Ο Βίος του Χριστού

Part 41

Chapter 41 1 words Public domain Markdown

Ήτο δε σκηνή θορύβου. Το πολύ του λαού φαίνετο ότι ίστατο σιωπηλώς θεώμενον. Αλλ' ολίγοι τινές εκ του πλήθους, καθώς διήρχοντο παρά τον Σταυρόν — ίσως ένιοι εκ των πολλών ψευδομαρτύρων και των συνωμοτών — ενέπαιζον τον Ιησούν δι' υβριστικών επιφωνημάτων (ουά!) και μανιωδών κραυγών, προκαλούντες Αυτόν να καταβή από του Σταυρού, αφού ηδύνατο να καταλύση τον Ναόν και εις τρεις ημέρας να τον ανοικοδομήση. «Ο καταλύων τον Ναόν, και εν τρισίν ημέραις οικοδομών, σώσον Σεαυτόν· ει Υιός ει του Θεού, κατάβηθι νυν από του Σταυρού». Και οι αρχιερείς και οι γραμματείς και οι πρεσβύτεροι, ολιγώτερον περιδεείς, ολιγώτερον συμπαθείς από το πλήθος, δεν εντρέποντο να καταισχύνωσι την πολιάν αξιοπρέπειάν των προσθέτοντες τα σκώμματά των εις τα των ολίγων εκ του χύδων λαού. Άτεγκτοι, αμάλακτοι, άσπλαγχνοι προς το θέαμα της τοσαύτης αγωνίας και προς την όψιν των οφθαλμών οίτινες ήρχισαν ν' αμαυρώνται εις θάνατον, συνέχαιρον αλλήλους παρ' αυτόν τον Σταυρόν Του, γαυριώντες και υβρίζοντες — «Άλλους έσωσεν, Εαυτόν ου δύναται σώσαι. Ο Χριστός, ο Βασιλεύς του Ισραήλ καταβάτω νυν από του Σταυρού, ίνα ίδωμεν και πιστεύσωμεν Αυτώ». Ουδέν άπορον τότε, αν οι αμαθείς στρατιώται εμιμήθησαν το παράδειγμα των αναιδεστάτων αρχιερέων· ουδέν θαύμα αν κατά το γεύμα των ενέπαιξαν τον θνήσκοντα, τείνοντες, την κύλικα του όξους ή του οξινού οίνου προς τα καίοντα χείλη του Εσταυρωμένου, και απηχούντες τους ιουδαϊκούς χλευσμούς εναντίον της αδυναμίας του Βασιλέως, του θρόνον έχοντος τον Σταυρόν και διάδημα τας ακάνθας. Αλλά και οι κακούργοι οίτινες είχον σταυρωθή μετ' Αυτού, σύντροφοι ίσως του απολυθέντος Βαραββά, ειθισμένοι ν' αναγνωρίζωσιν ως Μεσσίαν τον Μεσσίαν του ξίφους, μετά μομφής τον επροκάλουν, αν αι αξιώσεις Του ήσαν αληθείς, να σώση Εαυτόν και αυτούς. Ούτω όλαι αι φωναί πέριξ του ήχουν εν οργή και βλασφημία, και εν τη μακρά εκείνη βραδεία αγωνία το θνήσκον Ους Του ουδαμόθεν ήκουε φωνήν ευγνωμοσύνης ή ελέους ή αγάπης. Χαμέρπεια, κιβδηλεία, αγριότης, μωρία, τοιαύτα ήταν τα χαρακτηριστικά του κόσμου όστις έλαβε γνώριμον μέρος εις το καταπληκτικόν εκείνο δράμα ενώπιον της τελευταίας αυτοσυνειδησίας του Σωτήρος· τοιούτον το βορβορώδες και πανάθλιον ρεύμα το οποίον έρρευσε πέριξ του Σταυρού ενώπιον των θνησκόντων οφθαλμών Του.

Αλλ' εν μέσω του χορού τούτου της ατιμίας ο Ιησούς δεν ωμίλει. Αι αλγηδόνες της σταυρώσεως δεν συνέχεον την διάνοιαν ουδέ παρέλυον την δύναμιν του ομιλείν. Αναγινώσκομεν εις τους αρχαίους ιστορικούς περί σταυρωθέντων οίτινες επί ώρας ωμίλουν από του Σταυρού, και άλλοι μεν ικέτευον, άλλοι δε ύβριζον και εβλασφήμουν, καί τινες ηγόρευον πολιτικώς από του σταυρού των. Αλλ' ο Ιησούς δεν ωμίλησεν ειμή προς ευλογίαν και εγκαρδίωσιν και προς ελπίδα. Όσον απέβλεπε την μοχθηρίαν των αρχιερέων και πρεσβυτέρων, καί τινων εκ του λαού, και των στρατιωτών, και των ταλαιπώρων εκείνων ληστών των συσταυρωθέντων Αυτώ, όπως εν τη δίκη, ούτω και επί του Σταυρού, ετήρησεν αδιάρρηκτον την βασιλικήν σιωπήν Του.

Αλλ' η σιωπή εκείνη, συνδυαζομένη προς το παθητικόν μεγαλείον Του και προς την θεϊκήν αγιότητα και αθωότητα την ακτινοβολούσαν απ' Αυτού, ως στεφάνου δόξης, ήτο ευγλωττοτέρα παντός λόγου. Πρώτον δε πάντων επέδρασεν επί του ενός των σταυρωθέντων ληστών. Κατ' αρχάς ο «ευγνώμων ληστής» φαίνεται ότι συμμετέσχεν ασθενώς των μέμψεων των εκφερομένων υπό του συντρόφου του. Αλλ' όταν αι μέμψεις εκείναι εδεινώθησαν μέχρι βλασφημίας, τότε αυτός εξέφερε την ενδόμυχον σκέψιν του. Είνε πιθανόν ότι είχε συναντήσει τον Ιησούν πρότερον και είχεν ακούσει Αυτού, και ίσως υπήρξεν εις των χιλιάδων εκείνων οίτινες είχον παραστή εις τα θαύματά Του. Αρχαία παράδοσις αποδίδει εις αυτόν το όνομα Δυσμάς, και λέγει ότι ούτος είχε σώσει την ζωήν της Παρθένου και του Βρέφους Της κατά την εις Αίγυπτον φυγήν. Αλλ' εις τας κοιλάδας της Γεννησαρέτ, ίσως από του άντρου ληστού τινος εις αγρίας φάραγγας της Κοιλάδος των Περιστερών, δυνατόν να είχε πλησιάσει εις την Παρουσίαν του Κυρίου, δυνατόν να υπήρξεν είς εκ των τελωνών εκείνων και αμαρτωλών οίτινες προσήχοντο διά να Τον ακούωσι. Και οι λόγοι του Ιησού είχον εύρη χώρόν τινα εις το αγαθόν έδαφος της καρδίας του· δεν είχον πέσει όλοι επί πετρώδους γης. Και κατά την ώραν ταύτην της αισχύνης και του θανάτου, όταν ελάμβανε τ' αντίποινα των κακών του πράξεων, η πίστις εθριάμβευσε. Υπό τας διαβολικάς κραυγάς, αίτινες είχον εκραγή περί τον Σταυρόν του Ιησού, βαθεία τις υποψία ελάνθανε. Μέγα μέρος τούτων φαίνεται να επήγασεν εξ αμφιβολίας και φόβου. Και εις τας μεγαλαύχους ύβρεις των ιερέων βλέπομεν υπόκωφον τον φόβον. Υποθέσατε ότι και τώρα επιβάλλον τι θαύμα ηδύνατο να συμβή; Υποθέσατε ότι και τώρα η μαρτυρική μορφή ηδύνατο να μεταβληθή διά μιας εις λαμπρότητα Μεσσίου, και ο Βασιλεύς, όστις εφαίνετο να είνε εν πληγή, και εν κακώσει και ταλαιπωρία θανάτου, θα εκάλει αίφνης μεγάλη τη φωνή τας λεγεώνας των αγγέλων Του, και αναπηδών από του Σταυρού Του εις τας συστρεφομένας νεφέλας του ουρανού, θα ήρχετο εν πυρί φλέγοντι να πατάξη τους εχθρούς Του; Και ο αήρ εφαίνετο να είνε πλήρης σημείων. Ζόφος συναγομένου σκότους υπήρχεν εις το στερέωμα, σεισμός και τρόμος εις την έμπεδον χθόνα, επιφοιτώσα παρουσία φοβερών σημείων εμποιούντων ρίγος εις την καρδίαν. Ο θνήσκων ληστής συνείδε παραχρήμα ότι η ήττα εφαίνετο μεγαλειτέρα πάσης νίκης, και η ασθένεια επιβλητικοτέρα πάσης ισχύος. Καθώς προσέβλεπεν, η πίστις εις την καρδίαν του επί μάλλον και μάλλον έλαμπεν εις πλήρη φωτισμόν γνώσεως. Και ήρχισε να επιπλήττη τον βλάσφημον σύντροφόν του. «Ουδέ φοβή συ τον Θεόν, ότι εν τω αυτώ κρίματι ει; Και ημείς μεν δικαίως, άξια γαρ ων επράξαμεν απολαμβάνομεν· ούτος δε ουδέν άτοπον έπραξε». Και στρέψας την κεφαλήν του προς τον Ιησούν, έκραξε, Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία Σου». Τότε Εκείνος όστις, ως αμνός άμωμος, δεν ήνοιγε το στόμα Αυτού προς τας ύβραις και τας λοιδορίας, ωμίλησε πάραυτα, υπερθεματίζων διά της αποκρίσεώς Του την ταπεινήν εκείνην δέησιν &«Αμήν, λέγω σοι, σήμερον μετ' εμού έση εν τω παραδείσω».&

Ο είς των ληστών, λέγει ο ιερός Αυγουστίνος, εβλασφήμει τον Χριστόν! Ο έτερος, εξομολογηθείς τας αμαρτίας του, παρέδωκεν εαυτόν εις το έλεος του Χριστού. Ο Σταυρός του Χριστού δεν ήτο τιμωρία, αλλά θρόνος κρίσεως· από του Σταυρού Του κατεδίκασε τον υβρίζοντα, ηλευθέρωσε τον πιστεύοντα. Φοββού, ο υβρίζων! Χαίρε, ο πιστεύων! Εκείνο όπερ έπραξεν εν τη ταπεινώσει Του, θα πράξη εν τη δόξη Του!

Καίτοι ουδείς ωμίλει ίνα παρηγορήσει τον Ιησούν, καίτοι βαθεία λύπη και τρόμος και κατάπληξις τους ετήρει αφώνους, όμως υπήρχον καρδίαι μεταξύ του πλήθους πάλλουσαι εν συμπαθεία προς τον φοβερόν Πάσχοντα. Μακρόθεν ίσταντο γυναίκές τινες θεωρούσαι, και ίσως εν τη φοβερά ώρα, περιμένουσαι την άμεσον απελευθέρωσίν Του. Πολλαί τούτων ήσαν γυναίκες διακονήσασαι Αυτώ εν τη Γαλιλαία, και ελθούσαι εκείθεν εν τη μεγάλη συνοδία των Γαλιλαίων προσκυνητών. Επιφανέστεραι μεταξύ των καταπλήκτων και πενθουσών τούτων γυναικών ήσαν τέσσαρες· η Παρθένος Μαρία η Μήτηρ Του, Μαρία η Μαγδαληνή, Μαρία η του Κλωπά, μήτηρ του Ιακώβου και του Ιωσή, και Σαλώμη, η σύμβιος του Ζεβεδαίου. Τινές τούτων, καθώς αι ώραι προέβαινον, ήρχοντο εγγύτερον προς τον Σταυρόν, και τέλος το θολούμενον όμμα του Σωτήρος έπεσεν επί της ιδίας Μητρός Του, καθώς εκείνη με την ρομφαίαν σπαράσσουσαν την καρδίαν της ίστατο με του Μαθητού ον Εκείνος ηγάπα. Τρυφερώς και θλιβερώς ανελογίσθη το μέλλον το οποίον την περιέμενε κατά την βραχείαν επί της γης ζωήν της, μέλλουσαν να ταραχθή εκ των δοκιμασιών και των διωγμών των κατά της γεννώμενης και στρατευομένης πίστεως. Εκείνος εκ των Αποστόλων ον μάλιστα ηγάπα, ο πλησιέστατος προς Αυτόν τη καρδία και τη ζωή, εφαίνετο ο προσφορώτατος όπως λάβη την φροντίδα εκείνης της Μητρός. Εις τον Ιωάννην άρα ον υπέρ πάντας τους οικείους Του και τους μαθητάς του ηγάπα, εις τον Ιωάννην αφήκεν αυτήν ως κληρονομίαν και παρακαταθήκην ιεράν. «Γ ύ ν α ι, είπε προς αυτήν με ολίγας λέξεις, αλλά λέξεις αποπνεούσας την βαθυτάτην τρυφερότητα, λέξεις προς ας εκατοντάδες μυριάδων καρδιών εις γενεάς και γενεάς γενεών ερρίγησαν και ριγούσιν, εδάκρυσαν και δακρύουσι — «&Γύναι, ιδού ο υιός σου&». Και είτα λέγει προς τον Ιωάννην, «&Ιδού η μήτηρ σου&». Δεν ηδύνατο να κάμη χειρονομίαν με τας διατρήτους και καθηλωμένας χείρας Του, αλλ' ηδύνατο να νεύση διά της δεσποτικής και θείας κεφαλής Του. Εκείνοι ήκουσαν εν αφώνω συγκινήσει, αλλ' απ' εκείνης της ώρας, οδηγήσας αυτήν μακράν θεάματος το οποίον κατεβασάνιζε την ψυχήν της με τρομεράν αγωνίαν, «έλαβεν αυτήν εις τα ίδια», ήτοι την προσέλαβεν εις την ιδίαν οικίαν Του.

Ήτο ήδη μεσημβρία, και σκότος ασύνηθες, σκότος το οποίον μαρτυρούσι και αρχαίοι εθνικοί συγγραφείς, επέπεσεν επί την γην. Τούτο δε ενέπλησε τρόμου τα πνεύματα όλων των ιδόντων. Οι χλευασμοί και οι μυκτηρισμοί των Ιουδαίων ιερέων και των εθνικών στρατιωτών είχον περιορισθή εις το πρώτον μέρος της Σταυρώσεως. Τα τελευταία στάδιά της φαίνονται να επροξένησαν ρίγος τρόμου και φρίκης εις τους ενόχους και τους αθώους. Περί των συμβεβηκότων των τελευταίων εκείνων ωρών ουδέν λέγουσιν ημίν οι Ευαγγελισταί, και η φοβερά εκείνη επισκότισις του μεσημβρινού ηλίου πρέπει να κατετρόμαξε πάσαν καρδίαν ης αδράνειαν, περί ης ουδέν υπήρχε το οποίον ν' αναφέρωσιν. Ό,τι υπέφερε τότε δι' ημάς Εκείνος όστις «ετραυματίσθη διά τας αμαρτίας ημών, και μεμωλώπισται διά τας ανομίας ημών», ό,τι υπέμεινε δι' ημάς τους ανθρώπους και διά την σωτηρίαν την ημετέραν, δεν δυνάμεθα να γνωρίζωμεν, διότι κατά τας ώρας εκείνας εν σιωπή εκρέματο επί του Σταυρού Του. Αλλά περί το τέλος, όταν η αγωνία Του εκορυφώθη, και, κενωθείς μέχρι των εσχάτων της δόξης εκείνης, την οποίαν είχε προ καταβολής κόσμου, πιών μέχρι βαθυτάτης τρυγός την κύλακα της ταπεινώσεως και της πικρίας, υπομείνας, όχι μόνον δούλου μορφήν ν' αναλάβη, αλλά να υποφέρη την εσχάτην ατιμίαν την οποίαν η έχθρα του όφεως ηδύνατο να επιβάλη εις την εσχάτην αδυναμίαν, εξέφερε την μυστηριώδη εκείνην κραυγήν, ης η πλήρης σημασία ουδέποτε θα κατανοηθή υπ' ανθρώπου.

&«Ηλί, Ηλί, λαμά σαβαχθανί;»& («Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τι Με εγκατέλιπες;»)

Εις τας λέξεις ταύτας, αναφέρων εκ του 21ου ψαλμού όστις είνε όλος προφητεία περί του Πάθους Του («Ο Θεός, ο Θεός μου, πρόσχες μοι, ινατί εγκατέλιπές με», κτλ.) εδανείσθη εκ της αγωνίας του Δαυίδ, ήτις ήτο όλη εικών και προτύπωσις της μεγάλης Αγωνίας της ιδικής Του. Κατά την ώραν εκείνην ήτο μόνος. Κατεδύετο από βάθους εις βάθος ανεξερευνήτου δεινοπαθείας, μέχρις ου, εις την εγγύς προσπέλασιν του θανάτου όστις επειδή ήτο Θεός, και όμως είχε γείνη άνθρωπος ήτο φοβερώτερος προς Αυτόν! ότι ηδύνατο να είνε εις πάντα υιόν ανθρώπου, εφάνη ως εάν η θεία ανθρωπότης Του δεν θα ηδύνατο πλέον να υποφέρη.

Αναμφιβόλως η φωνή του Πάσχοντος, καίτοι μεγαλοφώνως εξενεχθείσα εν τω παραξυσμώ εκείνω της συγκινήσεως όστις παρ' άλλω θα ήτο απόγνωσις, αβεβαιοτέρα και δυσδιακριτωτέρα καθίστατο εκ της εκλύσεως και αδυναμίας εν ή εκρέματο επί του ξύλου· και ούτω μεταξύ του σκότους και του συγκεχυμένου θορύβου, και των υποκώφων βημάτων του κινουμένου πλήθους, υπήρξάν τινες οίτινες δεν ήκουσαν τι έλεγεν. Αντελήφθησαν μόνον την πρώτην συλλαβήν, και έλεγον προς αλλήλους ότι είχεν επικαλεσθή το όνομα του Ηλία. Η ετοιμότης μεθ' ης προσέλαβον την σφαλεράν ταύτην εντύπωσιν είνε άλλο τεκμήριον της εξάψεως και του τρόμου του ακουσίου φόβου απροόπτου τινός και τρομερού, εις ον είχον μεταπέσει από της προτέρας αγρίας ιταμότητός των. Διότι ο Ηλίας, ο μέγας προφήτης της Παλαιάς Διαθήκης, ήτο αχωρίστως αναμεμιγμένος με όλας τας Ιουδαϊκάς προσδοκίας περί Μεσσίου, και αι προσδοκίαι εκείναι ήσαν πλήρεις οργής. Η έλευσις του Ηλία θα ήτο έλευσις ημέρας πυρός, εν ή ο ήλιος θα μετεστρέφετο εις σκότος και η σελήνη εις αίμα, και αι δυνάμεις των ουρανών θα εσείοντο. Ήδη ο ήλιος της μεσημβρίας είχε συσκοτασθή εις ασυνήθη έκλειψιν· δεν ήτο δυνατόν φοβερόν τι σημείον, να σχίση τους ουρανούς και να κατέλθη, να επιψαύση τα όρη και να καπνισθώσι;

Πλην τώρα το τέλος ραγδαίον επέκειτο, και ο Ιησούς, κρεμάμενος επί ώρας επί του Σταυρού, υπέφερε από την βάσανον εκείνην της δίψης, ήτις είνε η δυσανεκτοτάτη πασών διά την ανθρωπίνην φύσιν. Ευτυχώς διά την ανθρωπότητα ο Ιησούς ουδέποτε εκύρωσε την αφύσικον επιτήδευσιν της στωικής απαθείας. Και ούτω εξέφερε την μόνην λέξιν σωματικής κακοπαθείας ήτις απεσπάσθη απ' Αυτού δι' όλων των ωρών καθ’ ας υπέφερε τας ακράτητας του άλγους και των βασάνων. Έκραξε μεγαλοφώνως, &«Διψώ.»& Εκεί πλησίον έκειτο αγγείον πλήρες όξους, ή π ό σ κ α ς (οξινού οίνου) οποίον ήτο το σύνηθες ποτόν των ρωμαίων στρατιωτών. Είς λοιπόν εξ αυτών γεμίσας σπόγγον όξους, και περιθεύς καλάμω, επότιζεν Αυτόν! Και η απλή αύτη πράξις της συμπαθείας, την οποίαν ο Ιησούς δεν απέρριψε, προυκάλεσεν έκφρασιν νευρικής εξάψεως εκ μέρους τινών από του πλήθους. «Άφες ίδωμεν (είπον ούτοι) ει έρχεται Ηλίας σώσων Αυτόν.» Αλλ' ο Ηλίας δεν ήλθεν, ούτε ανθρώπινος παρήγορος, ούτε άγγελος ελευθερωτής. Ήτο το θέλημα του Θεού, ήτο το θέλημα του Υιού του Θεού όπως «τελειωθή διά παθημάτων,» όπως, εις αιώνιον παράδειγμα όλων των τέκνων Του, εφ' όσον θα διαρκέση ο κόσμος, «υπομείνη εις τέλος».

Και τώρα το τέλος είχεν έλθη. Και πάλιν διά των λόγων του ηδυλάλου ψαλμωδού του Ισραήλ αλλά προσθείς τον τίτλον εκείνον της πιστής αγάπης όστις, δι' Αυτού και μόνου, επετράπη εις όλην την ανθρωπότητα, &«Πάτερ,»& είπεν, &«εις χείρας Σου παραθήσομαι το πνεύμα Μου.»& Είτε, μετά μείζονος αγώνος, εξεφώνησε την μίαν νικητήριον λέξιν, &«Τετέλεσται!»& Και ως είπεν, έκλινε την κεφαλήν επί του στήθους, και παρέδωκε την ψυχήν Του «λύτρον αντί πολλών», εκούσιον θυσίαν εις τον Ουράνιον Πατέρα Του. Είνε άξιον σημειώσεως ότι πάντες οι Ευαγγελισταί, περιγράφοντες τον θάνατον του Χριστού, δεν μεταχειρίζονται το ρήμα α π έ θ α ν ε ν, αλλ' ο μεν Ματθαίος λέγει, α φ ή κ ε τ ο π ν ε ύ μ α, ο δε Μάρκος και ο Λουκάς, ε ξ έ π ν ε υ σ ε, και ο Ιωάννης π α ρ έ δ ω κ ε τ ο π ν ε ύ μ α· ως θέλοντες να νοήσωσι μετά του Αγίου Αυγουστίνου ότι παρέδωκε την ζωήν Του, επειδή ηθέλησεν, ότε ηθέλησε, και όπως ηθέλησε».

Κατ' εκείνην την στιγμήν, το καταπέτασμα του Ναού εσχίσθη εις δύο από άνωθεν έως κάτω. Σεισμός εκλόνησε την γην και διέρρηξε τους βράχους, και ήνοιξε τα μνημεία των νεκρών. Η κατάβασις δε του Χριστού εις τον Άδην «μετά ψυχής ως Θεού» ήγειρε τους νεκρούς τους απ' αιώνος, και μετά την έγερσιν Αυτού «εισήλθον εις την Αγίαν Πόλιν και ενεφανίσθησαν πολλοίς». Εκ των φοβερών τούτων σημείων κατεπλάγη και αυτή η σκληρά αδιαφορία των ρωμαίων στρατιωτών. Ο εκατόνταρχος και οι μετ' αυτού, οι τηρούντες τον Ιησούν, ιδόντες τον σεισμόν και τα γενόμενα, εφοβήθησαν σφόδρα λέγοντες, «Αληθώς Θεού Υιός ην ούτος!» Και οι όχλοι οι παρευριθέντες, επιστρέφοντες εις την πόλιν, έτυπτον αυτών τα στήθη και έκλαιον.

Αληθώς η σκηνή εκείνη ήτο πολύ φοβερωτέρα ή όσον εκείνοι, και ημείς ακόμη, δυνάμεθα να γνωρίσωμεν. Ο θύραθεν ιστορικός, όσον δύσπιστος και αν είνε, δεν δύναται να μη ίδη εν τούτω το κεντρικόν σημείον της ιστορίας του κόσμου. Είτε πιστεύει εις Χριστόν είτε όχι, δεν δύναται ν' αρνηθή ότι η καινή αύτη θρησκεία ηυξήθη από του σμικροτάτου σπέρματος εις μέγα δένδρον, ώστε τα πετεινά του ουρανού να κατασκηνώσιν εν τοις κλάδοις αυτού· ότι ήτο ο λίθος ο άνευ χειρών τμηθείς όστις κατεκερμάτισε το κολοσσιαίον είδωλον της εθνικής δαιμονολατρίας, και εμεγαλύνθη εις τεράστιον όρος και επλήρωσε την γην. Και διά τον άπιστον και διά τον πιστεύοντα, η Σταύρωσις είνε το μεθόριον συμβεβηκός μεταξύ των αρχαίων και των νέων ημερών. Ηθικώς άμα και φυσικώς, όσον και πνευματικώς η πίστις του Χριστού ήτο η Παλλιγγενεσία του κόσμου. Η πάλη υπήρξε μακρά και κοπιώδης, αλλ' από της ώρας καθ' ην ο Χριστός απέθανεν ήρχισεν ο επιθανάτιος κώδων κατά πάσης παθητικής τυραννίας και πάσης ανασχετής βδελυγμίας. Από της ώρας εκείνης η Αγιότης κατέστη το παγκόσμιον ιδεώδες πάντων όσοι ονομάζουσι το όνομα του Χριστού ως Κυρίου των, και η επίτευξις του ιδεώδους εκείνου η κοινή κληρονομιά των ψυχών εν αις παραμένει το Πνεύμα Του.

Τα αποτελέσματα άρα του έργου του Χριστού είνε και διά τον άπιστον ιστορικά και αναμφήριστα. Κατήργησε την ωμότητα, εδάμασε τα πάθη, εστιγμάτισε την αυτοχειρίαν, εκόλασε την παιδοκτονίαν, απήλασε τας επαισχύντους ακαθαρσίας της ειδωλολατρίας εις το εξώτερον σκότος. Δεν υπήρξε τάξις κοινωνική της οποίας τας κακίας να μη διώρθωσεν. Απήλλαξε τον θηριομάχον, ηλευθέρωσε τον δούλον, επροστάτευσε τον αιχμάλωτον, ενοσήλευσε τον ασθενή, εστέγασε το ορφανόν· ανύψωσε την γυναίκα, περιέβαλε με ακτίνας στεφάνου την αθώαν ηλικίαν του παιδίου.

Κατά τον φιλόσοφον Σενέκαν, η ευσπλαγχνία είνε ελάττωμα της ψυχής, και η πτωχεία είνε το μεγαλείτερον όνειδος. Κατά τον Χριστόν, η ελεημοσύνη είνε αρετή, και η πτωχεία είνε μακαριότης. Εξηυγένισε την εργασίαν από χυδαιότητος εις αξιοπρέπειαν και εις καθήκον. Ηγίασε τον νόμον από εμπορίας και από δουλείας εις ευλογημένην ένωσιν. Απεκάλυψε την αγγελικήν καλλονήν της καθαρότητος και της πραότατος. Κατέστησε την αγάπην καθολικήν και υποχρεωτικήν αρετήν. Εξήγνισε την ζωήν και εξήρε την ψυχήν παντός ανθρώπου. Έκτισε καρδίας τόσον καθαράς, και βίους τόσον ειρηνικούς, και εστίας τόσον γλυκείας, ώστε οι άγγελοι οίτινες εκήρυξαν την έλευσιν του Σωτήρος, φαίνεται ότι εψιθύρισαν προς τους υιούς των ανθρώπων: «Έσεσθε ως πτέρυγες της περιστέρας αι περιηργυρωμέναι, και τα μετάφρενα αυτής χρυσαυγίζοντα».

Άλλοι, εάν θέλωσι και δύνανται, ας μη βλέπωσιν εις το τοιούτον έργον την θείαν Πρόνοιαν. Ημείς δεν τους καταδειώκομεν, δεν τους καταγγέλλομεν, δεν τους κρίνομεν· αλλά λέγομεν ότι η μαρτυρία της ιστορίας περί του Χριστού είνε μαρτυρία ήτις εδόθη εν ακαταμαχήτω πειστικότητι και εις ουδένα άλλον εδόθη τοιαύτη ειμή εις Αυτόν.

Εις δε τον πιστεύοντα, η ζωή και ο θάνατος του Ιησού Χριστού είνε τι πολύ βαθύτερον ακόμη· δι' αυτόν είνε ανάστασις εκ νεκρών. Ούτος Βλέπει εν τω Σταυρώ του Χριστού κάτι υπέρτερον της ιστορικής σημασίας. Βλέπει εν Αυτώ το πλήρωμα πάσης προφητείας ως και το κεφάλαιον όλης της ιστορίας· βλέπει την εξήγησιν του μυστηρίου της γεννήσεως και την κατάκτησιν επί του μυστηρίου του τάφου. Εν τη Ζωή εκείνη ευρίσκει τέλειον παράδειγμα· εν τω θανάτω εκείνω, άπειρον λύτρωσιν. Καθώς θεωρεί την Σάρκωσιν και την Σταύρωσιν, δεν αισθάνεται πλέον ότι ο Θεός απέχει μακράν, αλλ' ανακράζει εν πίστει και ελπίδι και αγάπη, «Υμείς ναός εστι του Θεού του Ζώντος· ως είπεν ο Θεός, Κατοικήσω εν αυτοίς και εμπεριπατήσω εν αυτοίς».

Ο ήλιος έκλινε προς την δύσιν, καθώς το σκότος ήρχισε να διασκεδάζηται από της συντελεσθείσης θυσίας. Εκείνοι οίτινες δεν ενόμισαν μολυσμόν το ν' αρχίσωσι την εορτήν των διά της σφαγής του Μεσσίου των, μεγάλως ανησύχησαν μήπως η αγιότης της επιούσης, ήτις ήρχιζεν από της δύσεως του ηλίου, εκτεθή εις κίνδυνον διά των σωμάτων κρεμαμένων επί του σταυρού. Παρεκάλεσαν τον Πιλάτον ίνα συντριβώσιν αυτών τα σκέλη, και αρθώσι τα σώματα. Η θραύσις αύτη των μελών συνίστατο εις την τύψιν των σκελών διά βαρείας σφύρας, όπερ μεγάλως επετάχυνε τον θάνατον. Τότε οι στρατιώται κατέαξαν τα σκέλη των δύο κακούργων πρώτον, και είτα, ελθόντες προς τον Ιησούν, εύρον ότι η μεγάλη κραυγή υπήρξεν η τελευταία Του, και ότι είχεν αποθάνη ήδη. «Ου κατέαξαν Αυτού τα σκέλη». Και ούτω επληρώθη η Γραφή, η περί του πασχαλίου εκείνου αμνού, όστις ήτο μόνον τύπος και προεικόνισμα του Αμνού του Θεού του αίροντος την αμαρτίαν του κόσμου, ότι — «Οστούν ου συντριβήσεται αυτού». Είνε δε καταπληκτική περίστασις ότι ο αμνός ο πασχάλιος παρά τοις Εβραίοις εσταυρούντο πράγματι επί δύο οβελών, ορθού και εγκαρσίου. Αλλ' είς των στρατιωτών, διά να βεβαιωθή περί του θανάτου, διά της λόγχης εκέντησε την πλευρά του Νεκρού, και «ευθέως,» λέγει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, «εξήλθεν αίμα και ύδωρ.» Ο Ηγαπημένος μαθητής προσθέτει, «Και ο εωρακώς μεμαρτύρηκε, και αληθινή εστιν η μαρτυρία αυτού». Και ως επείσθησαν τότε οι στρατιώται, ούτω πρέπει να πεισθώσι πάντες, ότι, Εκείνος όστις τη τρίτη ημέρα έμελλε ν' αναστή εκ νεκρών, πράγματι εσταυρώθη, απέθανε και ετάφη, και η ψυχή του μετέβη εις τον κόσμον τον αόρατον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΒ'. Η Ανάστασις του Κυρίου

Ιωσήφ ο από Αριμαθείας. — Ο Νικόδημος. — Ο Κήπος και το Μνημείον. — Αι Μυροφόροι γυναίκες. — Η σφράγισις του Τάφου και η Κουστωδία — «Τη Μια των Σαββάτων, όρθρου βαθέος.» — Αι Μυροφόροι παρά τον Τάφον — Ο Τάφος κενός. — Πέτρος και Ιωάννης. — Πρώτη εμφάνισις εις Μαρίαν την Μαγδαληνήν. — Εμφάνισις εις τας Γυναίκας. — Ο μύθος των Ιουδαίων. — Εμφάνισις εις τον Πέτρον. — Εις Εμμαούς. — Εις τους Αποστόλους συνηγμένους. — Η ψιλάφησις του Θωμά — Παρά την θάλασσαν της Γαλιλαίας. — «Σίμων Ιωνά, φιλείς με;» — Ποίμαινε τα πρόβατά μου.» — «Ούτος δε τι;» — Η Ανάληψις του Χριστού. — «Εκ δεξιών του Πατρός».

Καθ' ην στιγμήν ο Χριστός απέθνησκε, τίποτε δεν ηδύνατο να φανή ασθενέστερον, οικτρότερον, καταδικασμένον εις όνειδος και απώλειαν ή η Εκκλησία την οποίαν είχεν ιδρύσει. Είχεν αύτη δράκα ασθενών οπαδών, εκ των οποίων ο τολμηρότερος είχεν αρνηθή τον Κύριόν του μετά βλασφημίας, και ο πλέον αφωσιωμένος Τον είχεν εγκαταλίπει και είχε φύγει. Ήσαν πτωχοί, ήσαν αμαθείς, απέλπιδες. Δεν είχον ούτε Συναγωγήν ούτε ρομφαίαν. Εάν ωμίλουν την ιδίαν γλώσσαν των, αύτη τους επρόδιδε διά της ιδιωματικής διαλέκτου· εάν ωμίλουν την διαδεδομένην ελληνικήν, εφαίνετο εις το στόμα των ως χυδαϊκή παρεφθαρμένη. Τόσον ασθενείς ήσαν και άσημοι, ώστε μεγάλη τόλμη θα ήτο να προείπη τις δι' αυτούς το πολύ Γαλιλαϊκήν τινα παρασυναγωγήν. Πως συνέβη ώστε οι αμβλείς ούτοι και αμαθείς άνθρωποι, με τον ξύλινον Σταυρόν των, κατεθριάμβευσαν των θανασίμων γοητειών σαρκικής μυθολογίας, κατέκτησαν Βασιλείς και στρατούς, και υπέταξαν τον κόσμον;

Τι ήτο το ποιήσαν την δύναμιν να εξέλθη τελέα εκ της εξουθενωμένης αδυμίας; Μία υπάρχει και μόνον μία δυνατή απάντησις, η Ανάστασις εκ νεκρών. Όλη αύτη η μεγάλη επανάστασις ωφείλετο εις την δύναμιν της του Χριστού αναστάσεως.

Ο ήλιος κατήρχετο ήδη εις την δύσιν, και η ημέρα του Σαββάτου επέκειτο. «Ην δε μεγάλη η ημέρα εκείνη του Σαββάτου», Σάββατον συνάμα και Πάσχα. Οι Ιουδαίοι είχον λάβη πάσαν προφύλαξιν όπως προλάβωσι την βεβήλωσιν ημέρας τόσον ιεράς, κ' εφρόντισαν ευθύς μετά τον θάνατον περί της αποκαθηλώσεως των θυμάτων. Διά το σώμα του Ιησού είχε παρουσιασθή άνθρωπος όπως λάβη άδειαν παρά του Πιλάτου να το θάψη.

Ούτος ήτο Ιωσήφ ο από Αριμαθείας πλούσιος και αμέμπτου βίου ανήρ και μέλος του Συνεδρίου (ευσχήμων Βουλευτής). Καίτοι εκ δειλίας ή εξ αδυναμίας δεν είχε κηρύξει αναφανδόν μέχρι τούδε την πίστιν εις τον Ιησούν, αλλ' όμως δεν μετέσχε της ψήφου του Συνεδρίου ούτε συνήνεσε εις την πράξιν των. Και η λύπη και η αγανάκτησις ενέπνευσαν αυτώ θάρρος. Αφού ήτο πολύ αργά να εκδηλώση την συμπάθειάν του εις τον Ιησούν ως ζώντα Προφήτην, θα έδιδε τουλάχιστον σημείον της αφοσιώσεώς του προς Αυτόν ως Μάρτυρα και θύμα ανόμου συνωμοσίας. Ούτος προσήλθεν εις τον Πιλάτον κατ' αυτήν την εσπέραν της Παρασκευής, και παρεκάλεσεν ίνα δοθή αυτώ το νεκρόν σώμα. Καίτοι οι Ρωμαίοι άφινον τους εσταυρωμένους δούλους των εις βοράν κοράκων και κυνών, ο Πιλάτος δεν εδυσκολεύθη να κυρώση φιλανθρωπότερον και ευσεβέστερον ιουδαϊκόν έθιμον, το οποίον απήτει αείποτε την ταφήν των νεκρών. Ο δε Πιλάτος ηπόρησεν αν ήδη απέθανε, και έστειλε να ερωτήση τον εκατόνταρχον, πληροφορηθείς δε, διέταξε να δοθή το σώμα. Χωρίς να χάση στιγμήν, επειδή το Σάββατον επέκειτο, ο Ιωσήφ ηγόρασε καθαράν σινδόνα, και αποκαθήλωσε το σώμα από του Σταυρού. Εν τω μεταξύ το παράδειγμά του προσείλκυσε και τον άδολον αλλά δειλόν Νικόδημον, του οποίου η καρδία ενεπλήσθη συμπαθείας και τύψεως, και έτρεξε προς τον Σταυρόν Εκείνου με προσφοράν μεγαλοδωρίας βασιλικής. Χάρις εις την έλλαμψιν ταύτην της λύπης και συμπαθείας εις τας καρδίας των δύο τούτων ευγενών και πλουσίων μαθητών, Εκείνος όστις εθανατώθη ως κακούργος ετάφη ως βασιλεύς. Η καθαρά σινδών, την οποίαν ο Ιωσήφ είχεν αγοράσει, ερραντίσθη πλουσίως διά της εκατονταλίτρου σμύρνης και αλόης, την οποίαν είχε φέρη ο Νικόδημος, και το μεμωλωπισμένον και τετραυματισμένον σώμα, του οποίου το θεϊκώς ανθρώπινον πνεύμα ευρίσκετο νυν εν τη αναπαύσει του Σαββάτου, εν τω Παραδείσω του Θεού, εκομίσθη ούτω εις τον αγαπητόν και ειρηνικόν τάφον Του. «Αναπεσών, κεκοίμηται ως λέων και ως σκύμνος· τις εγερεί Αυτόν;»