Ο Βίος του Χριστού

Part 8

Chapter 8 13 words Public domain Markdown

«Ει», — ο Σατανάς μεταχειρίζεται και πάλιν την αμφιβολίαν με τον σκοπόν του να διεγείρη εις τον κόσμον το πνεύμα της υπερηφανείας, — ει υιός ει του Θεού, βάλε σεαυτόν κάτω». Και ο Σατανάς επικαλείται τας Γραφάς: «Γέγραπται γαρ ότι τοις αγγέλοις αυτού εντελείται περί σου, και επί χειρών αρούσί σε μήποτε προσκόψης προς λίθον τον πόδα σου». Τόσον βαθύς και πονηρός ήτο ο πειρασμός ούτος. Και ούτω, αφού ο Ιησούς επεκαλέσθη εις την πρώτην απάντησίν του τας Γραφάς, τας επεκαλέσθη ωσαύτως και ο διάβολος προς εξυπηρέτησιν των σκοπών του. Καθόσον δεν υπήρχε τίποτε το κοινόν, ουδέν το εγωιστικόν, ουδέν το σαρκικόν εις το δεύτερον τούτο πείραγμα. Ήτο μία έκκλησις ουχί προς ικανοποίησιν φυσικών ορέξεων, αλλ' εις διεστραμμένα διανοητικά ένστικτα. Και δεν μας αποδεικνύει η ιστορία των αιρέσεων και η ιστορία των κομμάτων και των εκκλησιών, ότι χιλιάδες ανθρώπων οίτινες δεν ήθελόν ποτε διολισθήσει εις την κατωφέρειαν του κορεσμού της σαρκός, ερρίφθησαν εν τούτοις επιδεικτικώς εις ασκόπους κινδύνους και κατεκρημνίσθησαν θρυμματισθέντες εκ του πτερυγίου της πνευματικής υπερηφανείας; Και πόσον ήρεμος, αλλά και πόσον σημαντική, υπήρξεν η απλή εκείνη απάντησις: «Πάλιν γέγραπται, ουκ εκπειράσεις Κύριον τον Θεόν σου». Ο εστι δεν πρέπει να πειράζης αυτόν μέχρις εσχάτων· δεν πρέπει να φαντάζεσαι ότι τα πάντα δύναται να πράξη προς χάριν σου· δεν πρέπει να ζητής την θαυμαστήν επέμβασίν του, όπως σε σώση από την ιδίαν οίησίν σου και την τρέλλαν σου· δεν πρέπει να υποβάλλης την δύναμίν του εις δοκιμασίαν. Όταν βαδίσης την οδόν του καθήκοντος, επαναπαύου εις αυτόν μετά της μεγαλειτέρας εμπιστοσύνης. Και ο Ιησούς ούτε καν υπενίσσεται τον φαινομενικόν κίνδυνον τον οποίον διατρέχει. Ο κίνδυνος ο μη εκζητηθείς είναι η σωτηρία. Οι λόγοι του πειρασμού υπήρξαν ωσεί μία εκμυστήρευσις της ιδίας αυτού αδυναμίας. — «Βάλε σεαυτόν κάτω». Δεν είχε την δύναμιν να εκσφενδονίση εις το κενόν από του ιλιγγιώδους εκείνου ύψους Εκείνον, τον οποίον επροστάτευεν ο Θεός. Η εκ της Γραφής περικοπή ήτο αληθής, αν και διέτρεψεν αυτήν. Ουδείς πειρασμός, όσον μέγας και αν είναι, έχει ως συνέπειαν αναπόφευκτον την αμαρτίαν. Διά πάντα πειρασμόν ο Θεός επιφυλάσσει και τα μέσα της σωτηρίας.

Νικηθείς εις την προσπάθειάν του εκείνην, όπως επωφεληθή της πείνης και διεγείρη την πνευματικήν υπερηφάνειαν, ο Σατανάς ηθέλησε να εκμεταλλευθή «την τελευταίαν αδυναμίαν των ευγενών πνευμάτων». Από υψηλού όρους, έδειξεν εις τον Χριστόν πάσας τας βασιλείας της οικουμένης και την δόξαν αυτών, και ως κοσμοκράτωρ, και ως βασιλεύς του κόσμου τούτον τας προσέφερεν όλας εις Εκείνον, όστις μέχρι τούδε είχε διαγάγει την ζωήν του χωρικού, την ζωήν του τέκτονος, ως αμοιβήν μιας λέξεως υποταγής, ως αμοιβήν αναγνωρίσεώς του υπό του Ιησού.

«Την βασιλείαν του κόσμου και την δόξαν αυτών».

«Υπάρχουν πολλοί οίτινες θα είπουν», λέγει ο Επίσκοπος Άνδριους, «ότι ουδέποτε πειραζόμεθα υπό του πόθου της Βασιλείας. Εν τούτοις ο Χριστός υπέκειτο εις τοιούτον πειρασμόν το πνεύμά του το μέγα, το πνεύμα του το υψηλόν δεν ήτο δυνατόν να αισθάνεται τον πειρασμόν των μικρών, των ευτελών πραγμάτων. Αλλά δεν συμβαίνει το αυτό και δι' ημάς, οίτινες εκτιμώμεν ολιγώτερον τους ιδίους εαυτούς. Έχομεν μικράς και ταπεινάς φιλοδοξίας· ο Σατανάς ημπορεί να μας αγοράση ευθυνά. Δεν ευρίσκεται εις την ανάγκην να μας συναρπάση μέχρι του ύψους ενός όρους. Το πτερύγιον είναι πολύ υψηλόν, μία κατωτέρα βαθμίς δύναται κάλλιστα να εξυπηρετήση τους σκοπούς του Σατανά. Ας μη μας μεταφέρη μάλιστα έξω των οικιών μας· ας σταθώμεν εις το παράθυρόν μας ή εις την θύραν μας· αν μας προσφέρη ότι δυνάμεθα εκείθεν να ίδωμεν, θα υποκύψωμεν εις τον πειρασμόν· θα αποδεχθώμεν την προσφοράν και μάλιστα θα τον ευχαριστήσωμεν. Ολίγα χρήματα, έν ζεύγος υποδημάτων, έν φόρεμα, κάτι τι ευτελές, θα μας ρίψη γονυπετείς προ των ποδών του Διαβόλου.»

Αλλ' ο Χριστός εδίδαξε, τι ωφελεί τον άνθρωπον εάν κερδίση τον κόσμον όλον και ζημιωθή την εαυτού ψυχήν;

Έζη τότε είς άνθρωπος, διά τον οποίον δύναται να λεχθή άνευ υπερβολής, ότι εδέσποζεν ολοκλήρου του κόσμου. Ο Ρωμαίος Αυτοκράτωρ Τιβέριος ήτο εκείνην την εποχήν ο κραταιότερος των συγχρόνων του, ο απόλυτος, ο μέγας παντοκράτωρ και μέγας δεσπότης παντός ό,τι ωραιότερον και πλουσιώτερον υπήρχεν εις τα βασίλεια της γης. Ουδείς φραγμός υπήρχεν εις την δύναμίν του, ουδέν όριον εις τον πλούτον του και εις τας ηδονάς του. Και διά να δίδεται μάλλον ελευθέρως εις την αχαλίνωτον απόλαυσιν των τρυφηλών οργίων του, έκτισεν ανάκτορον εις έν εκ των ωραιοτέρων μερών της επιφανείας της γης, υπό την σκιάν του κοιμωμένου ηφαιστείου, εις μίαν μαγευτικήν νήσον, υπό το γλυκύτερον κλίμα του κόσμου. Τι καλόν προέκυψεν εξ όλων τούτων; Ήτο, όπως αποκαλεί αυτόν ο Πλίνιος, «ο ομολογουμένως μάλλον τεθλιμμένος των ανθρώπων». Και εκείθεν από την οικίαν εκείνην των κρυπτομένων ατιμιών του, από εκείνην την νήσον, όπου είχε προσπαθήσει να εύρη την ευτυχίαν εις μίαν εγωιστικήν ζωήν πλήρη απολαύσεως και ηδονών, έγραψε προς την δουλόφρονα και διεφθαρμένην Σύγκλητόν του: «Αν γνωρίζω τι να σας γράψω, ή τίνι τρόπω να σας γράψω, ή εν γένει τι να μη γράψω τώρα, οι θεοί και αι θεαί να με καταστρέψουν χειρότερον παρ' όσον αισθάνομαι ότι καταστρέφομαι καθ' εκάστην». Σπανίως ο κόσμος έσχε μεγαλειτέραν απόδειξιν ότι τα πλουσιώτερα δώρα του δεν είναι παρά χρυσός όστις κατατρίβεται εις κόνιν, και τα πλέον κολοσσαία οικοδομήματα της προσωπικής λαμπρότητος και του μεγαλείου είναι φραγμοί, τους οποίους η δυστυχία συντρίβει με την αυτήν ευκολίαν με την οποίαν τα κύματα του Ατλαντικού σαρόνουν ένα σωρόν άμμου εις την ακτήν.

Και πάντοτε εις τοιαύτην αμηχανίαν και εις τοιαύτην αγωνίαν καταλήγει η αμαρτωλός κατοχή του πλούτου, η συγκέντρωσις πάσης εξουσίας. Τοιαύτη είναι η αναλλοίωτος Νέμεσις της αχαλινώτου φιληδονίας. Δεν χρησιμοποιεί τους οφιοειδείς πλοκάμους των μυθολογουμένων Εριννύων. Η ένοχος και υπό τύψεων ταρασσομένη συνείδησις είναι το μόνον όργανον της εκδικήσεως· και «αν ο κόσμος όλος ήτο είς μέγας χρυσόλιθος», και αν ο χρυσόλιθος ούτος ήτο αποκλειστικόν ημών κτήμα, πάλιν δεν θα ήρκει να μας παρηγορήση και να αντισταθμίση μίαν μόνον ώραν εσωτερικής βασάνου και αγωνίας.

Αλλ' ο κληρονομών την βασιλείαν των ουρανών δεσπόζει ευρυτέρων και αληθεστέρων κόσμων, και είναι απείρως ευτυχέστερος διότι είναι απείρως αγνότερος. Και εις την βασιλείαν ταύτην, από την οποίαν αποκλείεται ο «ακάθαρτος κόσμος» του Αγίου Αυγουστίνου, ο Σατανάς ουδεμίαν έχει επιρροήν και δύναμιν. Είναι η Βασιλεία του Θεού· και αφού ο άνθρωπος δεν δύναται να λάβη το παραμικρόν δώρον από τον Σατανάν χωρίς να υποβάλη την ψυχήν του εις την βάσανον της υποταγής, η απάντησις εις πάντα πειρασμόν του είναι η απάντησις του Χριστού: «Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά. Γέγραπται γαρ: «προσκυνήσεις Κύριον τον Θεόν σου και αυτώ μόνω λατρεύσεις».

Και ούτω ο Χριστός εξήλθε νικητής, χάρις εις εκείνην την αυταπάρνησίν του ήτις μόνη δύναται να εξασφαλίση την νίκην. Ο Σατανάς μάτην τον είχε πειράξει· μάτην επετέθη κατά του προσώπου του, κατά της φύσεως αυτού, κατά της δυνάμεως την οποίαν είχεν ο Χριστός να επικαλήται την εξ ύψους βοήθειαν. Ενικήθη. Αι στιγμαί μιας τόσον ευγενούς πάλης, στεφομένης υπό της νίκης, είναι αι γλυκύτεραι και ευτυχέστεραι εν τω βίω ενός ανθρώπου· είναι πλήρης εξάρσεως και ηδονής, ήτις δύναται να περιγραφή μόνον διά της γλώσσης των αγγέλων.

«Και συντελέσας πάντα πειρασμόν», λέγει ο Λουκάς, «ο διάβολος απέστη απ' αυτού», αν και ουχί οριστικώς, αλλά «άχρι καιρού», ή απλούστερον, μέχρις ου παρουσιασθή και πάλιν η κατάλληλος ευκαιρία. Μάτην είχεν εξαντλήσει όλους τους πειρασμούς του, πειρασμούς σαρκός, πειρασμούς οφθαλμού, πειρασμούς υπερηφανείας. Εν τέλει «απέστη απ' αυτού».

«Και ιδού άγγελοι προσήλθον και διηκόνουν αυτώ». Και ήτο μία ιδιαιτέρα ευχαρίστησις και μία ιδιάζουσα τιμή διά τα πνεύματα εκείνα τα στελλόμενα προς διακονίαν παντός κληρονόμου της σωτηρίας, να διακονούν τον Κύριον της Σωτηρίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ. Οι πρώτοι μαθηταί

Το Ευαγγέλιον του Ιωάννου. — «Ο αμνός του Θεού». — Ο Ανδρέας και ο Ιωάννης. — Σίμων. — Προσωπική επιρροή του Ιησού. — Φίλιππος. — Ναθαναήλ. — «Υπό την συκήν».

Και αφού ενίκησε τον πειρασμόν και εξήλθε σώος και αμόλυντος εκ της μεγάλης εκείνης δοκιμασίας, ο Σωτήρ εγκατέλιπε την έρημον και επανέκαμψεν εις τας όχθας του Ιορδάνου.

Τα συνοπτικά Ευαγγέλια, άτινα περιγράφουν μόνον την εν Γαλιλαία διδασκαλίαν, χρονολογουμένην από της φυλακίσεως του Ιωάννου, παραλείπουν πάντα τα μεσολαβούντα γεγονότα και μνημονεύουν μόνον την αναχώρησιν του Ιησού εις Γαλιλαίαν (Ματ. 4, 12). Αλλ' εις τον τέταρτον Ευαγγελιστήν οφείλομεν την ωραίαν περιγραφήν των ημερών, αίτινες επηκολούθησαν αμέσως τον πειρασμόν του Σατανά. Ούτω η εν Ιουδαία διδασκαλία φέρεται υπ' αυτού το πρώτον εις φως. Ο Ιωάννης φαίνεται ως να είχε διαρκώς υπ' όψει το να μη αφηγηθή τίποτε εκ των όσων δεν είδεν ιδίοις όμμασι, και υπάρχουν σαφείς τινες ενδείξεις, ότι ο Ευαγγελιστής συνεδέετο ιδιαιτέρως με την Ιερουσαλήμ (Ιω. 19, 27 — 18, 16). Ο Ιωάννης ήτο αλιεύς το επάγγελμα, και δεν είνε απίθανον, αφού η Ιερουσαλήμ επρομηθεύετο μεγάλην ποσότητα ιχθύων εκ της λίμνης της Γαλιλαίας, να μετέβαινεν εκεί εις ωρισμένας εποχάς και να εβοήθη το πατέρα του και τον αδελφόν του εις τας εργασίας των. Ούτοι ως ιδιοκτήται ιδίου αλιευτικού πλοίου και προϊστάμενοι πολλών εμμίσθων εργατών, κατείχον προφανώς καλήν κοινωνικήν θέσιν. Όπως και αν έχη το πράγμα, ο Ιωάννης είνε ο μόνος Ευαγγελιστής, όστις εξιστορεί την προσχώρησιν των πρώτων Αποστόλων εις τας αρχάς του Ιησού, και αφηγείται μάλιστα όλα εκείνα τα επεισόδια μετά των λεπτομερειών και της γραφικής τρυφερότητος ανθρώπου εις την ψυχήν και εις την καρδίαν του οποίου αφήκαν βαθυτάτην εντύπωσιν.

Η εξ ιερέων και Λευιτών πρεσβεία του Συνεδρίου, περί ης εγένετο λόγος ανωτέρω, απεστάλη εις τον Βαπτιστήν την προτεραίαν της επανόδου του Κυρίου ημών εκ της ερήμου· και όταν ο Ιωάννης είδε την ακόλουθον ημέραν πλησιάζοντα τον Ιησούν, εμαρτύρησε δημοσία ότι Αυτός ήτο «ο Αμνός του Θεού ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου». Αν ο Βαπτιστής υπενόει τον αμνόν του Πάσχα, ή τον αμνόν της πρωινής και της εσπερινής θυσίας, αν η λέξις κόσμος είναι απλή εκδοχή της Ελληνικής λέξεως «λαός», αν αντελαμβάνετο την βαθείαν σημασίαν των λόγων του ή ωμίλει εξ απλής προφητικής εμπνεύσεως, — δεν δυνάμεθα να είπωμεν.

Όσον όμως σημαντική και αν ήτο η προφητεία του εκείνη, φαίνεται ότι την πρώτην ημέραν δεν επέφερεν άμεσόν τι αποτέλεσμα. Την επαύριον όμως ενώ ο Βαπτιστής «ειστήκει πάλιν» εν τω μέσω δύο μαθητών του, είδε τον Ιησούν περιπατούντα, και προσηλώσας επ' αυτού εκστατικόν και φλογερόν όμμα, ανεφώνησεν εκ νέου, ωσεί υπό ακουσίου τρόμου και θαυμασμού συσχεθείς: «Ίδε ο αμνός του Θεού!»

Οι λόγοι ούτοι ενείχον βαθυτάτην έννοιαν και ενεποίησαν μεγάλην αίσθησιν εις τους δύο μαθητάς του Ιωάννου, οίτινες ηκολούθησαν τον αντιπαρερχόμενον Ιησούν· Εκείνος ήκουσε τον θόρυβον των βημάτων, στραφείς δε και «θεασάμενος αυτούς ακολουθούντας», τους ηρώτησεν ηπίως: «τι ζητείτε;

Ήτο ήδη η αρχή της διδασκαλίας του· και οι μαθηταί του Βαπτιστού δεν ηδύναντο ακόμη να γνωρίζουν τις πράγματι ήτο· δεν είχον ακούσει μέχρι τούδε τους γλυκείς λόγους, οίτινες έρρεον εκ του στόματός του· ήρχοντο προς αυτόν ίσως εξ απλής περιεργείας· εξ άλλου όμως δυνατόν να τους έφερε προς αυτόν μία ακαταμάχητος εσωτερική ώθησις.

Πόσον όμως βαθεία και πλήρης σημασίας είναι η ερώτησις του Χριστού. Είς από τους μεγαλειτέρους αγίους της Δυτικής Εκκλησίας, ο Άγιος Βερνάρδος, συνείθιζε να προοιδοποή εαυτόν διά της μεγάλης ταύτης ερωτήσεως: Ber! narde, ad quid venisti ? — «Βερνάρδε προς τίνα σκοπόν ήλθες ενταύθα;» Προκειμένου να εξετάση τις εαυτόν, προκειμένου ν' ανιχνεύση εντός της συνειδήσεώς του, δεν υπάρχει βαθυτέρα ερώτησις· όλη όμως η σημασία της συνεκεντρούτο εις δύο απλάς λέξεις: «Τι ζητείτε;»

Οι νεαροί Γαλιλαίοι δεν ηδύναντο βεβαίως πρώτην φοράν να εισχωρήσουν εις το βαθύ νόημα τον λόγων του Ιησού και ν' απαντήσουν καταλλήλως. Απεδείκνυεν όμως η απάντησίς των την δίψαν ήτις τους εφλόγιζε να μάθουν και να φωτισθούν. «Διδάσκαλε», είπον (και ο τίτλος ο τιμητικός ον απένειμαν εις τον Ιησούν, εδείκνυεν οπόσον βαθείαν αίσθησιν είχεν εμποιήσει εις αυτούς η παρουσία του) «πού μένεις;»

Πού έμενε δεν γνωρίζομεν. Ίσως εις μίαν προσωρινήν καλύβην, κατεσκευασμένην με κλάδους και φύλλα. Και ούτω φαίνεται ότι εστεγάζοντο και όλα εκείνα τα πλήθη άτινα είχον συρρεύσει πανταχόθεν εις το βάπτισμα του Ιωάννου. «Λέγει αυτοίς, έρχεσθε και ίδετε.» Αι λέξεις ήσαν πάλιν απλούσταται, αν και απαντώσιν εις χωρία εγκλείοντα βαθύτατα νοήματα. Τώρα όμως είχον αποτέλεσμα πλέον ή άλλοτε αξιοσημείωτον. Ήλθον και είδον πού έμενεν ο Ιησούς, και επειδή ήτο τότε ωσεί τετάρτη μετά μεσημβρίαν, έμειναν παρ' αυτώ την ημέραν εκείνην· και πιθανώς εκοιμήθησαν παρ' αυτώ την νύκτα εκείνην· και προτού ο ύπνος κλείση τα βλέφαρά των, εγνώριζον και ησθάνοντο εις τα μύχια της καρδίας των ότι η βασιλεία των ουρανών είχεν έλθει, ότι αι ελπίδες των αιώνων τώρα είχον πληρωθή, ότι ευρίσκοντο προ Εκείνου, τον οποίον επόθουν όλα τα έθνη, προ του Ιερέως του μεγαλειτέρου του Ααρών, του προφήτου του μεγαλειτέρου του Μωυσέως, του βασιλέως του μεγαλειτέρου του Δαυίδ, του αληθούς Αστέρος του Ιακώβ και Σκήπτρου του Ισραήλ.

Είς εκ των δύο εκείνων νέων, οίτινες τόσον ενωρίς προσεχώρησαν εις Χριστόν, ήτο ο Ανδρέας. Ο άλλος παρέλειψε το όνομά του, διότι ήτο ο αφηγούμενος το επεισόδιον, ο αγαπητός μαθητής, ο Ευαγγελιστής Ιωάννης. Ουδέν θαυμαστόν αν αι παραμικροτέραι λεπτομέρειαι, μέχρι και αυτής της ώρας της συναντήσεως, έμειναν εντετυπωμέναι εις την μνήμην του αλησμόνητοι μέχρι γήρατος.

Πρώτη φροντίς του Ανδρέα ήτο να εύρη τον αδελφόν του Σίμωνα και να αναγγείλη εις αυτόν το μέγα «Εύρηκα». Ωδήγησεν αυτόν εις τον Ιησούν, και ο Ιησούς εμβλέψας προς αυτόν ζωηρώς με το υπέροχον εκείνο όμμα, όπερ εισέδυε μέχρι των μυχιωτέρων σκέψεων, εννοήσας δι' ενός μόνου βλέμματος όλην την αδυναμίαν του χαρακτήρος, αλλά και όλον το έκλαμπρον μεγαλείον του ταπεινού εκείνου αλιέως, είπεν εις αυτόν αποδούς όνομα, βραδύτερον έμελλε να επικυρωθή τόσον πανδήμως: «Συ ει Σίμων, ο υιός Ιωνά· συ κληθήση Κηφάς·» δηλαδή: «Συ είσαι ο Σίμων, ο υιός της π ε ρ ι σ τ ε ρ ά ς· από τούδε και εις το εξής θα είσαι ως ο βράχος εις τον οποίον η περιστερά κτίζει την φωλεάν της». Ο Ιησούς έπαιζε βεβαίως με την λέξιν, αλλά το λογοπαίγνιον ήτο συμβολικόν και βαθύτατον. Μόνον οι ανόητοι και οι αμαθείς θα ίδουν εις τούτο παρεκτροπήν από της αξιοπρεπείας του Χριστού. Η κεκρυμμένη σημασία των λέξεων υπήρξε καθ' όλους τους αιώνας συμβολική διά τους Ιουδαίους, οίτινες εθεώρουν την γλώσσαν των όχι ολιγώτερον ιεράν των πολυτίμων λίθων των κοσμούντων τα στήθη του Ααρών. Η πεποίθησίς των επί την μυστικήν παντοδυναμίαν των ήχων, η δοξασία ότι αι λέξεις υπεδήλουν το πεπρωμένον ενός ανθρώπου και τον επί γης προορισμόν αυτού, ημπορεί να φανούν ανόητοι εις τους τυχόντας τεχνικής μορφώσεως, υπήρξαν όμως καθ' όλους τους αιώνας μεγάλοι φιλόσοφοι, οίτινες απέδωκαν εις αυτάς την πρέπουσαν σημασίαν.

Πώς συνέβη οι νέοι εκείνοι της Γαλιλαίας, — είς Ιωάννης τόσον φλογερός, αλλά και τόσον σκεπτικιστής, και είς Πέτρος τόσον ορμητικός εις τας συμπαθείας του, αλλά και τόσον δειλός εις τας αποφάσεις του, να προσπέσουν με έν μόνον βλέμμα, με μίαν μόνον λέξιν, εις τους πόδας του Σωτήρος! Πώς συνέβη, ώστε εις μίαν αιφνιδίαν αποκάλυψιν, εις ένα απρόοπτον κύμα εμπνεύσεων, ν' αναγνωρίσουν εν τω προσώπω του τέκτονος της Ναζαρέτ τον Μεσσίαν της προφητείας, τον Υιόν του Θεού, τον Σωτήρα του Κόσμου;

Αναμφιβόλως εκ των όσων περί Αυτού εμαρτύρησεν ο Ιωάννης, αλλ' ίσως και εκ μόνου του βλέμματός του. Επί του ζητήματος τούτου η παράδοσις ποικίλλει σημαντικώς· και αφού τόσον ενέχει ενδιαφέρον, δεν είναι άσκοπον να ενδιατρίψωμεν ολίγον επ' αυτού.

Οι μελετήσαντες τας μεσαιωνικάς εικόνας του Χριστού παρετήρησαν βεβαίως, ότι τινές εκ τούτων είναι αισχρώς και απεχθώς βδελυραί, ενώ άλλαι παρουσιάζουν μίαν σύλληψιν του πλέον αιθερίου και πλέον ερασμίου ιδεώδους του ανθρωπίνου κάλλους. Πόθεν προήλθεν η περίεργος αύτη διαφορά;

Προήλθεν εκ των προφητικών χωρίων, άτινα ενομίσθησαν ότι υπεδείκνυον την εμφάνισιν του Μεσσίου καθώς και την ζωήν αυτού.

Η Εκκλησία των πρώτων χριστιανικών χρόνων, συνειθισμένη εις την υπέροχον τελειότητα με την οποίαν η γλυπτική περιέβαλε τας ωραίας συλλήψεις των νεωτέρων θεών του Ολύμπου, και γνωρίζουσα εκτός τούτου την απαισίαν διαφθοράν την οποίαν ασκεί πάσα φιλήδονος φαντασία, έλαβεν ως ιδεώδες, διά να παραστήση το πρόσωπον του Χριστού, τας μελαγχολικάς εικόνας των προφητών Ησαΐα και Δαυίδ, εικόνας πασχόντων εξορίστων, ταπεινών και εξηντλημένων. Το κάλλος του, λέγει ο Κλήμης ο Αλεξανδρινός ήτο εν τη ψυχή του και εις τας πράξεις του, αλλά σωματικώς ο Ιησούς ήτο ταπεινός. Ιουστίνος ο Μάρτυς παριστά τον Χριστόν αειδή, άδοξον, άτιμον. «Το σώμα του» λέγει ο Ωριγένης, «ήτο μικρόν και δυσειδές και αγενές.» «Το σώμα του», λέγει ο Τερτυλλιανός δεν είχε καμμίαν ανθρωπίνην ωραιότητα, και κατά πολύ ισχυρότερον λόγον ουδεμίαν ουρανίαν λαμπρότητα.» Ο εθνικός Κέλσιος, ως πληροφορούμεθα εκ του Ωριγένους, εποφελείτο της πατροπαραδότου ταύτης σωματικής ποταπότητος και ασχημίας διά ν' αποκηρύσση την εκ Θεού καταγωγήν του. Η άμιλλα αύτη όπως παριστάνεται ο Χριστός όσον το δυνατόν δυσειδέστερος, προέβη μάλιστα και περαιτέρω. Τον εφαντάσθησαν και λεπρόν ακόμη, αυτόν τον τόσους θεραπεύσαντα λεπρούς.

Εξ αντιδράσεως αφ' ετέρου προς τας αηδείς ταύτας φαντασιοπληξίας, υπήρξαν πολλοί οίτινες υπεστήριζον ότι ο Ιησούς, ως προς το είδος το ανθρώπινον, αντικατώπτριζε πιστώς την γοητείαν της μορφής και το κάλλος του Δαυΐδ, του μεγάλου προγόνου του· και ο Άγιος Ιερώνυμος και ο άγιος Αυγουστίνος επροτίμων να εφαρμόζουν εις αυτόν τας λέξεις των Ψαλμών: «Ωραίος κάλλει παρά τους υιούς των ανθρώπων.» Φυσικόν ήτο, αφού ελλείπουν θετικαί αποδείξεις, ν' αποκτήση η γνώμη αύτη περισσοτέρας συμπαθείας, και να εμπνεύση όλας τας εκείνας τας περιγραφάς της ποιήσεως, τας πλήρεις μεγαλείου και συμπαθείας, και όλας εκείνας τας αναπαραστάσεις του Χριστού τας οποίας βλέπομεν εις τα μεγάλα ζωγραφικά έργα του Φρα Αντζέλικο, του Βερναρδίνου Λουίνη, του Λεονάρδου Βίντσι, του Ραφαήλ και του Τιτιανού.

Ανεξαρτήτως πάσης παραδόσεως δυνάμεθα ασφαλώς να πιστεύωμεν ότι ουδέν υπήρχε το δυσειδές ή το απεχθές, — ότι απεναντίας υπήρχε κάτι το ωραίον, ως λέγει ο Άγιος Ιερώνυμος, — εις το φθαρτόν περίβλημα όπερ ενέκλειε μίαν Αιωνίαν θεότητα και μίαν Άπειρον Αγιότητα. Παν αληθές κάλλος είνε «το μυστήριον της θεότητος», και συνείδησις τόσον ακηλίδωτος, πνεύμα τόσον αρμονικόν, ζωή τόσον αγνώς ευγενής, δεν ηδύναντο παρά ν' αντανακλώνται εις τους τρόπους και εις το πρόσωπον του Υιού του Ανθρώπου. Ουδαμού ευρίσκομεν βεβαίως υπαινιγμόν τινα σχετικόν προς το θέλγητρον τούτο της μορφής, όπως ευρίσκομεν εν τη περιγραφή του νεαρού Αρχιερέως Αριστοβόλου, τον οποίον ο Ηρώδης εδολοφόνησεν· αλλ' αφ' ετέρου δεν ευρίσκομεν εις την γλώσσαν των εχθρών του και μίαν λέξιν ή ένα υπαινιγμόν όστις ηδύνατο να βασισθή επί της δυσμορφίας του Χριστού. Εκείνος περί του οποίου ο Ιωάννης εμαρτύρησεν ότι ήτο ο Χριστός, — Εκείνος, ον τα πλήθη μετά χαράς θα καθίστων Βασιλέα των, — Εκείνος, τον οποίον η αγία πόλις εχαιρέτισε διά θριαμβευτικών κραυγών ως Υιόν του Δαυίδ, — Εκείνος, τον οποίον υπηρετούν αι γυναίκες μετά τόσον βαθείας ευλαβείας και τοιαύτης αφοσιώσεως, και ούτινος η μορφή επλήρωσεν εις μίαν τεταραγμένην εικόνα ονείρου την φαντασίαν μιας Ρωμαίας δεσποίνης με τρόμον και ενδιαφέρον, — Εκείνος, όστις με δύο μόνον λέξεις ηνάγκασε τον Φίλιππον και τον Ματθαίον και πολλούς άλλους να καταλίπουν το παν και να τον ακολουθήσουν, — Εκείνος, ούτινος έν μόνον βλέμμα συνέτριψε την αγωνιωδώς μετανοούσαν καρδίαν του Πέτρου, — Εκείνος, προ της παρουσίας του οποίου οι κατειλημμένοι υπό δαιμονίων εθεραπεύοντο και εις την ερώτησιν του οποίου, εν αυτή τη κρίσει της αδυναμίας του, οι αγριώτατοι εχθροί του κατελήφθησαν υπό τρόμου και έπεσαν κατά γης εις μίαν στιγμήν καθ' ην η λύσσα των είχε κορυφωθή, — δεν ηδύνατο να στερήται του προσωπικού μεγαλείου Προφήτου και Ιερέως. Όλα τα γεγονότα της ζωής του λαλούσι πειστικώς περί της δυνάμεως εκείνης του χαρακτήρος, και της καρτερικότητος και της αξιοπρεπείας και της ηλεκτρικής επιρροής, προσόντα τα οποία ουδείς δύναται να έχη, αν δεν είναι πεπροικισμένος με μεγάλα ανθρώπινα και πνευματικά δώρα. «Βεβαίως», λέγει ο Άγιος Ιερώνυμος, «φλοξ πυρός και λαμπρότης άστρου απήστραπτεν εκ του οφθαλμού του, και το μεγαλείον της θεότητος έλαμπεν εις το πρόσωπόν του». Η περιγραφή αύτη δύναται να θεωρηθή ακριβής· διότι η λέξις «θάμβος» είναι έκφρασις την οποίαν συχνάκις μεταχειρίζονται οι Ευαγγελισταί, όπως εκφράσουν το αποτέλεσμα όπερ είχεν η παρουσία του εις τους εχθρούς και φίλους του.

Η τρίτη ημέρα μετά την επάνοδον εκ της έρημου φαίνεται ότι κατηναλώθη υπό του Ιησού εις συζητήσεις μετά των νέων μαθητών του. Την επαύριον ηθέλησε να επιστρέψη εις Γαλιλαίαν, και καθ' οδόν συνήντησε και άλλον αλιέα, τον Φίλιππον τον από Βηθσαϊδά. Εξ όλων των Αποστόλων μόνος ο Φίλιππος είχεν ελληνικόν όνομα, προερχόμενον ίσως εκ του τετράρχου Φιλίππου, αφού η συνήθεια του να δίδωνται εις τα παιδία τα ονόματα των βασιλευόντων ηγεμόνων ήτο κοινή. Αν το πράγμα έχη ούτω, ο Φίλιππος ήτο κατ' εκείνην την εποχήν τριάκοντα περίπου ετών. Πιθανώς το ελληνικόν τούτο το όνομα δεικνύει συγγένειαν με ελληνόφωνόν τινα πληθυσμόν, εκ των πολλών οίτινες ήσαν την εποχήν εκείνην ανάμικτοι με τους Γαλιλαίους εις τας όχθας της Γεννησαρέτ, και εις τούτο ίσως οφείλεται το γεγονός ότι οι Έλληνες, οίτινες επεθύμησαν να ίδουν τον Σωτήρα, κατά την τελευταίαν εβδομάδα του βίου του, επροτίμησαν ν' απευθυνθούν μάλλον εις αυτόν παρά εις άλλον τινά Απόστολον. Μία λέξις, μία μόνη πρόσκλησις: «Ακολούθει μου», ήρκεσεν όπως συνδέση διά παντός με τον Ιησούν τον ευγενή και άδολον Απόστολον, τον οποίον κατά πάσαν πιθανότητα είχε γνωρίσει προηγουμένως.

Την ακόλουθον ημέραν προσετέθει και πέμπτος νεόφυτος εις τον άγιον και ευδαίμονα εκείνον όμιλον. Φλεγόμενος υπό του πόθου να διακοινώση την μεγάλην ανακάλυψιν, την οποίαν είχε κάμει, ο Φίλιππος εύρε τον φίλον του Ναθαναήλ εξασκών τοιουτοτρόπως το θειότατον προνόμιον της φιλίας, όπερ είνε το ν' ανακοινώμεν εις τους άλλους παν ό,τι θείον ησθάνθημεν και είδομεν ημείς αυτοί. Ο Ναθαναήλ εν τω καταλόγω των Αποστόλων εξομοιούται γενικώς και σχεδόν αδιαμφισβητήτως με τον Βαρθολομαίον· διότι «Βαρθολομαίος» είναι λέξις σύνθετος εκ του «Βαρ» και «θολμαί» και σημαίνει τον «υιόν του Θολμαί» και ενώ του Ναθαναήλ γίνεται μνεία υπό το όνομα τούτο μόνον εις έν χωρίον (Ιω. 21, 2) ο Βαρθολομαίος συνδέεται εν τω καταλόγω των Αποστόλων σχεδόν πάντοτε με τον Φίλιππον. Επειδή δε κατώκει εν Κανά της Γαλιλαίας, ο υιός του Θολμαί ηδύνατο να σχετισθή ευκόλως με τον νεαρόν αλιέα της Γεννησαρέτ. Και εν τούτοις ήτο τόσον μεγάλη η απομόνωσις εις την οποίαν είχε ζήσει μέχρι τούδε ο Χριστός, ώστε, μολονότι ο Ναθαναήλ εγνώριζε τον Φίλιππον, ήκουεν όμως πρώτην φοράν το όνομα του Ιησού. Το απλοϊκόν πνεύμα του Φιλίππου εφαίνετο αρεσκόμενον εις την αντίθεσιν, ήτις υπήρχε μεταξύ του μεγαλείου της αποστολής του Χριστού και της ταπεινότητος της καταγωγής του. «Ον έγραψε Μωυσής εν τω νόμω και οι προφήται, ευρήκαμεν». Και τις ήτο εκείνος τον οποίον ευρήκε; Κανείς νεαρός ηγεμών της δυναστείας του Ηρώδου; Νεαρός τις Ασμοναίος ιερεύς; Φωτεινόν τι πνεύμα εκ των σχολών του Ιλλήλ και του Σαμμαΐ; Όχι, ήτο μόνον «ο Ιησούς, ο υιός του Ιωσήφ, ο από Ναζαρέτ».

Ο Ναθαναήλ φαίνεται ότι ησθάνθη την αντίθεσιν. Ηννόησε την σημασίαν των λόγων του Φιλίππου. Ο Μεσσίας ευρέθη, και όμως ήτο από την Ναζαρέτ! Ήτο πιθανώς, όπως λέγει και η παράδοσις, ο μάλλον ανεπτυγμένος των Αποστόλων. Και η απάντησίς του θεωρείται πλέον παροιμιώδης: «Εκ Ναζαρέτ δύναται τι αγαθόν είναι;» Ο Ναθαναήλ ίσως υπαινίσσετο την λέξιν «ναζόρα» εξ ης παράγεται το όνομα Ναζαρέτ, και ήτις σημαίνει: «άξιος περιφρονήσεως». Ίσως όμως και να ηνόει ότι η Ναζαρέτ ήτο πόλις ασήμαντος και ταπεινή, κλεισμένη μέσα εις μίαν μικράν αγρίαν κοιλάδα. Και ο Φίλιππος, τέλειος πλέον μαθητής του Ιησού, απαντά εις τον Ναθαναήλ με τας ιδίας λέξεις του διδασκάλου του:

«Έρχου και ίδε».