Το βιβλίο του μικρού αδερφού Μυθιστόρημα ενός Γάμου

Part 10

Chapter 10 4 words Public domain Markdown

Τόσο μόνο εννοώ, πως αυτόν το χειμώνα, που σε κάθε ανάμνηση που μου άφησε ούτε θέλω ούτε μπορώ να γυρίσω, η ευτυχία μου είτανε στο πως βρήκα στο τέλος κάτι, που θα βοηθούσε, όπως πίστευα, στη σωτηρία της γυναίκας μου. Τι ευτυχία είταν εκείνη! Να μη μένω πια άπραγος θεατής, μα να μπορώ να λάβω μέρος, να ενεργήσω, να εργαστώ μ' έναν ωρισμένο σκοπό μπροστά μου, ένα σκοπό, που πίστευα τουλάχιστο πως θα τον πιτύχω. Τον καιρό της νιότης μου μια τέτοια πηγή θα φαινότανε ίσως πολύ φτωχή. Μα όταν τα χρόνια αρχίζουνε νασπρίζουν κάπως τα μαλλιά, αρκείται κανένας με λιγότερα παρότι πριν. Τότε μπορεί να ζη και να υποφέρη, όταν πιστεύη πως είναι δυνατή μια καλλιτέρεψη και με τη συναίστηση πως αυτή βρίσκεται μέσα στα σύνορα του δυνατού, μπορεί να βρη κάτι, κάτι που να μοιάζη κάπως με την ευτυχία.

Σε μένα ήρθε αυτή η βοήθεια την ίδια στιγμή που η υποψία, πως η ζωή της πόλης είταν ολέθρια για τη γυναίκα μου, άρχισε να γίνεται σιγά σιγά βεβαιότητα και τέλος έφτασε στην απόφαση να την πάρω αποκεί και να γυρίσουμε στην εξοχή, που δεν έπρεπε να την αφήσουμε. Ο γιατρός μου δυνάμωσε την απόφαση αυτή κι όταν είπα της γυναικός μου το σχέδιο αυτό, σαν απλή πιθανότητα, το πρόσωπό της έλαμψε, σα να της έταξα τις χαρές του παράδεισου, κ' είπε μόνο:

— Μπορείς να το κάμης αυτό για με; Το θέλεις;

Τα λόγια αυτά μου δώσαν ενέργεια και ζωή και μέσα σ' όλη την απελπισία, όλη την ανησυχία κι όλα όσα έχω περιγράψει πριν και διηγήθηκα, μέσα σ' όλα όσα με κατασυντρίβανε, τα λόγια αυτά λάμπανε μπροστά μου σαν άστρα στο σκοτάδι και με κεντούσανε στην τελευταία μεγάλη προσπάθεια, που έλπιζα πως θα ξαναέδινε τη χαρά σ' όλους μας. Όσο περσότερο τα συλλογιζόμουνα, τόσο πιθανότερο μου φαινότανε πως είχα τώρα βρει εκείνο που θα ξανάνοιγε της γυναικός μου το δρόμο της ζωής. Σαν ένας που φαντάζεται πως βρήκε ένα φυλαχτό, που του δίνει τη δύναμη να κάνη θάματα, στήριξα όλες τις ελπίδες μου σ' αυτό το σχέδιο κι όταν τέλος βρεθήκαμε στη μικρή βίλλα, που είτανε χτισμένη σ' ένα ψήλωμα με θέα προς τα φιόρδ και προς τα δάση, στη βίλλα, που τα φύλλα των λευκών σαλεύανε μπρος στο παράθυρο, όπου θα καθότανε η γυναίκα μου να με προσμένη να γυρίζω από την εργασία μου, όταν λοιπόν βρεθήκαμε κει, είχα τη βεβαιότητα πως είχε βρεθεί πια η λύση. Όσο και να μου φαίνεται τώρα αυτό παράξενο, τότε είμουνα γεμάτος βεβαιότητα. Πίστευα κ' είμουνα με την πίστη μου ευτυχισμένος όσο δε λέγεται.

Ποτέ μου άλλη φορά δεν αιστάνθηκα περσότερη χαρά κ' ελπίδα, όσο όταν άρχισε να πέφτη το χειμώνα αυτόν το χιόνι και νοιώσαμε κείνο το ξεχωριστό κρυφό αίστημα, που είναι χαραχτηριστικό των βορεινών κλιμάτων πως είμαστε αποκλεισμένοι απ' όλους κι απ' όλα. Από τη σοφίτα ως κάτω στο υπόγειο είταν έτοιμο το σπίτι μας και, όπως πρώτα, ταχτοποιώντας όλα και στολίζοντας τις κάμαρες με πραματάκια κ' εφευρέματα, που είναι το ξεχωριστό μυστικό του θηλυκού φύλου, πήγαινε κ' ερχότανε πάλι μεταξύ μας η γυναίκα μου. Οι φωνές των παιδιών αντηχούσανε στις κάμαρες, τα καναρίνια κελαδούσαν, ο σκύλος γαύγιζε με τα παιγνίδια και τα μαλλώματα των παιδιών. Και το πιάνο δεν είτανε πια κλειστό.

Άνοιξε ένα βράδι, που λίγο το περίμενα. Δίχως να προδώση το σκοπό της ούτε μ' ένα λόγο, ήρθε η Έλσα κάτω στη σάλα και κάθησε στο πιάνο. Με κοίταξε καθώς πέρασε μπροστά μου κ' ένοιωσα πόσο είταν ευτυχισμένη, που μπορούσε νακολουθή τους πόθους της. Από τότε που πέθανε ο Σβεν και δεν μπορούσε νακούη την κρυστάλλινη φωνή του να σμίγη με τους ήχους του πιάνου, η γυναίκα μου δεν ήθελε να τραγουδήση τους σκοπούς, που τους άκουγε πάντα μόνο εκείνος. Μόλις πίστευα τα μάτια μου όταν την είδα να καθήση στο πιάνο και ναρχίση να παίζη. Και σε λίγο αντηχήσανε στην κάμαρα τα λόγια:

Λευκέ μου κύκνε, βουβέ, νεκρέ, δε θα σ' ακούσω τώρα ποτέ.

Και το τέλος:

Άμα σβήστηκες τόσο πονούσες, είσουνα κύκνος και τραγουδούσες.

Ούτε πρωτήτερα, ούτε υστερότερα το είχα ακούσει έτσι το τραγούδι αυτό. Ενώ τραγουδούσε ήρθανε τα παιδιά μέσα σιγά και στάθηκαν άφωνα στην πόρτα. Με κοιτάζανε ξαφνισμένα, σα να μην πιστεύανε κι αυτά ό,τι βλέπανε και τους απάντησα μ' ένα νέμα, ενώ τα μάτια μου δακρύσανε. Άμα σβήσανε οι τελευταίοι τόνοι, χύθηκε σιωπή στην κάμαρα, μια σιωπή όμως επίσημη.

Η γυναίκα μου σηκώθηκε κ' έκλεισε το πιάνο.

— Δεν μπορώ πια σήμερα, είπε για δικαιολογία.

Μας κοίταξε όμως όλους κ' εννόησε ποια χαρά μας έδωσε. Το πρόσωπό της έλαμψε, πέρασε κοντά μου και πήγε στα παιδιά και τα πήρε κ' έσφιξε στους ώμους της τα κεφάλια τους.

— Ευχαριστήστε το μικρό αδερφό, είπε. Αυτός με βοήθησε.

Το είπε αυτό όχι νοσηρά όπως πρωτήτερα, όχι με κείνον το σχεδόν εχτρικόν τόνο, που μεταχειριζότανε όταν πίστευε πως εμείς που ζούσαμε την εμποδίζαμε νανήκη σε κείνον που είτανε νεκρός. Το είπε απαλά κ' ήρεμα και σχεδόν ευτυχισμένα, με μιαν έκφραση σα ναποχαιρετούσε κάτι περασμένο, που δε θα ξαναγύριζε ποτέ.

7

Πίσω από την κρεββατοκάμαρα είταν ένα μικρό χώρισμα, που στην αρχή λογαριάζαμε να τα κάνουμε δωμάτιο τουαλέττας, μα έπειτα δεν ξέρω για ποιους λόγους δεν το κάναμε. Είτανε πολύ ακανόνιστο, τα παράθυρα ψηλά και τα φως λιγότερο παρότι στις άλλες κάμαρες.

Εκεί κατοικούσε ο μικρός Σβεν. Εκεί είταν η κάμαρά του κ' η κάμαρα αυτή έμενε κλειστή.

Κανείς δεν είχε το δικαίωμα να βοηθά τη γυναίκα μου στα συγύρισμα αυτής της κάμαρας, κανείς δεν είχε το δικαίωμα να πειράζη τίποτε κει μέσα. Όλα έπρεπε να τα κάνη μόνη. Κρέμασε λευκές κουρτίνες στο μικρό παράθυρο και στο άδειο του παράθυρου πίσω από τις κουρτίνες έβαλε ένα τραπέζι. Έρραψε ένα τραπεζομάντηλο από τα ίδιο ύφασμα που έκαμε και τις κουρτίνες, κι απάνω στο τραπέζι είτανε τα παιγνίδια του Σβεν. Το άλογο που έσερνε ένα κάρο, μερικοί μολυβένιοι στρατιώτες και μια σκηνή. Εκεί απάνω είτανε το άσπρο φλιτζάνι του Σβεν με το χρυσό γύρο, ο κομπαράς του, ένα μικρό σπαθί και μια περικεφαλαία. Αυτά είταν όλα όσα άφησε πίσω του. Κάτω από το τραπέζι στέκανε δυο ξύλινα άλογα το ένα με τη χήτη μαδημένη, και μπρος στο τραπέζι είτανε μια μικρή, χαμηλή ξύλινη καρεκλίτσα, που την είχαμε χαρισμένη του Σβεν και κείνος την έπερνε μέσα στις κάμαρες όταν είτανε πολύ χαρούμενος κ' ήθελε να βάλη τη μαμά να του πη παραμύθια.

Ανάμεσα όμως στα παιγνίδια είτανε στημένες μικρές και μεγάλες φωτογραφίες σε κορνίζες και στον τοίχο, όσο είτανε δυνατό πιο κοντά στο φως, κρέμονταν άλλες. Είταν εκεί εικόνες του μπαμπά και της μαμάς, των αδερφών κι όλης της οικογένειας. Είταν εκεί η φωτογραφία του Σβεν με τη μακριά ποδίτσα του κι άλλη με τη μικρή του γούνα, καθώς έστεκε απάνω σ' ένα κάθισμα και μισοέκλεινε τα μάτια θαμπωμένα από τον ήλιο που έλαμπε στο χιόνι. Μα όλες οι εικόνες είταν από τον καιρό της νιότης και της ευτυχίας, όταν ακόμα δεν είχε συμβεί τίποτε που να μπορούσε να ξεσκίση τους δεσμούς, που μας ένωναν ακόμα όλους. Και μοναχό, ολομόναχο κρεμότανε σε μια προεξοχή του τοίχου το αντίγραφο της εικόνας του Σπάγγεμπεργ, που παράσταινε το θάνατο κ' έκανε τόσο στοχαστικό το μικρό Σβεν, της εικόνας, που την ιστορία της του διηγήθηκε η μαμά πολύ πρωτύτερα από την ημέρα, που έμαθε γι' αυτή ο ίδιος περσότερα παρόσα μπορούσανε να του διηγηθούν οι μεγάλοι.

Έπειτα βρισκόταν εκεί κατιτίς άλλο ακόμα. Ένα μικρό κομό βαμένο με σκούρο βερνίκι· είτανε μια φορά του Σβεν κ' είχε τη μικρή ιστορία του, γιατί πρωτήτερα είτανε του μπαμπά κ' είχε ανοιχτοκίτρινο χρώμα. Από τότε όμως, που το πήρε ο Σβεν, βάφηκε με το νέο χρώμα του. Τώρα στα τρία συρτάρια του κομού βρίσκονταν όλα τα πράματα που θυμίζανε το μικρόν και δεν έπρεπε να είναι σκορπισμένα. Εκεί είτανε φυλαγμένο το τελευταίο πουκαμισάκι του και το τελευταίο ζευγάρι κάλτσες, που φόρεσε. Εκεί είτανε τα μικρά του τετράδια με τα τραγούδια, η τελευταία λευκή καλοκαιρινή φορεσιά του με την όμορφη γαλάζια κορδέλα κι ο φιόγγος με τα ίδιο χρώμα στο λευκό κασκέτο. Εκεί είτανε φυλαγμένα τα μικρά χρωματιστά παπούτσια και τα βιβλία του μικρού Σβεν. Εκεί είταν ακόμα και το βιβλίο του μπαμπά για τα μεγάλα αδέρφια, το αντίτυπο που είχε δώσει της μαμάς κ' έπειτα το πήρε για δικό του ο Σβεν όταν τον παρακάλεσε να γράψη ένα βιβλίο μόνο για το Νέννε.

Αυτή είταν η κάμαρα του Σβεν και δω είτανε το άδυτο της Έλσας. Κάθε βράδι έμπαινε κει και κάθε πρωί καθότανε κει, πριν μιλήση με κανέναν άλλον. Ποτέ δεν είταν τόσο ευτυχισμένη παρά όταν πήγαινε κι ο μπαμπάς εκεί κ' έμενε μαζί της.

Εκεί κατοικούσε κι ο Σβεν και τι ομιλίες γινόντανε κει δεν το ξέρει κανένας. Κι όταν ακόμα διηγόταν η Έλσα κάτι από αυτές, εκείνο που έλεγε δεν είτανε τίποτε μπροστά στα λόγια, που άλλαζε κει μέσα με τον κόσμο του αγνώστου.

— Δεν το πιστεύεις αυτό, μου είπε μια μέρα. Εγώ όμως το αιστάνουμαι.

Με κοίταξε με μεγάλα, ξαφνισμένα μάτια:

— Δεν μπορείς να πιστεύης, όπως πιστεύω εγώ Γιατί έχεις κιόλας κάποιο δισταγμό αν είναι δυνατό, είπε. Εγώ όμως το ξέρω και δεν έχω κανένα δισταγμό.

Μια ανάμνηση ξύπνησε μέσα μου, η ανάμνηση της ώρας, που μου παραπονέθηκε πως την έκαμα να χάση την πίστη, που είχε στην πραγματικότητα την έξω από το αισθητό. Ένοιωσα πως τώρα χρειαζότανε την πίστη της, πως τη χρειάστηκε πάντα, πως η πίστη αυτή είτανε τόσο βαθιά δεμένη με το βαθήτερο είναι της και πως ίσως θα είχε υποφέρει λιγότερο, αν δεν της κλονιζότανε ποτέ η πίστη αυτή. Το ίδιο ήξερα και γω πως δεν έχασα ποτέ ολότελα την πίστη προς κάποια συνέχεια μετά το θάνατο. Προσπάθησα βέβαια να κάμω με τη λογική τη σκέψη αυτή αδύνατη μπροστά στα μάτια μου. Μα ίσως το έκαμα με την ελπίδα πως ίσια ίσια αυτή η προσπάθεια θα μ' έφερνε στο τέλος στην πεποίθηση για το αντίθετο. Η πεποίθηση αυτή δεν ήρθε ποτέ, με το πέρασμα όμως των χρόνων εκείνο που πίστευα για τη μελλόμενη ζωή έπαθε κάποια αλλαγή. Η ιδέα της αθανασίας είτανε κ' έμεινε για με εννοείται μονάχα μια πιθανότητα, όμως λίγο λίγο πήρε τη μορφή ενός κάτι αχνού κι απαλού, που το πλησίαζα δίχως να γνωρίζω καλά καλά πώς. Βήμα με βήμα ένοιωσα να μεγαλώνη μέσα μου η πιθανότητα μιας τέτοιας πεποίθησης κι όσα δοκίμασα τα τελευταία χρόνια θρέψανε στο αίστημά μου την πιθανότητα αυτή, που το λογικό μου δεν μπορούσε ούτε να την παραδεχτή ούτε να την αποκρούση.

Ταυτόχρονα μου φαινότανε σα να έμενα μόνος σε όλα αυτά και σαν η γυναίκα μου να μην ήθελε ή να μην μπορούσε να δη τι γινότανε μέσα μου σ' αυτό το ζήτημα. Όταν όμως μου είπε αυτά τα λόγια: «έχεις κιόλας κάποιο δισταγμό αν είναι δυνατό», τότε είδα καθαρά πως με παρανοούσε, γιατί δεν είχα πει ο ίδιος τίποτε. Πώς μπορούσα να σωπαίνω για όλα αυτά; Πώς μπορούσα να ξεχάσω πως όσα είχα να πω αληθινά γι' αυτό το πράμα θα 'της δίνανε δίχως άλλο τη μεγαλήτερη ευτυχία; Θέλησα να διωρθώσω μεμιάς το σφάλμα μου και γι' αυτό της θύμησα την ημέρα που είπε πως ήθελε να πιστεύη, να στοχάζεται και να ζη όπως εγώ.

— Θέλω να το μάθης μια φορά, είπα. Περάσανε από τότε χρόνια. Ποτέ όμως δεν απαίτησα από σε κάτι παρόμοιο. Ποτέ δε θέλησα ναλλάξης κάτι μέσα σου για χάρη μου. Την ιδέα αυτή σου την έδωσε η αγάπη σου κι όχι εγώ.

Κοίταξε μπροστά της σα να ψηλαφούσαν οι στοχασμοί της να βρούνε κάτι στο μακρινό περασμένο.

— Νομίζω πως εσύ ήθελες να γίνω σαν εσένα, είπε.

— Ποτέ, απάντησα, ποτέ δεν πεθύμησα τέτοιο πράμα. Ήθελα να μπορούσα να μιλώ μαζί σου για όλα όσα στοχαζόμουνα κ' αιστανόμουνα. Μα πιθυμούσα να έκανες και συ το ίδιο απέναντί μου. Ένοιωσα πάντα λύπη γιατί δεν το έκανες.

Είδα πως σ' όλα αυτά είτανε κάτι που τη βασάνιζε περσότερο παρότι μπορούνε να το πούνε λόγια. Μα δε μάντεψα τι είτανε.

— Νόμιζα πάντα πως ήθελες να είμαι όμοια με σένα, είπε. Έτσι νόμιζα και το είπα και σ' άλλους. Όταν πίστευα πως δεν μπορούσα να μιλώ μαζί σου, μιλούσα με ξένους.

Το τελευταίο το πρόστεσε μ' έναν τόνο, σα να πρόφερε κάτι που την αηδίαζε και σα να ντρεπότανε γι' αυτό.

— Πώς μπορούσα να σε παρεξηγήσω τόσο; είπε.

Κ' ενώ αγκάλιασε τον ώμο μου, με κοίταξε στα μάτια και ρώτησε:

— Δε θυμώνεις που με βλέπεις να πηγαίνω μέσα στο Σβεν;

— Να θυμώσω;

Θα την είχα κοιτάξει βέβαια με ξαφνισμένη έκφραση, που δεν μπορούσε να παρανοηθή. Γιατί δε ρώτησε τίποτε πια. Χωρίς να προφέρη λέξη γύρισε και πήγε στη μικρή κάμαρα του Σβεν. Έμεινε πολλή ώρα εκεί κι όταν ξαναγύρισε, είδα πως είχε κλάψει, όχι όμως από θλίψη.

Εκεί όμως που καθόμουνα μόνος και την περίμενα, συλλογίστηκα πως δεν είχε ανοίξει ποτέ μπροστά μου την πόρτα της μικρής κάμαρας και να μπη μέσα να κάμη την προσευχή της. Κ' ήξερα κιόλας πως ποτέ άλλη φορά από την ημέρα που πέθανε ο Σβεν δεν είχα έρθει τόσο κοντά της, όπως τώρα.

8

Γιατί να μην εξακολουθήσουν όλα όπως αρχίσανε; Γιατί ήρθε κείνο που δεν το φοβόμουνα και μεγάλωσε κ' έγινε για μένα και για τους δικούς μου μια δύναμη περσότερο επικίντυνη παρά καθετίς άλλο, που είχα φοβηθεί προτήτερα; Μπορούσε να ρωτήση κανείς ακόμα γιατί δεν έρχουνται όλα όπως τα θέλει ο άνθρωπος ή γιατί δεν είναι στο χέρι του να γυρίση την εξέλιξη της ζωής όπως τη θέλει;

Με όλη τη μεταξύ μας τρυφερότητα και συνεννόηση υπήρχε αυτή την εποχή ανάμεσα εμέ και της γυναίκας μου κάτι που μας χώριζε. Δεν ερχότανε από θεωρητική διαφορά στις γνώμες. Δεν είταν ακόμα τέτοιας φύσης, που να μας εμποδίζη να είμαστε πάντα μαζί και να χαίρεται ο ένας τον άλλον. Είταν απλούστατα μια διαφορά στον τρόπο που έπαιρνε ο καθένας μας ό,τι έγινε κι ό,τι γινότανε μεταξύ μας. Για την Έλσα όλα αυτά είταν ένας αποχαιρετισμός, καθώς πλησίαζε πάντα περσότερο να περάση εκείνα τα σύνορα, οπόθε δεν ξαναγυρνά κανένας. Εμένα μου φαινότανε σα μάταια ελπίδα πως θα ξανάρχιζε πάλι η ζωή μας και πως η γυναίκα μου θα ξαναγύριζε σε με, σε όλους μας, στη ζωή την ίδια.

Απ' όλα όσα γίνανε και που πολλά απ' αυτά μου φαινόντανε τότε σκοτεινά κι αξήγητα, ένοιωσα πως αυτά είταν η εξήγηση της μοίρας της και της δικής μου και θα είχα απελπιστεί, αν τα έβλεπα τότε όλα τόσο καθαρά, όσο τα βλέπω τώρα. Εγώ δηλαδή πιθυμούσα από μέρος μου να παραιτήση η γυναίκα μου τους στοχασμούς του θανάτου και να ξαναπάρη χάρη μου το δρόμο της ζωής, όπου φαινότανε σα να σταμάτησε παράλυτη όταν χάθηκε ο Σβεν. Εκείνη πάλι ήθελε να μπορούσα να δω καλά πως είχε κάμει αγύριστα πια ένα βήμα προς τον άλλον κόσμο από την ημέρα που έφυγε ο άγγελος της, όπως τον έλεγε. Πιθυμούσε να το εννοήσω βαθιά πως το μόνο χρέος μου είτανε να στέκω στο πλευρό της σα φίλος και να της κρατώ το χέρι μοιράζοντας πάντα μαζί της το συναίστημα του σκοταδιού, που θαρχότανε και που το ποθούσε κ' η ίδια. Αγαπούσε τόσο βαθιά ο ένας τον άλλο μας, ώστε δεν ήθελε κανένας μας να παραιτήση τόνειρο που είχε να δη το στοχασμό του άλλου σύμφωνο με το δικό του. Γι' αυτό δεν μπορούσε κανένας μας ναφήση τον άλλον νακολουθά το δρόμο του και να δεχτή καρτερικά τον κλήρο της ζωής, που λέγεται απομόνωση.

Γι' αυτό δεν μπορούσε να μην αιστάνεται καθένας μας μια πίκρα όταν έβλεπε πως ψεύτιζε η ελπίδα του. Γι' αυτό αιστανόταν εκείνη τον κόπο που έβαζα να τη φέρω εκεί όπου δεν ήθελε, γι' αυτό αιστανόμουνα εγώ την αντίστασή της και γι' αυτό η ζωή μας όλη είτανε κυριολεχτικά ένας αγώνας για την αγάπη κ' ένας αγώνας για τη ζωή και για το θάνατο.

Είχα ζήσει τόσον καιρό κάτω από τον ίσκιο του θανάτου, ώστε δεν το νόμιζα πια δυνατό πως θα μου είτανε δοσμένη άλλη τύχη. Συνήθισα με την κατάστασή μου, όπως ο χρόνια άρρωστος με τους πόνους του. Ο ίσκιος δεν ερχότανε μόνο από το μικρόν, που χάθηκε, μα κι από κείνη, που ήθελε να τον ακολουθήση. Δεν ερχότανε μόνο από κείνο, που αφήσαμε πίσω, μα μας πρόσμενε και σε κείνο, που είτανε μπρος μας. Οι δυο ίσκιοι σμίγανε στο σημείο του δρόμου της ζωής, όπου είμαστε τώρα φτασμένοι. Οι δυο ίσκιοι ζώνανε ολάκερη τη ζωή μου και το σφάλμα μου είτανε πως δεν μπορούσα να πάρω τον ήλιο από τον ουρανό, για να διώξω τον έναν από τους ίσκιους.

Αυτό είταν το σφάλμα μου κ' η αυταπάτη μου. Γιατί δεν έβλεπα με ανοιχτά μάτια. Δεν άκουγα με αυτιά που ακούγανε. Έβλεπα μόνο τον πόθο μου, άκουγα μόνο τη φωνή του ονείρου μου, που νοσταλγούσε τη ζωή. Κι ωστόσο ήξερα πως μόνο στο μύθο μπορεί η θέληση ενός ανθρώπου να ξαναφέρη τους νεκρούς στη ζωή. Ναι, ακόμα κι ο μύθος θεωρεί σαν αμάρτημα κατά των θεών το πως ο άνθρωπος εκείνος θέλησε να κάμη κάτι υπεράνθρωπο και τον βάζει να κοιτάξη πίσω στο βασίλειο των ίσκιων, μόνο και μόνο για να ξαναβυθιστή στη νύχτα του Άδη εκείνη που για χάρη της δοκίμασε να κάμη το αδύνατο.

Η άνοιξη έφτασε αργά αυτόν το χρόνο, η άνοιξη, που την πρόσμενα σα λυτρωτή, φαινότανε σα μην ήθελε ναρθή διόλου. Τραχειά και κρύα έμενε η γις, γυμνά γέρνανε τα κλαδιά των δέντρων μπρος στα παράθυρά μας από τον παγερό άνεμο. Ο Απρίλης έβγαινε κ' οι σωροί το χιόνι στενόντανε σαν πύργοι ακόμα κι αν κάπου έλαμπε ο ήλιος, ο βοριάς πάγωνε τον αέρα με τα ρεύματα που έφερνε από το βοθνικό κόλπο.

Την εποχή αυτή ήρθε ένα κρυολόγημα και ξαναέρριξε τη γυναίκα μου στο κρεβάτι. Έμεινε αρκετές βδομάδες στο κρεβάτι και τις βδομάδες αυτές τις περάσαμε με φόβους. Πάλι κυρίεψε η σιγή το σπίτι. Πάλι τα παιδιά και γω καθόμαστε αμίλητοι στο τραπέζι, όπου έμενε άδεια η θέση της. Πάλι σωπάσανε οι φωνές σ' όλο το σπίτι και πάλι ήρθε η αρρώστεια και μας έκοψε τις ελπίδες.

Ανέλπιστα όμως έγινε καλήτερα η γυναίκα μου. Το καλητέρεμά της προχωρούσε αργά κ' η δύναμή της είτανε λίγη. Δεν περιγράφεται πόσο παράξενο μας είταν αυτό το νέο ξύπνημα στη ζωή, που κανείς δεν το περίμενε. Ωστόσο είτανε πραγματικότητα κι όταν τώρα καθόμουνα στο γραφείο μου κάτω στο ισόγειο κι όλο το σπίτι είτανε βυθισμένο στην ησυχία, μπορούσα να ξαναπλάθω πάλι όνειρα για το καλοκαίρι.

Και το πιο παράξενο απ' όλα! Δεν έπλαθα μόνος εγώ τέτοια όνειρα. Το πέρασμα της τελευταίας αρρώστειας της γυναίκας μου, σα να μην είτανε μόνο ένα ξαναγύρισμα της σωματικής υγείας της, τον καιρό αυτό δοκιμάσαμε κάτι, που έδειξε πως θα διόρθωνε όλα τα περασμένα. Η γυναίκα μου άρχισε να παίρνη μέρος σ' όλα τα όνειρά μου, άρχισε να ποθή να ζήση μαζί μου. Μου φερνότανε, όπως δε μου φέρθηκε ποτέ από την ημέρα, που βάλαμε το Σβεν ναναπαυτή. Είταν ακόμα αδύνατη και δεν μπορούσε να μιλά πολύ. Μπορούσε όμως νακούη ό,τι της έλεγα. Ήξερε πως ήρθε η άνοιξη και χαιρότανε για τανοιξιάτικα άνθη, που είτανε στο τραπέζι της.

— Τι ευτυχισμένοι που σταθήκαμε, Γιώργο, είπε. Τι ευτυχισμένοι που σταθήκαμε.

Πρόφερε τα λόγια αυτά με τον τόνο του πιο μεγάλου πόνου. Κ' έκλεισε τα μάτια κι από τα βλέφαρά της τρέξανε δάκρια.

— Θα ξαναγίνουμε άλλη μια φορά ευτυχισμένοι, είπα και πήρα τα λόγια της σα μιαν υπόσχεση.

— Ναι, ναι, αποκρίθηκε γοργά. Το καλοκαίρι.

Με άκουγε κει που της μιλούσα για τις χαρές της νιότης μας και για τα νησιά, που μας είτανε το πιο αγαπημένο μέρος για το καλοκαίρι.

— Θα πηγαίνουμε τριγύρω στα νησιά με τη βάρκα και θα κάνουμε θαλασσινούς περίπατους με το βραδινό αεράκι, είπε.

Και σα να την ταράξανε δυσάρεστες ανάμνησες, φώναξε:

— Πρέπει να τα ξεχάσης και να μην τα ξανασυλλογιστής όσα σου είπα τα τελευταία χρόνια. Είμουνα τόσο παράξενη και δεν ένοιωθα η ίδια τον εαυτό μου. Συχνά, πολύ συχνά μου φαινότανε σα να μιλούσε κάποιος άλλος με το στόμα μου, χωρίς να μπορώ να τα εμποδίσω. Έπρεπε όλο να μου δίνης εσύ και γω να παίρνω μόνο. Μα τώρα θαλλάξη το πράμα. Φτάνει μόνο να γίνω καλά.

Την ησύχασα και την παρακάλεσα να μη μιλά πολύ. Είμουνα παραπολύ ευτυχισμένος και δεν μπορούσα να πω περσότερα.

— Ναι, ναι, είπε. Σώπαινα σε σένα και μιλούσα σ' άλλους. Και ποιοι είναι αυτοί οι άλλοι; Άνθρωποι μωροί, που δε νοιώθουνε τίποτε.

Έκλεισε τα μάτια κι αποκοιμήθηκε. Έμεινα άφωνος κοντά της και την κοίταζα. Είχε ξαναπάρει σχεδόν την ίδια έκφραση που είχε όταν είταν κόρη και για πρώτη φορά την είδα να κοιμάται ακόμα, όταν ξύπνησα. Από τα μάτια μου πέσανε βαρειές στάλες χαράς κ' ενώ έξω στην τραχειά τις στρωνότανε το απριλιάτικο χιόνι, αιστάνθηκα πως άρχισε να μου ξεπαγώνη η καρδιά.

10

Η γυναίκα μου σηκώθηκε από το κρεβάτι, είτανε μαζί μας πάντα και δεν είχε άλλο στοχασμό παρά πώς να μας κάνη ευτυχισμένους και να νοιώθη πως χαιρόμαστε που ξαναήρθε στη ζωή.

Ω, πώς τις συλλογίζουμαι τώρα τις λίγες αυτές βδομάδες, που δεν την έβλεπε κανένας άλλος από μας! Και πώς μπορέσανε να σβήσουνε μέσα στο νου μου όλα όσα περάσανε! Μπροστά στην άφωνη ευτυχία τους δε λογαριάζεται όλη η ανησυχία κ' η θλίψη, που δοκιμάσαμε προτήτερα. Όλα όσα είπαμε τα έχω σημειωμένα και φυλαγμένα στη μνήμη μου. Ό,τι δεν ειπώθηκε κ' είτανε μεγαλήτερο από ό,τι δίνει πάντα η ζωή, αυτό κοιμάται στην ψυχή μου και μου δίνει τον κυρίαρχο τόνο της ζωής, που δίχως του δε θα μπορούσα να την υποφέρω. Αυτές οι μέρες, που ήρθανε τώρα, σβήσανε κάθε ανησυχία, κάθε δισταγμό και δυσπιστία μέσα μου. Γιατί είχα δυσπιστήσει σ' αυτή, είχα δυσπιστήσει στην αγάπη της, αφού δεν άφινε να τη φέρω από τα θάνατο στη ζωή, για να ζήση μαζί μου.

Τώρα έπαψε πια η αντίστασή της. Το αιστανόμουνα κάθε στιγμή που καθόμουνα κοντά της, σε κάθε λόγο που μου μιλούσε. Είτανε σαν η αρρώστεια να τα σάρωσε όλα μέσα της και σα να ξαναγύρισε η Έλσα καθαρισμένη κ' εξαγνισμένη. Όλη η προσωπικότητά της γύρισε πίσω και μπορούσα να κάθουμαι ώρες και να χαίρουμαι την όψη της, που έγινε απαράλλαχτη όπως είταν πριν.

— Τα θυμάσαι ακόμα που σου είπα πως πρέπει να χωριστούμε; είπε μια μέρα.

Έπρεπε να συλλογιστώ για να θυμηθώ πως τα είπε κάποτε. Κι όταν τέλος τα θυμήθηκα, της είπα πως είχα λησμονήσει τα λόγια της, όπως λησμονεί κανείς τα λόγια ενός που έχει πυρετό.

— Ό,τι είπα το πίστευα, ξακολούθησε με ζωηρότητα. Νόμιζα πως ήθελες να με βιάσης σε κάτι. Κ' έπειτα σε λυπόμουνα τόσο πολύ. Υπόφερες τόσο πολύ, περσότερο από μένα. Πρέπει να ξέρης όμως πως είμουνα τόσο άρρωστη, πολύ άρρωστη, ώστε δεν μπορούσα να συλλογιστώ άλλο τίποτε από τον εαυτό μου. Ω, είναι σα να ξαναξύπνησα πάλι!

Έπιασε το κεφάλι της μ' ένα κίνημα που έδειχνε κάπως ανησυχία, κάπως ευτυχία. Και πρόστεσε:

— Αν όμως πεθάνω μια μέρα, πήγαινε στον κομμό του Σβεν. Απάνω απάνω εκεί θα βρης ένα γράμμα. Μα δεν πρέπει να το διαβάσης προτήτερα. Γιατί ξέρω πως σε λίγο θα πεθάνω κι όταν πεθάνω, θα πεθάνω το ίδιο σαν το Σβεν.

Πόσες φορές την άκουσα να μιλή τέτοια λόγια και πόσες φορές δε με κάμανε τα λόγια αυτά νανατριχιάσω ως το κόκκαλο! Τώρα περάσανε σιμά μου χωρίς να μου αφήσουνε σημάδι, σα να μην είχανε ειπωθεί. Τα πήρα σαν τα τελευταία κύματα έπειτα από την τρικυμία, σαν την τελευταία αλαφρή φουσκοθαλασσιά έπειτα από την ταραχή του πελάγου. Χαμογέλασα με τη βεβαιότητα του νικητή, που την ξανακέρδισε πάλι, και την κοίταξα στα μάτια κ' είπα:

— Τώρα όμως θέλεις να ζήσης;

— Ναι, είπε. Θέλω να ζήσω για σένα και για τα παιδιά. Και για να μη λησμονήσω ποτέ το Σβεν.

Την ημέρα αυτή περπάτησε στον κήπο στηριγμένη απάνω μου. Τα πόδια της είταν ακόμα αδύνατα κ' αιστανόμουνα το βάρος της να πέφτη όλο απάνω μου, είμαστε όμως χαρούμενοι σαν παιδιά κ' η Έλσα γελούσε με τον εαυτό της, που δεν μπορούσε να περπατήση καλά, γελούσε μ' ένα κάπως άρρωστο, μα βαθιά ευτυχισμένο γέλιο, έτσι που μου έκανε χαρά, που μπορούσα και τη στήριζα.

— Πόσο ξαναείμαι τώρα ευτυχισμένη, Γιώργο, είπε όταν γυρίζαμε πάλι σπίτι. Και πρέπει να γίνης και συ.

Έπειτα την ανέβασα στη σκάλα. Πριν όμως μπη στην κάμαρά της θέλησε να δη την κάμαρα των παιδιών. Στάθηκε κάμποση ώρα μαζί μου και κοίταζε κει μέσα όλα, σα να είχανε ξανανιωθεί στο διάστημα που είταν άρρωστη.

— Κι αυτά θα υποφέρανε, είπε. Δεν είμουν άξια για τίποτε. Μα τώρα θα πάη καλήτερα.

Η νοσοκόμα την έβαλε στο κρεβάτι κι όταν τα παιδιά, που παίζανε όξω, γυρίσανε στο σπίτι, τα φώναξε με την ψιλή, αδύνατη φωνή της — την τόσο διαφορετική από την προτητερινή της βαθειά και δυνατή φωνή — ναρθούνε μέσα να της διηγηθούνε τι κάμανε όξω και πως διασκεδάσανε. Και κείνα αρχίσανε να λένε τόσα πολλά, που μερικές στιγμές δοκίμασα να τους πω να πάψουνε. Μα μ' εμπόδισε. Κ' ενώ εκείνα μιλούσανε, ξαπλωμένη αυτή τα κοίταζε οληώρα κι άκουγε τι λέγανε σα να χρειαζότανε καιρό για να νοιώση πως όλα όσα έβλεπε κι άκουγε είταν πραγματικότητα κι όχι φαντάσματα. Έπειτα τα πήρε κοντά της και τα καλονύχτισε μ' ένα φιλί.

— Τώρα θα γίνω γλήγορα καλά, είπε. Κι άμα έρθη το καλοκαίρι, ο μπαμπάς θα μας φέρη έξω στα νησιά. Δε χρειάζουμαι να ξέρω πού. Αυτός ξέρει και τα ταχτοποιεί τόσο καλά για όλους μας.

Μ' ένα αλαφρό, ευτυχισμένο χαμόγελο έκλεισε τα μάτια και ξαπλώθηκε καλά για ναποκοιμηθή. Όταν όμως συνόδεψα όξω τα παιδιά, φόρεσα το παλτό μου και κατέβηκα και περπατούσα στους ίδιους δρόμους του κήπου, όπου είχαμε περπατήσει λίγη ώρα πριν με τη γυναίκα μου. Είταν ήσυχο, ξάστερο ανοιξιάτικο βράδι με ψιλή παγωνιά.

11

Αυτές τις μέρες, χωρίς να μπορώ να το εννοήσω πώς και γιατί, μου ήρθε συχνά στο νου το θαλασσινό ταξίδι, που κάμαμε με την Έλσα. Μου ήρθε μαζί με την ανάμνηση του βωβού αγώνα, που έκαμα να την καταφέρω ναγαπήση εκείνο που αγαπούσα και γω.