Το βιβλίο του μικρού αδερφού Μυθιστόρημα ενός Γάμου

Part 8

Chapter 8 9 words Public domain Markdown

Τώρα όμως κρεμότανε τόσο κουρασμένος και μικρός στην αγκαλιά του πατέρα. Είτανε τυλιγμένος καλά σε μια κουβέρτα και φορούσε κάλτσες στα πόδια. Έτσι τονέ βγάλαμε όξω κι ο πατέρας τον κρατούσε στα χέρια στη βεράντα, απ' όπου μπορούσε να κοιτάζη κάτω στην ηλιοφωτισμένη αυλή και νακούη τους φαιδρούς σκοπούς του οργανέτου. Κουρασμένος, έβλεπε σαν ξένα τα δέντρα και την αυλή και το σωρό των παιδιών, που στεκόντανε στον ήλιο· κι όλη την ώρα το βλέμμα του είτανε τόσο παράξενο, σα να συλλογιζότανε γιατί όλα αυτά δεν είταν τόσο ωραία, όπως άλλοτε. Δοκίμασε να γελάση όταν αντίκρυσε τη μαϊμού, που είτανε γι' αυτόν το διασκεδαστικότερο απ' όλα όσα ήξερε και που τώρα πηδούσε απάνω κάτω στο οργανέτο, βροντώντας τη μικρή αλυσσίδα της, κ' έκανε κωμικούς μορφασμούς εκεί που προσπαθούσε να σπάση ένα καρύδι.

Μα ο Σβεν δεν είχε δύναμη να τα δη όλα αυτά. Γινότανε μόνο όλο και σοβαρότερος κι όλο και βαρήτερος καθότανε στην αγκαλιά του μπαμπά. Είτανε σα να έλειπε μακριά κ' έβλεπε κει κάτω όλα όσα είταν ωραία και φαιδρά στη γις και τα νοσταλγούσε κ' αιστανότανε πως δεν είτανε πια γι' αυτόν. Ακκουμπούσε μόνο το κεφάλι του στον ώμο του μπαμπά. Κ' έπειτα τονέ φέρανε πάλι μέσα στο κρεββάτι του.

Η μαμά τον ξάπλωσε κει και του έσιαξε τα μαξιλάρια.

— Δεν είταν ωραία, Σβεν;

— Ω ναι, μόνο πως δεν μπορούσα ακόμα. Μα γλήγορα θα γίνω πάλι καλά.

Τότε έσκυψε η μαμά και χάδεψε τα μαλλιά του μικρού αδελφού, χωρίς όμως να το δη εκείνος άπλωσε το άλλο χέρι της και ζήτησε το δικό μου και το έσφιξε σπασμωδικά.

16

Μια νύχτα καθόμουνα μόνος στην κάμαρά μου κ' ήξερα πως την άλλη μέρα θα ερχόντανε οι γιατροί και θαποφασίζανε για τη ζωή ή το θάνατο του μικρού Σβεν. Ήξερα πως θα είτανε δυο, γιατί ο δικός μας γιατρός ήθελε να συμβουλευτή έναν ειδικό· δεν τολμούσε πια να πάρη απάνω του μόνος την ευτύνη.

Καθόμουνα μόνος, η λάμπα είταν αναμμένη κ' είχα μπροστά μου το χειρόγραφο, απ' όπου λείπανε τα τελευταία κεφάλαια.

Είχα καλονυχτίσει τη γυναίκα μου και της είπα πως ήθελα να εργαστώ.

— Να μπορής να γράφης κι αυτό το βράδι! μου είπε:

Κ' είχε κάποια δόση πίκρας ο τόνος της, σα να ήθελε να πη πως εγώ δεν αιστανόμουνα όπως αυτή.

Μετάνοιωσε όμως αμέσως, ακκούμπησε το κεφάλι της στο δικό μου κ' είπε:

— Είσαι ευτυχισμένος που μπορείς να γράψης.

Και τώρα καθόμουνα μόνος εδώ και κάθε μου νεύρο έτρεμε σ' ένα ψυχικό συγκλόνισμα, τόσο σύνθετο και τόσο φοβερό, που μόλις μπορώ να το περιγράψω. Μολαταύτα έλπιζα πως θα ζήση το παιδί μου, το πίστευα μάλιστα. Ταυτόχρονα όμως είχα το συναίστημα πως έπρεπε να γράψω τώρα, τώρα ή ποτέ, Ήξερα σχεδόν κάθε λέξη, που έπρεπε να γραφή στα φύλλα, που είχα μπρος μου λευκά κι άγραφα. Η ανάγκη μ' έσπρωχνε κ' έγραφα, γέμιζα το ένα μετά το άλλο τα λευκά φύλλα και τα έβαζα στο σωρό του χειρογράφου, που μεγάλωνε μπροστά μου απάνω στο τραπέζι. Είτανε σα να μου ψιθύριζε στο αυτί κάποια αόρατη φωνή την προσταγή της και σα να χρωστούσα να υπακούσω στη φωνή αυτή, να την υπακούσω τυφλά.

Με είχε πιάσει μια καταπληχτική βία, σα να είτανε ζήτημα ζωής και θανάτου.

Αύριο, άκουγα μέσα μου, αύριο! Ποιος ξέρει τι θα γίνη αύριο! Μπορεί να πεθάνη το παιδί σου και τότε να μην μπορής να γράψης. Έπειτα σου γυρεύουνε χρήματα και πάλι χρήματα. Μπορείς να ξαναδουλέψης το βιβλίο σου, να το διορθώσης, μα δε θα μπορέσης να το τελειώσης ποτέ, αν πεθάνη το παιδί σου.

Σα χτυπήματα με σπρώχναν εμπρός οι στοχασμοί και στη χλωμή λάμψη της λάμπας είδα το πρωινό φως να πέφτη από την κουρτίνα απάνω στο χαρτί μου. «Χρήματα, χρήματα! Σου χρειάζουνται χρήματα, αν πεθάνη το παιδί σου και θέλης να σώσης τη γυναίκα σου.»

Κι ανάμεσα στις φωνές, που με σπρώχνανε στην εργασία, άκουγα έναν ήχο, που νόμιζα πως τον αναγνώριζα: «Είναι ο πατέρας με το παιδί του!» Ο πατέρας με το παιδί του! Πού το είχα ακούσει; Πότε είχα νοιώσει αυτή τη δαιμονισμένη βία; Είτανε σα να σφυρίζανε καμουτσίκια, σα να πετούσανε σπίθες τα πέταλα σε πέτρινους δρόμους, σα να αιστανόμουνα το νυχτερινό αέρα να δροσίζη το φλογισμένο δέρμα μου. Έγραφα, έγραφα. Και θυμήθηκα πως είχα τρέξει σα δαιμονισμένος με το αμάξι, με την ιδέα πως το παιδί μου είτανε πεθαμένο.

Μα δε συλλογιζόμουνα πια το παιδί μου. Συλλογιζόμουνα εκείνη, εκείνη που έπρεπε να είμαι όλος δικός της αν είτανε δυνατό να έμενε μαζί μου, αν το αφάνταστο γινότανε πραγματικότητα, αν πέθαινε ο Σβεν. Έγραφα, έγραφα, έγραφα, όπως δεν έγραψε ποτέ κανείς για χρήματα, κ' έγραψα τις καλήτερες σελίδες, που χυθήκανε από την πένα μου.

Κι όταν δεν είχα πια άλλη δύναμη, έπινα, έπινα πολύ για να συγκρατηθώ στη ζωή.

Άμα ανέβηκε πια ο ήλιος ένα διάστημα στον ουρανό, έγραψα τις τελευταίες γραμμές. Και κάθησα σαν αναίστητος.

Μάζεψα τα γραμμένα φύλλα και τα έβαλα στο συρτάρι μου, έπειτα βγήκα σιγά και πήγα κι ακροάστηκα στην πόρτα της κάμαρας του Σβεν. Η γυναίκα μου την άνοιξε και κοίταξε όξω. Έσκυψα σιμά της και της είπα:

— Είναι έτοιμο.

Μου χαμογέλασε κ' η φωνή της έκλεινε έναν κόσμο ευτυχίας, όταν απάντησε:

— Κοιμάται τόσο ήσυχα. Δεν το πιστεύω να υπάρχη κίντυνος.

Την άφησα κ' έπειτα από μια στιγμή βυθίστηκα σ' έναν ύπνο, όμοιο με θάνατο.

17

Πριν περάση η άλλη μέρα, γνωρίζαμε πως δεν υπήρχε σωτηρία και πως ο μικρός Σβεν θα πέθαινε. Η βεβαιότητα έπεσε απάνω μας σα βαρύ χτύπημα, γιατί όλον τον καιρό πρωτήτερα δεν πάψαμε να ελπίζουμε. Στεκόμαστε στο διάδρομο, οι δυο γιατροί άφωνοι και σοβαροί, η γυναίκα μου με τα μάτια καρφωμένα στο πρόσωπό τους, σα να νόμιζε πως δεν είχανε προφέρει ακόμα την τελευταία λέξη. Τους κοίταζα όλους, κ' ενώ αγκάλιασα τη μέση της γυναίκας μου και θέλησα να τη σύρω κοντά μου, παρατήρησα πως η συμπονετική όψη του φίλου μας, του γιατρού του σπιτιού μας, έτρεμε σπασμωδικά. Ο καθηγητής μιλούσε σιγά σα να δυσκολευότανε να προφέρη κάθε λέξη. Δεν αιστανόμουν άλλο τίποτε παρά πως ήρθε το αναπόφευχτο και πως έπρεπε να γκαρδιωθώ για να μπορέσω να το υποφέρω. Μα η γυναίκα μου μ' ένα σφίξιμο του χεριού μου, όπου αιστάνθηκα όλον τον πόνο της, ξαπολύθηκε από το μπράτσο μου που της είχε αγκαλιασμένη τη μέση και μπλέκοντας τα χέρια της, σε τρόπο που νακουστούνε κυριολεχτικά τα κόκκαλα που τρίξανε, φώναξε:

— Πέτε πως υπάρχει ακόμα ελπίδα. Πέτε το.

Οι δυο άντρες ξεφύγανε το βλέμμα της, μα η Έλσα ορθώθηκε κ' είπε:

— Δεν πρέπει να πεθάνη, θα σας δείξω πως θα ζήση.

Έφυγε και στεκόμαστε κει σιωπηλοί και την είδαμε που μπήκε στην κάμαρα του αρρώστου. Νοιώσαμε όλοι πόσο βαθιά αιστάνθηκε το πως δεν είτανε πια ελπίδα και γι' αυτό έδωσε την υπόσκεση πως θα τον σώση από το θάνατο — στο πείσμα όλων. Χωριστήκαμε χωρίς πολλά λόγια και πήγα στη γυναίκα μου χωρίς να ξέρω τι να της πω· ήθελα μόνο να είμαι κοντά της και να δω ίσως εκείνο που φοβόμουνα περσότερο.

Δεν τη βρήκα στην κάμαρα του αρρώστου, μα στη δική μου κάμαρα και το πρόσωπό της είτανε σαν πετρωμένο. Καθότανε μαζεμένη στον καναπέ, σφίγγοντας το χέρι στο μάγουλό της, τα μάτια της είτανε στεγνά και χωρίς λάμψη και κοίταζε στο μέγα σκότος. Η στάση, η όψη της κι αυτά ακόμα τα χέρια της το μαρτυρούσανε. Δοκίμασα να της μιλήσω, δοκίμασα να προφέρω τόνομά της, μα δεν απάντησε και τέλος την άφησα στη θλίψη της, περιμένοντας μ' αγωνία τα λόγια, που θα ερχόντανε άμα θα ξέσπαζε η θλίψη της.

Πέρασε πολλή ώρα όσο να λυθή η σιγή κι άμα λύθηκε, δε λύθηκε με λόγια. Η γυναίκα μου άπλωσε μόνο το χέρι της σε μένα και μ' έσυρε στον καναπέ. Έπεσε στην αγκαλιά μου κ' ένα μακρύ αναφυλλητό, που φαινότανε πως έβγαινε από το ίδιο στήθος, μας συγκλόνησε και τους δυο.

— Πόσο σε λυπούμαι! ψιθύρισε. Πόσο σε λυπούμαι!

— Εμένα;

Ξαπολύθηκα από αυτή και την κοίταξα. Γιατί η φωνή της είχε κάτι που με γέμιζε μ' ένα προαίστημα, που δεν ήθελα να το αφήσω να μου ανεβή στο νου σα στοχασμός.

Έστρηψε σε μένα με σταυρωμένα χέρια και φώναξε σχεδόν:

— Δεν το πιστεύω ναπαιτής να ζήσω δίχως το Σβεν. Δεν το μπορώ, δεν το μπορώ.

Αυτό είταν το προαίστημά μου, που αυτή του έδωσε έκφραση με λόγια. Κ' έστεκα εκεί, χωρίς να ξέρω τι να κάμω, χωρίς να μπορώ να προφέρω λέξη.

— Κάθησε κοντά μου, είπε. Δε θα ερεθιστώ. Θα μιλήσω ήσυχα. Γιατί δεν είμαι πια ανήσυχη. Αιστάνουμαι μόνο πως γκρεμίζουνται όλα. Δεν είμαι πια εδώ, αν και δεν μπορείς να το νοιώσης ακόμα, γιατί ξέρεις τόσα λίγα και γιατί τόσα λίγα μπορούσα να σου πω και γω. Μα γιατί να σου το έλεγα, πριν έρθη η ανάγκη να σου το πω; Ήθελα να ζήσω μαζί σου, Γιώργο, γιατί σ' αγαπούσα περσότερο από καθετίς άλλο σ' όλη τη ζωή. Τώρα δεν είμαι νέα. Γέρασα τόσο, όσο δε θα γεράσης εσύ ποτέ. Μόνο πως εσύ δεν το ήξερες, πως δε θέλησες να το δης ποτέ κι αφού σ' έβλεπα τόσο ευτυχισμένον, δεν ήθελα να σε ταράξω. Μα όσο μπορώ να θυμηθώ, το γνώριζα πως δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους. Είχα αιστανθεί μέσα μου την ανάγκη να πεθάνω. Μπορείς να το νοιώσης, τι σου λέω τώρα; Μόλις μπορώ και το νοιώθω η ίδια. Όταν είμουνα στην ακμή της ευτυχίας μου και ζούσα για σε και για τα παιδιά και για καθετίς που είταν ωραίο, και τότε το ήξερα πάντα πως θαρθή μια μέρα, που έπρεπε να τα χωριστώ όλα και πως τίποτε δε θα μπορούσε να μ' εμποδίση σ' αυτό. Ήξερα πως θα το ήθελα και δε θα το ήθελα, θα το πιθυμούσα και δε θα το πιθυμούσα κι όμως θα πήγαινα στο σκότος, όπου ανήκω. Είχα το συναίστημα πως θα γινότανε κάτι και θα με ανάγκαζε να το κάμω. Θυμάσαι το χειμώνα, που η αναμεταξύ μας σχέση είχε καταντήσει τόσο δύσκολη και τόσο θλιβερή! Δοκίμασα τότε να σου γράψω τι αιστανόμουνα μέσα μου, γιατί δεν μπορούσα να μιλήσω. Μα δεν μπορούσα να σου γράψω. Ό,τι ήθελα να σου πω δε σου το είπα και θυμούμαι πως απορούσα γιατί δε με ρώτησες και συ έπειτα, κι ας σε παρακάλεσα να μην το κάμης. Πολλές φορές το ήθελα να με ρωτούσες. Συχνότερα όμως είμουνα ευχαριστημένη που δε με ρωτούσες. Τι έχω υποφέρει εκείνη την εποχή, Γιώργο! Να μπορούσες να το υποψιαστής τι υπόφερα! Ήρθες κ' έπιασες το χέρι μου και κάθησες κοντά μου και δεν αιστάνθηκα πως είμαι ευτυχισμένη όπως άλλοτε. Γιατί ήξερα πως καθημερινά στοχαζόμουνα πως μπορούσα να πεθάνω και να χωριστώ από σένα. Ήθελα να το κάμω μόνη μου, Γιώργο. Μπορείς να το νοιώσης πως ήθελα να το κάμω μόνη μου μέσα στη ευτυχία μου; Κ' είσουνα τόσο καλός μαζί μου κ' ευγενικός και χαρούμενος κ' είχα το συναίστημα πως είμουνα μια άπιστη γυναίκα και σ' απατούσα. Και ξέρεις γιατί ήθελα να χωριστώ από σένα; Ναι, γιατί το γνώριζα καλά πως θα γινότανε μια μέρα και γι' αυτό ήθελα να γίνη καλήτερα όσο είσουνα νέος και δυνατός και μπορούσες να με ξεχάσης σε λίγο και να γίνης ευτυχισμένος με μιαν άλλη.

Σώπασε μια στιγμή και τα μάτια της γεμίσανε δάκρυα. Έπειτα ξακολούθησε κ' η φωνή της είτανε ξανανιωμένη.

— Ύστερα ήρθε ο μικρός Σβεν, Γιώργο, κι αλλάξαν όλα. Θυμάσαι πως σου το είπα τότε; Πίστευα τότε πως μου τον έστειλε ο θεός για να με κρατήση στη ζωή κ' έτσι να μπορέσω να σε κάμω ευτυχισμένο καθώς το πιθυμούσα και παρακαλούσα κάθε βράδι το θεό γι' αυτό. Πίστευα σταθερά πως ο θεός με άκουσε και μιλούσα γι' αυτό με το μικρό Σβεν όταν είμαστε μόνοι και δεν μπορούσε νακούση κανείς τα λόγια μας. Μα τώρα, Γιώργο, τώρα αυτός μ' αφίνει. Τώρα γνωρίζω πως όλα τάλλα, όλα εκείνα που δεν τα ήξερες ως τώρα, θα ξαναγυρίσουνε και τώρα θέλω μόνο να μου συχωρέσης όλον τον πόνο που σου προξενώ. Όμως δεν πρέπει να με παρακαλέσης να μείνω. Πηγαίνω και γω εκεί που πηγαίνει ο Σβεν.

Έστεκε μπρος μου και μου φάνηκε τη στιγμή αυτή μεγαλήτερη παρότι είναι οι άνθρωποι. Είμουνα σε τόσο βαθμό απροετοίμαστος νακούσω εκείνα που είπε, ώστε μου φάνηκε σα να διηγήθηκε ένα ανησυχαστικό όνειρο, που δεν μπορούσα να το μεταμορφώσω σε πραγματικότητα. Μα αιστανόμουνα κιόλα πως ενώ μου έδινε τον μεγαλήτερον πόνο, μου ξεσκέπαζε και τη μεγαλήτερη αγάπη, κ' ήθελα ναπλώσω προς αυτή τα χέρια για να μη μου αρπαχτή την ίδια στιγμή που έγινε ολότελα δική μου.

— Δεν μπορώ να το υποφέρω αυτό, φώναξα σχεδόν. Δεν μπορώ να το υποφέρω. Να χάσω και σε και κείνον. Δεν είναι δυνατό να το θέλης.

Σηκώθηκε άφωνη και στάθηκε μπροστά σα μια Νιόβη, που απλώνει τα χέρια ναγκαλιάση τα παιδιά της, που χτυπιούνται από τα βέλη των θεών ακόμα και μες την αγκαλιά της.

— Άφησέ με να πάρω μαζί το Σβεν, είπε. Θα πεθάνη που θα πεθάνη. Θα τον πάρω κάτω στο ακρογιάλι απόψε το βράδι, όταν θα κοιμούνται όλοι. Είναι μια μικρή πάλη. Κ' έτσι δε θα σε βασανίζω πια όπως το έκαμα έως τώρα.

Μπήκα μπροστά της και με όση δύναμη είχανε τα χέρια μου την κάθησα με βία στον καναπέ.

— Περίμενε, είπα, περίμενε! Δεν το ξέρεις και συ τι κάνεις.

Μα εκείνη μου απάντησε μονάχα:

— Θα είναι δυστυχία και των δυο μας, αν μ' εμποδίσης. Μη μου παραπονεθής έπειτα για ό,τι γίνη.

Στρηφογυρνούσε το κορμί με πόνο εκεί που την κρατούσα κ' έπειτα από μια στιγμή έπεσε σε μακρή λιποθυμία. Την ξάπλωσα στον καναπέ κι όλα όσα είπε μου φαινόντανε σαν όνειρο παράλογο. Έστεκα ώρα εκεί και την κοίταζα, όσο που άκουσα πως η αναπνοή της έγινε κανονική και βεβαιώθηκα πως κοιμάται. Τότε της έβαλα ένα μαξιλάρι κάτω από το κεφάλι και τη σκέπασα.

Τρέμοντας από το ψυχικό συγκλόνισμα πήγα στην κάμαρα, όπου είταν ο Σβεν. Το δεξί του μάτι είτανε σβησμένο και το αριστερό είχε γίνει τόσο παράξενα καθαρό και μεγάλο. Έσκυψα απάνω του, πήρα το μικρό αθώο του χέρι και το έφερα στα χείλη.

«Αγαπημένο παιδί», συλλογίστηκα. «Εμείς οι δυο δεν μπορούμε να βοηθήσουμε ο ένας τον άλλον.»

18

Φέραμε το κρεββάτι του Σβεν στην κάμαρα με τη βεράντα για να μπορή νακούη από το ανοιχτό παράθυρο τα πουλιά που κελαδούσαν και τους ανέμους που σφυρίζανε. Εκεί είταν ξαπλωμένος στο λευκό κρεββατάκι του κι όταν σήκωνε τα μάτια, το έκανε περιμένοντας να τον φιλήσουν ή κινούσε ήσυχα τα μικρά, αδυνατισμένα χέρια και τότε σκύβαμε απάνω του γιατί ξέραμε πως ήθελε να μας χαδέψη.

Ο Σβάντε περπατούσε στα δάχτυλα μέσα στην κάμαρα του αρρώστου κ' η καρδιά του είταν γεμάτη από το αφάνταστο: πως θα πέθαινε ο μικρός αδερφός. Έστεκε ακίνητος πολλή ώρα και τον κοίταζε ή έσκυβε και του φιλούσε το μάγουλο. Κι όταν η μαμά συνήρθε από τη λιποθυμία της και μπήκε μέσα, πήγε και της αγκάλιασε το λαιμό με τα δυο του χέρια.

Ποτέ δε θα λησμονήσω με τι βλέμμα άρρητης απελπισίας αγκάλιασε και κείνη το παιδί και το κοίταζε στα μάτια.

— Τηλεγράφησες του Ούλοφ; μου είπε.

Της είπα ναι με το νέμα και την είδα πως έσκυψε πάλι στο Σβάντε και τον έσφιξε στο στήθος της. Σπρωγμένος από ένα ξαφνικό ένστιχτο, σηκώθηκα και βγήκα όξω κι άφησα τη γυναίκα μου μόνη με το γερό παιδί της και με το ετοιμοθάνατο. Όταν έφτασα στην πόρτα κ' έστριψα το κεφάλι, είδα τη γυναίκα μου να φέρνη το Σβάντε στο κρεββάτι του Σβεν. Κάθησε στο ένα πλευρό κ' έβαλε το Σβάντε να καθήση στα άλλο. Έπειτα έσκυψε στο Σβεν. Όλην την ώρα όμως κρατούσε το χέρι του Σβάντε κ' είδα πως χάδευε και τα δυο παιδιά, χωρίς διάκριση.

Όταν τέλος βγήκε όξω ο Σβάντε, πήγα μέσα και κάθησα στη θέση του, αντίκρυ στη γυναίκα μου. Μου άπλωσε το χέρι της απάνω από το ετοιμοθάνατο παιδί κ' είπε:

— Δεν το ξέρω αν θα είναι για καλό ή για κακό, όμως θα μείνω μαζί σου. Γιατί τώρα πιστεύω πως έτσι το θέλει ο θεός.

Κ' έπειτα από μια στιγμή πρόστεσε:

— Κι ο Σβεν το θέλει. Μίλησα μαζί του.

Χωρίς να μπορέσω να της απαντήσω, έσκυψα και της φίλησα το χέρι. Και τη στιγμή αυτή δε γνώριζε κανείς μας τι είταν ευτυχία και τι δυστυχία.

19

Μάταια γυρεύω να χωρίσω τις μέρες που ακολουθήσανε. Ναι, θα μου είταν κιόλας αδύνατο να πω πόσες είταν. Η νύχτα έγινε μέρα κ' η μέρα νύχτα κ' η ζωή μας είχε ένα σημείο μόνο, που γύρω του τριγύριζε: τη μικρή κάμαρα, όπου είτανε ξαπλωμένος και πάλευε με το θάνατο ο μικρός μας Σβεν, η κάμαρα με τη βεράντα, τη σκεπασμένη από το αγιόκλημα, που γέμιζε τον αέρα με τη μυρουδιά του.

Εδώ περπατούσαμε, εδώ καθόμαστε πλάι πλάι, κοιμόμαστε, τρώγαμε, αγρυπνούσαμε. Εδώ κατασταλάξανε σ' έναν εξαντλητικό πόνο όλα όσα ζήσαμε κι ονειρευτήκαμε μαζί. Εδώ βούλωσε η γυναίκα μου το μπουκαλάκι με το μόσκο όταν έσβησε πια η τελευταία ελπίδα. Αυτή, που ήθελε να πεθάνη μαζί του, παραμέρισε το τελευταίο διαγερτικό για να μην μπορή να κατηγορή έπειτα τον εαυτό της πως τάραξε τις τελευταίες ώρες του μικρού, μόνο για να έχη εκείνη τη χαρά να βλέπη να μας λάμπη το μεγάλο μάτι του.

Γιατί το δεξί του μάτι είτανε σβησμένο πια. Το βλέφαρο είταν κλεισμένο απάνω του, σα να είτανε πια νεκρό το μισό κορμί του, όταν όμως άνοιγε το αρι —

[λείπει η σελίδα 132 — 133]

ίδιο μέρος, όπου ακκουμπούσε πριν η Έλσα το δικό της.

Έτσι περάσανε δυο τρεiς ώρες κι ο ήλιος ανέβαινε πάντα ψηλότερα στον καλοκαιρινό ουρανό. Ξύπνησα από ένα αλαφρό σκούντημα της γυναικός μου.

— Ξύπνα, είπε. Ο Σβεν πεθαίνει τώρα.

Δεν μπορούσα να μείνω εκεί μέσα. Βγήκα όξω στον κήπο· και με την ιδέα να του δώσω μια τελευταία χαρά — αυτού, που αγαπούσε πάντα τάνθη — έκοψα ένα μισοανοιγμένο ρόδο, το ωραιότερο που μπορούσα να βρω, γύρισα μέσα και το έβαλα στο μαξιλάρι του παιδιού μου, κοντά στο μάτι που μπορούσε κ' έβλεπε ακόμα. Ανίκανος να το υποφέρω περσότερο, βγήκα πάλι όξω στη βεράντα. Αποκεί άκουσα πως μπήκε μέσα ο Σβάντε και κάθησε στο κρεββάτι. Μα δε γύρισα να δω. Πήγαινα μόνο πέρα δώθε κι άκουγα την κρατητή, φοβερή αναπνοή, που φαινότανε σα να έβγαινε από μεγάλον και μου ξέσχιζε την ψυχή. Τότε άκουσα μια κραυγή της γυναικός μου κ' έστριψα εκείθε.

Ο Σβεν είχε ανοίξει το μάτι κ' είδε το ρόδο. Κι άπλωσε το χέρι προς το άνθος, το πήρε, σα να ήθελε να δη το ρόδο για τελευταία φορά, μα το άφησε να πέση πάλι στο μαξιλάρι.

Άξαφνα κλονίστηκε όλο το μικρό του σώμα από φοβερούς, συγκρατητούς σπασμούς. Αρχίζανε από το κεφάλι, που είχε γυρίσει πλάγια, και φαινόντανε πως κλαδώνανε στα μέλη, που είχανε γίνει αλύγιστα και γαλανωπά. Τότε έγειρε η γυναίκα μου το κεφάλι για να μη βλέπη πια. Όταν όμως πάψανε οι σπασμοί, έκλαιγε σιγά και μου άπλωσε πάλι το χέρι της απάνω από το μικρό κρεββάτι.

Έτσι καθόμαστε κει μέσα όσο που έπαψε η αναπνοή,..ξαναήρθε...έγινε πιο κρατητή, δυνάμωσε...κ' έπαψε. Τότε ησυχάσανε όλα. Βασίλεψε η σιγή του θανάτου. Σκυμένοι και κλαίοντας ακολουθήσαμε το φτερούγισμα της ψυχής, που έφευγε.

Του κρατούσαμε κ' οι δύο τα χέρια και μεμιάς ταφήσαμε να πέσουν παγωμένα απάνω στο σκέπασμα.

Έπειτα βγήκε η γυναίκα μου από την κάμαρα και πήγε να ησυχάση. Εγώ όμως κάθησα εκεί κ' αιστανόμουνα με τρόμο πως όλα είχανε σιγάσει.

Το απόγεμα έφτασε ο Ούλοφ, και μαζί με τον πατέρα και τη μητέρα ήρθε από το πρώτο ταξίδι του στον κόσμο κοντά στο κρεββάτι, όπου είτανε ξαπλωμένος νεκρός ο μικρός αδερφός. Έκλαψε κει αντρικά κ' ήσυχα κι άμα γύρισε στην τραπεζαρία του έδειξε ο Σβάντε το δάχτυλό του.

Είχε ένα βαθύ σημάδι κι ο Σβάντε του περίγραψε πως ο μικρός αδερφός είχε μπήξει εκεί το νύχι του, πριν ξεψυχήση. Το σημάδι αυτό έμεινε πολλές μέρες και του φάνηκε κακά σα χάθηκε.

20

Μια μικρή κίτρινη κάσα είναι στη μέση της κάμαρας στην ίδια θέση, όπου πρωτήτερα είταν ένα κρεββάτι μ' ένα ζωντανό παιδί. Τώρα η κάμαρα είναι στολισμένη με ρόδα. Δε φαίνεται σχεδόν άλλο τίποτε από ρόδα κι από την πόρτα μπαίνει μια γυναίκα μόνη.

Κρατεί στα χέρια ένα παιδί και το παιδί είναι νεκρό. Δε θέλει ναγγίση άλλος κανείς το αγαπημένο της και με τα ίδια της τα χέρια, που δεν τρέμουν, το τοποθετεί στην κάσα. Του βάζει στην αγκαλιά ένα μικρό ξύλινο μαλλιαρό σκυλάκι, που αγαπούσε να κοιμάται μαζί του όταν είτανε γερό και κανείς δε στοχαζότανε το θάνατο. Είναι ο Φλόκι, που θέλει να συνοδέψη τον αφέντη του. Είναι ήσυχος σύντροφος στον ύπνο και δεν ενοχλεί κανέναν. Έπειτα κοιτάζει αν το αγόρι της είναι ξαπλωμένο καλά και του ισιάζει το κρεββάτι, σα να θέλη να της ραγιστή η καρδιά, και του φιλεί τα παγωμένα χείλη.

Έπειτα φεύγει και γω στέκω μόνος με το σκέπασμα, που, όπως της έταξα, πρέπει να το καρφώσω μόνος. Βιδώνω, βιδώνω κι ο κρότος της σμίλης απάνω στις βίδες που τρυπούν το ξύλο, αχεί διαπεραστικά και μου φαίνεται σα να έτριζα ο ίδιος εγώ τα δόντια από τον πόνο.

Όταν όμως τελειώνω, δεν αιστάνουμαι πόνο πια. Είναι σα να μου είχε νεκρώσει η αγωνία του τελευταίου καιρού κάθε ικανότητα να αιστάνουμαι, όπου κι αν κοιτάζω το βλέμμα μου απαντά παντού μόνο άνθη.

Βγαίνω όξω στη βεράντα κ' η μυρουδιά, που χύνει το αγιόκλημα, με χτυπά από το σκοτάδι στο πρόσωπο, η ίδια μυρουδιά που είτανε σκορπισμένη γύρω μου την ώρα που αιστανόμουνα να με σφίγγουνε τα δάχτυλα του παιδιού μου μ' όλη τη δύναμη του θανάτου. Όλα σβήσανε μέσα μου, όλα περάσανε. Συλλογίζουμαι κείνη που μόλις βγήκε αποδώ κι όλα όσα μέλλουνε να γίνουν. Αιστάνουμαι πως δε θα λάβω ποτέ καιρό να θρηνήσω όπως ήθελα το μικρό αγόρι μου με ταγγελικά μάτια κι ολομόναχος γονατίζω εμπρός στην κάσα του, εγώ, που δε γνωρίζω μπροστά σε ποιόνε γονατίζω και σε ποιον προσεύχουμαι.

Μα όξω στο νεκροταφείο είναι ένα μικρό μνήμα. Είναι καμωμένο σαν κήπος με φράχτη από πυξάρι, με μια τριανταφυλλιά και μια ραχούλα νωποχλοϊσμένη και σκεπασμένη με πυκνούς πυκνούς πανσέδες στην κορφή. Είναι διαφορετικό απ' όλα τάλλα μνήματα κι απάνωθέ του πρασινίζει μια φλαμουριά ερημική.

Απάνω στη ραχούλα είναι μια πέτρα και στην πέτρα είναι γραμμένα τα λόγια: « Ο μικρός μας Σβεν.»

Εκεί κοιμάται η ευτυχία μας, που μια φορά είτανε μεγαλήτερη από την ευτυχία άλλων. Εκεί κάτω από το χώμα είναι σκλαβωμένη η ψυχή της γυναικός μου, δεμένη με μαγικά δεσμά και καμιά αγάπη δεν μπορεί να την ξαναφέρη πάλι απάνω στη γις.

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ Έχουμε αιώνια μόνο το χαμένο Ένρικ Ίψεν

1

Τίποτες απ' όσα περίμενα και φοβόμουνα δεν άργησε ναρθή. Η μόνη διαφορά είτανε πως ενώ η δυστυχία μεγάλωνε πάντα, εγώ δεν ήθελα να την πιστεύω, αν και την προαιστανόμουνα και γνώριζα πως θαρθή. Γιατί εμείς οι άνθρωποι το γνωρίζουμε πως θαρθή ο πόνος. Μόνο με ποια μορφή θαρθή δεν το γνωρίζουμε ποτέ.

Το πρώτο που αιστάνθηκα κ' εννόησα με τρόμο ανέκφραστο, όταν περάσανε τουλάχιστο τόσες μέρες, ώστε να μπορέσω να συνέρθω και να σκεφτώ όσα γίνανε, είτανε πως η γυναίκα μου δεν είχε μιλήσει ποτέ τόσο μέσα από την ψυχή της, όσο την ώρα που κάθησε μπρος μου στην κάμαρά μου και μου είπε πως είχε γεννηθεί για κακό και πως τώρα, που χάθηκε ο Σβεν, ζει μόνο για να πεθάνη. Πάντα ξαναέλεγα τα λόγια της, πάντα τάκουγα ναντηχούνε σταυτιά μου κι όσο περσότερο τα συλλογιζόμουνα, τόσο περσότερο βεβαιωνόμουν πως πάλευε αναμεταξύ του πόθου να πεθάνη και της αγάπης της σε με και τα παιδιά, που της πρόσταζε να ζήση. Ωστόσο εκείνα που μου είπε για την αγάπη της σε μας αρχίσανε λίγο λίγο να διώχνουνε μέσα στη σκέψη μου όλα τάλλα, που μαρτυρούσανε τον πόθο να πεθάνη, έναν πόθο που της είχε καταντήσει σχεδόν απόφαση. Την έβλεπα ναγωνίζεται μεταξύ εκείνου, που αιστανότανε για μας τους τρεις, που ζούσαμε ακόμα, και του θολού πόθου, που την έσερνε σε κείνον που χάθηκε. Είμαστε όλοι ένα σύνολο γι' αυτή κι από αυτού πήγαζε ο πόνος της· αιστανότανε πως δε θα μπορούσε να φιλιώση ποτέ τις αντίμαχες δύναμες, που παλεύανε για την ψυχή της.

Τα έβλεπα όλα αυτά. Τα έβλεπα όλον τον καιρό που βάσταξε ένα ταξίδι, που σχεδόν τη βίασα να κάμουμε, για να τη φέρω έξω στον ήλιο και στη θάλασσα και να της δώσω νέες εντύπωσες από τη ζωή. Δε θα λησμονήσω ποτέ αυτό το ταξίδι. Δε θα λησμονήσω ποτέ την απελπισιά, που με κυρίεψε, όταν κάθε βδομάδα που περνούσε παρατηρούσα ολοένα καθαρότερα πως όλα όσα έβλεπε γλυστρούσαν εμπρός της, σα να μην είτανε πραματικά γι' αυτή. Μου έκρυβε πολλά, μου έκρυβε ακόμα και τα δάκρυά της κ' εννόησα πως το έκανε γιατί είδε πως ζούσα μόνο με την ελπίδα να την ξαναφέρω στη ζωή κ' ήθελε να κρατήσω όσο το δυνατό περσότερο την ελπίδα αυτή. Το εννόησα αυτό ένα βράδι, που καθόμαστε σε μια βεράντα και κοιτάζαμε τα νορβηγικά φιόρδ και τα βραχόβουνα. Η Έλσα τα κοίταζε όλα πολλή ώρα, έπειτα έκλεισε τα μάτια εμπρός στην αγαπημένη της εικόνα και μου είπε:

— Γιώργο, γιατί με φέρνεις να δω όλα αυτά; Έπειτα άρχισε να κλαίη σιγά, μα προσπάθησε πάλι να κρατήση τα δάκρυα και γύρισε και με κοίταξε.

— Γιατί κάνεις τόσα πολλά για με; Γιατί είσαι τόσο καλός μαζί μου; Καλήτερα θα είτανε να μ' άφινες να τραβήξω το δικό μου δρόμο.

Αιστάνθηκα πως είχα μπρος μου έναν πόνο, που δεν μπορούσε να μετρηθή ή να ζυγιστή. Αιστάνθηκα μετάνοια γιατί ήθελα να τη βγάλω έξω από τον πόνο και γιατί την άφησα να το παρατηρήση. Και τη στιγμή αυτή μου φάνηκε μικρό κι ανάξιο να δοκιμάσω να οδηγήσω ή να επηρρεάσω τη θλίψη της. Την έσυρα μόνο κοντά μου κ' είπα:

— Κλάψε κοντά μου! Κλάψε όσο θέλης! Μη βιάζης τον εαυτό σου! Νομίζεις πως και γω δε λυπούμαι όσο και συ;

Τα δάκρυα της πλημμυρίσανε τα μάτια κι όμως το πρόσωπό της, που είτανε γυρισμένο σε μένα, έλαμπε τόσο από χαρά, σα να της ήρθε η μεγαλήτερη ευτυχία.

— Αλήθεια; είπε.