τότε η κόρη, εννοήσασα την θέσιν μου. Ήτον ποίημα εκ του προχείρου, αλλά ποίημα που δεν επέτυχε. Διά τούτο λοιπόν δεν με αρέσει. Ένα άλλο! Κάμε ένα άλλο, έστω και εις το πεζόν καθώς αυτό, αλλά διάφορον, πολύ διάφορον. Και να ιδής πως θα με αρέση. Έλα λοιπόν! — ανέκραξεν επί τέλους ανυπόμονος, ωθήσασα διά της μικράς αυτής χειρός τον βραχίονά μου, εφ' ου εστήριζον σιωπηλώς την ανόητον κεφαλήν μου.
— Μάσιγγα, τη είπον τότε ανακύψας, συγχώρησόν με! Είμαι ο μεγαλείτερος βλαξ του κόσμου! Δεν θα δοκιμάσω ποτέ πλέον να κάμω ποιήματα, έστω και εις το πεζόν.
Εκείνη ανεγέλασε τότε μετ' ευθυμίας και:
— Καλά λοιπόν! είπεν, αφού είναι έτσι, θα σε κάμω εγώ το ποίημα που μ' αρέσει, αλλ’ όχι εις το πεζόν. Άκουσε!
Αχ, γονείς απηνείς, ποίαν θέλετε θυσίαν προς εξιλασμόν; Ο χρυσός, περισσός, δεν ποιεί την ευτυχίαν, την χαράν ημών.
Των πιστών εραστών η ακμαία κι' έμφρων ήβη επί γης αρκεί. Η χαρά σταθερά κι' εν ολιγαρκεί καλύβη μετ' αυτών οικεί!
— Μα εσύ λοιπόν είσαι το ανευρεθέν χειρόγραφον των στιχουργικών μου ανοησιών! Ανέκραξα εγώ. Πόθεν τους έχεις αυτούς τους στίχους;
— Πόθεν; Από τα Θεραπειά! Eνθυμείσαι πώς τους εμοίραζες ωσάν κόλλυβα εις όλας τας κυρίας; Άκουσε λοιπόν! Αν ζητήσης από αυτάς ένα ποίημά σου τώρα, όχι μόνον δεν το ξεύρουν απ' έξω, αλλ’ ουδέ γραμμένον το φυλάττουν. Πόσας είδα να τα πετούν, πριν τα διαβάσουν! Πόσαις να τα διαβάζουν και να σε περιγελούν, ενώ προ μιας στιγμής τα επαινούσαν διά τα μάτια και σε παρακαλούσαν να ταις τα δώσης γραμμένα! Εγώ ήμουν το τ ρ ε λ λ ο κ ό ρ ι τ σ ό σου. Πού μ' ελογάριαζες εμένα! Εν τούτοις όσα ποιήματα ήλθον εις της θείας, όλα τα ενθυμούμαι απ' έξω, όλα τα έχω φυλαγμένα. Όχι τάχα πως τα έπαιρνα κρυφά από την θείαν! Αλλ' αφού τα είχαν διά πέταμα, με άφινε να τα συνάζω, διά να κάμω εις τον πατέρα μου ένα δώρον, πολύ ευχάριστον δι' αυτόν, καθώς έλεγεν.
Αι ανωτέρω αποκαλύψεις, αν και ανεφέροντο εις στιχουργικάς αποπείρας καταδικασθείσας τώρα πλέον και παρ' εμού αυτού, επλήγωσαν τρομερά την φιλοτιμίαν μου. Εάν εμάνθανον ότι ενεπαίχθην άλλοτε υπό πονηράς τίνος κυρίας ενώπιον όλου του κόσμου, δεν θα με έμελεν. Αλλ' ενώπιον της Μάσιγγας! Να εμπαιχθώ ενώπιον της Μάσιγγας, αυτό με καθίστα μανιώδη. Και όμως ώφειλον να κάμω τον αδιάφορον. Διά τούτο ευθύς ως η κόρη ανέφερε τον πατέρα της, επωφελήθην την περίστασιν να τρέψω τον λόγον εις αυτόν, μεταβάλλων ανεπαισθήτως το θέμα μας.
— Και ο πατήρ σου, είπον, φαίνεται ότι αγαπά πολύ την ποίησιν. Χωρίς άλλο θα έχη αναγνώση πολλούς ποιητάς. Ορίστε;
— Ω, βέβαια! είπεν η κόρη, πολλούς πάρα πολλούς. Και ανέγνωσεν εις πολλάς γλώσσας, ως και εις την σανσκριτικήν.
— Ιδού αληθής εραστής ποιήσεως! — Ανέκραξα εγώ μετ' ενθουσιασμού. — Βέβαια! Διά ν' απολαύση όσον το δυνατόν περισσότερον ουρανόν εν τω μέσω της υλικής πεζότητος του βίου. Έπειτα και έν άλλο. Ο πατήρ σου δεν ομοιάζει τους αχαρίστους εκείνους, οίτινες τρώγουν τους καρπούς, χωρίς να ενθυμώνται το δένδρον. Ο πατήρ σου είναι φίλος και των ποιητών. Πού ηκούσθη να θέση τις ολόκληρον παλάτιον εις την διάθεσιν Έλληνος λογίου, μόνον και μόνον διότι είναι ποιητής; Αλήθεια ότι το παλάτιον ευρίσκεται εις τας Ινδίας, ότι ο Έλλην ποιητής θα εποχήται όχι επί της οδού Πατησίων, αλλά παρά τον Γάγγην. Τούτο όμως δεν μεταβάλλει τίποτε. Διότι και εν Αθήναις αν έζη ο πατήρ σου θα έκαμνε το ίδιον. Ορίστε;
— Βέβαια! — είπεν η κόρη σύρουσα την φωνήν ούτως, ως εάν εδίσταζε να εξακολούθηση την οποίαν ήρχισε φράσιν. — Διότι ο πατήρ μου... ο πατήρ μου... Αλλά καλλίτερα να μην το ειπώ. Θα το γνωρίσης όταν ελθης εις την Καλκούτταν.
Η επιφυλακτικότης εν τε τη φράσει και τη φωνή, η ατολμία εν τω βλέμματι της κόρης, διήγειρον εν εμοί παράδοξον αγαλλιάσεως αίσθημα. Χωρίς άλλο επρόκειτο, αλλά δεν ήθελε να μοι αποκαλύψη έτι την προ πολλού υποτρεφομένην προς εμέ αγάπην του πατρός της, και προ πάντων ιδιαίτερά τινα σχέδια τα οποία συνέλαβεν από της εν Αθήναις γνωριμίας μας. Χωρίς άλλο επρόκειτο περί τούτου! Διότι απλώς και ως έτυχεν ο πατήρ μιας κόρης δεν δίδει εις ένα νέον εν Αθήναις το επισκεπτήριόν του με την εν Καλκούττη διεύθυνσιν, ιδιοχείρως γεγραμμένην.
— Κάτι μου κρύπτεις, Μάσιγγα! — είπον τότε θερμώς και τρυφερώς ατενίσας τους ταπεινωμένους της κόρης οφθαλμούς. Μου κρύπτεις κάτι, το οποίον όμως εγώ γνωρίζω πλέον, και είμαι τόσω μάλλον ευδαίμων.
— Αλήθεια; — ανέκραξεν η κόρη διαπορούσα. — Και πώς το γνωρίζεις: Ε! τότε λοιπόν, τόσον το καλλίτερον! Δεν θα παραπονεθής κατ' εμού διότι δεν σου το είπα. Ξεύρε μόνον προς παρηγορίαν ότι έχει αυτό το καλόν ο πατέρας. Ποτέ δεν αναγινώσκει όταν ταξειδεύη. Τους κουβαλεί μαζί του, επειδή δεν ημπορεί να τους αποχωρισθή, αλλά δεν τους αναγινώσκει.
— Ποίους δεν αναγινώσκε; Ηρώτησα τότε εγώ, απορών πώς να εννοήσω τους λόγους της. Τους ποιητάς δεν αναγινώσκει;
— Όχι! απήντησεν η κόρη, τους στίχους. Τους στίχους όπου κάμνει.
— Πώς; ανέκραξα τότε εκπεπληγμένος. Ο πατήρ σου λοιπόν κάμνει στίχους;
— Μ' ερωτά εάν κάμνη! Και δεν είπες εσύ πως το γνωρίζεις; Πώς γνωρίζεις το κάτι που σου κρύπτω;
— Χμ! — είπον εγώ τότε συνωφρυωμένος.
— Αυτό λοιπόν ήτο; Λοιπόν ο πατήρ σου κάμνει στίχους!
— Ακούς εκεί εάν κάμνη! — απήντησεν εκείνη μετά τόνου δι' ου εφαίνετο οικτείρουσα εμέ μάλλον ή την άγνοιάν μου. — Ακούς εκεί εάν κάμνη! Και π α ρ α κ ά μ ν ε ι μάλιστα. Δεν είδες τα πολλά κιβώτια; τινά εξ αυτών είναι γεμάτα από μεμβράνας. Μόνον εις μεμβράνας τους γράφει. Και τούτο δεν είναι κυρίως το κακόν, όσον είναι η επιθυμία του να τ' αναγινώσκη εις τους άλλους.
— Ω! συμφορά μου! εσκέφθην τότε.
— Εν τούτοις — εξηκολούθησεν η κόρη — χωρίς άλλο το κακόν αυτό θα έβγη για καλό. Χωρίς άλλο θα ωφελήση. Κανείς δεν τολμά πλέον να μας επισκεφθή εις την Καλκούτταν. Τόσω μάλλον θα σας εκτιμά, τόσω μάλλον θα σας αγαπήση, όσω μάλλον θα είσθε ο μόνος ακροατής του.