Διηγήματα

Part 2

Chapter 2 0 words Public domain Markdown

Ο Λιάκος εμειδίασεν, αλλ' ο Κ. Πλατέας ωσάν να ησθάνθη είδος ζηλοτυπίας διά την δοθείσαν εις την εξαδέλφην προτίμησιν.

— Αφού την θέλεις και σε θέλει, επανέλαβε μετά τινα διακοπήν των ερωταποκρίσεων, διατί δεν την ζητείς εις γάμον;

— Την εζήτησα. Προ μιας εβδομάδος έστειλα την εξαδέλφην μου εις τον Κ. Μητροφάνην. Αλλά...

— Τι αλλά; Πού θα εύρη καλλίτερον γαμβρόν; Δεν ηρνήθη!

— Όχι, δεν ηρνήθη, αλλ' έθεσεν όρον, ο οποίος δεν ειξεύρω πότε θα εκπληρωθή, και εν τω μεταξύ δεν θέλει να βλεπώμεθα. Προ δέκα ημερών δεν την είδα, έστω και μακρόθεν. Ώστε εννοείς τώρα διατί σήμερον με τόσην συγκίνησιν...

— Τι είναι ο όρος του; υπέλαβεν ο Κος Πλατέας.

— Να περιμένω μέχρις ου αποκαταστήση την πρωτότοκον θυγατέρα του. Δεν θέλει να νυμφευθη ή ν' αρραβωνισθή η νεωτέρα προ της μεγαλειτέρας.

— Κακή δουλειά, φίλε μου! Φοβούμαι ότι θα έχης να περιμένης πολύ. Δύσκολα θα τον εύρη η μεγάλη. Αλλ' όμως όλα γίνονται, ώστε μη απελπίζεσαι.

Ο Διάκος εσιώπησε πλήρης προφανούς μελαγχολίας.

— Και όμως, επανέλαβε μετ' ολίγον, είναι θησαυρός η νέα, και ας είναι άσχημη! Δεν υπάρχει επί γης ψυχή αγαθωτέρα! Παρεκάλεσε θερμώς τον πατέρα της να μετατρέψη την απόφασίν του, τον εβεβαίωσεν ότι δεν θέλει να υπανδρευθή, ότι άλλο δεν επιθυμεί ή να τον γηροκομήση εκείνον και ν' αναθρέψη τα τέκνα της αδελφής της. Αλλ' ο γέρων είναι αδυσώπητος. Όταν βάλη τίποτε εις τον νουν του, ετελείωσε!

Του Λιάκου η γλώσσα ελύθη. Μεθ' όσης συντομίας απεκρίνετο εις τας ερωτήσεις του φίλου του λαλών περί του έρωτός του, μετά τοσαύτης ήδη αφθονίας λόγου παρεξέτεινε το εγκώμιον της πρεσβυτέρας θυγατρός του Κ. Μητροφάνους. Ίσως ούτως απεζημίωνεν αυτός εαυτόν, καθόσον ομιλών περί εκείνης, ωμίλει περί της νεωτέρας αδελφής. Έθιγε πλαγίως το αντικείμενον, περί του οποίου συνεστέλλετο να λαλήση απ' ευθείας.

— Είναι άγγελος καλοσύνης, εξηκολούθει λέγων. Λατρεύει την αδελφήν της. Έχει δι' αυτήν και μητρός τρυφερότητα. Πράγματι δε αντικατέστησε την μητέρα της, αφότου ωρφάνευσαν. Αυτή κυβερνά την οικίαν. Και πώς την κυβερνά! Η εξαδέλφη μου λέγει ότι δεν είδε ποτέ αλλού τόσην τάξιν, τόσην ευπρέπειαν... Και μη αμελή τα άλλα χάριν των οικιακών φροντίδων; Ολίγαι Ελληνίδες ανέγνωσαν και γνωρίζουν όσα αυτή. Α, ως προς τούτο ο Κ. Μητροφάνης είναι άξιος παντός επαίνου! Ανέθρεψε λαμπρά τας θυγατέρας του. Δεν πταίει εκείνος, εάν η ωραιότης δεν εμοιράσθη εξ ίσου εις αυτάς, αλλά το κάλλος της ψυχής το έχουν εξ ίσου και αι δύο... Είναι θησαυρός και η μεγαλειτέρα! Ευτυχής όστις την αποκτήση σύζυγον!

Ο Κ. Πλατέας ήκουε κατ' αρχάς με απορίαν την αιφνίδιον του φίλου του ευγλωττίαν. Βαθμηδόν η απορία μετεβλήθη εις στενοχωρίαν. Συνέλαβε την ιδέαν μήπως... Αλλά δεν ήτο άνθρωπος να κρύπτη ό,τι ήρχετο εις τον νουν του. Εστάθη εις το μέσον του δρόμου διακόψας και τον περίπατον και την ομιλίαν του Λιάκου και στραφείς προς αυτόν,

— Τι μου τα λέγεις αυτά; τον ηρώτησε. Τι μου την εγκωμιάζεις; Μη έβαλες εις τον νουν σου να μου την φορτώσης;

Ο Λιάκος έμεινεν ως εμβρόντητος. Ουδέποτε συνέλαβε τοιαύτην ιδέαν. Ουδέποτε εσκέφθη ότι ο Κ. Πλατέας ηδύνατο να περιληφθή εις τον κατάλογον των διά γάμον υποψηφίων. Και όμως διατί όχι; Τι έλειπε του ανθρώπου; Και διατί να μη σκεφθή ποτε ότι ηδύνατο τω όντι, αυτός να γείνη ο ζητούμενος σύγγαμβρός του.

Όλα ταύτα τα εσκέπτετο ομού και συγκεχυμένα, βλέπων ασκαρδαμυκτί τον Κ. Πλατέαν και μη ευρίσκων τι ν' αποκριθή εις το απροσδόκητον ερώτημά του. Αλλ' εκείνος εξηκολούθησε σοβαρώς:

— Άκουσε να σου ειπώ. Σου χρεωστώ την ζωήν, η ύπαρξίς μου σου ανήκει. Αλλ' εάν ως δείγμα ευγνωμοσύνης μου ζητήσης να νυμφευθώ, προτιμώ να με οδηγήσης εις την θάλασσαν, και εκεί όπου μ' έσωσες να πνιγώ εμπρός σου προς εξόφλησιν και απόσβεσιν του προς σε χρέους μου.

Διατί και πόθεν η δριμεία αύτη δήλωσις; Εμαρτύρει βεβαίως δυσαρέσκειαν, αλλά προήρχετο η δυσαρέσκεια εκ των πολλών όσα ο φίλος του είπε περί της μεγάλης αδελφής, ή μάλλον εκ της παντελούς πρότερον σιωπής και εκ της σημερινής του φειδωλίας εις το να ομιλή περί της μικράς; Τούτο ίσως ουδαμώς εγνώριζε και ο ίδιος, αλλ' όπως δήποτε ήτο δυσηρεστημένος, την δε δυσαρέσκειαν εμαρτύρουν και οι λόγοι και ο τρόπος με τον οποίον τους έλεγε.

Το ύφος του επείραξε τον Κ. Λιάκον.

— Κύριε Πλατέα, είπε ξηρά ξηρά. Σου είπα πολλάκις, επαναλαμβάνω δε, — και το επαναλαμβάνω διά τελευταίαν, ελπίζω, φοράν, — ότι ουδέν δικαίωμα έχω ούτε θέλω να έχω επί της ευγνωμοσύνης σου. Όσο δε περί γάμου, έσο βέβαιος ότι ποτέ δεν εσκέφθην να σε παρουσιάσω ως γαμβρόν, ούτε να σου προμηθεύσω νύμφην, ούτε υπέκρυπτε τοιούτον σκοπόν η εξομολόγησις των ιδικών μου υποθέσεων, με τας οποίας λυπούμαι ότι τόσην ώραν σε επονοκεφάλησα.

Οι δύο φίλοι επανέλαβον τον διακοπέντα δρόμον, αλλ' εν σιωπή και οι δύο. Εβάδιζον πλησίον ο είς του άλλου, μη βλέποντες αμφότεροι την ώραν να χωρισθούν ευσχήμως. Ευτυχώς επλησίαζον εις την γωνίαν, όπου έπρεπε ν' αποχαιρετισθούν, διευθυνόμενοι έκαστος εις την οικίαν του.

Εκεί ο Κ. Πλατέας επανέλαβε την πρόκλησίν του.

— Δεν θα έλθης να δοκιμάσης το μοσχάτον μου;

— Ευχαριστώ. Είναι αργά, έχω δε και κάπου να υπάγω.

— Εις της εξαδέλφης σου:

— Ίσως.

Και επροσπάθησεν ο Λιάκος να μειδιάση.

— Ελπίζω ότι δεν εθύμωσες, υπέλαβε συνδιαλλακτικώς ο Κ. Πλατέας.

— Διατί να θυμώσω;

— Ήσαν περιττά ίσως όσα σου είπα, αφού μάλιστα δεν επεβουλεύθης ποτέ την ελευθερίαν μου (και εκάγχασεν ο αγαθός καθηγητής), αλλά καλλίτερα να είναι καθαρά τα πράγματα.

— Βέβαια, βέβαια!

Και θλίψας την παχείαν χείρα, την οποίαν ο Κ. Πλατέας έτεινε φιλικώς, εξηκολούθησεν ο Κ. Λιάκος τον δρόμον του ταχύνας το βήμα, ενώ ο καθηγητής των Ελληνικών επορεύετο βραδέως προς την οικίαν του.

Γ'.

Η οικία του Κ. Πλατέα έκειτο υψηλά, εις την συνοικίαν την οποίαν σήμερον στολίζει το ορφανοτροφείον. Ολίγιστοι τότε οικίσκοι υπήρχον εις το απόκεντρον ύψωμα. Η θέα εκείθεν είναι εκτεταμένη και ωραία, αλλά δεν είλκυσε τούτο τον Κύριον καθηγητήν· τον είλκυσεν η σχετική ευθηνία των οικοπέδων. Διότι αυτός έκτισε την οικίαν. Οι τοίχοι της αντεπροσώπευον πολυετείς κόπους του. Ήτο μικρά και ταπεινή η οικοδομή, αλλ' ήτο ιδιοκτησία του, δεν την εχρεώστει εις ουδένα, δεν ώφειλε πλέον να πληρώνη ενοίκιον εις ξένον οικοδεσπότην. Το δε γλυκύ αίσθημα της ανεξαρτησίας ήτο αντιστάθμισις επαρκής του κόπου, με τον οποίον ο ευτραφής ιδιοκτήτης διεσκέλιζε δις της ημέρας τον ανήφορον του Ποταμού διά ν' ανέλθη μέχρι της οικίας του.

Η οδός εκείνη, καθώς γνωρίζουν οι επισκεφθέντες την Ερμούπολιν, λέγεται Ποταμός, διότι ήτο η κοίτη του χειμάρρου, διά του οποίου τα όμβρια ύδατα κατήρχοντο εκ του βουνού εις την θάλασσαν. Άλλως δε, και σήμερον έτι εκείθεν διοχετεύονται τα νερά. Εν καιρώ ραγδαίας βροχής η οδός γίνεται και πάλιν χείμαρρος, αλλ' αντί κρημνών και πετρών περιορίζεται εκατέρωθεν υπό οικοδομών, των οποίων αι θύραι υπέρκεινται ικανώς του εδάφους διά τον φόβον της πλημμύρας. Ώστε η ονομασία της οδού έχει εισέτι τον λόγον της. Ευτυχώς δεν βρέχει συχνάκις εις Σύραν, αλλ' όταν τούτο συμβαίνη ο Ποταμός ενίοτε είναι αδιάβατος. Εις τοιαύτας περιστάσεις ο Κ. Πλατέας ηναγκάζετο να ανέλθη εις την εστίαν του ελικοειδώς δι' άλλων πλαγίων οδών. Υπήρχον όμως και ημέραι, ότε εκλείετο εξ ανάγκης εις την οικίαν του, διακοπτομένης εντελώς της συγκοινωνίας.

Η μεγαλειτέρα ηδονή, την οποίαν διά της οικοδομής εκείνης απέκτησεν ο Κ. Πλατέας, ήτο η δοθείσα εις την γραίαν μητέρα του ευχαρίστησις του να διέλθη εν ανέσει τας τελευταίας ημέρας της, μετά τας μακράς στερήσεις και δοκιμασίας εν μέσω των οποίων ανέθρεψε τον υιόν της και τον είδε βαθμηδόν υπερνικώντα τας πρώτας δυσχερείας του διδασκαλικού σταδίου. Εντός της οικίας ταύτης απέθανεν η γραία εν ειρήνη. Έτος είχεν ήδη παρέλθει έκτοτε, αλλά το δωμάτιόν της έμενεν εισέτι ανέπαφον. Είχεν ανάγκην αυτού ο καθηγητής προς ανετωτέραν κατάταξιν της αυξανούσης βιβλιοθήκης του, αλλά το εσέβετο και το ηγάπα και το ήθελεν ούτω κενόν, ως ενδιαίτημα της μνήμης... της σκιάς της μητρός του.

Μόνην εξ αυτής κληρονομίαν παρέλαβε την γραίαν υπηρέτριάν της, την ολιγόλογον Φλουρούν, της οποίας υπέφερεν υπομονητικώς τας γεροντικάς ιδιοτροπίας, αρκούμενος εις την ατελή υπηρεσίαν της και εις την όχι συνήθως επιτυχή μαγειρικήν της. Αλλά της Φλουρούς η κυριαρχία περιωρίζετο εις το ισόγαιον της οικίας. Ο καθηγητής εύρισκε την ησυχίαν του εις το ανώγαιον, εντός του κοιτώνος του. Εντός αυτού είχε και το γραφείον του. Εκεί επί της παρά το παράθυρον τραπέζης ειργάζετο, εκεί προητοίμαζε τας παραδόσεις του, εκεί ανεγίνωσκε τους προσφιλείς του συγγραφείς, εκεί συχνάκις με τον κάλαμον εις την χείρα, ή το βιβλίον ανοικτόν ενώπιόν του, εκάθητο βλέπων αφηρημένος, υπεράνω των δωμάτων των λοιπών Ερμουπολιτών, την θάλασσαν και τας κυανάς γραμμάς των πέριξ νήσων, — ή κλίνων την κεφαλήν και κλείων τα βλέφαρα δεν έβλεπε τίποτε, διότι απεκοιμάτο.

Ηγάπα την οικίαν του ο Κ. Πλατέας. Αφότου την απέκτησε, σπανίως εξήρχετο, παρεκτός διά τας παραδόσεις και διά τον τακτικόν περίπατόν του. Μετά νέας δε πάντοτε ευχαριστήσεως έβλεπεν επιστρέφων τους τοίχους και ήνοιγε την θύραν της.

Την εσπέραν ταύτην επέστρεψε με μεγαλειτέραν ευχαρίστησιν της συνήθους, ως εις καταφύγιον μετά τον κίνδυνον του οποίου την υποψίαν υπέκρυπτε το εγκώμιον της επιδόξου γυναικαδέλφης του Λιάκου.

— Ωσάν να είναι και αλήθεια, έλεγε μονολογών, αφού εδίπλωσε τον επενδύτην του, και περιεβλήθη τον παλαιόν κοιτωνίτην του, ενώ περιέδεε την κεφαλήν με μεταξωτόν μανδήλιον, αντί σκούφου, καθώς συνήθιζε τακτικώς καθ' εκάστην εσπέραν.

— Ωσάν να είναι και αλήθεια! Να φέρω εδώ μέσα κυρίαν, να μου αναποδογυρίση τα πάντα, να με αναγκάζη να εξέρχωμαι όταν θέλω να μένω, και να μένω όταν θέλω να εξέλθω, να ακούω την φλυαρίαν της όταν επιθυμώ σιωπήν, να ανοίγω το παράθυρον ενώ κρυώνω, διότι εκείνη ζεσταίνεται, ή να το κλείω ενώ ζεσταίνομαι διά να μη κρυώση!

Και ταύτα λέγων έκλεισε το παράθυρον.

— Ο γάμος είναι ανοησία, εις την οποίαν ημπορεί τις να υποπέση ενόσω είναι νέος. Αφού πήξη ο νους, δεν συγχωρείται πλέον. Εγώ εις την νεότητά μου διέφυγα την δουλείαν της συζυγίας, και θα χάσω τώρα την ελευθερίαν μου!

Αυτίκα δούλιον ήμαρ εμοί περιμηχανόωντο.

Ενώ δ' απήγγελλε τον στίχον τούτον, έβλεπε διά της φαντασίας ενώπιόν του την νύμφην, ήτις προ ετών πολλών του επροξενολογήθη, καθώς την επανείδε πέρυσιν, ότε επεσκέφθη την πατρίδα του, με πρωίμους λευκάς τρίχας και ρυτίδας εν τω μέσω μικράς αγέλης τέκνων φωναζόντων, παιζόντων και εριζόντων.

— Δόξα τω Θεώ, εξηκολούθησε, σκεπτόμενος μεγαλοφώνως, δεν τα έχω εγώ εις βάρος μου.

Ας τα χαίρεται ο αντικαταστάτης μου!

Η Φλουρού τον διέκοψεν ανοίξασα την θύραν άνευ τινός προειδοποιήσεως. Έρριψε μετ' απορίας το βλέμμα εις όλας του δωματίου τας γωνίας, αλλ' ιδούσα ότι ο κύριος της ήτο μόνος και συνωμίλει με τον εαυτόν του, έσεισε την κεφαλήν και είπε λακωνικώς:

— Έτοιμο!

— Καλά, καλά, έρχομαι, απεκρίθη ο καθηγητής, και κατέβη εις το ισόγαιον, όπου παρά το μαγειρείον υπήρχε δωμάτιον χρησιμεύον και ως αίθουσα και ως τραπεζαρία.

Ο Κ. Πλατέας ήρχισε να τρώγη με όρεξιν, αλλά καθόσον ικανοποιείτο η πείνα του, αι σκέψεις του επανήρχοντο εις τα επεισόδια του σημερινού περιπάτου του. Αφού αυταρέσκως ενετρύφησε και πάλιν εις την συναίσθησιν της ελευθερίας του, εσκέφθη περί του Λιάκου και ελεεινολόγησεν από καρδίας τον σωτήρα του.

— Την έπαθεν ο δυστυχής, έλεγε καθ' εαυτόν. Αλλ' ο άνθρωπος δεν είναι υπεύθυνος διά τα αισθήματά του. Δεν το ήθελε να ερωτευθή. Τώρα ευρίσκεται υπό το κράτος του έρωτος και νομίζει ότι θα εύρη την ευτυχίαν όπου την ζητεί. Είθε να την εύρη και να μη μεταμεληθή! Ο καθείς όμως έχει ό,τι αξίζει, του δε καθενός η ευτυχία εξαρτάται από τον τρόπον του του αισθάνεσθαι και του σκέπτεσθαι.

Ταύτα σκεπτόμενος ο Κ. Πλατέας ενόμιζεν ότι φιλοσοφεί. Αλλ' η δήθεν φιλοσοφία του αύτη ουδέν άλλο ήτο ή απόπειρα αυτόματος προς αποδίωξιν σκέψεων οχληρών. Διότι ανελογίζετο τον Λιάκον συγκινημένον, κατεχόμενον υπό ανεκλαλήτου αδημονίας, προσπαθούντα να υποκρύψη την ταραχήν της ψυχής του, πάσχοντα, και ενταυτώ εβασάνιζε τον νουν του η υποψία μη ο ερωτευμένος φίλος του συνέλαβε τω όντι την ιδέαν του να τον νυμφεύση με την μέλλουσαν γυναικαδέλφην του και εκ λεπτότητος δεν ετόλμα κατ' αρχάς να το είπη καθαρώς, έπειτα δε, δυσαρεστηθείς ως εκ των τρόπων του Πλατέα, ηρνήθη ότι ποτέ εσκέφθη τοιούτο τι.

Και μη δεν είχεν ο Λιάκος το δικαίωμά του ν' απαιτήση τοιαύτην έστω και θυσίαν παρ' εκείνου του οποίου έσωσε την ζωήν; Πώς δε ούτος αντήμειψε τον σωτήρα του; — Όχι μόνον υπεξέφυγεν εκ προκαταβολής την θυσίαν παρανοήσας την αβρότητα του φίλου του, αλλά και υπέδειξεν ότι τον βαρύνει η ευγνωμοσύνη, αφού επρότεινε να την εξοφλήση πνιγόμενος μάλλον ή νυμφευόμενος προς χάριν του Λιάκου! Η τοιαύτη διαγωγή του εφαίνετο ήδη αδικαιολόγητος, ασύγγνωστος! Ηδύνατο τουλάχιστον και εχρεώστει να μεταχειρισθη άλλην γλώσσαν προς τον σωτήρα του, αντί να τον δυσαρεστήση τοιουτοτρόπως.

Όσον εσκέπτετο ταύτα ο Κ. Πλατέας, τόσον εστενοχωρείτο. Το αίμα άνέβαινεν εις τας παρειάς του και ανετρέπετο η σειρά των φιλοσοφημάτων του. Επί τέλους, έσπρωξε βιαίως το πινάκιον, αφού απέφαγε τας τελευταίας σταφίδας του, επέταξεν επί της τραπέζης το χειρόμακτρόν του, και ανήλθε συγχυσμένος εις το δωμάτιόν του.

— Άσχημα έκαμα, έλεγε καθ' εαυτόν. Διατί να τον πειράξω με τα ασυλλόγιστα λόγια μου; Και τις η ανάγκη να τα είπω; Αλλά πάντοτε αργά μου έρχεται η σκέψις!

Και δώσας έν γρονθοκόπημα επί της κεφαλής του, ήρχισε να περιπατή άνω και κάτω εντός του δωματίου εν μέσω του αυξάνοντος σκότους, μέχρις ου η Φλουρού εισελθούσα απέθεσε τον λύχνον επί της τραπέζης και εξήλθε πάλιν εν σιωπή.

Ο καθηγητής εστάθη προσηλών τα βλέμματα εις το φως του λύχνου. Το φως εκείνο του υπεδείκνυε το καθήκον του, τον προσεκάλει εις μελέτην, του έλεγεν ότι πρέπει να προετοιμάση κατά το σύνηθες το αυρινόν μάθημά του. Αλλά διά πρώτην φοράν εις την ζωήν του ησθάνετο ότι δεν ηδύνατο να επιστήση την προσοχήν εις τα βιβλία του. Εδίστασεν, ήρχισε και πάλιν τον εντός του δωματίου περίπατον συλλογιζόμενος συγχρόνως και τον Λιάκον, και τους μαθητάς του, και τας δύο θυγατέρας του Κ. Μητροφάνους, και τον γυμνασιάρχην. Αλλ' όμως εις την σύγχυσιν εκείνην των ιδεών υπερίσχυσε το διδασκαλικόν έμφυτον και καθίσας ενώπιον της τραπέζης κατέταξεν επ' αυτής τους τρεις τόμους του λεξικού του Γαζή, το συντακτικόν του Ασωπίου και τα άλλα συνήθη του βοηθήματα, ητοίμασε το μελανοδοχείον και το σημειωματάριόν του, ήνοιξε την Ιλιάδα, εύρε την σελίδα της αυρινής παραδόσεως και ήρχισε την μελέτην, σημειών εκάστης λέξεως την ετυμολογίαν, εκάστης φράσεως την σύνταξιν, και εκάστου εξαμέτρου τας ρυθμικάς ιδιοτροπίας. Παρέδιδε τότε το Ζ της Ιλιάδος.

Αλλά παραιτών εντός ολίγου και σύνταξιν και ετυμολογίαν και μετρικήν, λησμονών και τους μαθητάς του και την ανάγκην της σχολαστικής ανατομίας του Ομήρου, ανέγνωσεν απ' αρχής μέχρι τέλους το ενώπιόν του χωρίον των αποχαιρετισμών του Έκτορος και της Ανδρομάχης. Ποτέ άλλοτε δεν είδεν εις το επεισόδιον εκείνο όσας καλλονάς ήδη ανεκάλυπτεν! Η απαράμιλλος απεικόνισις συζυγικής αγάπης και πατρικής στοργής, η εξ έρωτος αμοιβαίου πηγάζουσα ευτυχία, η συμφορά του χωρισμού, ταύτα πάντα ουδέποτε τοσούτον τον συνεκίνησαν. Ποτέ άλλοτε ο καθηγητής των Ελληνικών ούτε ανέγνωσεν ούτε απεστήθισεν υπό τοιούτο πνεύμα στίχους της Ιλιάδος! Ενώ δε ανεγίνωσκεν, ο Έκτωρ ενεσαρκούτο εις την φαντασίαν του υπό την μορφήν του Λιάκου. Τον Λιάκον εσυλλογίζετο. Ο Λιάκος δοκιμάζει την πικρίαν του χωρισμού, προτού γευθή την γλυκύτητα της συζυγικής ευδαιμονίας του Έκτορος!

Ο Κ. Πλατέας έκλεισε το βιβλίον και ηγέρθη εκ νέου. Μυρίαι σκέψεις τον εβασάνιζον, ενώ επεριπάτει από την τράπεζαν εις την κλίνην και από την κλίνην εις την τράπεζαν.

— Διατί, ανεφώνησε, διατί να μη πιστεύσω τον Λιάκον ότι δεν εσκέφθη ποτέ να με νυμφεύση; Ανόητος εγώ να το υποθέσω! Μούτρα διά γαμβρός!

Και εστάθη απέναντι του καθρέπτου πλαγίως φωτιζομένου από το φως του λύχνου, και είδεν εντός αυτού το ήμισυ του προσώπου με το μανδήλιον επί κορυφής, ενώ το άλλο ήμισυ έμενεν εις το σκότος, ο δε κόμβος του μανδηλίου ωρθούτο διακλαδιζόμενος επί του μετώπου του.

— Μα την αλήθειαν, είπε γελάσας, ωραίον Αστυάνακτα ήθελα καταφέρει, εάν την ενυμφευόμην.

Ησυχώτερος ήδη εκάθισε πάλιν ενώπιον του γραφείου του. Αλλ' εκ νέου μεταξύ του γραφείου και των οφθαλμών του ήρχισαν να πλανώνται σκηναί και μορφαί ουδεμίαν σχέσιν έχουσαι προς την αυρινήν παράδοσιν. Εννοήσας ότι αδύνατον να εργασθή σπουδαίως, ο καθηγητής έκρινε φρονιμώτερον να πλαγιάση και να κοιμηθή. Ο ύπνος θα τον καθησυχάση, αύριον δε εξυπνών ενωρίτερον θα προετοιμάση με νουν καθαρόν το μάθημά του. Κατεκλίθη λοιπόν και έσβυσε το φως.

Αλλ' ο ύπνος δεν ήρχετο. Περιεστρέφετο άυπνος επί της κλίνης ο Κ. Πλατέας, εν μέσω δε του σκότους και της σιωπής η έντασις του νευρικού του συστήματος μετέτρεπεν επί μάλλον και μάλλον τας σκέψεις του εις τύψεις συνειδήσεως. Και παρήρχοντο ούτω αι μακραί ώραι της νυκτός. Επί τέλους προς τα εξημερώματα απεκοιμήθη. Αλλ' αι ιδέαι του, μετασχηματισθείσαι εις όνειρον φοβερόν, τον αφύπνισαν κατάτρομον. Ωνειρεύθη ότι το στρώμα του μετεβάλλετο εις θάλασσαν, το προσκέφαλόν του εις καρχαρίαν, ότι εβυθίζετο έχων την κεφαλήν εντός του στόματος του θηρίου, ότι ο καρχαρίας ελάμβανε βαθμηδόν την μορφήν της πρωτοτόκου θυγατρός του Κ. Μητροφάνους και μία φωνή, η φωνή του Λιάκου, εβόυζε καθ' όλον το μεταξύ εις την ακοήν του «Γκλαν γκλαν, αχάριστε, γκλαν γκλαν, αχάριστε!»

Ανεκάθισεν ιδρωμένος εις το στρώμα του, ενώ δ' έσφιγγε περί το μέτωπον το εν τη αγωνία του ονείρου λυθέν μανδήλιον, έλαβεν απόφασιν ηρωικήν.

— Θα την πάρω, ανέκραξε! Το χρεωστώ εις τον σωτήρα μου. Πρέπει να εκτελέσω το καθήκον μου, να καθησυχάσω την συνείδησίν μου!

Και εξηπλώθη πάλιν υπό τα σκεπάσματά του με την καρδίαν ελαφράν και τον νουν ήσυχον, ελεύθερος υποψιών και δισταγμών και τύψεων συνειδήσεως.

Ο ήλιος εισερχόμενος απλέτως εις το δωμάτιον τον εξύπνισε μίαν όλην ώραν βραδύτερον του συνήθους. Πρώτην φοράν επί ζωής του συνέβαινε τούτο εις τον τυπικόν καθηγητήν, προς άκραν απορίαν της Φλουρούς. Η κεφαλή του ήτο βαρεία, — έκαιον οι οφθαλμοί του. Εν βία επλύθη, ενεδύθη, έπιε τον μαύρον καφέν του και επανέλαβε την χθες την νύκτα διακοπείσαν μελέτην. Ο νους του όμως ήτο και σήμερον αλλαχού. Όπως δήποτε, κατά την τακτικήν ώραν ευρέθη εις το γυμνάσιον και παρέδωκε το μάθημά του. Αλλά τι μάθημα! Οι μαθηταί ηπόρουν κατ' αρχάς βλέποντες χαλαρωθείσαν την συνήθη του καθηγητού αυστηρότητα, αλλά δεν ήργησαν να εννοήσουν ότι η επιείκειά του ωφείλετο εις την παντελή εκείνου απροσεξίαν, όχι δε ποσώς εις την ιδικήν των ακρίβειαν περί την εξήγησιν του κειμένου. Ήτο αφηρημένος, ω του θαύματος, ο Κ. Πλατέας! Τότε ενθαρρυνθέντες εφιλοτιμήθησαν να επισωρεύσουν ανοησίας επί ανοησιών. Το Ζ της Ιλιάδος κατεστράφη την ημέραν εκείνην υπό ετυμολογικήν, συντακτικήν και ρυθμικήν έποψιν. Ο καθηγητής έμενεν ανάλγητος μέχρις ου, παρελθούσης της κανονισμένης ώρας, οι μεν μαθηταί απελύθησαν σχολιάζοντες αντί του Ομήρου το έκτακτον φαινόμενον της μακροθυμίας του Κ. Πλατέα, αυτός δε εξελθών του Γυμνασίου επανέλαβε το νήμα των σκέψεών του.

Αφότου εξύπνησεν εσκέπτετο χωρίς να δυνηθή να εύρη τον καταλληλότερον τρόπον προς εκτέλεσιν της ληφθείσης αποφάσεως. Το πράγμα δεν ήτο τόσον απλούν, όσον χθες την νύκτα εφαντάζετο. Δεν ήρκει η απόφασις μόνη του να νυμφευθή την πρωτότοκον θυγατέρα του Κ. Μητροφάνους, πρέπει προς τούτο να γίνωσι διαβήματά τινα. Αλλ' οποία;

— Να απευθυνθή προς τον φίλον του; Αλλά, ύστερον μάλιστα από τα χθες μεταξύ των διαμειφθέντα, δεν του ήρχετο να υπάγη προς αυτόν διά να είπη... τι; «Ιδού, θυσιάζομαι προς χάριν σου.» — Όχι! — Να προστρέξη εις την μεσολάβησιν της εξαδέλφης του Λιάκου; Δύσκολον και τούτο. Εγνώριζε μεν και αυτήν και τον σύζυγόν της, εχαιρετώντο καθ' οδόν, αλλ' ουδέποτε συνωμίλησε μετ' αυτής, ώστε δεν είχεν ούτε το δικαίωμα ούτε το θάρρος να την μεταχειρισθή ως προξενήτριαν.

Ταύτα εσκέπτετο, ενώ διήρχετο την πλατείαν πορευόμενος προς την οικίαν του, διότι επλησίαζεν η μεσημβρία, ώρα φαγητού, ότε είδεν αίφνης απέναντι του ερχόμενον τον Κ. Μητροφάνην. Η εμφάνισίς του έλυσε διά μιας τας απορίας του καθηγητού. Ως έμπνευσις ακαριαία του ήλθεν η ιδέα να αποταθή απ' ευθείας προς τον πατέρα της νύμφης. Τι απλούστερον;

Χωρίς να ζυγίση τα υπέρ και τα κατά του διαβήματος, μη έχων άλλως τε τον καιρόν να πολυσκεφθή περί τούτου, υπείκων εις της στιγμής την ώθησιν, περιχαρής διά την παρουσιαζομένην διέξοδον εκ των δισταγμών όσοι τον εβασάνιζον, εχαιρέτησε τον γέροντα και εστάθη καταντικρύ του.

— Κύριε Μητροφάνη, χαίρω ότι σας απήντησα, διότι έχω να σας είπω δύο λέξεις.

— Ο Κύριος Πλατέας, νομίζω, είπεν ο γέρων αντιχαιρετών ευγενώς.

— Όλος και όλος.

— Και τι αγαπάτε, Κύριε Πλατέα;

Ο Κ. Πλατέας ησθάνθη τότε πρώτον δειλίαν τινά, αλλά δεν ήτο πλέον καιρός υποχωρήσεως. Ανέλαβε το θάρρος του και εξηκολούθησε:

— Κύριε Μητροφάνη, χωρίς περιφράσεις, ιδού. Επιθυμώ να γείνω γαμβρός σας.

Η απότομος και άνευ οιαςδήποτε προεισαγωγής έκφρασις της επιθυμίας ταύτης του καθηγητού εξέπληξε δυσαρέστως μάλλον τον γέροντα. Η αίτησις αυτή καθ' εαυτήν δεν τον εξέπληξε, καθόσον η ωραιότης της νεωτέρας των θυγατέρων του τον είχε πολλάκις ήδη εκθέσει εις την ανάγκην του ν' απορρίψη τοιούτου είδους προτάσεις, ουδέποτε όμως ούτω απ' ευθείας υποβληθείσας. Αληθώς, εξ όλων των μέχρι τούδε παρουσιασθέντων μνηστήρων ο Κ. Πλατέας εφαίνετο ο ολιγώτερον γαμβροπρεπής και ως προς την ηλικίαν και ως προς τα λοιπά προσόντα, αλλά τούτο δεν εβάρυνε πολύ κατ' εκείνην την στιγμήν εις τας σκέψεις του γέροντος. Εσκέφθη μόνον καθ' εαυτόν; «Και αυτός ακόμη!» Αναβλέψας δε προς τον Κ. Πλατέαν,

— Η επιθυμία σας αύτη, είπε, με τιμά πολύ, αλλ' είναι ακόμη νέα η μικρά μου και δεν σκέπτομαι περί υπανδρείας της.

— Τι μικρά; Δεν εζήτησα την μικράν. Σας ζητώ την... Ήθελε να είπη το όνομά της, αλλ' ανελογίσθη ότι δεν το εγνώριζε.

— Σας ζητώ την μεγάλην, επανέλαβε.

Εις τούτο ο Κ. Μητροφάνης δεν ηδυνήθη πλέον να υποκρύψη την έκπληξίν του. Πρώτην φοράν εζητείτο εις γάμον η πρωτότοκός του.

Επί τινας στιγμάς παρετήρει εν σιωπή τον Κ. Πλατέαν, όστις ήρχισε ν' ανυπομονή.

— Κύριε καθηγητά, είπεν επί τέλους. Ομολογώ ότι η πρότασις μου έρχεται ολίγον απροσδοκήτως και κατά τρόπον ασυνήθη. Δεν νομίζετε ότι τα παλαιά και πατροπαράδοτα έθιμα έχουν το καλόν των, και ότι τοιούτου είδους υποθέσεις συζητούνται καλλίτερα διά τρίτων;

Τούτο ο Κ. Πλατέας δεν το επερίμενεν. Εφαντάζετο ότι ο πενθερός ήθελε τον εναγκαλισθή εκεί εις τον δρόμον, περιχαρής διότι ευρέθη επί τέλους ο ζητούμενος γαμβρός.

— Ενόμισα, ετραύλισεν, ότι με γνωρίζετε αρκούντως και ότι το απλούστερον ήτο να σας ομιλήσω μόνος μου.

— Βεβαίως, βεβαίως! Αλλ' εάν ηθέλατε να αναθέσετε εις φίλον σας τινα την εντολήν να με ομιλήση... Εάν μου δώσετε ολίγον καιρόν να σκεφθώ, θα με υποχρεώσετε.

— Πολύ καλά. Να σας στείλω τον Κ. Λιάκον.

Ο γέρων συνωφρυώθη.

— Α! ο Κ. Λιάκος γνωρίζει την υπόθεσιν;

Ο δυστυχής καθηγητής ενόησεν ότι έσφαλεν αναμίξας το όνομα του φίλου του εις την διαπραγμάτευσιν. Ητοιμάζετο να είπη τι, και αυτός όμως δεν εγνώριζε τι, αλλ' ο Κ. Μητροφάνης προλαβών τον απήλλαξε της δυσκολίας.

— Καλά, είπε. Στείλατέ μου τον Κ. Λιάκον.

Και χαιρετήσας εξηκολούθησε τον δρόμον του.

Ποτέ άλλοτε ο Κ. Πλατέας δεν υπέστη τοσαύτην ηθικήν στενοχωρίαν όσην από χθες το εσπέρας διήρχετο. Ουδ' αυτό το πάθημά του, ότε εκινδύνευσε να πνιγή, παρεβάλλετο προς τας παρούσας βασάνους. Τότε ο κίνδυνος επήλθεν απροσδόκητος, μόνον δε μετά την παρέλευσίν του συνησθάνθη ο παθών το μέγεθός του. Σήμερον η αβεβαιότης του μέλλοντος επιτείνει την αγωνίαν, η δε διέξοδος, ενώ εφαίνετο εξευρεθείσα, ιδού πάλιν εξαφανίζεται! Έμενεν εκεί εις το μέσον της πλατείας με τας χείρας κρεμαμένας, βλέπων τα νώτα του απομακρυνομένου Κ. Μητροφάνους.

— Πρέπει να ίδω τον Λιάκον, είπε καθ' εαυτόν. Αλλά πού να τον εύρω τώρα;

Κατ' εκείνην την στιγμήν ο κώδων της Μεταμορφώσεως εσήμανε τας δώδεκα, και ο καθηγητής ενθυμήθη πρώτον μεν ότι τον επερίμενε το πρόγευμα εις την οικίαν του, δεύτερον δε ότι ο Λιάκος έτρωγε συνήθως εις ξενοδοχείον όπισθεν της πλατείας κείμενον. Επορεύθη λοιπόν προς το ξενοδοχείον και πράγματι συνηντήθη προ της θύρας του ξενοδοχείου με τον πρωτοδίκην.

— Ω αδελφέ, ανεφώνησεν, ω αδελφέ!

— Τι συμβαίνει; ηρώτησεν ο Λιάκος ανήσυχος. Τι έπαθες:

— Τι έπαθα; Ό,τι ποτέ δεν επερίμενα! Εζήτησα τον Μητροφάνην να μου δώση την κόρην του και αντί να μου...

— Εζήτησες την κόρην του!

— Μάλιστα. Τι θαυμάζεις;

— Δεν μου έλεγες χθες ότι ποτέ...