Part 7
Είχεν όμως και άλλο τι να κηρύξη, ένα κήρυγμα πλέον παράδοξον και πλέον αυστηρόν, αλλά πλήρες ελπίδων· δι' εαυτόν δεν απήτει άλλο κύρος εκτός το του προδρόμου ενός άλλου· το βάπτισμά του το εθεώρει απλώς ως μύησιν εις την επικειμένην βασιλείαν των ουρανών. Όταν η πρεσβεία του Συνεδρίου, η εξ ιερέων και λευιτών το ηρώτησε τις ήτο, όταν όλος ο λαός διηρωτάτο ενδομύχως αν ήτο ο Χριστός, ο Ιωάννης ουδ' επί στιγμήν εδίστασε να είπη· ότι δεν ήτο ούτε ο Χριστός, ούτε ο Ηλίας, ούτε άλλος τις προφήτης. Ήτο «φωνή βοώντος εν τη ερήμω», και ουδέν πλέον· αλλά μετ' αυτόν, — και ήτο τούτο η αναγγελία, ήτις συνεκλόνει βαθύτατα τας καρδίας τον ανθρώπων, — ήρχετο Είς, «ος έμπροσθεν μου γέγονε, ότι πρώτος μου ην» — Είς, ούτινος δεν ήτο ικανός, ίνα λύση τον ιμάντα των υποδημάτων αυτού, — Είς, όστις δεν θα εβάπτιζεν εν ύδατι, αλλ' εν Πνεύματι Αγίω και Πυρί, — Είς, ου το πτύον ήτο εν τη χειρί αυτού, και όστις θα εκάθαιρε τελείως την άλωνα και θα συνήγε τον σίτον εις την αποθήκην αυτού, αλλά θα κατέκαιε το άχυρον πυρί ασβέστω. Η ώρα της αιφνιδίας ελεύσεως του από πολλού ονειροπολουμένου, του από αιώνων ποθητού Μεσσίου είχε σημάνει. Ήτο πλησίον των φοβερός, ήτο μεταξύ των, αλλά δεν τον εγνώριζον.
Ούτω, η μετάνοια και η βασιλεία τον ουρανών ήσαν τα δύο κυριώτερα σημεία του κηρύγματος αυτού, και μολονότι δεν ηξίου το βραβείον ουδενός θαύματος, εν τούτοις ενώ ηπείλει τιμωρίαν εις τους υποκριτάς και όλεθρον εις τους κακούς, υπέσχετο ωσαύτως άφεσιν αμαρτιών εις τους μετανοούντας και την βασιλείαν τον ουρανών εις τους αγνούς και τους αναμαρτήτους. Προς το κήρυγμα τούτο και προς το βάπτισμα, κατά το τριακοστόν έτος της ηλικίας του, προσήλθε και ο Ιησούς εκ της Γαλιλαίας. Ο Ιωάννης ήτο συγγενής του εξ αίματος, αλλ' αι περιστάσεις αι βιωτικαί τους είχαν χωρίσει τελείως. Ο Ιωάννης διήγαγε τον παιδικόν βίον αυτού εν τω οίκω του αγνού ιερέως, του πατρός του, εν τη πόλει Ιούτα, κατά την μεσημβρινήν εσχατιάν της χώρας του Ιούδα· ο Ιησούς είχε ζήσει εις πλήρη απομόνωσιν εν τω εργαστηρίω του τέκτονος, εις την κοιλάδα της Γαλιλαίας. Όταν ήλθε κατά πρώτον εις τας όχθας του Ιορδάνου, ο μέγας πρόδρομος, κατά την ιδίαν αυτού εμφαντικήν και δις επαναληφθείσαν μαρτυρίαν, δεν τον εγνώριζε. Και εν τούτοις, μολονότι ο Ιησούς δεν είχεν ακόμη αποκαλυφθή ως Μεσσίας εις τον μέγαν προφήτην, τον κηρύσσοντα την έλευσίν του, υπήρχε κάτι τι εις το βλέμμα του, κάτι τι εις το αναμάρτητον κάλλος των τρόπων του, κάτι τι εις το πάνδημον μεγαλείον της όψεώς του, όπερ είλκυσεν αμέσως την ψυχήν του Ιωάννου και εκυριάρχησεν αυτής. Διά τους άλλους ήτο ο αμάλακτος προφήτης· ηδύνατο και βασιλείς ακόμη να επιτιμήση· αφήρει το προσωπείον των Φαρισαίων μετ' αγανακτήσεως· αλλά προ της παρουσίας εκείνου, όλη η υψηλοφροσύνη του καταπίπτει. Όπως όταν απρόοπτός τις τρόμος σταματά την αχαλίνωτον πτήσιν του αετού, και τον ρίπτει με ένα πεπνιγμένον κρωγμόν και με μαζωμένα τα πτερά εις το έδαφος, ούτω και προ εκείνης της αγνότητος του αναμαρτήτου βίου, και προ της υπεροχής της εσωτερικής ευδαιμονίας, ο άγριος προφήτης της ερήμου μεταβάλλεται εις ευπειθές και συνεσταλμένον παιδίον. Ο Ιωάννης έκυψε προ του ακηλιδώτου ανθρώπου, πρωτού αναγκασθή ν' αναγνωρίση αυτόν ως Θεόν. Προσεπάθησε μετά ζέσεως να «διακωλύση» τον σκοπόν του Ιησού. Αυτός όστις είχε δεχθή τας εξομολογήσεις όλων των άλλων, μετά σεβασμού τώρα και ταπεινώς ποιείται την ιδίαν αυτού εξομολόγησιν. «Εγώ χρείαν έχω υπό σου βαπτισθήναι, και συ έρχη προς με;»
Η απάντησις αύτη περιλαμβάνει τους δευτέρους λόγους, ους αναφέρεται ειπών ο Ιησούς, και αποτελεί τας πρώτας λέξεις της διδαχής του ενώπιον πολυαρίθμου κοινού: — Άφες άρτι· «ούτω γαρ πρέπον εστιν ημίν πληρώσαι πάσαν δικαιοσύνην.»
«Θέλω ράνει επάνω σας καθαρόν ύδωρ και θέλω σας καθαρίσει»(Ιεζ. 36, 25) — τοιούτο φαίνεται να ήτο το κήρυγμα του Ιωάννου προς τους αμαρτωλούς, οίτινες μετενόουν ειλικρινώς.
Αλλ' αν ούτως είχε το πράγμα, διατί ο Κύριος ημών δέχεται το βάπτισμα από τας χείρας του δούλου του; Οι ίδιοι λόγοι του μας λέγουν το διατί: ήθελε να πληρώση πάσαν δικαιοσύνην υποδεικνυομένην παρά του Θεού. Δεν εδέχετο το βάπτισμα ως συνέπειαν εξομολογήσεως, διότι ήτο αναμάρτητος· και υπό τοιαύτην έποψιν, προτού μάλιστα τον αναγνωρίση ως Χριστόν, ο Βαπτιστής σαφώς υπέδειξεν ότι η τελετή αύτη ήτο ως προς αυτόν εξαιρετική. Το εδέχθη ως επικυρωτικόν της αποστολής του μεγάλου προδρόμου του, ως ωραίον σύμβολον του ηθικού εξαγνισμού και ως ταπεινόν εγκαίνιον της διδασκαλίας του, ήτις δεν ήλθε να καταστρέψη τον νόμον, αλλά να πληρώση αυτόν. Αι ίδιαι λέξεις του αποκρούουν πάσαν ενδεχομένην παρερμηνείαν. Δεν λέγει «Οφείλω», αλλά «πρέπον εστιν ημίν». Δεν λέγει «χρείαν έχω βαπτισθήναι», ουδέ λέγει «χρείαν ουκ έχεις βαπτισθήναι υπ' εμού», αλλ' «άφες άρτι». Το βάπτισμα τούτο είναι αληθώς βάπτισμα μετανοίας.
Ούτω ο Ιησούς κατεβυθίσθη εις τα ύδατα του Ιορδάνου, — «προσευχόμενος», όπως τόσον χαρακτηριστικώς προσθέτει ο Λουκάς, — και τότε εδόθη άνωθεν το σημείον ότι αυτός ήτο «ο μέλλων να έλθη». Από τους σχισθέντας ουρανούς το Πνεύμα το Άγιον κατέβη εν είδει ακτινοβόλου περιστεράς και επτερύγισεν υπέρ την κεφαλήν του και φωνή εγένετο λαλούσα εις τα ώτα του Βαπτιστού.
— «Ούτος εστιν ο υιός μου ο αγαπητός, εν ώ ηυδόκησα».
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'. Ο Πειρασμός
«Μετά των θηρίων». — Τεσσαράκοντα ημέραι. — Η στιγμή της εξαντλήσεως. — Ο πρώτος πειρασμός. — Η πονηρία του. — «Ουκ επ' άρτω μόνω ζήσεται ο άνθρωπος». — Αι προτάσεις του πειρασμού. — Το πτερύγιον του Ναού. — Ο Ρωμαίος Αυτοκράτωρ — Η νίκη.
«Τότε ο Ιησούς ανήχθη εις την έρημον». Το ανθρώπινον πνεύμα του ήτο πλήρες ισχυρών συγκινήσεων, και εζήτησε την απομόνωσιν και ηθέλησε να μείνη μόνος με τον Θεόν και να βυθισθή άπαξ έτι εις λογισμούς διά το μέγα έργον του! Από τα ύδατα του Ιορδάνου ήχθη, — και κατά την ζωηροτέραν και γραφικωτέραν έκφρασιν του Μάρκου, «εξεβλήθη, — υπό του Πνεύματος εις την Έρημον. «Ήχθη, — λέγει ο Ιερεμίας Ταίυλορ, — υπό του Αγαθού Πνεύματος, όπως πειραχθή υπό του Κακού Πνεύματος». Είχε περιβληθή τώρα την πανοπλίαν του όχι διά να καθίση και αναπαυθή, αλλά διά να παλαίση τον αγώνα τον δεινόν.
Μία παράδοσις, χρονολογουμένη από της εποχής των Σταυροφοριών, θέτει την σκηνήν του πειρασμού εις ένα όρος ουχί μακράν της Ιεριχούς, όπερ ωνομάσθη εκ τούτου «Τεσσαρακοντάς.» Γυμνόν και άνυδρον ως όρος κατηραμένον, ορθούται αποτόμως εν τω μέσω αυχμηράς και ερήμου πεδιάδος, και δεσπόζει των νεκρών και ασφαλτούχων υδάτων της Σοδομιτικής Θαλάσσης, εις εκπλήσσουσαν αντίθεσιν προς την μειδιώσαν γλυκύτητα του Όρους των Μακάρων και προς το διαυγές κρύσταλλον της Λίμνης της Γεννησαρέτ. Η φαντασία είδεν εις εκείνο το όρος κατάλληλον καταφύγιον των κακών πνευμάτων, ένα μέρος όπου, κατά την γλώσσαν των προφητών, εμφωλεύουν αι γλαύκες και χορεύουν οι σάτυροι.
Και ενταύθα ο Ιησούς, σύμφωνα με εκείνην την γραφικήν και κατανύσσουσαν έκφρασιν του δευτέρου Ευαγγελιστού, «ην μετά των θηρίων». Δεν τον επείραζον ταύτα. «Επί ασπίδα και βασιλίσκον επιβήση και καταπατήσεις λέοντα και δράκοντα». Ούτω είχε λαλήσει άλλοτε η φωνή της παλαιάς επαγγελίας· και εν τω Χριστώ όπως εις πολλά εκ των τέκνων του, η προφητεία εξεπληρώθη. Εκείνοι των οποίων η δειλή πίστις καταπτοείται προ του θαυμαστού, δεν έχουν αφορμήν ν' ανησυχούν ενταύθα. Δεν είναι φυσικόν να το προσβάλλουν τα θηρία αγρίως τον άνθρωπον, όστις είναι ο φυσικός αυτών δεσπότης, ουδέ το να φεύγουν τρομαγμένα προ αυτού. Ένας ποιητής έψαλλε μίαν τροπικήν νήσον «όπου η ζωή ήτο τόσον αγρία, ώστε ήτο ήμερος». Η μανία ή ο τρόμος των θηρίων αν και διαιωνισθείς διά του κληρονομικού ενστίκτου, ήρχισε το πρώτον ένεκα της σκληράς επιθέσεως του ανθρώπου· και αφθονούν τα ιστορικά παραδείγματα κατά τα οποία η αγριότης ενικήθη από την πραότητα, το μεγαλείον, την ευγένειαν του ανθρώπου. Δεν υπάρχει αναλόγου βαρύτητος λόγος όπως αποκρούσωμεν την κοινήν πεποίθησιν των πρώτων αιώνων, ότι τα θηρία της Θηβαΐδος έζων ελεύθερα και αβλαβή εν τω μέσω των αγίων ερημιτών, και ότι τα αγριώτερα και ωμότερα πλάσματα της φύσεως ήσαν ήμερα και φιλικά προς τον όσιον Γεράσιμον τον εν τω Ιορδάνη· τις δεν εγνώρισεν ανθρώπους των οποίων το βλέμμα γοητεύει τα πτηνά, και οίτινες δύνανται να πλησιάσουν άνευ του ελαχίστου κινδύνου τα αγριώτερα ζώα; Και δυνάμεθα να πιστεύωμεν ακραδάντως ότι η γοητεία την οποίαν ως άνθρωπος ήσκει ο Ιησούς επί των αλόγων πλασμάτων, τον επροφύλαξε παντός κινδύνου. Εις τας κατακόμβας και εις άλλα αρχαία μνημεία των πρώτων χριστιανών παριστάνεται κάποτε ως Ορφεύς γοητεύων με το άσμα του τα ζώα. Παν ό,τι είναι ωραίον και αληθές εις τας αρχαίας παραδόσεις εξεπληρούτο εν αυτώ, και ήτο σύμβολον του βίου του και του έργου του.
Και παρέμεινεν εις την έρημον ημέρας τεσσαράκοντα. Ο αριθμός των ημερών τούτων απαντά επανειλημμένως εν ταις Γραφαίς, συνδεόμενος πάντοτε με γεγονότα πειρασμού, άτινα επακολουθεί η αμοιβή της νίκης. Είνε προδήλως ιερός και συμβολικός αριθμός, και ανεξαρτήτως άλλων περιστατικών μετ' αυτού συνδεομένων, τεσσαράκοντα ημέρας έμεινεν ο Μωυσής επί του όρους Σινά και ο Ηλιού εις την έρημον. Εν στιγμαίς μεγάλης εξάψεως ή βαθέων λογισμών, αι συνήθεις ανάγκαι του σώματος φαίνεται ως να μεταβάλλωνται ή επί στιγμήν εκλείπουν· και αν δεν πρέπει να λάβωμεν κυριολεκτικώς τας λέξεις του Λουκά «ουκ έφαγεν ουδέν», δυνάμεθα τουλάχιστον να υποθέσωμεν, ότι ο Ιησούς εύρισκε παν ό,τι ήτο αναγκαίον προς συντήρησίν του εις τους αγρίους καρπούς τους οποίους ηδύνατο να τω χορηγή η έρημος, αλλ' όπως και αν έχη το πράγμα, — ζήτημα άλλως τε μικράς σπουδαιότητος, — συντελεσθεισών των τεσσαράκοντα ημερών, ο Χριστός επείνασε. Και αύτη ήτο η στιγμή η κατάλληλος προς πειρασμόν. Κατά το χρονικόν εκείνο διάστημα αι ηθικαί και πνευματικαί δυνάμεις του Ιησού υπέστησαν δεινήν έντασιν. Εις τοιαύτας υψηλάς στιγμάς εκστάσεως, ο άνθρωπος δύναται να υποβληθή εις απείρως καταπονητικόν μόχθον χωρίς να υποκύψη, και ο στρατιώτης ημπορεί να εξακολουθή πολεμών καθ' όλην την ημέραν αναίσθητος προ των τραυμάτων του και λησμονών αυτά. Όταν όμως ο ενθουσιασμός εξαντληθή και όταν η έξαψις εξατμισθή και όταν το καίον πυρ σβέση, όταν η Φύσις, κατάκοπος και εκνευρισμένη, ανακτά τα δικαιώματά της, — όταν εν ενί λόγω αρχίση η ισχυρά αντίδρασις, ήτις αφίνει τον πάσχοντα άνθρωπον εξηντλημένον και λιπόψυχον, — τότε είνε η ώρα του εσχάτου κινδύνου και είνε στιγμή κατά την οποίαν ο άνθρωπος πίπτει θύμα μιας δολεράς υποσχέσεως ή μιας τολμηράς εφόδου. (3) Και εις τοιαύτην στιγμήν ο Κύριος ημών απεδύθη εις πόλεμον κατά των δυνάμεων του Κακού και ενίκησεν.
Η πάλη δεν ήτο προδήλως απλή αλληγορία. Είνε περιττόν και ασεβές να θελήσωμεν να εξετάσωμεν την εξωτερικήν υπόστασιν του πειρασμού· περιττόν, διότι παν απόλυτον συμπέρασμα και πάσα οριστική απόφασις φαίνεται αδύνατος· ασεβές, διότι οι Ευαγγελισταί ήκουσαν το επεισόδιον από τα χείλη του Ιησού, ή από εκείνους εις τους οποίους το διεκοίνωσε, και ο Κύριος ημών αφηγήθη αυτό κατά τρόπον δυνάμενον να παράσχη την πλέον ζωηράν εντύπωσιν και ν' αποβή διδακτικόν μάθημα. Οι διάφοροι συγγραφείς έσχον διαφορετικήν έκαστος αντίληψιν του γεγονότος τούτου και της υποκειμενικής ή αντικειμενικής υποστάσεως αυτού. Από του Ωριγένους μέχρι του Σλαϊερμάχερ μερικοί εθεώρησαν αυτό ως απλούν όραμα ή αλληγορίαν, — μίαν συμβολικήν περιγραφήν καθαρώς εσωτερικής πάλης· και την γνώμην ταύτην ησπάσθη μάλιστα και ο Καλβίνος, ο τόσον κυριολεκτικός και τόσον αυστηρός σχολιαστής. Επί του ζητήματος τούτου, — ζητήματος απλής ερμηνείας, έκαστος δύναται να έχη την γνώμην, ήτις φαίνεται εις αυτόν μάλλον συνάδουσα προς την αλήθειαν· το ουσιώδες όμως είναι ότι η πάλη υπήρξεν ισχυρά, προσωπική, πραγματική, — και ότι ο Χριστός χάριν ημών αντιπαρετάχθη, και κατέβαλε τας ανεγνωσμένας προσπαθείας του Σατανά.
Το ζήτημα αν ο Χριστός ήτο ή ου ικανός ν' αμαρτήση, — και διά να εκφρασθώμεν εις την γλώσσαν της σχολαστικής και θεολογικής εκείνης χώρας, εν τη οποία ηγέρθη και συνεζητήθη, το ζήτημα του αμαρτωλού ή αναμαρτήτου της ανθρωπίνης φύσεώς του, — είνε ζήτημα το οποίον ουδέποτε θα εγεννάτο εις απλοϊκόν και ευσεβές πνεύμα. Πιστεύομεν και γνωρίζομεν ότι ο Κύριος ημών ο ευλογητός ήτο αναμάρτητος, — ήτο ο Αμνός του Θεού ο άνευ ελαττωμάτων και ακηλίδωτος. Ποία προκύπτει εποικοδόμησις ή τι το όφελος εκ της συζητήσεως περί του αν το αναμάρτητον προκύπτει εκ του posse non peccare ή non posse peccare. Μερικοί, με ζήλον άκρατον και εν ταυτώ αμαθή, βλέπουν εις τον Χριστόν όχι μόνον το απολύτως αναμάρτητον, αλλά και φύσιν εις την οποίαν το αμαρτάνειν ήτο θεόθεν αδύνατον. Και εκ τούτου, τι; Αν η μεγάλη πάλη η προς τον Σατανάν, ήτο απλή απατηλή φαντασμαγορία, ποίον το όφελος όπερ δύναται να προκύψη δ' ημάς εκ ταύτης; Ποίαν ανακούφισιν ή ποίαν παρηγορίαν θα αισθανθώμεν, όταν γνωρίζωμεν ότι ο Κύριος ημών επάλαισεν όχι μόνον νικηφόρως, αλλά και χωρίς να διατρέξη τον ελάχιστον πραγματικόν κίνδυνον; Ότι όχι μόνον έμεινεν άτρωτος, αλλά και ότι δεν ήτο δυνατόν να λάβη το παραμικρόν τραύμα; Πού είναι το θάρρος του πολεμιστού, όταν γνωρίζη ότι αποδύεται εις ψευδή πόλεμον; Οι θέλοντες τοιουτοτρόπως να δοξάσουν Αυτόν μας στερούσιν ενός Χριστού ζωντανού, ενός Χριστού όστις ήτο, όσον Θεός τόσον και άνθρωπος, και υποκαθιστούν εις την θέσιν του ένα επικίνδυνον φάντασμα ανίκανον να εμπνεύση πίστιν και αγάπην.
Οθενδήποτε λοιπόν και αν προέρχεται η δοξασία αύτη, είτε εκ φαρισαϊκής ψευδοορθοδοξίας, σκοπούσης απλώς να καταδικάση την υποτιθεμένην αίρεσιν των άλλων, είτε εξ υπερβολικού σεβασμού μεταβληθέντος εις πνεύμα φόβου και δουλείας, ημείς πρέπει να προσέχωμεν μη τυχόν αναιρέσωμεν την αξιοπιστίαν των Γραφών, και, σχετικώς με το επεισόδιον τούτο, την αξιοπιστίαν αυτού του Χριστού, διά της υποθέσεως, ότι δεν υπέκειτο εις αληθή πειρασμόν. Απεναντίας υπέκειτο εις πειρασμούς τόσω μάλλον αλγεινοτέρους και βασανιστικωτέρους, όσον παρουσιάζοντο υπό το σχήμα αγωνίας εις μίαν φύσιν απείρως ισχυράν και απείρως αγνήν.
Και ο Ιησούς επειράχθη υπό του Κακού Πνεύματος. Η έρημος της Ιεριχούς και ο κήπος του χωρίου Γεθσημανή υπήρξαν οι άφωνοι μάρτυρες των δύο μεγαλειτέρων αγώνων του, καθ' ους απέκρουσε τας φοβερωτέρας εφόδους του εχθρού των ψυχών· αλλ' ουδέποτε καθ' όλην την ζωήν του την επίγειον υπήρξεν απηλλαγμένος πειρασμών, αφού άλλως εν τω κόσμω τούτω υπήρξε και αυτός άνθρωπος και αφού έπρεπε να καταλίπη εις ημάς αξιομίμητον παράδειγμα. «Υπήρξαν και πολλαί άλλαι περιστάσεις, καθ' ας επειράχθη», λέγει ο Άγιος Ευτύχιος. «Οι ισχυριζόμενοι ότι τρις μόνον επειράχθη ο Κύριος ημών, δεικνύουν ότι αγνοούσι τας Γραφάς», προσθέτει ο άγιος Βερνάρδος. Και παραπέμπει εις το έβδομον κεφάλαιον του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, εις την «προς Εβραίους Επιστολήν», 6, 15· ηδύνατο να παραπέμψη ασφαλέστερον εις την μαρτυρίαν του Λουκά, ότι όταν ο πειρασμός εν τη ερήμω τον αφήκεν, «απέστη απ' αυτού ά χ ρ ι κ α ι ρ ο ύ», τουτέστιν έως ότου παρουσιασθή νέα ευκαιρία καταλληλοτέρα. Εν τούτοις δυνάμεθα να πιστεύωμεν, ότι κατά την θριαμβευτικήν νίκην, κατά τον δεινόν εκείνον αγώνα του τον εν τη ερήμω, πας μεταγενέστερος πειρασμός μέχρι του τελευταίου επεσκίασε τόσον ελαφρώς την αναμάρτητον ψυχήν του, όσον επισκιάζουν τα ασθενή και παροδικά νέφη μίαν εαρινήν ημέραν, κυμαινόμενα ασταθώς εις το κυανούν στερέωμα χωρίς να δύνανται να το κηλιδώσουν. Ο Άγιος Θωμάς παριστάνει τας βαθμίδας της αμαρτίας αποτελουμένας, πρώτον από την σ κ έ ψ ι ν, ύστερον από την φ α ν τ α σ ί α ν, και κατόπιν από την στιγμήν την ατιμωτικήν, ήτις είναι η σ υ γ κ α τ ά θ ε σ ι ς· «και ούτω», προσθέτει, «ο πονηρός εχθρός εισέρχεται βήμα προς βήμα, αλλ' εντελώς, διότι δεν απεκρούσθη εις την πρώτην βαθμίδα». Αλλ' εις την καρδίαν του Χριστού δεν ηδύνατο να εισέλθη βαθμιαίως και να την κατακτήση, διότι από της πρώτης βαθμίδος είχεν αποκρουσθή αποτελεσματικώς.
Η εξάντλησις μακράς νηστείας θα είχεν επιδράσει επί του οργανισμού του Χριστού, εις την περίστασιν ταύτην περισσότερον ή άλλοτε. Έζη με ευγενή σκοπόν, όχι ως απομεμονωμένος ασκητής επιβάλλων εις εαυτόν στερήσεις και αλγηδόνας, αλλ' ως άνθρωπος μεταξύ των ανθρώπων. Επιβάλλει, δε την νηστείαν ως θετικήν υποχρέωσιν, και εις δύο χωρία του Ευαγγελίου την παραδέχεται ως τοιαύτην (Ματθ. 6, 16 — 9, 15). Γενικώς όμως γνωρίζομεν ότι έτρωγε και έπινε, και ότι δεν συνίστα την α π ο χ ή ν αλλά την ε γ κ ρ ά τ ε ι α ν. Μετά την νηστείαν του όθεν την τεσσαρακονθήμερον, όσον και αν υπεστήριζον τας δυνάμεις του οι βαθείς λογισμοί και η υπερφυσική βοήθεια, η πείνα την οποίαν ησθάνθη ήτο μεγάλη. Και τότε ήλθεν ο πειρασμός· υπό ποίον σχήμα, — αν ως πνεύμα σκότους ή ως άγγελος φωτός, αν υπό ανθρωπίνην μορφήν ή ως άυλος υποβολή — δεν γνωρίζομεν ούτε δυνάμεθα να καυχηθώμεν ότι είμεθα εις θέσιν να είπωμεν, αρκούμενοι απλώς εις την αφήγησιν των Ευαγγελίων και, ουχί δογματικώς βεβαιούντες ότι αι εκφράσεις τούτων είναι κατά το μάλλον και ήττον αλληγορικαί. Ο σκοπός ημών είναι να επωφεληθώμεν των βαρυσημάντων ηθικών εκείνων μαθημάτων, τα οποία μόνον μας αφορώσι και άτινα μόνον είναι επιδεκτικά αδιαμφισβητήτου ερμηνείας.
«Ει υιός ει του Θεού, ειπέ τω λίθω τούτω ίνα γένηται άρτος». Ούτως ωμίλησε κατά πρώτον ο πειρασμός. Ο Ιησούς επείνα, και «ο λίθος ούτος» ήσαν βεβαίως αι χαλικώδεις εκείναι πέτραι, αι γνωσταί υπό το όνομα «ιουδαϊκοί λίθοι», μερικαί εκ των οποίων έχουν ακριβώς το σχήμα μικρών άρτων, ενώ άλλαι ομοιάζουσαι με πέπονας παριστάνονται εν τη παραδόσει ως απολιθωμένοι καρποί από τας Πόλεις της Πεδιάδος. Το μαρτύριον της πείνης είναι τόσω μάλλον αλγεινόν, όσον διερεθίζεται από τας επιπροσθέτους βασάνους της φαντασίας. Και αν η ανωτέρω εικασία είναι ορθή, τότε και αυτό το σχήμα και αυτή η θέα των λίθων εκείνων υπεβοήθουν μεγάλως το καταχθόνιον και πονηρόν έργον του πειρασμού.
Ο πρώτος πειρασμός απηυθύνετο εις τας αισθήσεις. Ήτο μία πρόκλησις εις την όρεξιν, — μία παρόρμησις προς ικανοποίησιν της ταπεινής εκείνης φυσικής ανάγκης, ήτις υπάρχει εξ ίσου εις τον άνθρωπον και εις τα ζώα. Αλλ' αντί να γίνη με ένα απότομον ή απροκάλυπτον τρόπον, κολακεύοντα την αίσθησιν, περιεβλήθη ένα λεπτότατον πέπλον πονηρίας. Και ο Ισραήλ ωσαύτως είχε ταπεινωθή αφ' εαυτού και υπέφερεν εκ της πείνης εις την έρημον, και εκεί, εν τη εσχάτη αυτού ανάγκη, ο Θεός τον έθρεψε με μάννα, όπερ ήτο ωσεί τροφή αγγέλων πίπτουσα εξ ουρανού. Διατί και ο Κύριος ημών δεν επεκαλέσθη την εξ ύψους βοήθειαν εν τη ερήμω; Ηδύνατο να το πράξη, αλλά διατί εδίστασε; Αν οι άγγελοι είχον αποκαλύψει εις την λιπόψυχον Άγαρ την πηγήν του Βεέρ-Λαχαί, — αν είχον βοηθήσει τον λιμοκτονούντα Ηλιού και έδειξαν εις αυτόν τροφήν, διατί και αυτός να μη επικαλεσθή την βοήθειαν των αγγέλων, ήτις τόσον προθύμως θα τω εχορηγείτο;
Πόσον δε βάθος κρύπτει η σοφία της απαντήσεως! Αναφερόμενος εις το μάθημα, το οποίον διδάσκει η πτώσις του μάννα, και παραπέμπων εις μίαν εκ των βαθυτέρων εμπνεύσεων της Παλαιάς Διαθήκης, ο Κύριος ημών απήντησε: «Γέγραπται, ότι ουκ επ' άρτω μόνω ζήσεται ο άνθρωπος, αλλ' επί παντί ρήματι Θεού». Και το μάθημα το εγκλειόμενον εις τους λόγους τούτους, — μάθημα το οποίον ενισχύεται διά τόσον μεγάλου παραδείγματος, — είναι ότι δεν πρέπει ν' αφίνωμεν να μας οδηγούν αι ανάγκαι αι ταπειναί της ημετέρας φύσεως· είναι ότι δεν πρέπει να καταχρώμεθα της φύσεως ταύτης προς τον σκοπόν του ν' απολαμβάνωμεν παν αγαθόν· είναι ότι δεν ανήκομεν εις ημάς αυτούς και δεν δυνάμεθα να διαθέσωμεν κατά βούλησιν εκείνο το οποίον φανταζόμεθα ότι μας ανήκει· ότι και εκείνα ακόμη τα πράγματα, άτινα φαίνονται νόμιμα, δεν είναι αποτελεσματικά· ότι ο άνθρωπος έχει αρχάς υψηλοτέρας εν τω βίω του από την συντήρησιν του σώματος, όπως έχει και ύπαρξιν πολύ υψηλοτέραν της υλικής αυτού υπάρξεως. Ο φρονών ότι επ' άρτω μόνω ζώμεν, καθιστά την προμήθειαν του άρτου κύριον σκοπόν της ζωής του, αποφασίζει να προμηθεύηται αυτόν αντί πάσης θυσίας, είναι δυστυχής και εξανίσταται αγρίως, όταν προς στιγμήν στερηθή αυτού· και επειδή δεν ζητεί θειοτέραν τινά τροφήν, αφεύκτως θέλει αποθάνει της πείνης εν τω μέσω αυτού. Αλλ' ο γνωρίζων ότι ο άνθρωπος δεν ζη μόνον επ' άρτω, δεν απόλλυσι τοιουτοτρόπως, μόνον και μόνον διά να ζήση, παν ό,τι καθιστά την ζωήν προσφιλή. Όταν πράττη το καθήκον του, αναθέτει εμπιστευτικώς εις τον Θεόν την μέριμναν του να προμηθεύη αυτώ παν ό,τι είναι αναγκαίον προς συντήρησιν του σώματος, όπερ εκείνος έπλασε· θα ζητήση μετά περισσοτέρας θέρμης τον άρτον εκείνον τον εξ ουρανού, και το ζείδωρον εκείνο ύδωρ εκ του οποίου, όστις πίνει δεν διψά πλέον.
Και ούτω ο πρώτος αυτού πειρασμός ήτο ανάλογος κατά την διατύπωσιν προς τον τελευταίον χλευασμόν, τον απευθυνθέντα κατ' αυτού επί του σταυρού. «Ει υιός ει του Θεού, κατάβηθι από του σταυρού». Επί του σταυρού ο Ιησούς δεν απαντά· απαντά ενταύθα μόνον και μόνον, όπως εκφράση μίαν μεγάλην αρχήν αθάνατον. Δεν λέγει, «Θεού ειμί υιός». Εν τη βαθεία ταπεινοφροσύνη του, εν τη άκρα αυτοθυσία του, δεν έκρινε καλόν να στηριχθή επί της ισότητος αυτού προς τον Θεόν, «Ουχ αρπαγμόν ηγήσατο το είναι ίσω Θεώ», αλλ' ηθέλησε να παραστήση εαυτόν ως ταπεινόν άνθρωπον. Νικά τον πειρασμόν όχι ως Θεός, αλλ' ως άνθρωπος.
Διαφορετικά παριστάνουν την σειράν των πειραγμάτων ο Ματθαίος και ο Λουκάς, καθόσον ο μεν πρώτος φέρει ως δευτέραν την σκηνήν επί του πτερυγίου του Ναού, ο δε δεύτερος το όραμα της βασιλείας του κόσμου. Αμφότεροι σφάλλονται χρονολογικώς· αλλ' από ηθικής απόψεως η διαφορά έχει μεγάλην σημασίαν και είναι διδακτική, διότι οι άνθρωποι, — κατά το λέγειν του Αγίου Θωμά του Ακουινάτου, — μεταπίπτουν ενίοτε από της υπερηφανείας εις τον πόθον και από του πόθου εις την υπερηφάνειαν. Και δυνατόν ο Λουκάς να ωρμήθη εις μίαν τοιαύτην κατάταξιν των διαφόρων πειρασμών εκ της σκέψεως, ότι ο πειρασμός ο απευθυνόμενος εις την ικανοποίησιν της υπερηφανείας και της φιλοδοξίας, ήτο λεπτότερος και συνεπώς ισχυρότερος του πειρασμού της πτώσεως. Αλλ' αι λέξεις «ύπαγε οπίσω μου Σατανά», αι αναφερόμεναι υπ' αμφοτέρων των Ευαγγελιστών, το γεγονός ότι μόνος ο Ματθαίος δίδει ένα ωρισμένον ειρμόν αφηγήσεως («Τότε», «και πάλιν») και ίσως ο λόγος ότι ο αυτός Ευαγγελιστής ως είς εκ των Αποστόλων, ήκουσε πιθανώς τον ίδιον Χριστόν αφηγούμενον την σκηνήν ταύτην, — προσδίδουν μεγαλείτερον βάρος εις την κατάταξιν ην κάμνει. Περιπλέον δυνάμεθα να παρατηρήσωμεν ότι ο πειρασμός ούτος είναι εντελώς αντίθετος του πρώτου. Ο Σατανάς, αποτυχών να παγιδεύση τον Ιησούν εις το αμάρτημα της δυσπιστίας, προσπαθεί να περιτυλίξη αυτόν εις το της αυτοπεποιθήσεως.
Ο Ιησούς ενίκησε τον πρώτον πειρασμόν διά της εκφράσεως απολύτου εμπιστοσύνης εις τον Θεόν. Κατανοήσας όθεν πονηρότατα την ψυχικήν διάθεσιν του Σωτήρος, ο Σατανάς εις τον επόμενον πειρασμόν, προυκάλεσεν αμέσως την απόλυτον ταύτην πεποίθησιν και εζήτησεν όπως εκδηλωθή αύτη όχι εν τη θεραπεία αμέσου τινός ανάγκης, αλλ' εν τη αποτροπή μεγάλου τινός κινδύνου. «Τότε παραλαμβάνει αυτόν ο διάβολος εις την αγίαν πόλιν και ίστησιν αυτόν επί το πτερύγιον του ιερού». Οι Ευαγγελισταί υπονοούσι βεβαίως κάποιον γνωστότατον πτερύγιον του γνωστοτάτου εκείνου κτιρίου· ίσως την στέγην της Β α σ ι λ ι κ ή ς Σ τ ο ά ς, κατά την μεσημβρινήν πλευράν του Ναού, ήτις ήτο εστραμμένη προς την κοιλάδα των Κέδρων, και ωρθούτο εις ύψος τόσον ιλιγγιώδες, ώστε, κατά τον Ιώσηπον, αν ετόλμα τις να κυττάξη κάτω, η κεφαλή του εσκοτίζετο από το αμέτρητον βάθος· ίσως το πρόστοον του Σολομώντος, την Ανατολικήν Στοάν, την οποίαν περιέγραψεν ωσαύτως ο Ιώσηπος, και από την οποίαν κατά την παράδοσιν κατεκρημνίσθη κάτω εις την αυλήν ο Ιάκωβος, ο αδελφός του Κυρίου.