Part 12
Θυμάσαι τι λέγαμε στο χωριό; Αυτό θα σου πη κάθε φρόνιμος πατριώτης και δω, αν του ανοίξης ομιλία για τους λαμπρούς αυτούς αμανίτες. «Ας είναι καλά, φίλε μου, αι ατομικαί επιχειρήσεις· ειδεμή η Κυβέρνησις...» — Και τι την έχετε λοιπόν τέτοια Κυβέρνηση; πώς δεν κάμνετε το λαό να σας διαλέγη πιο προκομμένη Κυβέρνηση; — «Χα, χα! θα φωνάξη τότες ο πατριώτης. Δε μας έμαθες, καθώς βλέπω, ακόμα· να μείνης μαζί μας λιγάκι, να μας μάθης καλλίτερα.
Και σαν ταποφασίσης και μείνης έξη μήνες, ένα χρόνο, πέντε χρόνια, θα μάθης αυτό που βλέπεις και τώρα. Ο ένας να τα φορτώνη του αλλονού. Ο καθένας να κυνηγάη τη δουλειά του, κ' οι μεγαλήτερες οι δουλειές εδώ γίνουνται στα πολιτικά. Ο καθένας να βγάζη το ψωμί του, και το πιώτερο το ψωμί βγαίνει από κει που έπρεπε να πηγαίνη. Στη μέση κοίτεται η εθνική η μελόπηττα, και τριγύρω σωριάζουνται οι πεινασμένες οι σφίγγες και τη βυζάνουν. Καθένας και το κεντρί του, και το κεντρί αυτό είναι το &Εγώ& του Ρωμιού.
Ο λαός αυτός, που τονε βλέπεις τώρα και θαρρείς πως παράκμασε, και πως έχασε τον ηρωισμό του, μην το θαρρής. Ο ίδιος είναι, και πάντα ο ίδιος. Παλικαριά όση θέλεις, εγωισμός άλλος τόσος. Η παλικαριά με τα θάματά της τον έδιωξε τον Τούρκο απ' αυτά τα βουνά· όταν όμως έμεινε η παλικαριά μοναχή με τον εγωισμό, από τα μαλλιά λες και πιάστηκε μαζί του, κ' έπεσε μονομιάς κάτω λαβωμένη, αφανισμένη. Πήρε τότες απάνω του ο Εγωισμός, και καλοθρονιάστηκε μέσα στην καρδιά του Ρωμιού. Πού να βρεθή λεβέντης να την ξανασηκώση, να την ξαναδοξάση την πεσμένη παλικαριά! Είχαμε μερικούς προστάτες, είχαμε δυο τρεις φίλους. Και σα να γύρευαν κι αυτοί το κακό μας, κάθε τρόπο κάμνανε να το θρέφουν το τέρας που καταπόνεσε τη μεγάλη μας αρετή, κάθε τρόπο να το θεριεύουν. Και για να μην τύχη και τα μέλλοντα μας σταθούν τυχερώτερα, και ξαναβλαστήση παλικαριά κι αρετή στη ψυχή μας, μας ρίξανε στη μέση τη μυριοκαμάρωτη αυτή τη μελόπηττα, που τη λένε «Σύνταγμα».
Και τώρα τη βρήκαμε θαρρώ, τη φύτρα της περίφημης αυτής «πολιτικής διαφθοράς», που όλη μας τη ζωή την ακούμε. Ένα είδος &δασκάλοι& μας την έφτειαξαν και δω. Στη φιλολογία είχαμε τους δασκάλους της γραμματικής, εδώ της πολιτικής. Πήρανε μερικά βιβλία, μεταφράσανε νόμους, άρθρα, Συντάγματα, τάδωκαν της Βουλής, τα παίρνει η Βουλή και τα κενώνει στη χώρα, από Ρωμιοσύνη να γίνη Ευρώπη πολιτισμένη. Χάρη όμως νάχουμε στον εγωισμό μας, που οι σοφοί μας οι δάσκαλοι τηλεσκόπι δεν είχανε να τον ανακαλύψουν, αντίς Ευρώπη καταντήσαμε θηριοτροφείο.
Τίποτις και καλά να μη μείνη δικό μας, εθνικό μας χτήμα, ως μήτ' αυτό το &Κοτζαπασιλήκι&, που το κάτω κάτω μας γλύτωσε από αξέχαστα βάσανα! Όλα μας από την αρχαιότητα κι από την Ευρώπη φερμένα! Και τώρα ρωμαίικο άλλο δε μένει παρά το &Εγώ&, λεύτερο, απαιδαγώγητο, αχαλίνωτο. Με μόνη την ελπίδα πως ίσως κ' η κοπριά που σήμερα μανιτάρια μονάχα μας θρέφει, βγάλη και θρέψη το μεγάλο το βαθιόρριζο, το μυριόκλωνο το δέντρο που θα μας σκεπάση με τον καλορρίζικό του τον ίσκιο. Το Λεβέντη, που θα προβάλη μια μέρα από το παλάτι εκείνο και θα μας πη:
«Το έθνος έκαμε λάθος θανάσιμο τότες που θάρρεψε πως τον αποτέλειωσε τον προορισμό του. Προορισμός και σκοπός του είτανε να την καθαρίση όλη τη χώρα από το μίασμα της σκλαβιάς, και να το ξαναστήση το Κράτος που κι από αίμα κι από δικαίωμα του ανήκει. Μόλις λευτερώθηκε όμως ένα παράμερο της Ρωμιοσύνης λουρί, κι αμέσως το βαφτίζουν «Ελλάδα», και την άλλη τη χώρα την αφίνουν ενός Σουλτάνου βοσκή, να βγαίνη και να κυλιέται στο αίμα! Τους ξέχασαν τους αδελφούς τους τα παλικάρια που για δαύτους σηκώθηκαν, και τονειρεύτηκαν πως δίχως εκείνους έθνος θα γίνουν, εθνικό μεγαλείο και πλούτο θαποχτήσουν, δόξα εθνική θα τους λαμπρύνη! Το ξέχασαν το ιερό το χρέος που οι προγόνοι τους δίδαξαν, και σα να ξημέρωσε η μέρα που τόσοι αιώνες ολοσκότεινοι λαχταρούσαν, άρχισαν κ' έστηναν παλάτια μαρμάρινα, θέατρα και Πανεπιστήμια και Βουλές, σα να μην αναστέναζαν ακόμα μέσα στης σκλαβιάς την ταπείνωση χιλιάδες αμέτρητες!
Έρχουμαι, (θα πη ο Λεβέντης), παλικάρια, να σας ξυπνήσω, και να σας φέρω στο μέγα το έργο που γραφτό σας είναι να κάμετε. Έρχουμαι να σας ξεμεθήσω από τη χαρά σας γι' αυτό το λίγο που έγινε γι' αυτή την τρύπα που λευτερώθηκε, μα που για έθνος μεγάλο δε σώνει, επειδή σε τέτοια τρύπα μέλλον εθνικό δεν μπορεί να χωρέση. Αφήστε τα τα συντάγματα, τα θέατρα, τις φιλολογίες και τις γραμματικές. Αυτά είναι λούσα που ένα έθνος τα συλλογιέται όταν έχη όλο το είναι του. Γυρίστε, παλικάρια μου, στο τσαρούχι, στην κάπα και στο μαύρο ψωμί. Γυμναστήτε πάλι σταγαπημένα σας τάρματα, και λάτε μαζί μου. Ή έθνος μεγάλο να γίνουμε, που κ' η καρδιά μας, κι ο νους μας μαζί του να μεγαλώση, κι από ψεύτικα κι άτιμα κέρδη να γυρεύη λαμπρές κι αντρίκιες τιμές, ή να γυρίσουμε στη σκοτεινή τη σκλαβιά, που μ' όλο το αίμα της και μ' όλη της την ταπείνωση, είναι πιο καλότυχο πράμα από τις ατιμίες που μια φορά ένας Γεροδήμος πολεμούσε να τις βγάλη στον ήλιο, και μήτε μέρος δε μας ιστόρησε».
Αυτά θα μας πη ο μεγάλος ο Λεβέντης, το καμάρι της Ρωμιοσύνης, και τότες ίσως την προλάβη το έθνος την καταστροφή που του ετοιμάζουμε εμείς από τη μια με το βαρύ το μεθήσι, κι από την άλλη ο αχόρταγος ο Σλαβισμός, που για κακή μας τύχη δεν έχει μήτε Τούρκου ακαμωσιά.
Ι' ΜΕΓΑΛΟΣ ΝΟΥΣ
Περπατώντας στο δρόμο, περπατούσαν κ' οι στοχασμοί, κ' ίσως πήγαν πολύ μακριά, σταφανέρωτα μέσα τα μέλλοντα! Και παρά λίγο να σκουντουφλήσουμε, — όχι σ' αυτήν εδώ την κοπέλλα, που ίσως προσμένει ένα γλυκό σου χαιρέτισμα, και δίχως να το συλλογιέται, σε προσκαλεί να της δώσης έναν αληθινόν πατριώτη, έναν ήρωα που ν' ακολουθήση το βασιλικό μας Λεβέντη στην εκστρατεία του! Μόνο πήγαμε να σκουντουφλήσουμε απάνω σ' εκείνον με τον αψηλό τον κολλάρο, που χωρατά δε σηκώνει. Γιατί είναι &Μεγάλος νους&.
Γεμάτη η Αθήνα τέτοια μεγάλα κεφάλια, που περπατώντας, τρώγοντας, ή και ρουχαλίζοντας, βρίσκουν πως η Φύση τούς έχει πλασμένους για ν' αφήσουν &πάτημα& μέσα στην ιστορία. Άλλος σε τούτο το στοιχείο της δόξας, άλλος σ' εκείνο.
Η ζωή τους είναι μαρτύριο κι αυτή μεγάλο σαν το κεφάλι τους. Το ξέρουν, το λέει κατιτίς μέσα τους πως είναι γεννημένοι για να μιλούνε, να γράφουνε, να κυβερνούν, κι ως τόσο ο κόσμος να τους νοιώση δε θέλει, δεν τους φυσάει ο καιρός. Περπατούν, περπατούνε με ξερό ραβδί στο χέρι, κι όλο γεννούνε μεγάλες ιδέες. Μα έρχεται ο κόσμος κατόπι, και παίρνοντας το δρόμο του τις πατάει και λάσπη τις κάνει. Αποκάμνουν τότες κι απελπίζουνται, πέφτουνε θύματα της μεγαλωσύνης τους, και πεθαίνουν της πείνας οι πιώτεροι. Να δουλέψουνε, θα μου πης. Μα πώς να δουλέψουν οι Καβούρηδες, που έπρεπε αυτοί χιλιάδες νάχουν αποκάτω τους και να τους προστάζουνε! Πώς να συλλογιούνται ψωμί οι Ντάντηδες, που μ' ένα όνειρο θρέφουνται! Οι Βολταίροι, που έπρεπε να τους χαρίζη του πουλιού το γάλα ο Τόπος!
Είναι όμως σόγι που μονομιάς πάλι δεν απελπίζεται. Και γιατί ν' απελπιστή εύκολα, που, ας είναι καλά, η συνταγματική μας μελόπηττα, πολλών Καβούρηδων ήρθε η ώρα τους, και με το γάντζο σκαλώσανε στο καράβι και μπήκανε να κυβερνήσουν κι αυτοί. Ας είναι καλά ο δασκαλισμός, πολλοί Ντάντηδες ανέβηκαν τον Παρνασσό σαν τα γίδια, και πολλοί Βολταίροι τιναχτήκανε στον αέρα σα ροκέτες, κ' έσβυσαν πάλι, και πέσανε μαύρη στάχτη απάνω στο χώμα.
Πήγαινε, αν τολμάς, και ρώτηξε το φίλο τι δουλειά κάνει. Πάρε τον, αν τολμάς, για μεγάλο Βούλγαρο, Φράγκο, Κινέζο, όποιον άλλον ξέρεις πως δουλεύει με το μεγάλο κεφάλι του. Θα σε λυπηθή που τον πήρες για άνθρωπο, κι όχι μεγάλο νου. Δε θα καταδεχτή να θυμώση μαζί σου. Θα συλλογιστή και θα πη, τι να προσμένη από έθνος με τέτοιους κουτούς σαν και λόγου σου, που φαντάζουνται πως πρέπει ένας Μεγάλος Νους να δουλεύη! Θ' απορέση που δεν έχεις τόση γνώση που να νοιώθης πως το Μεγάλο το Κεφάλι ανάγκη να δουλεύη δεν έχει. Καθίζει στο γραφείο, κι αμέσως γεννάει το κοντύλι του προσταγές, νόμους, σονέττα, δράματα, ιστορίες, παραμύθια. Είδος μηχανή που βγάζει σουζούκια. Μια και δοθή αφορμή στη μηχανή να γυρίση, κ' έρχεται η &Δόξα&, η θεά που τραβάει κατόπι της όλο αυτό το κοπάδι, φορτωμένη δάφνες και μεγαλεία. Μη βλέπης που πηγαίνει στο σπίτι του και ξαπλώνεται πεινασμένος. Έρχουνται τα όνειρα και τονε χορταίνουνε με το ουράνιο το μάννα τους. Μη βλέπης πως χάνει ο Τόπος δυο χέρια που μπορούσανε να του φυτέψουν ένα κρομμύδι. Μια τέτοια ζημία δεν είναι τίποτις μπρος ταθάνατα τα δώρα που μας ετοιμάζει το Μεγάλο το Κεφάλι.
ΙΑ' ΠΑΡΑΤΑΞΗ
Σκοπεύω να σε φέρω σε μια παράταξη τώρα· να τηνε δης την Αθήνα σε μεγάλο πανόραμα. Είναι όμως κάμποσος περίπατος από δω, κι ώσπου να φτάσουμε, να σου ξηγήσω με λίγα λόγια το τι συλλογιούμαι.
Συλλογιούμαι πως όσοι από ταμάς είπαμε και γράψαμε πως δεν έχει &βάθος& ο ρωμαίικος ο χαραχτήρας, πως του λείπει ο αληθινός ο ενθουσιασμός, το θρησκευτικό εκείνο το χρώμα που διακρίνει του Βορεινού του λαού την κάθε ιδέα, την κάθε αγάπη, και πως γι' αυτό και &Τιμή& τι πάει να πη δεν το καλονοιώθουμε, όσοι τα ψυχολογήσαμε όλ' αυτά, δεν τον αναλύσαμε τον εθνικό χαραχτήρα καθώς του άξιζε, και τον αδικήσαμε. Δεν είναι πως δεν έχει τη δύναμη να τα νοιώση και να τα λατρέψη τα ευγενικά αυτά προσόντα ο Ρωμιός. Δεν είναι πως δεν έχει το βάθος που τους χρειάζεται να ριζώσουνε μέσα του. Είναι που ο νους του καταπονέθηκε από τον παντοδύναμο τον εγωισμό. Κοίταξε το &Μεγάλο εκείνο το Noυ&. Κοίταξε τι πίστη, την έχει στον εαυτό του! Κοίταξε με τι ενθουσιασμό προσμένει τη δόξα! Με τι θρησκεία λατρεύει το μεγαλείο του! Πόση δύναμη ορισμένη για μεγαλήτερους κι αψηλότερους στοχασμούς δε σπαταλιέται στου τυφλού του εγωισμού τις παραξενιές! Τι δεν μπορούσε να κάμη ένας νους που είναι καλός τρεις μέρες να τυραννιέται γράφοντας δυσκολοχώνευτους στίχους, πλέκοντας ανωφέλητα εγκώμια, ή κυνηγώντας τιποτένια ρουσφέτια, — τι δεν μπορούσε να κάμη αν ξεχνούσε τον εαυτό του, και θυμούνταν το ταλαίπωρο το έθνος που τίμιους κι αυταπάρνητους εργάτες με το λυχνάρι γυρεύει, κ' έναν δε βρίσκει!
Όχι, το βάθος τόχει, τον ενθουσιασμό τον έχει, τη &θρησκεία& κάθε αγάπης την έχει. Είναι τη λησμονησιά του &εγώ& που δεν έχει.
Να τις ως τόσο κ' οι Κολόννες του Κοτζάμπαση του Ολύμπου, που μ' αθάνατους Θεούς είχε να κάμνη, και πάλι Σύνταγμα δεν τους έδινε! Εδώ είναι που μπορείς να καθίσης, και ζωντανή να την κάμης με τα λόγια την αρχαιότητα. Εδώ είναι που θα βάλη το έθνος το πιο γλυκόφωνό του παιδί να λαλήση και να του ξηγήση τι λεν αυτά τα γαλάζια τα βουνά γύρω, αυτοί οι κάμποι, αυτές οι πέτρες! πού να τη βρούμε τώρα τέτοια δύναμη και φωνή! Από πού να φανερωθή τέτοιος θείος Μεσσίας, κι αν φανερωθή, σε τι γλώσσα να μας λαλήση, και ποιο Θεό να λατρέψη!
Το βλέπεις το πλήθος εκείνο που ξεχύνεται από κάθε πλευρά και ξεκινάει καταδώ, και μαζεύεται γύρω στις αθάνατες τις Κολόννες; Μη νομίζης πως να διαλέξη πηγαίνει κανέναν τέτοιο Μεσσία! Πηγαίνει να γλεντίση, και τίποτις άλλο.
Να τους κάμουμε, με τα κρυφά τα μάγια του νου, σε παράταξη να περάσουν ομπρός μας, και να τους δούμε. Όλης της Αθήνας την εικόνα με μιας να την πάρουμε. Να γλεντίζουν οι Αθηναίοι, και μεις αθώρητοι να τους ζωγραφούμε.
Κοίταξε που άρχισαν κιόλας! Περνάει το πρώτο το τάγμα, φάλαγγα πυκνή και με πέννες αρματωμένη. Είναι οι Δάσκαλοι οι γραμματικοί, οι πατέρες της κορακίστικης. Μέρα και νύχτα παιδεύουνται να φράξουν του λαού το στόμα που τους προδίνει, κι αυτό πάλι σκάνει αν δε μιλήση!
Άλλοι δάσκαλοι το δεύτερο το τάγμα. Δάσκαλοι πολιτικοί, που διαβάζεις τα μεγάλα τα λόγια τους, και ξεχνάς τα μικρά τα καμώματά τους.
Μεγάλο τάγμα το τρίτο, κι ατέλειωτο. Υπάλληλοι ονομάζουνται στη γλώσσα την κορακίστικη· όνομα στη ρωμαίικη δεν έχουν, επειδή του κάκου τους φωνάζει το κλαδευτήρι, ταλέτρι και το σφυρί.
«Φοιτηταί» είναι το τάγμα που έρχεται τώρα. Έπρεπε ο καθένας τους να μένη «φυτευτής» στο χωριό του.
Μην το κακοβλέπης το πέμτο το τάγμα. Είναι Τραμπούκοι. Καλοί πατριώτες, που έχασαν τα νερά τους. Τούρκους να πολεμήσουν αν είχαν, δαφνοστεφάνωτοι θα περνούσανε τώρα.
Πέρασέ το με μια ματιά το έχτο το τάγμα. Είναι Πραματευτάδες και παντής λογής δουλευτάδες, που τότε μόνο συλλογιούνται τα χάλια του τόπου, όταν ανεβαίνη το κάμπιο, ή πλερώνουνε φόρους.
Οι «Δημοσιογράφοι» διαβαίνουν τώρα. Τους πέρνει τους δύστυχους ο δασκαλισμός από τη μια, κ' η Ρωμιοσύνη από την άλλη, κι όταν τους διαβάζης, είναι να τους λυπάσαι.
Εύκολα το ξεχωρίζεις τόγδοο το τάγμα από την πολεμική τους στολή· μόνο που μαζί με τις Αφροδίτες δεν κυνηγούνε και δόξα!
Το τάγμα που τώρα περνάει έπρεπε με τους Τραμπούκους να πάη. Είναι μαχαιροβγάλτες, παλικάρια που στάδιο δεν τους ανοίγ' η πατρίδα να τρέξουν. Τρέχουνε στους δρόμους και μαχαιρώνουν, περνούν από τις δίπορτες φυλακές μας, και βγαίνοντας, ξαναμαχαιρώνουν.
Χαιρέτησε τώρα με σέβας. Είναι οι αβοκάτοι αυτοί που περνούν, οι αστυνόμοι, οι δικαστάδες, κ' οι παρόμοιοί τους. Είναι του νόμου οι κλειδοκράτορες, και της δικαιοσύνης οι δεσποτάδες. Οι νόμοι τους είναι σε βιβλία κλεισμένοι, και μήτε τη Μεγάλη Παρασκευή, μαζί με τον Επιτάφιο δε βγαίνουνε.
Ακολουθάει και δωδέκατο τάγμα, που ίσως έπρεπε νάρχεται πρώτο. Ίσως για ν' αληθέψη το ρητό, «οι πρώτοι έσχατοι και οι έσχατοι πρώτοι».
Φίλε μου και Κληρονόμε, την είδαμε την «Ελλάδα» σ' όλη της τη δόξα την τωρινή. Την είδαμε ολόγυμνη, μ' όλα της τα ψεγάδια, κι όχι για να γελάσουμε, μόνο να δούμε αν αυτά τα ψεγάδια τής έχουνε στρεβλωμένη την ομορφιά, ή να μην είναι της επιφάνειας ψεγάδια, ίσως της αλυσίδας σημάδια. Η ομορφιά του κορμιού της δε χάθηκε, όχι· και μήτε θα λείψη, όσο αναπνέει και ζη. Όλοι αυτοί που τους είδες παραταγμένους, όλοι τους είναι Ρωμιοί. Το αίμα της ηρωικής τους της εποχής σ' εφτά δεκαριές χρόνια δεν μπορούσε να ξεθυμάνη. Τέτοιο αίμα εύκολα δεν αφανίζεται μέσα σ' ένα καφκί φράγκικο τσάι, μήτε σ' ένα ποτήρι δασκαλήσιο νερό. Το έθνος έχει ακόμα μεγάλη δουλειά να κάμη, κ' έχει τη δύναμη να την κάμη. Το νοιώθει μες στην καρδιά του πως του χρειάζεται γης και θάλασσα να ξαπλώση τη δύναμή του και τη ζωή του. Αυτά τα ψεγάδια που είδες, τα πιώτερα είναι &απόδειξη& πως το έθνος ζη. Αγριομαθημένο από τα έρμα του τα βουνά, το κατεβάσανε σε Βασιλικό περιβόλι, και μήτε με κάγκελα δεν το τριγυρίζανε. Τι άλλο περίμενες παρά γης Μαδιάμ μέσα σε κείνο το περιβόλι!
Όταν το έθνος δεν έχει όλη τη γη του κι όλη τη θάλασσα, χίλια συντάγματα και χίλιες γραμματικές να το βγάλουνε δε σώνουν από την ηρωική του την εποχή. Το πολύ το κάμνουν και στη λαχτάρα του απάνω κυνηγάει τύχη και καλοπέραση, εκεί που δε βγαίνει παρά φτώχεια, ταπείνωση και κακομοιριά.
Κυνηγάτε ίσκιους, καλοί Αθηναίοι! Είναι κι αυτό κατιτίς. Εμείς οι Τουρκομερίτες μήτε ίσκιους δεν κυνηγούμε! Κυνηγάτε, και μην ξεχνάτε την τέχνη, και βρεθήτε ανετοίμαστοι όταν έρθη τ' αληθινό το Μεγάλο το Κεφάλι, και σας βάλη και κυνηγάτε την αθάνατη τη Δόξα της Αρετής, της παλικαριάς, της λησμονησιάς του Εγώ.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Φίλτατε Κληρονόμε μου, σ' έφερα, πάλι στο μοναχικό μου καλύβι, κι αφήσαμε το ταξίδι μας, ίσως απότομα κι άξαφνα· μα να σου πω το γιατί.
Αφού κάθισα εψές κ' έγραψα το σεριάνι μας στις Κολόννες, έγυρα κι' ακκούμπησα το λευκότριχό μου κεφάλι σ' αυτή την άγια την πέτρα που ξέρεις, ν' αναπαυτώ. Και με πήρε ύπνος κ' είδα παράξενο όνειρο. Είδα πως φάνηκε και στάθηκε στο κατώφλι ο γέρο-Βασίλης, κρατώντας από το χέρι κάποιον άλλον που δε φαινότανε, γιατί στέκουνταν απ' έξω. Και σα στάθηκε και με κοίταξε, χαμογέλασε και γύρισε προς το σύντροφό του απ' έξω, κ' είπε: «Καιρός του είναι πια να μας έρθη».
Και ξύπνησα αμέσως τρομαχτικά. Κι άρχισα και συλλογιούμουν πως κάτι σημαίνει αυτό τόνειρο. Τάχα να μην έκαμνα το χατίρι τους και με φωνάζουνε πριν αποτελειώσω; Τάχα να την αποτέλειωσα τη δουλειά μου; Θεός το ξέρει. Είχα πολλά κρυμμένα στο νου μου και στην καρδιά μου, και δε σου φανέρωσα μήτε τα μισά.
Δίχως άλλο αύριο φεύγω. Ίσια στ' Άγιο Όρος Θα ξεκινήσω. Εκεί θα τις βρης αυτές τις Φυλλάδες, αυτό το αίμα που έσταξε από τις μισόστεγνες φλέβες μου. Ίσως, σαν τα διαβάσεις αυτά τα χαρτιά και τα κάμης δικά σου, τα κρίνης άξια να διαβαστούν κι από άλλους, με την ελπίδα να βρεθή δυνατώτερο χέρι και βάψη την πέννα του μέσα στο αίμα του Γεροδήμου, και γράψη τα λόγια που θα το ξυπνήσουν το Έθνος, και θα το φέρουνε στο μεγάλο το δρόμο.
ΤΕΛΟΣ
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Σελ
Πρόλογος του κληρονόμου................. 5 Πρόλογος του Γεροδήμου . ............... 9
ΠΡΩΤΗ ΦΥΛΛΑΔΑ
ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΜΟΥ ΧΡΟΝΙΑ
Α' Μάννας γυιος........................ 13 Β' Πρώτες αγάπες και πρώτοι πόνοι...... 17 Γ' Πρώτη λαχτάρα....................... 22 Δ' Σκολειό............................. 24 ς' Καρά Κολ, Χαζίρ ολ.................. 26 Ζ' Στην εκκλησιά....................... 28 Η' Πρωτοχρονιά......................... 31 Θ' Προκοπή............................. 34 ΙΑ' Σκουλαρίκι να το κρεμάσουν......... 39 IB' Ένα όνειρο......................... 44 ΙΓ' Όξω ............................... 46 ΙΔ' Στο Μεσοβούνι...................... 49 IB' Στον γκρεμνό ...................... 55 Ις' Πιάστηκε! ......................... 60 ΙΖ' Λαχτάρες και δουλειές.............. 62 ΙΗ' Φαντάσματα ........................ 64 ΙΘ' Πού ακούστηκε...................... 66 Κ' Ξαπλωμένος ........................ 69 ΚΑ' Χαλασμός κόσμου.................... 71 KB' Δυο λόγια ακόμα.................... 74
ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΥΛΛΑΔΑ
ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ
Α' Στην «Ακρόπολη» του χωριού.......... 79 Β' Μπραΐμης............................ 89 Γ' Δυο λόγια πρι να ταξιδέψουμε στο χωριό .............................. 99 Δ' Στου Μπέη.......................... 103 Ε' Στην απάνω την Αγορά .............. 108 Η’ Η ομιλία του Χουσεήνη ............. 116 Ζ' Στην κάτω την Αγορά................ 120 Η' Κόλαση και Παράδεισος.............. 127 Θ' Λίγες ματιές....................... 133 I' Ρωμιοπούλες........................ 138 ΙΑ'Η θεια Γιαννούλα................... 149 IB' Η νοικοκερά....................... 156 ΙΓ' Φτάνει μας το χωριό .............. 160
ΤΡΙΤΗ ΦΥΛΛΑΔΑ
ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ
Α' Στο γιοφύρι........................ 165 Β' Εθνικές ιδέες. . . .:.............. 168 Γ' Η καλή μας η μάννα................. 173 Δ' Τα γράμματα........................ 176 Β' Η Ξανθομαλλού κι' ο Μαυριδερός..... 179 ς' Ένα σαλέπι......................... 182 Ζ' Έν' ανέλπιστο παραμύθι............. 185 Η' Ένας Έλληνας κ' ένας Έλλην......... 191 Θ' Στ' άη Γρηγόρη..................... 194 Ι' Λίγα λόγια της Αγιωσύνης του ...... 196 ΙΑ' Στο Ταξίμι........................ 200 IB' Στου φίλου που όνομα δεν του βρίσκω............................ 204
ΤΕΤΑΡΤΗ ΦΥΛΛΑΔΑ
ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ
Α' Στην Ακρόπολη...................... 211 Β' Στο παλάτι......................... 218 Γ' Ένας βασιλιάς χωριάτικα ντυμένος... 220 Δ' Ο Παναγής Καλογιάννης.............. 225 Ε' Έξω από το Πανεπιστήμιο............ 237 ς' Και λίγη φιλολογία με τον καφέ..... 241 Ζ' Η μια μεριά ενός παραμυθιού........ 247 Η' Η άλλη η μεριά του παραμυθιού...... 252 Θ' Στο δρόμο.......................... 258 I' Μεγάλος νους....................... 263 ΙΑ' Παράταξη.......................... 266 Επίλογος.............................. 272
Λάθη
Έμειναν κάμποσα λάθη αδιόρθωτα, καθώς Αθήνα, αντίς Αθήνα, Ρωμιοσύνη αντί Ρωμιωσύνη, καθίσω αντί καθήσω, κτλ. Ας τα παραβλέψη ο αναγνώστης.
Άλλο βιβλίον του Αργύρη Εφταλιώτη
ΝΗΣΙΩΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ . Δραχ. 2
Τιμάται δραχ. 2.50
Τυπογραφείον Εστίας, Αθήναι — 1497
End of Project Gutenberg's Gerodimos Pamphletes, by Argyris Eftaliotis