Το βιβλίο του μικρού αδερφού Μυθιστόρημα ενός Γάμου

Part 4

Chapter 4 4 words Public domain Markdown

Γνώριζα πως δεν μπορούσα ποτέ να τη ρωτήσω γι' αυτό. Γιατί θα μου αγκάλιαζε το λαιμό με τα χέρια της και θα μου έλεγε: «Ω, δε μου έχεις κάμει ποτέ άλλο από καλό!» Νόμιζα πως άκουγα το φανατισμό της φωνής της, όταν έλεγε αυτά τα λόγια. Ναι, ήξερα πως έτσι θαπαντούσε κ' ήξερα πως όλα όσα έλεγε τα αιστανότανε αληθινά. Η ιδέα όμως αυτή δε με ησύχαζε. Κατιτί άλλο μ' απασχολούσε τώρα. Τι μ' έμελε κιόλας την ώρα αυτή αν η γυναίκα μου προσευχότανε στο θεό ή όχι. Τι μ' έμελε αν στοχαζότανε τούτο ή εκείνο. Εκείνα που είπε με χτυπήσαν ίσα στην καρδιά. Τα λόγια της σμίγανε και γινόταν ένα με αυτήν την ίδια και με το καλοκαίρι που πέρασε, με το αίστημα της νυχτερινής εκδρομής στα σκοτεινά νερά, με τη βουή του δάσους και το αχτιδοβόλημα του φεγγαριού απάνω στα σγουρά κύματα. Όλα σμίγανε σ' ένα σύνολο και μου ψιθυρίζανε πως κέρδισα ένα θησαυρό.

Μα ταυτόχρονα με βασάνιζε η ιδέα πως την είχα τρομάξει ωστόσο δίχως να το θέλω. Και τούτο με βασάνιζε, ενώ από το άλλο μέρος τα λόγια της αντηχούσαν ακόμα σταυτιά μου. Ξαναέφερνα στο νου μου όλη τη ζωή, που έζησα με την Έλσα, ό,τι μπορούσα να θυμηθώ κι ό,τι μπορούσε να έχη κάποιο σύνδεσμο μ' αυτή. Κι όταν δεν μπορούσα πια να θυμηθώ άλλο τίποτε, ζητούσα μέσα στο στοχασμό μου εκείνο που μου είταν αδύνατο να βρω.

Γιατί ένοιωθα ένα συναίστημα ενοχής μέσα μου, ένα συναίστημα ενοχής που με βάραινε. Όμως δεν μπορούσα να βρω πότε έσφαλα. Νόμιζα πως χωρίς άλλο εγώ είμουνα ο ένοχος. Όταν πήγα να κοιμηθώ, είδα πως η Έλσα είταν ξυπνητή ακόμα. Όταν όμως έπεσα, έσκυψε και μου φίλησε το χέρι.

Ποτέ άλλη φορά δεν είδα το πρόσωπό της με τόσο ευτυχισμένη έκφραση.

11

Τέλος πλησίαζε η μέρα, που την περιμέναμε καιρό, η μέρα, που έμελλε να γεννηθή το τέκνο μας και να βγη στο φως το μυστικό, που μου είχε μπιστευτεί από καιρό η γυναίκα μου, το μυστικό που έδινε στην ψυχή της ένταση και στην ελπίδα της φτερά κ' έμελλε να ξαναφέρη την ευτυχία στο σπίτι μας. Το προαίστημα αυτό έκαμε τόσο φωτεινό το καλοκαίρι μας, έτσι τουλάχιστο το βλέπω τώρα. Μα όσο παράξενα κι αν μου φαίνουνται όλα τώρα, τώρα που πιστεύω πως έχω την εξήγησή τους, τόσο απλά και φυσικά ήρθαν τότε και δεν μπορούσα ούτε να υποψιαστώ όλη τη σημασία εκείνων που μας συνέβηκαν.

Είχαμε δυο παιδιά ως τότε κ' είχε δοκιμάσει όλες τις συγκίνησες της μητρικής χαράς, που δεν τις λησμονά ποτέ ένας άντρας, που αγαπά τη γυναίκα του. Μα ποτέ άλλη φορά δεν είδα τη γυναίκα μου να χαίρεται τόσο όπως τώρα. Ποτέ δεν αιστάνθηκε μια τόση ευδαιμονία γεμάτη ευλάβεια, όπως τώρα, ποτέ δεν ένοιωσε απλωμένη μια τόσο γιορτινή διάθεση στην καθημερινή ζωή μας, όπως αυτό το σκοτεινό χινόπωρο στη μελαγχολική πόλη, όπου η βροχή έπεφτε ακατάπαυτη κ' η ζωή όλη γύρω μας φαινότανε τόσο βαρειά και σκυθρωπή, όσο ίσως ποτέ προτήτερα.

Είχαμε δυο αγόρια κ' είτανε φυσικό το μικρό πλάσμα, που περιμέναμε, να τονομάζουμε «το κοριτσάκι». Το περιμέναμε και μιλούσαμε γι' αυτό· κ' ένα μεσημέρι, που γύρισα σπίτι από την εργασία μου, η Έλσα μου είπε:

— Αυτό που περιμένουμε είναι ο άγγελός μου και θα με σώση.

Τόσον καιρό είχα λησμονήσει πως κάποτε τρέξαμε κάποιον κίντυνο, γι' αυτό δεν ένοιωσα τα λόγια της αμέσως.

— Να σε σώση; είπα μηχανικά. Από τι πράμα;

Τα πρόσωπό της πήρε μιαν έκφραση παράξενη, σα να ξαναγύριζε στον εαυτό της για να σκεφτή πως είναι δυνατό να αιστάνουνται διαφορετικά δυο άνθρωποι, που αγαπούν ο ένας τον άλλον.

— Ξέχασες το χειμώνα; είπε.

Δεν ένοιωσα ή δεν ήθελα να νοιώσω.

— Νόμιζα πως εκείνο πέρασε, είπα.

— Νομίζεις πως μπορεί να περάση τίποτε; είταν η απάντησή της. Και πρόστεσε:

— Ίσως το μικρό, που περιμένουμε, να μπορέση να κάμη εκείνο που δεν το μπόρεσε άλλο τίποτες.

Τη σύντομη αυτή ομιλία τη συλλογίστηκα συχνά και του κάκου ζητούσα να τη συναρμώσω με την αθόλωτη ευτυχία, που απολάψαμε το περασμένο καλοκαίρι. Είτανε δυνατό η γυναίκα μου μέσα σ' όλη τη λάμψη της ευτυχίας, που έδινε τον τόνο σ' όλο το είναι της, να έκρυβε το σπόρο της δυστυχίας, που έμελλε να πέση σ' όλη τη ζωή μας; Είτανε δυνατό αυτό; Ζούσε τάχα δυο ζωές; Μπορούσε να ζη μέσα στον ήλιο και ταυτόχρονα να αιστάνεται πως η νύχτα είτανε κοντά; Ή μήπως η προαίστηση του φόβου, που έδειχνε τώρα, είτανε μια από τις φαντασίες εκείνες, που είναι συνέπειες της κατάστασης που βρισκότανε;

Προσπαθούσα να ησυχάσω τον εαυτό μου με την τελευταία σκέψη, μα δεν το κατώρθωνα καλά. Και σιγά σιγά άρχισα να βλέπω τη ζωή της γυναικός μου μ' ένα νέο και διαφορετικό φως, με το φως που έμελλε να τη σκεπάση τέλος ολάκερη.

Δεν μπορώ να περιγράψω το όλωςδιόλου νέο αίστημα της τρυφερότητας που ξύπνησε μέσα μου με τους στοχασμούς αυτούς, που μου είναι αδύνατο να τους εκφράσω με λόγια. Μόλις μπορούσα να πιστέψω ό,τι έβλεπα, όταν όλα περάσανε καλά κ' η γυναίκα μου, έπειτα από βαρύν αγώνα, άρχισε να δυναμώνη σιγά σιγά. Έφερε στη ζωή ένα χαριτωμένο πλάσμα κι από τις πρώτες μέρες του μιλούσε με λόγια, που δεν μπορούσε να τακούση κανένας άλλος.

Μα το κοριτσάκι δεν ήρθε. Στη θέση του ήρθε έν' αγοράκι, που τονομάσαμε Σβεν.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

1

Ο μικρός Σβεν μεγάλωνε κ' έγινε ο αγαπημένος όλων. Είχε μακριά χρυσά μαλλιά και για να θυμούμαστε το κοριτσάκι, που δεν ήρθε, η μαμά τα σγούραινε, ώστε να κρεμούνε σε μακριά δαχτυλίδια γύρω στο μικρό προσωπάκι με το απαλό δέρμα και τα παράξενα αγγελικά μάτια. Ποτέ παιδί δεν είχε βαθήτερα μεγάλα μάτια με τόσο πρώιμα ονειρεμένο βλέμμα και ποτέ παιδί δεν είχε εμπιστευτικότερο, τρυφερότερο χέρι, που να χαδευότανε στο χέρι των μεγάλων, σα να ήξερε πως παντού θα εύρισκε άσυλο, γιατί αυτό το ίδιο δε γνώριζε τίποτες κακό.

Ο μικρός Σβεν είταν το είδωλο του μεγάλου αδερφού. Τίποτε δεν είταν ωραιότερο από το να βλέπη κανείς πως ο μεγάλος αδερφός, που του άρεσε να κάνη τον άντρα και γι' αυτό δεν ήθελε να δείχνη τα αιστήματά του, έσερνε το μικρό αδερφάκι μέσα στο αμαξάκι, χαιρότανε με το γελαστό προσωπάκι και γύριζε πίσω αδιάκοπα για να δη μην έπεσε ο μικρός. Το μόνο, που μπορούσε να συγκριθή με την εικόνα αυτή, είταν όταν έβλεπε κανείς το Σβάντε να κάνη το ίδιο πράμα. Κι ο Σβάντε χαιρότανε περσότερο να κάνη τον προστάτη, γιατί στα παιγνίδια του με το μεγάλο αδερφό είταν πάντα αυτός ο μικρότερος, που έπρεπε να υπακούη. Ο Σβεν είτανε τόσο μικρός μπροστά στα μεγαλήτερα αδέρφια, που τα θαύμαζε και τακολουθούσε, ώστε έμεινε πάντα ο μικρουλάκης αδερφός. Είτανε τόσο χαρούμενος που μαζευόμαστε όλοι τριγύρω του, άμα γινότανε κάτι κ' η κρυσταλλένια φωνή του και το ξάστερο γέλιο του αντηχούσανε σ' όλο το σπίτι. Τρέχαμε γύρω του γιατί θέλαμε να δούμε πώς λάμπανε τα μάτια του, πώς τα μικρά λευκά του χέρια σαλεύανε από ευχαρίστηση, γιατί θέλαμε να δούμε όλη την αστραφτερή αυτή παιδιάτικη χαρά, που πλημμυρούσε με ήλιο την καρδιά μας.

Ήθελα να είχα γραμένη προτήτερα την ιστορία αυτή του μικρού αδερφού, για να μπορούσε να τη δη εκείνη φύλλο με φύλλο. Εκείνη που γνώριζε καλήτερα τη σύντομη ιστορία της ζωής του, καλήτερα από με, καλήτερα από κάθε άλλον. Εκείνη που θυμότανε και το παραμικρότερο από το βιβλίο της ζωής του, εκείνη που εξακολουθούσε να ζη μαζί του ακόμα κι όταν τα φωτεινά μάτια του δε λάμπανε πια ανάμεσό μας· εκείνη που τον ακολούθησε στο μονοπάτι, που δεν το πατά κανείς πριν φτάση η ώρα του. Έτσι θα μπορούσε να γεμίση με το πνεύμα της αυτά που ήθελα να πω κ' έτσι το ποίημά μου θα είχε την πηγή του πιο αμεσότερη, σα να είταν ο λόγος για ένα παιδί που ζούσε ακόμα.

Γιατί ο μικρός Σβεν ζούσε με τη μητέρα του, κοντά της και για χάρη της. Έπαιζε στην κάμαρά της κι όλο το πρωί, που ο πατέρας έλειπε και τα μεγαλήτερα παιδιά είτανε στο σκολειό, ο μικρός Σβεν καθισμένος κάτω στο πάτωμα άκουγε τη μαμά να του διηγάται παραμύθια. Η μαμά ήξερε πολλά παραμύθια, όμως κανένα άλλο δεν άρεσε τόσο του Σβεν όσο η κοκκινόσκουφη, που την έφαγε ο λύκος εκεί που πήγαινε στη γιαγιά. Τον συγκινούσε τόσο, όταν συλλογιζότανε την τύχη της μικρής κοκκινόσκουφης, είχε τόσο φόβο από τον τρομερό λύκο και θύμωνε τόσο μαζί του. Ήθελε να γίνη μεγάλος και να πάη να τον βρη να τον σκοτώση.

Έπειτα παίζανε με τη μαμά. Παίζανε πως ο Σβεν έγινε μεγάλος και ταξίδεψε και πως η μαμά καθότανε μόνη και τον περίμενε. Κ' έπειτα γύριζε ο Σβεν κ' η χαρά είτανε τόσο μεγάλη, ώστε η μαμά έπρεπε ναφίνη τη δουλειά της και να τον παίρνη στην αγκαλιά και να τον φιλή πολλές φορές.

Του μικρού Σβεν του είχαμε βγάλει πολλά ονόματα στο σπίτι. Τονέ λέγαμε μικρό αδερφούλη και Νέννε, που το βρήκε μόνος του, και μαϊμουδάκι και χρυσό, όπως μας ερχότανε στο στόμα. Ήξερε όλα τα ονόματά του και ταριθμούσε και καμάρωνε γι' αυτά. Ο μικρός Σβεν δεν έπαιζε πολύ μ' άλλα παιδιά και δεν του άρεσε να μένη πολύ μαζί τους. Γύριζε πάλι στη μαμά, σα να είταν αυτό το φυσικότερο πράμα του κόσμου. Και δεν τον έμελε αν έκοβε το παιγνίδι στη μέση και τάλλα παιδιά θυμώνανε. Μόλις έβλεπε τη μαμά, έτρεχε σ' αυτή, της έπιανε το χέρι και πήγαινε κοντά της. Είτανε μια αγάπη που περνούσε κάθε όριο και δεν ψυχραινότανε ποτέ, γιατί η μαμά είτανε τόσο ευτυχισμένη μ' αυτή, ώστε να μην της γίνεται ποτέ βάρος ο μικρός.

Ο Σβεν κ' η μαμά είχαν τα μικρά τους μυστικά κι όταν της ψιθύριζε κάτι στο αυτί, δεν είχε το δικαίωμα να το ακούση ούτε ο μπαμπάς. Αν δοκίμαζε να το κάμη μόνο έτσι για να πειράξη το Σβεν, αυτός έβαζε τη φωνή:

— Όχι, να μην ακούση, δεν κάνει νακούση.

Κ' η μαμά έσπρωχνε τον μπαμπά, ώστε ο μικρός μπορούσε να της πη στο αυτί ό,τι ήθελε.

Και τότε θριάμβευε ο Σβεν.

— Βλέπεις, έλεγε. Δεν κάνει να το ακούσης.

Κ' έπειτα έφευγε κρατώντας το χέρι της μαμάς και περιγελούσε τον μπαμπά. Αυτό το έλεγε πείραγμα του μπαμπά και λίγα πράματα ήξερε που να τον διασκεδάζαν τόσο.

Μου φαίνεται πως τους βλέπω ακόμα εμπρός μου και τους δυο να περπατούν απάνω κάτω στο μακρύ δρόμο με τα γυμνά δένδρα το χειμώνα, όταν ο Σβεν φορούσε τη μικρή του γούνα, που είταν καμωμένη από μια παλιά της μαμάς και την καμάρωνε τόσο. Είτανε κιόλα πολύ δύσκολο να πη κανείς ποιος από τους δυο είχε να πη περσότερα στον άλλον. Κι όταν, αφού τους κοίταζα αρκετά, μου ερχότανε η επιθυμία και πήγαινα μαζί τους, ο Σβεν γινότανε ζηλιάρης και σούφρωνε το μικρό κόκκινο στοματάκι τόσο που η μαμά έπρεπε να τον μαλλώνη για τον τρόπο του και να του λέη πόσο καλός είναι ο μπαμπάς. Αυτό δεν το αναγνώριζε μ' ευχαρίστηση ο Σβεν. Κ' ενώ πηγαίναμε κ' οι τρεις μαζί, έκανε της μαμάς κρυφά νέματα, που δεν έπρεπε να τα δη ο μπαμπάς, σα να ήθελε να μένη ευτυχισμένος με το πώς, δεν άφινε να σπάση ο κύκλος της μυστικής συνεννόησης, που είχε χαράξει γύρω από την αγάπη του και τον εαυτό του.

Μα όταν ο μπαμπάς είτανε στην πόλη και γύριζε στο σπίτι, ο Σβεν περίμενε κρυμένος πίσω από την πόρτα για να τον φοβίση. Πήγαινε κ' έστεκε κει πολύ πριν από την ώρα, που θα γύριζε ο μπαμπάς. Αδιάκοπα έβγαινε από τον κρυψώνα του και ρωτούσε:

— Πιστεύεις πως θα φοβηθή ο μπαμπάς;

Φυσικά η μαμά του έλεγε ναι και φυσικά ο Σβεν έμενε τρισευτυχισμένος με την ελπίδα αυτή. Κι όταν ο μπαμπάς έφτανε τέλος κ' έμενε όξω στο διάδρομο για να τινάξη τον άμμο από τις γαλόσες του, ο Σβεν πλησίαζε τόσο σιγά και δε συλλογιζότανε πια να τον φοβίση, μα έστεκε μόνο εκεί και χαμογελούσε, σα να ήξερε καλά πως ο μπαμπάς δεν μπορούσε να τονέ δη δίχως να χαρή. Κι αργά αργά γλυστρούσε σιμότερα, σα να ήθελε ναπολάψη την ανυπομονησία, που είχε ο μπαμπάς να τον σφίξη στην αγκαλιά του, κ' έπειτα κρεμιότανε στο λαιμό του μπαμπά κι ο μπαμπάς τον έφερνε μέσα, ενώ ο σκύλος του σπιτιού γαύγιζε από χαρά και πηδούσε γύρω μας.

Θυμούμαι καλά τα μάτια της γυναικός μου όταν έβλεπε τη σκηνή αυτή.

— Να ήξερες πόσο μιλώ για σε μαζί του, έλεγε, όταν ο Σβεν έδινε τέλος του πατέρα την άδεια να τον αφήση από την αγκαλιά του, κ' έκανε θέση της μαμάς

2

Από τον καιρό ακόμα που ο Σβεν είτανε τόσο μικρός ώστε μόλις μπορούσε και κουνιότανε, έγινε στενός φίλος του σκύλου κ' είχε το δικαίωμα να τον κάνη όπως θέλει: να τον τραβά από ταυτιά, να του μαδά την ουρά, να ξαπλώνεται απάνω του και να τον κρατά στις κοπιαστικότερες θέσες. Ο σκύλος δεν έδειχνε μεγάλη στενοχώρια για όλα αυτά, μόνο κάποτε φαινότανε σαν ξαφνισμένος για όσα τραβούσε κ' ήσυχος κ' ήμερος πήγαινε και ξαπλωνότανε σ' άλλη μεριά με τη μάταια ελπίδα πως ο καλόβουλος τύραννός του θα κουραζότανε και θα τον άφινε σε ησυχία.

Μα όταν ο Σβεν έβγαινε στην αυλή, ο σκύλος έτρεχε κοντά του, όπου κι αν πήγαινε. Φυσώντας τα κοντά, σκιστά ρουθούνια του έστεκε κει και κοίταζε πώς ο Σβεν γέμιζε με άμμο ένα τενεκεδένιο κουβαδάκι αργά και προφυλαχτικά, ή πως κάποτε άλλαζε το παιγνίδι αυτό με τη λιγότερο ταιριαστή διασκέδαση να τσαλαβουτά μέσα στο βαρέλι με το νερό. Ο σκύλος πήγαινε πάντα κοντά του κι όταν πλησίαζε κανένας ξένος, παρακολουθούσε το φέρσιμό του με δύσπιστα μάτια, έτοιμος να μπη στη μέση, αν το απαιτούσε η περίσταση.

Ο Σβεν κι ο σκύλος τραβούσαν κιόλα το δικό τους δρόμο και συχνά σηκώνανε το σπίτι σ' ένα πόδι, όταν δεν μπορούσε να τους βρη κανείς. Κι όταν αρχίζαμε ναπελπιζόμαστε πια πως θα τους ξαναδούμε ζωντανούς, παρουσιαζόνταν άξαφνα, σα να μην είχε γίνη τίποτε, ξαφνισμένοι κ' οι δυο για την ταραχή μας.

Θα είταν άδικο, αν έλεγα πως ο Σβεν είτανε καθαυτό ανυπάκουο παιδί. Σ' αυτό όμως το κεφάλαιο δεν είταν τόσο ευκολομεταχείριστος. Η μητέρα του τονέ φοβέριζε συχνά πως θα τον δείρη, μα και συχνά βεβαίωνε και μένα πως είταν άξια να ξεσκίση εκείνον που θα τολμούσε ναγγίξη με το χέρι του τον Σβεν. Όμως ο Σβεν δε φαινότανε να δίνη σημασία σε μαλλώματα και συμβουλές κι όταν έβλεπε τη μητέρα του να πετά από τη χαρά της, που τον ξαναείδε ζωντανό, έμενε τόσο ξαφνισμένος, σα ναπορούσε πως είτανε δυνατό αυτοί οι δυο να στοχάζουνται διαφορετικά για κατιτί σ' αυτόν τον κόσμο.

— Δεν είταν κανένας φόβος, έλεγε ο Σβεν. Ο σκύλος είτανε μαζί.

Η μαμά δεν ήθελε να πη κακό για το σκύλο, προσπαθούσε μόνο να τον πείση πως ο σκύλος δεν μπορεί ποτέ να είναι το ίδιο μ' έναν άνθρωπο. Του έλεγε όσα μπορούσε να του πη. Ο Σβεν την αγκάλιαζε και της έταζε πως δε θα ξαναφύγη και δε θα ξανακάμη τη μαμά να λυπηθή.

Μα όταν ερχόταν η άνοιξη και το νερό άρχιζε να τρέχη από τη στέγη στην αυλή, ο Σβεν λησμονούσε όλα τάλλα, εξόν από το πως είταν ένα μικρό αγόρι, που ήθελε να πηγαίνη βαθιά στο δάσος.

Ποιος ξέρει με ποιους στοχασμούς έτρεχε κει γύρω ή ποιος ξέρει ακόμα αν το έννοιωθε πως έκανε κατιτί εμποδισμένο; Πήγαινε μιλώντας μόνος κι ο σκύλος τον ακολουθούσε κι όταν έφτασε στην πόρτα του φράχτη και τη βρήκε ανοιχτή, έπρεπε να βγη να ρίξη μια ματιά στον κόσμο, που τονέ μάγευε κει όξω. Τότε είδε στο άλλο μέρος του μεγάλου δρόμου, ψηλά στην άκρη του χαντακιού, τα κίτρινα άνθη, που λάμπανε φυτρωμένα στο σταχτερό χώμα, κ' έτρεξε κει, όσο βαστούσαν τα μικρά του πόδια. Μα τώρα είτανε σχεδόν μέσα στο δάσος και δεν μπορούσε πια ναντισταθή. Ψηλά και με ροζιάρικους κλάδους υψωνόντανε τα έλατα αποπάνω του και προχώρεσε μέσα στους κορμούς, όπου ο ήλιος έλαμπε στα μούσκλα και τα πρώτα ανοιξιάτικα πουλιά είχαν αρχίσει να κελαδούν. Ένας μικρός ποντικός πετάχτηκε μέσα από τις πέτρες κι ο μικρός Σβεν έτρεξε κατόπι του. Όλο και μακρήτερα πήγαινε πάντα. Εκεί είταν ένα μικρό βάλτο και στις ιτιές όξω στο βάλτο λαμποκοπούσαν κρεμασμένα χνουδωτά ανθουλάκια. Δεν μπορούσε να τα φτάση, γιατί θα βούλιαζε στο νερό και θα μούσκευε τα πόδια. Μπορούσε όμως να ρίξη μερικά πετραδάκια στο βάλτο και νακούση πώς βροντούσαν και να δη τους μεγάλους πλατιούς κύκλους που κάνανε στο νερό. Το έκαμε και τα μάγουλά του κοκκινίσαν και τα μάτια του λάμψανε από χαρά. Ολοένα και περσότερο γινότανε χαρούμενος και προχώρεσε παρέκει ως το λιβάδι κάτω, όπου είναι το μικρό εξοχικό βασιλικό παλάτι, κι όταν βγήκε όξω στο δρόμο άρχισε να τρέχη. Έτρεξε, έτρεξε κι όταν έφτασε στην ψηλή πόρτα με τα κάγκελα, είδε πως είτανε πάλι κοντά στο σπίτι. Τότε έγινε ξανά χαρούμενος γιατί γνώρισε το δρόμο και γιατί ο σκύλος ρουθούνισε, κούνησε την κομένη ουρά του κ' ήθελε να γυρίση σπίτι. Κι άξαφνα άρχισε να ποθή τη μαμά και τότε θυμήθηκε τα κίτρινα λουλούδια, που κρατούσε στο χέρι.

Αργά και προσεχτικά βάδιζε τώρα προς το σπίτι κ' ίσως μόλις τώρα να θυμήθηκε αόριστα πως δεν έπρεπε να φύγη από το σπίτι. Ένα μόνο δεν ήξερε ο Σβεν και δεν μπορούσε να το νοιώση: Πόση ώρα έλειπε από κει. Γιατί δυο ώρες και μια στιγμή είτανε γι' αυτόν το ίδιο.

Όταν όμως πέρασε γοργά το λιβάδι κι άρχισε να τρέχη πάλι για να φτάση στη μαμά και να τον αγκαλιάση εκείνη, να τον χαδέψη και να τον φιλήση, κι αυτός να της διηγηθή τι ωραία που διασκέδασε — τότε τρόμαξε ο Σβεν ακούοντας πώς αρχίσανε να φωνάζουνε γύρω του. Τότε του φάνηκε πως είδε τον μπαμπά και τη μαμά, τον Ούλοφ και το Σβάντε, τις δυο υπηρέτριες κι άλλους ακόμα. Φωνάζανε ο ένας δυνατότερα από τον άλλον, ο ένας εδώ κι ο άλλος εκεί. Ο Σβεν δεν μπόρεσε να δη από πού ήρθανε. Γιατί μόλις έκαμε να στρίψη προς το ένα μέρος, φώναξε κάποιος πίσω του κι όταν πάλι γύρισε να κοιτάξη προς το άλλο, τον άρπαξε κάποιος στα χέρια, κάποιος που έτρεχε γλήγορα όσο μπορούσε, και πριν μπορέση να συλλογιστή καλά, βρέθηκε μέσα στην τραπεζαρία κ' η μαμά τον πήρε στην αγκαλιά και τον έσφιγγε τόσο, που δεν μπορούσε νανασάνη.

Ο Σβεν ήξερε καλά πως δεν έπρεπε να έχη ποτέ φόβο από τη μαμά, αυτή τη φορά όμως έχασε το θάρρος. Γιατί τώρα θυμήθηκε που του είχε πει πως θα τον δείρη κι όταν αντίκρυσε τον μπαμπά, τον έπιασε αμέσως τρόμος. Γιατί ο μπαμπάς φαινότανε σοβαρός κ' είπε με πολύ αυστηρό τόνο:

— Τώρα πρέπει να πάρουμε το ξύλο, Σβεν. Γιατί, καθώς θυμούμαι, σου το έταξε η μαμά.

Ο Σβεν τα έχασε κι απάνω στον κίντυνο βρήκε καταφύγιο τα λουλούδια που κρατούσε. Τα έδωσε της μαμάς.

Μα δεν είτανε διόλου ανάγκη να το κάμη. Γιατί η μαμά είτανε τόσο τρομαγμένη κ' είτανε τόσο ευτυχισμένη που τον ξανάβλεπε, ώστε τον άρπαξε μόνο στην αγκαλιά της μισοκλαίοντας, μισογελώντας και τον άφησε να τη χαδεύη. Και τέλος του πήρε τα λουλούδια και τα έβαλε σ' ένα μικρό πράσινο ανθογυάλι, τα έσιαξε και τα έδειξε του Σβεν, τι ωραία που λάμπανε στον ήλιο.

Τότε παράτησε κι ο μπαμπάς κάθε ιδέα τιμωρίας, πήγε στο γραφείο του κ' ένοιωθε πόσο είναι περιττός.

Μα όταν η μαμά έμεινε μόνη με το Σβεν, τον πήρε στην αγκαλιά της και του διηγήθηκε, σα να είταν παραμύθι, πόσο είταν ανήσυχη και τι τρόμο δοκίμασε η ψυχή της. Του είπε πως νόμισε πως ο Σβεν έσπασε το πόδι του και πως είτανε πεσμένος μόνος μέσα στο δάσος και πως δε θα τον ξαναύρισκε παρά μόνο νεκρό. Ή πως έπεσε στο νερό και θα τονέ βγάζανε πνιγμένον και τότε ούτε η μαμά, ούτε ο μπαμπάς, ούτε ταδέρφια θα μπορούσανε να ξαναχαρούν. Ο Σβεν τάκουγε όλα αυτά κ' εννοούσε μόνο πως η μαμά τον αγαπούσε περσότερο από όλους τους άλλους. Έπειτα έβαλε η μαμά το Σβεν και της διηγήθηκε τι είδε και τι έκαμε, πώς διασκέδασε και πόσο μακριά πήγε. Άκουσε να της μιλή για τον ποντικό, για τα πουλιά, για το βάλτο και για τα πετραδάκια που πετούσε. Και τέλος νοιώσανε κ' οι δυο ο ένας τον άλλον κ' είταν ευτυχισμένοι, μόνο γιατί ξαναδωθήκανε.

Κι αφού είπαν όσα είχανε να πουν, πήρε η μαμά το Σβεν και τον έφερε στην εταζέρα. Εκεί βρισκόντανε πολλά ωραία πράματα κι ο Σβεν είχε το δικαίωμα να παίζη κάποτε μ' αυτά. Ανάμεσα στάλλα είταν ένα λευκό σκυλάκι από πορσελλάνη, που είχε μια φούντα στην ουρά και κρατούσε μια μικρή παντούφλα στο στόμα. Είτανε πολύ παλαιό πράμα κι ο μπαμπάς το είχε από τη μητέρα του, που τα είχε πάλι χάρισμα από τη νουνά της, όταν είτανε δυο χρονών.

Αυτό άρεσε του Σβεν περσότερο από όλα κι αυτά πήρε η μαμά από την εταζέρα απάνω στη χαρά της καρδιάς της και το έδωσε του Σβεν, αντί να του δώση το ξύλο που του έταξε. Μα ο Σβεν δεν άπλωνε τα χέρι να τα πάρη.

— Μπορεί να το σπάσω, είπε. Και θα θυμώση ο μπαμπάς.

Όμως δεν ξεχνούσε ποτέ πως το σκυλάκι είτανε δικό του. Και κάποτε, όταν είταν κανείς ξένος στο σπίτι, μιλούσε γι' αυτό.

— Μου το έδωσε η μαμά, έλεγε, όταν πήγα στο δάσος και ξαναγύρισα. Μου το έδωσε από τη χαρά της, που με ξαναείδε.

Κ' η μαμά υπερασπιζότανε την παιδαγωγική της μέθοδο εναντίο κάθε κριτικής, σηκώνοντας ψηλά το μικρό Σβεν μπροστά σε όλους. Ευλογημένη να είναι! Είχε δίκιο.

3

Έτσι πέρασε ένας χρόνος δίχως να το νοιώσουμε πώς πέρασε, Μα τον καιρόν αυτό άρχισε η Έλσα να υποφέρη σοβαρά και χωρίς ναλλάξουμε λέξη γι' αυτό το πράμα μεταξύ μας, γνωρίζαμε πως υπήρχε μόνον ένα μέσο. Η εγχείριση, που είχε γίνει μια φορά προτήτερα, μας είχε δείξει τον κίντυνο, και τα συμπτώματα που φαινότανε τώρα μας είταν αρκετά γνωστά. Δε μας ξάφνισε λοιπόν διόλου, όταν ο γιατρός μας είπε μια μέρα τη γνώμη του, δηλαδή πως μόνο μια νέα εγχείριση μπορούσε να σώση την Έλσα.

Είμαστε κείνη την ημέρα σα να είχε καταδικαστή σε θάνατο η ζωή μας όλη κ' έβλεπα πως η Έλσα αποχαιρετούσε όλα γύρω της. Πρώτη φορά το έβλεπα καθαρά μπροστά μου πόσους από τους ολόβαθους στοχασμούς της κρατούσε κρυμένους από με κι απ' όλους, πόσο είτανε συνηθισμένη με την ιδέα του θανάτου και πως η βεβαιότητα, που είχε πως θα πεθάνη νέα, της έτρωγε τη ζωική δύναμη μέσα της. Έγινε χλωμή και το πρόσωπό της αδυνάτισε. Τα χέρια της είτανε κίτρινα σαν κερί και φαινότανε σα να είχε κάποιο φόβο από μένα.

Τότε με παρεκάλεσε πρώτη φορά να της επιτρέψω να πεθάνη. Πρώτη φορά μου μίλησε για κείνο που έκρυβε μέσα της, για κείνο που τη βίαζα να μου πη και δεν μπορούσε να βγάλη από τα χείλη της άλλο από υπαινιγμούς.

— Από τον καιρό που είμουνα μικρή, είπε, πολύ πριν γνωριστούμε, μου είτανε τόσο φυσικά να στοχάζουμαι πως δε θα ζήσω πολύ. Έπειτα βρήκα εσένα και τα λησμόνησα όλα. Γιατί μ' έκαμες τόσο ευτυχισμένη, όσο δεν μπόρεσα να σε κάμω εγώ ποτέ. Μου έδωσες τρία παιδιά, τα δυο μεγάλα και το μικρό Σβεν. Και τι μπορώ εγώ να κάμω γι' αυτά, για σε, για όλους σας; Είμαι τόσο άρρωστη και δε θα γίνω ποτέ καλά. Πρέπει να με λησμονήσης. Ω ναι, το ξέρω πως θα λυπηθής για με, γιατί μ' αγαπάς, αν κ' είμουνα πάντα φιλάστενη κι αδύνατη και δεν μπορούσα να κάμω τίποτες για κανένα. Μα πρέπει να με λησμονήσης και να βρης μιαν άλλη να σε βοηθήση με τα παιδιά.

Και με παρακάλεσε πάλι να της επιτρέψω να πεθάνη, παρακάλεσε να την αφήσω να περάση ήσυχη λίγες βδομάδες, που έχει να ζήση ακόμα.

Μόνο πως δεν ήθελε να πεθάνη στην εγχείριση, μα είταν ευχαριστημένη να κλείση τα μάτια ήσυχα κ' ήθελε μόνο να ζήση με τους πόνους τόσο, όσο της χρειαζότανε να προετοιμάση τα παιδιά για ό,τι μέλλει να γίνη και να ταποχαιρετήση.

Όλα αυτά μου ήρθαν τόσο ξαφνικά, ώστε δεν μπορούσα να συγκεντρώσω τους στοχασμούς μου, πολύ λιγότερο να βρω λόγια να της απαντήσω. Αιστανόμουν αόριστα πως αν άγγιζα το ζήτημα, θα ριχνόμουνα σ' έναν αγώνα, που θα είχε γι' αποτέλεσμα κάτι περσότερο από κείνο, που γενικά οι άνθρωποι είναι καταδικασμένοι να υποφέρουν. Αιστανόμουνα τον τρόμο που είχα πάντα, όταν είτανε ναγγίξω κατιτίς, που είναι το πιο τρίσβαθο κι ανέγγιχτο χτήμα ενός άλλου ανθρώπου. Κι αν υπάρχη κάτι, που δεν μπορεί να το αποφασίση κανείς άλλος, παρά μόνος του ο καθένας, είναι δίχως άλλο το ζήτημα αν πρέπη να σκύψη σ' ένα βέβαιο θάνατο, ή ναναλάβη έναν αγώνα, για να κερδίση ίσως τη ζωή.

Όπως έβλεπα μπροστά μου εκεί την Έλσα, μου φαινότανε τόσο κοντά, μα και τόσο μακριά ταυτόχρονα. Η παράκληση, που μου έκαμε να την αφήσω να πεθάνη, είτανε τόσο συγκινητική και τόσο σοβαρή, ώστε δεν είχα το θάρρος να την παρακαλέσω να ξαναγυρίση χάρη μου στη ζωή. Γιατί η ζωή άξιζε και γι' αυτή το ίδιο. Και παρατήρησα με ξάφνισμα πως μπορούσε ναφήση όλα όσα αγαπούσε, γιατί είταν ετοιμασμένη γι' αυτό. Μα ταυτόχρονα αιστανόμουνα μ' όλη τη δύναμη της απελπισίας πως εγώ δεν μπορούσα να τη χάσω. Δεν το μπορούσα. Κι απάνω στην απελπισία μου, άρπαξα το μόνο που μου ήρθε στο νου κ' είπα:

— Μα το Σβεν μπορείς να τον αφήσης;

Τινάχτηκε, σα να τη χτυπήσανε, κ' έπλεξε τα χέρια της απελπισμένα.

— Όχι, όχι, δεν μπορώ.

Πήγε τρεκλίζοντας στην πόρτα της κρεβατοκάμαρας και με παρακάλεσε να την αφήσω μόνη. Την είδα να κλείνη πίσω της την πόρτα, κ' έμεινα όπως είμουνα καθισμένος κ' είχα το συναίστημα πως όλα όσα έζησα μαζί της είτανε πεθαμένα και χαμένα και πως τώρα θα μας άφινε. Ένοιωσα πως αν δεν το έκαμε, αυτό δεν έγινε χάρη μου, μα χάρη του μικρού με τα χρυσά μαλλιά και τα παράξενα παιδικά μάτια, του μικρού αγγέλου της, που ήρθε και την έδεσε με τη ζωή. Το βρήκα όλως διόλου φυσικό πως δεν μπορούσα να την κρατήσω στη ζωή εγώ μόνος. Έσκυψα τα κεφάλι κ' έκλαψα, έκλαψα πρώτη φορά για με τον ίδιον και για τη ζωή μου. Και δεν περίμενα τίποτες, δεν πίστευα τίποτες άλλο παρά πως θα περνούσαν τώρα ήσυχες κι ανίλεες οι μέρες ως τη στιγμή που έμελλε ναρθή. Και τέλος ο θάνατος θα ξέσκιζε όλα, για όσα έζησα.