Ο Βίος του Χριστού

Part 40

Chapter 40 1 words Public domain Markdown

Και τώρα ακόμη, ο Πιλάτος ήλπιζε και προσεπάθει να Τον σώση. Θα ηδύνατο να παραστήση την φοβεράν εκείνην μαστίγωσιν όχι ως προοίμιον της σταυρώσεως, αλλ' ως εξέτασιν διά βασάνου, ήτις απέτυχε ν' αποσπάση περαιτέρω ομολογίαν. Και καθώς εξήλθεν ο Ιησούς, καθώς εστάθη παρ' αυτόν με τον ακάνθινον στέφανον, με την χλαμύδα και τον κάλαμον, με το αίμα και τους μώλωπας και την θανάσιμον αγωνίαν και την ωχρότητα της όψεως και των αΰπνων οφθαλμών, και τότε ακόμη, κατά την ώραν της εσχάτης ταπεινώσεώς Του, καθώς εστάθη εν τω μεγαλείω της αγίας γαλήνης Του επί του δικαστηρίου εκείνου υπεράνω του ωρυομένου πλήθους, επεφάνη επ' Αυτού τόσον θεοπρεπής υπεροχή, ώστε ο Πιλάτος αφήκε την ακουσίαν εκείνην επιφώνησιν, ήτις εδόνησεν έκτοτε εν βαθεία συγκινήσει τόσας χιλιάδας μυριάδων καρδίων.

&«Ίδε ο άνθρωπος!»&

Αλλ' η έκκλησις αύτη εξήγειρε μόνον αγρίαν έκρηξιν κραυγών, «Σταύρωσον, σταύρωσον Αυτόν!» Απλή η θέα Εκείνου, και εν τη ανεκλαλήτω αισχύνη και τη λύπη Του, εφαίνετο να προσθέτη νέαν χολήν εις το μίσος των. Μάτην ο εθνικός στρατιώτης επικαλείται φιλανθρωπίαν παρά του Ιουδαίου Ιερέως· ουδέ καρδία εδονήθη ελέους παλμόν· ουδέ φωνή διέκοψε τον μονότονον ωρυγμόν εκείνον, «Αρον! άρον! Σταύρωσον Αυτόν!» Ο Ρωμαίος όστις είχε χύσει το αίμα ως ύδωρ, επί του πεδίου των μαχών, εν φανερά σφαγή, εν κρυφία δολοφονία, ευλόγως θα ηδύνατο να υποτεθή ότι είχε παγωμένην και λιθίνην καρδίαν αλλά παγερωτέρα και λιθοειδεστέρα ήτο η καρδία των λεπτολόγων εκείνων υποκριτών και φιλοκόσμων ιερέων. «Λάβετε Αυτόν υμείς και σταυρώσατε», είπεν ο Πιλάτος εν άκρα αηδεία, «ότι ουχ ευρίσκω εν Αυτώ αιτίαν». Οποία αποδοχή εκ μέρους Ρωμαίου δικαστού! «Εφ' όσον δύναμαι να κρίνω, είνε εντελώς αθώος· αλλ’ όμως αν πρέπει να Τον σταυρώσητε, λάβετέ Τον και σταυρώσατε. Δεν δύναμαι να εγκρίνω, αλλά προθύμως θα συνεπινεύσω, εις την παρ' υμών αθέτησιν του νόμου». Αλλά και αυτή η αθλία, ένοχος υπεκφυγή δεν συγχωρείται εις αυτόν. Ο Σατανάς θέλει να έχη από τους υπηρέτας του την πλήρη ολότητα των εγκλημάτων των, και την ιδιόχειρον υπογραφήν της ιδίας συγκαταθέσεώς των μέχρι τέλους. Ό,τι οι Ιουδαίοι επιθυμούσιν, ότι θέλουσι να λάβωσιν, είνε όχι σιωπηλή επίνευσις, αλλ' απόλυτος κύρωσις. Συνοίδασι την ισχύν των. Βλέπουσιν ότι Πραίτωρ ούτος με τας χείρας τας αιμοβαφείς δεν τολμά να μείνη ακλόνητος· γνωρίζουσιν ότι η ρωμαϊκή πολιτική είνε ανεκτική παραχωρήσεων προς τας επιχωρίους δεισιδαιμονίας. Τολμηρώς άρα αποσκορακίζουσι παν ζήτημα περί πολιτικού εγκλήματος, και με όλα τα υποκριτικά προσχήματά των πεπυρακτωμένα εις το καίον πάθος των, κραυγάζουσιν, «Ημείς νόμον έχομεν και κατά τον νόμον ημών οφείλει αποθανείν, ότι Εαυτόν Υιόν Θεού εποίησεν».

Υιόν Θεού! Η ιδέα ήτο πολύ ολιγώτερον παράδοξος και απεχθής εις εθνικόν ή εις Ιουδαίον· και η λέξις αύτη, ανήκουστος πριν, εξέπληξε τον Πιλάτον. Και πάλιν, αφήσας το μυκώμενον πλήθος έξω, λαμβάνει τον Ιησούν έσω εις το Κριτήριον, και Τον ερωτά έμφοβος, «Πόθεν ει Συ;» Δι' αυτόν ο Ιησούς είχεν ομιλήσει αρκετά ήδη. Δεν απήντησε. Τότε σχεδόν οργίλως ο Πιλάτος, «Εμοί ου λαλείς; Ουκ οίδας ότι εξουσίαν έχω σταυρώσαί Σε, και εξουσίαν έχω απολύσαι Σε;» εξουσίαν, πώς τούτο; Λοιπόν η δικαιοσύνη δεν είνε τίποτε; η αλήθεια τίποτε; η αθωότης τίποτε; η συνείδησις τίποτε; Εν τη αληθεία των πραγμάτων ο Πιλάτος δεν [είχε] τοιαύτην εξουσίαν· και εν τη αυθαιρέτω εννοία του τυράννου ήτο μάταιος κόμπος, διότι κατ' αυτήν την στιγμήν εκυμαίνετο μεταξύ ατολμίας και αβουλησίας. Και ο Ιησούς ώκτειρε την έξαλλον απόγνωσιν του ανθρώπου, τον οποίον η αμαρτία είχε μετατρέψει από άρχοντος εις δούλον, ελαφρύνων δε μάλλον το αμάρτημά του απήντησε, «Ουκ είχες εξουσίαν κατ’ Εμού ει μη ην σοι δεδομένον άνωθεν· διά τούτο ο παραδιδούς Με σοι μείζονα αμαρτίαν έχει». Ναι μεν, πράττεις μέγα έγκλημα, αλλ' ο Ιούδας, ο Άννας, ο Καϊάφας οι ιερείς ούτοι και οι Ιουδαίοι, είνε πλέον ένοχοι ή συ. Ούτω μετά πραότητος έκρινεν ο Ιησούς τον κριτήν Του. Εις τα βάθη της ψυχής του ο Πιλάτος ησθάνθη την αλήθειαν των λόγων, σιωπηλώς ανεγνώρισε την υπεροχήν του δεσμίου και του μεμωλωπισμένου θύματος. Παν ό,τι ανθρώπων έμενεν εν αυτώ ερρίγησεν ασύνηθες ρίγος προς τας ολίγας ταύτας αταράχους λέξεις του Υιού του Θεού. Η κρίσις ηύξησε μόνον τον φόβον του προς το μυστηριώδες εκείνο Ον, του οποίου η άκρα αδυναμία εφαίνετο μεγαλειοτέρα και φοβερωτέρα ή όσον η υπερτάτη δύναμις. Από της ώρας εκείνης ο Πιλάτος ήτο προθυμότερος, να Τον σώση. Με τεταραγμένην την συνείδησιν διά τρίτην και τελευταίαν φοράν ανέβη εις το δικαστήριόν του και κατέβαλε μίαν έτι απηλπισμένην προσπάθειαν. Ήγαγε τον Ιησούν έξω, και αποβλέψας προς Αυτόν, εστώτα εν σιωπή και αγωνία, αλλ' ατάραχον, επί του λαμπρού εκείνου λιθοστρώτου, του Γαββαθά, υπεράνω των θηριωδών ωρυγμών του πλήθους, είπε προς τους ταραξίας, «Ίδε ο Βασιλεύς υμών». Αλλ' εις τους Ιουδαίους ήτο ως αισχρόν όνειδος το να ονομάζη Βασιλέα των τον μαστιγωμένον εκείνον Δεσμώτην. Μεταξύ των απαισίων κραυγών «Σταυρωθήτω», δυσοίωνοι απειλαί ήρχισαν πρώτην φοράν ν' αναμιγνύωνται. Ήτο ήδη τρίτη ώρα της ημέρας, και επί τρεις ώρας ούτοι εμαίνοντο εκεί και ήφριζον εκ λύσσης. Το όνομα του Καίσαρος ήρχισε ν' ακούηται με οργίλους ψιθυρισμούς. «Τον Βασιλέα υμών σταυρώσω;» είχεν ερωτήσει ο Πιλάτος, εκσπών την οργήν και την λύπην της καρδίας του εις ονειδισμούς κατ' αυτών. «Ουκ έχομεν Βασιλέα ειμή Καίσαρα!» εφώνησαν οι ιερείς και οι Σαδδουκαίοι, ρίπτοντες εις κόρακας πάσαν εθνικήν φιλοδοξίαν και πάσαν περί Μεσσίου ελπίδα. «Εάν τούτον απολύσης, έκραζε πάλιν και κατ' επανάληψιν ο λαός, ουκ ει φίλος του Καίσαρος: Πας ο βασιλέα εαυτόν ποιών αντιλέγει τω Καίσαρι». Και εις το σκοτεινόν και τρομερόν εκείνο όνομα του Καίσαρος ο Πιλάτος έτρεμεν. Ανελογίσθη το τρομερόν εκείνο μορμολύκειον της τυραννίας, το έγκλημα καθοσιώσεως, εις το οποίον όλα τα εγκλήματα συλλήβδην περιλαμβάνονται, κατά τον Τάκιτον, το οποίον είχε κάμη το αίμα να ρεύση ως ύδωρ εις τας οδούς της Ρώμης.

Ανελογίσθη τον Τιβέριον, τον γηραιόν κακούργον αυτοκράτωρα, «τον πλήρη ελκών και πυρετών, και έχοντα εννέα είδη λέπρας». Περί τον χρόνον τούτον είχε καταντήσει είπερ ποτέ μισάνθρωπος και θηριώδης κατόπιν της ανακαλύψεως της προδοσίας του μόνου φίλου του, του Σεϊανού, και εις τον Σεϊανόν ώφειλεν ο Πιλάτος την θέσιν του. Δυνατόν να υπήρχον κρύφιοι καταγγελείς μεταξύ αυτού του μαινομένου πλήθους. Κυριευθείς υπό πανικού ο άδικος δικαστής, υπείκων εις τον ενδόμυχον τρόμον του, εν γνώσει επρόδωκε το αθώον θύμα. Ο τοσάκις εκπορνεύσας την δικαιοσύνην, δεν ίσχυσε νυν να εκτελέση την μόνην δικαίαν πράξιν ην επεθύμει. Ο τοσάκις φονεύσας τον οίκτον, περιήλθε νυν εις απαγόρευσιν να γευθή την γλυκύτητα του οίκτου την οποίαν επόθει. Ο τοσάκις καταχρασθείς την εξουσίαν, ευρέθη νυν εις αδυναμίαν να την εξασκήση εφάπαξ υπέρ του δικαίου. Αληθώς δι' αυτόν, η αμαρτία κατέστη εριννύς, και αι ίδιαι κακίαι του κατέστησαν όργανον της τιμωρίας του. Κατά την περίοδον ταύτην, η κατ' άλλην πρωιμωτέραν, της δίκης, παρέστησε την επίσημον κωμωδίαν του να προσπαθήση ν' αποπλύνη την συνείδησίν του από πάσης ενοχής. «Λαβών ύδωρ, απενίψατο τας χείρας απέναντι του όχλου, λέγων Αθώος ειμι από του αίματος του δικαίου τούτου· υμείς όψεσθε». Εφρόνει ούτω ότι απέπλυνε την συνείδησίν του; Ηδύνατο να νίψη τας χείρας του· αλλ' ηδύνατε να νίψη την καρδίαν του; Αλλ' η φωνή του επνίγη εντός του μυκηθμού, του φοβερωτέρου, του βδελυρωτέρου, του μάλλον αξιομνημονεύτου ον η ιστορία αναφέρει. «Τ ο α ί μ α Α υ τ ο ύ ε φ' η μ ά ς κ α ι ε π ί τ α τ έ κ ν α η μ ώ ν». Τότε ο Πιλάτος οριστικώς ενέδωσε. «&Τότε ουν παρέδωκεν Αυτόν αυτοίς ίνα σταυρωθή&».

Και τώρα παρατηρήσατε επί στιγμήν τας εκδικήσεις της ιστορίας. Τ ο α ί μ α Τ ο υ δ ε ν ε ί ν ε ε π' α υ τ ο ύ κ α ι ε π ί τ α τ έ κ ν α τ ω ν; Δεν έπεσε προ πάντων επί εκείνους οίτινες έλαβον πρωτεύον μέρος εις την βαθείαν τραγωδίαν; Πριν ή συντελεσθή η φοβερά θυσία, ο Ιούδας απέθανεν εν τη φρίκη στυγεράς αυτοκτονίας. Ο Καϊάφας καθηρέθη το επιόν έτος. Ο Ηρώδης εν ατιμία και υπερορία απέθανεν. Ο Πιλάτος παυθείς από του αξιώματός του, κατέστρεψεν εαυτόν εν αυτοκτονία και εξορία, αφήσας όνομα μισητόν. Η οικία του Άννα κατεστράφη μίαν γενεάν ύστερον υπό όχλου εμμανούς, ο δε υιός του εμαστιγώθη εις τας οδούς και εσφάγη. Τινές των μετασχόντων και παραστάντων εις τας σκηνάς της ημέρας εκείνης, και χιλιάδες εκ των τέκνων των, ομοίως μετέσχον και παρέστησαν εις τας μακράς φρικαλεότητας της πολιορκίας εκείνης της Ιερουσαλήμ, ήτις μένει απαραδειγμάτιστος εν τη ιστορία. Είχον κραυγάσει, «Ουκ έχομεν βασιλέα ειμή Καίσαρα!» και δεν έσχον βασιλέα ειμή τον Καίσαρα· και Καίσαρ μετά Καίσαρα ύβρισε και ετυράννησε και διήρπασε και κατεπίεσεν αυτούς, εωσού τέλος ηγέρθησαν εις αγρίαν αποστασίαν κατά του Καίσαρος τον οποίον είχον ζητήσει, και είς Καίσαρ έσβεσεν εις το αίμα των την φλέγουσαν τέφραν του καέντος και βεδηλωθέντος ναού των. Είχον βιάσει τους Ρωμαίους να σταυρώσωσι τον Χριστόν τον Κύριόν των, και, οι αποτροπιαζόμενοι τον σταυρικόν θάνατον, αυτοί και τα τέκνα των εσταυρώθησαν υπό των Ρωμαίων κατά μυριάδας έξω των ιδίων τειχών των, εωσότου επέλιπεν ο χώρος και τα ξύλα εξέλιπον. «Προσήλουν οι στρατιώται (γράφει ο Ιουδαίος Ιώσηπος) άλλον άλλω σχήματι προς χλεύην, και διά το πλήθος χώρας τε ενελείπετο τοις σταυροίς και σταυροί τοις σώμασιν». Όθεν εκείνοι οίτινες μόνον το «Σταυρωθήτω!» είχον εις τα στόματά των, διά του σταυρού αντημείφθησαν εις τα σώματά των. Είχον δώσει τριάκοντα αργύρια διά το αίμα του Σωτήρος των, και αυτοί επωλούντο αντί δηναρίου κατά χιλιάδας. Είχον προκρίνει τον Βαραββάν του Μεσσίου, και Μεσσίαν δεν είδον πλέον ειμή ψευδομεσσίας παραιτίους δεινών συμφορών εις το έθνος των. Απεδέχθησαν την ενοχήν του αίματος, και αι τελευταίαι σελίδες της ιστορίας των συνεκολλήθησαν ομού από τους ποταμούς του αίματός των, και το αίμα τούτο εξηκολούθησε να χύνεται εις αλογίστους σκληρότητας από γενεάς εις γενεάν. Δεν υπάρχει εν τη ιστορία τίποτε άνευ εννοίας εις τον θεωρούντα ταύτην ως την φωνήν του Θεού λαλούσαν διά μέσου του προρισμού των εθνών· και πρέπει να είνε τυφλός τις διά να μη βλέπη ότι, ότε ο φόνος του Χριστού συνετελέσθη, η αξίνη ετέθη παρά την ρίζαν του δένδρου της Ιουδαϊκής φυλής. Από της ημέρας εκείνης η Ιερουσαλήμ και τα πέριξ αυτής, κατέστη μέγα και αχανές νεκροταφείον, Ακελδαμά, αίματος αγρός, αγρός κεραμέως εις ταφήν τοις ξένοις. Καθώς το στίγμα του Κάιν, το οποίον προσεκολλάτο εις τον φονέα, η ενοχή του αίματος εκείνου εφάνη προσκολληθείσα εις αυτούς, ως πάντοτε θα γίνεται, μέχρις ου το Αυτό Αίμα την εξαλείψη. Διότι, κατά θείον έλεος, το αίμα το χυθέν υπ' εκείνων ομοίως εχύθη και δι' εκείνους· η φωνή την οποίαν ηγωνίσθησαν να πνίξωσι διά του θανάτου, υψώθη εν τη τελευταία προσευχή της επικαλουμένη έλεος διά τους φονείς Του. Είθε το αίμα εκείνο να εξαλείψη την ανομίαν των! είθε η προσευχή εκείνη να εισακουσθή!

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΑ'. Η Σταύρωσις

Ο Σταυρός. — Οι δύο Κακούργοι. — Εις Γολγοθάν. — Θυγατέρες Ιερουσαλήμ! — «Πάτερ άφες αυτοίς», — Αγωνία της Σταυρώσεως. — Ο Τίτλος επί του Σταυρού. — Η λύσσα των Ιουδαίων. — «Διεμερίσαντο τα ιμάτιά μου» — Ο Μετανοών Ληστής. — Αι γυναίκες από της Γαλιλαίας. — «Γύναι, ιδού ο Υιός Σου» — Το μεσημβριανόν σκότος. — «Ηλί, Ηλί, λαμά σαβαχθανί;» — «Διψώ». — Όξος πιείν. — «Εις χείρας Σου». — Τετέλεσται. — Ο Εκατόνταρχος. — Τι κατώρθωσεν ο Σταυρός του Χριστού. — Αίμα και ύδωρ.

«Τότε ο Πιλάτος παρέδωκεν Αυτόν αυτοίς ίνα σταυρωθή». Ο χρόνος ο απαιτούμενος προς την αναγκαίαν προπαρασκευήν δεν θα ήτο μακρός, και οι στρατιώται εξέδυσαν τον Ιησούν την χλαμύδα, και ενέδυσαν Αυτόν τα ιμάτια τα ίδια. Όταν ητοιμάσθη ο Σταυρός, έθεσαν τούτον επί των ώμων Του, και Τον απήγαγον εις τον τόπον της τιμωρίας. Το εγγύς της μεγάλης εορτής, αι μυριάδες αίτινες παρευρίσκοντο εν Ιερουσαλήμ, κατέστησεν επιθυμητόν να επιληφθώσι της ευκαιρίας όπως ενσπείρωσι τρόμον εις όλους τους Ιουδαίους κακοποιούς. Δύο λοιπόν εξελέχθησαν προς θανατικήν εκτέλεσιν συγχρόνως με τον Ιησούν, δύο λησταί και στασιασταί εκ των χειρίστων. Οι σταυροί εφορτώθησαν επί των ώμων των, και συνοδευόμενοι υπό πολυαρίθμου κουστωδίας υπό τας διαταγάς του εκατοντάρχου, εν μέσω χιλιάδων θεατών περιέργων ή δυσμενών, η πομπή εξεκίνησεν εις τον δρόμον της.

Ο σταυρός, διά να βαστάση το σώμα ενός ανθρώπου, έπρεπε να έχη μέγεθος και βάρος τι. Η παράδοσις λέγει ότι ο Σταυρός του Κυρίου κατεσκευάσθη εκ τριπλού ξύλου, σύμφωνα με την προφητείαν του Ησαΐου, «Εν τη κυπαρίσσω και τη πεύκη και κέδρω». Αλλ' ο Ιησούς είχε λίαν εξασθενήσει. Τα βήματά Του εκλονούντο και έπιπτε καθ' οδόν, μη δυνάμενος να τον φέρη. Μόλις είχον προχωρήσει μέχρι της πύλης της πόλεως, και συναντώσιν άνθρωπον τινα, Σίμωνα τον Κυρηναίον, ερχόμενον εξ αγρού. Τούτον ηγγάρευσαν, καθώς συνείθιζον πολλάκις οι Ρωμαίοι ν' αγγαρεύωσι τους διαβάτας, ίνα άρη τον Σταυρόν Αυτού.

Εν τη Ευαγγελική ιστορία έν μόνον συμβεβηκώς μνημονεύεται κατά την πορείαν. Ο Λουκάς διηγείται, ότι μεταξύ του απείρου πλήθους του ακολουθούντος τον Ιησούν ήσαν πολλαί γυναίκες. Από τους άνδρας τους εν τω κυμαινομένω εκείνω πλήθει δεν φαίνεται να έλαβεν ένδειξίν τινα συμπαθείας. Δυνατόν βεβαίως να υπήρξάν τινες οίτινες είχον ιδεί τα θαύματά Του, και είχον ακούσει τους λόγους Του· ένιοι εκείνων οίτινες σχεδόν, αν όχι εξ ολοκλήρου, επείσθησαν ότι Αυτός ήτο ο Μεσσίας, καθώς εκρέμαντο από των χειλέων Του ενώ εξέφερε τας μεγάλας διδασκαλίας Του εν τω Ναώ· τινές εκ του απλήστου πλήθους οίτινες Τον είχον συνοδεύσει από της Βηθανίας πέντε ημέρας πρότερον μετά μεγαλοφώνων Ωσαννά και σειομένων βαΐων. Άπιστος δειλία ή βαθεία υποψία, ίσως και απεριόριστος λύπη, κατέστησεν αφώνους όλους τους άνδρας. Αλλ' αι γυναίκες αύται, ταχυτέραι εις τον οίκτον, δυσηνιώτεραι προς τον χαλινόν των πολιτικών επιδράσεων, δεν ηδύναντο και δεν ήθελον να κρύψωσι την λύπην και την κατάπληξιν ης το θέαμα ενέπλησεν αυτάς. Έτυπτον τα στήθη των, και έπληττον τον αέρα με τους θρήνους των, εωσότου ο Ιησούς Αυτός κατεσίγασε τας οξείας κραυγάς των διά λόγων πανδήμου νουθεσίας. Στραφείς προς αυτάς, είπε, «Θυγατέρες Ιερουσαλήμ, μη κλαίετε επ' Εμοί, κλαίετε δε μάλλον εφ' εαυταίς και επί τοις τέκνοις υμών. Ότι ιδού, ημέραι έρχονται εν αις ερούσι, Μακάριαι αι στείραι και γαστέρες αι ουκ έτεκον, και μαζοί οι ουκ εθήλασαν. Τότε άρξονται λέγειν τοις όρεσι, Πέσετε εφ' ημάς, και τοις βουνοίς, Καλύψατε ημάς· ότι ει ταύτα ποιούσι τω ξύλω τω χλωρώ, τι ποιήσουσι τω ξηρώ;» Εκείναι δεν ηδυνήθησαν να καταστείλωσι την έκρηξιν της γυναικείας τρυφερότητος, ως είδον τον μέγαν Προφήτην της ανθρωπότητος εν τη ώρα της αισχύνης και της ασθενείας Του, με τον κήρυκα προ Αυτού κηρύττοντα τα εγκλήματα τα οποία προσήπτοντο επ' Αυτόν, και τους Ρωμαίους στρατιώτας φέροντας τον τίτλον της χλεύης, και τον Σίμωνα κύπτοντα υπό το βάρος του Σταυρού εφ' ου ο Σωτήρ έμελλε να προσηλωθή. Αλλ’ Αυτός τας ενουθέτησεν ότι πολύ πικροτέραι αφορμαί λύπης ανέμενον αυτάς, και τα τέκνα των, και την φυλήν των. Πολλαί τούτων, και η πλειονότης των τέκνων των, θα επέζων να ίδωσι τοσούτους ποταμούς αίματος, τοιαύτας επιπλοκάς αγωνίας, οίας ο κόσμος δεν είχε γνωρίσει ποτέ πρότερον. Εάν τοιαύται πράξεις σκότους ήσαν δυναταί τώρα, τι έμελλε να γείνη εις το μέλλον; Εάν εις τας ημέρας της ελπίδος και της ευκοσμίας ηδυνήθησαν να μισήσωσι τον αμώμητον Ελευθερωτήν των, τι θα συνέβαινεν εις τας ημέρας της βλασφημίας και της απονοίας; Εάν, εν τω φωτί της ημέρας, Ιερείς και Γραμματείς ηδύναντο να σταυρώσωσι τον Άκακον, τι έμελλε να συμβή εν τοις μεσονυκτίοις οργίοις της γενεάς της παρούσης και της ερχομένης; Η πάνδημος νουθεσία, η τελευταία διδαχή του Χριστού επί της γης, απηυθύνετο εν πρώτοις προς τους ακούσαντας· αλλ' όπως όλοι οι λόγοι του Χριστού, έχει βαθυτέραν και ευρυτέραν έννοιαν δι' όλην την ανθρωπότητα. Οι λόγοι εκείνοι πληροφορούσι πάντας τους υιούς των ανθρώπων ότι η ημέρα της αμερίμνου ηδονής και της βλασφήμου απιστίας θα έχη παρομαρτυρούσαν την ημέραν της καταδίκης· η μακροθυμία του Θεού υπομένει, η σιωπή Του μένει αδιάρρηκτος, αλλ' ημέραι έρχονται ότε Εκείνος θα λαλήσει διά βροντής, και θα εκκαυθή ως πυρ η οργή Του.

Και ούτω, με μόνον το θλιβερόν τούτο επεισόδιον ήλθεν εις τον Γολγοθάν, τον λεγόμενον Κρανίου τόπον. Εκεί, κατά την παράδοσιν, έκειτο τεθαμμένον το κρανίον του Αδάμ, αι δε σταγόνες αι πεσούσαι από του αίματος του Χριστού, έκαμαν τον Αδάμ ν' αναστή εκ νεκρών. Προς τούτο σχετίζεται το απαντών εν τη προς Εφεσίους του Παύλου, «Έγειραι, ο καθεύδων, και ανάστα από των νεκρών, και επιψαύσει σοι ο Χριστός». Μυριάδες παραδόσεων συνήφθησαν πέριξ της καταπληκτικωτάτης και συγκινητικωτάτης σκηνής εν τη ιστορία του κόσμου. Διότι η βασιλεία του Θεού ήρχετο, και είχεν έλθη.

Όσον φοβερά και αποτρόπαιος και αν ήτο η διά του σταυρού τιμωρία, ήτις κατηργήθη ήδη από 15 αιώνων (υπό του Μεγάλου Κωνσταντίνου) υπήρχεν έθιμόν τι το οποίον μαρτυρεί σκιάν τινα φιλανθρωπίας. Τούτο συννίστατο εις το μεταδιδόναι εις τον κατάδικον, ευθύς προ της εκτελέσεως, δόσιν τινά οίνου μετά ναρκωτικού, οίνον εσμυρνισμένον, ως λέγει ο Ευαγγελιστής Μάρκος. Οι δύο κακούργοι έπιον εξ αυτού πιθανώς, αλλ' όταν προσέφεραν τούτο εις τον Ιησούν, δεν ηθέλησε να πίη. Ήτο δε η αποποίησις πράξις υψίστου ηρωισμού. Οι τρεις σταυροί ετέθησαν επί του εδάφους· ο του Ιησού, όστις ήτο αναμφιβόλως υψηλότερος των άλλων δύο, ετέθη εις το μέσον εν πικρώ σαρκασμώ. Τώρα ο τίλος εκαρφώθη επί της κορυφής του σταυρού. Είτα, απογυμνωθέντα των ενδυμάτων Του («περιζώσαντες Αυτόν λέντιον», κατά το βιβλίον των «Πράξεων Πιλάτου»), έτειναν τους βραχίονας Αυτού επί της οριζοντίου κεραίας του Σταυρού, και διά σφυρίου τύπτοντες προσήλωσαν τας αχράντους παλάμους Του δι' ήλων. Είτα διεπέρασαν τους δύο πόδας Του επί των ταρσών διά τεραστίου ήλου («ξύλον τρίσηλον» ονομάζει τον Σταυρόν ο Άγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος, και ο μ ο π λ ο κ έ α ς περιγράφει τους πόδας ο Νόννος). Ήτο πιθανώς κατ' αυτήν την στιγμήν της αφάτου αγωνίας ότε η φωνή του Υιού του Ανθρώπου ηκούσθη υψουμένη, όχι εις κραυγήν φυσικής αγωνίας προς την φοβεράν εκείνην βάσανον, αλλ' εις ατάραχον προσευχήν εν θειοτάτη συμπαθεία υπέρ των ακάρδων και ανηλεών φονέων Του, προσέτι δε, και υπέρ πάντων όσοι εν τη αμαρτωλή αμαθεία των εκ νέου Τον σταυρούσι διά πάντοτε, — &«Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι».&

Και τότε, το επάρατον δένδρον, με το ζων ανθρώπινον φορτίον του κρεμάμενον επ' αυτού εν ανηκούστω βασάνω, βραδέως ανυψώθη υπό βραχιόνων στιβαρών, και η βάσις τούτου ενεπάγη στερρώς εις οπήν βαθείαν εις το έδαφος εσκαμμένην. Οι πόδες μικρόν μόνον ανείχον από της γης. Θα ηδύνατο να κρέμαται επί ώρας όπως υβρίζηται υπό του αεικίνητου πλήθους, το οποίον, με την φιλοθεαμοσύνην εκείνην του φρικώδους ήτις πάντοτε χαρακτηρίζει τας βαναύσους καρδίας, είχε συρρεύσει διά να ίδη θέαμα, το οποίον έπρεπε μάλλον να τους κάμη να κλαύσωσι δάκρυα αίματος.

Τοιούτος υπήρξεν ο Θάνατος εις ον ο Χριστός κατεδικάσθη. Η Αγία Γραφή δεν διατρίβει επί των φυσικών αλγηδόνων. Ο λόγος τούτου είνε ότι το Άγιον Πνεύμα δεν επιτρέπει να υποθάλπηται παρά τοις Χριστιανοίς η νοσηρά εκείνη θεωρία των σωματικών αλγηδόνων, ήτις εγέννησε και γεννά πολλάς πλάνας, οποία φέρ' ειπείν, παρά Λατίνους, η λατρεία της Αγίας Καρδίας του Ιησού. Η επί του Σταυρού δε αγωνία, κατόπιν της άλλης φοβεράς αγωνίας την οποίαν είχεν υπομείνη, εβραχύνθη και διήρκεσε μόνον τρεις ώρας, πριν ή «παραδώ την ψυχήν Αυτού εις θάνατον».

Όταν ο Σταυρός ωρθώθη και ενεπάγη, οι άρχοντες των Ιουδαίων διά πρώτην φοράν παρετήρησαν την θανάσιμον ύβριν δι' ης ο Πιλάτος εξέσπασε την αγανάκτησίν του. Πρότερον, εν τη τυφλή λύσση των, είχον φαντασθή ότι ο τρόπος της σταυρώσεώς Του ήτο ύβρις σκοπουμένη κατά του Ιησού· αλλά τώρα, ότε τον είδον κρεμάμενον μεταξύ δύο ληστών, επί σταυρού υψηλοτέρου, αιφνιδίως επήλθεν εις αυτούς η ιδέα ότι ήτο δημοσία ύβρις εγκολαπτομένη κατ' αυτών. Διότι επί του λευκού ξυλίνου πίνακος, του ηλειμμένου με γύψον, υπεράνω της κεφαλής του Εσταυρωμένου, εφέρετο διά μελανών γραμμάτων επιγραφή εις τας τρεις πεπολιτισμένας γλώσσας του αρχαίου κόσμου, τας τρεις γλώσσας εκ των οποίων μίαν τουλάχιστον ήτο βέβαιον ότι θα εγνώριζεν πας άνθρωπος εκ του συνηθροισμένου εν τη πόλει πλήθους· εις την επιχώριον Εβραϊκήν ή Αραμαϊκήν, εις την Ελληνικήν την κυκλοφορούσαν και επικρατούσαν, και εις την Λατινικήν, την επίσημον επιγραφή δι' ης επληροφορούντο οι πάντες ότι ο Άνθρωπος ούτος, όστις υφίστατο ούτω επονείδιστον δουλοπρεπή θάνατον, ο Άνθρωπος ούτος ο Εσταυρωμένος μεταξύ δύο ληστών ήτο

&«Ιησούς ο Ναζωραίος, ο Βασιλεύς των Ιουδαίων».&

Δι' Εκείνον τον Σταυρωθέντα η κακεντρέχεια αύτη εφαίνετο μη έχουσα εν εαυτή τίποτε εμπαικτικόν. Και επί του Σταυρού Του εβασίλευε· κ' εκεί ακόμη εφαίνετο θείως εξηρμένος υπεράνω των ιερέων των επενεγκόντων τον θάνατόν Του, και υπεράνω του βαναύσου, του ραθύμου, του χυδαίου πλήθους το οποίον είχε συρρεύσει διά να χορτάση επί των παθημάτων Του άπληστα όμματα. Η κακοβουλία ήτο ανίσχυρος εναντίον Εκείνου, του οποίου η πνευματική και ηθική μεγαλωσύνη ενέσπειρε δέος εις θνήσκοντας κακούργους και απίστους δημίους, και εν τη βαθυτάτη αβύσσω της σωματικής καταπτώσεώς Του. Εν τη εμπαθεί δυσθυμία του Ρωμαίου πραίτωρος ίσως ελάνθανε και νύξις τις σοβαρότητος. Ενώ έχαιρεν εκδικούμενος τους μισητούς υποτελείς του δι' υβριστικής πράξεως, πιθανώς υπενόει ότι ούτος ήτο, κατά τινα έννοιαν, ο Βασιλεύς των Ιουδαίων — ο μέγιστος, ο ευγενέστατος, ο αληθέστατος της φυλής Του, τον οποίον διά τούτο η φυλή Του εσταύρωσεν. Ο Βασιλεύς δεν ήτο ανάξιος του βασιλείου Του, αλλά το βασίλειον ανάξιον του βασιλέως. Οι Ιουδαίοι ησθάνθησαν την δριμύτητα του σκώμματος το οποίον ενέτριβεν επ' αυτούς ο Πιλάτος. Τόσον δε εντελώς εδηλητηρίαζεν αύτη την ώραν του θριάμβου των, ώστε έπεμψαν τους αρχιερείς των εις πρεσβείαν, παρακαλούντες τον Πραίτωρα ν' αλλοιώση τον υβριστικόν τίτλον. «Μη γράφε ο Βασιλεύς των Ιουδαίων, αλλ' ότι Εκείνος είπε, Βασιλεύς ειμι των Ιουδαίων». Αλλά του Πιλάτου το θάρσος, το οποίον είχεν εκλίπει τόσον ταχέως εις το όνομα του Καίσαρος, ανεζωπυρήθη τώρα. Έχαιρε να ταπεινώση τους ανθρώπους, των οποίων ο στασιαστικός θόρυβος τον εβίασε να πράξη παρά την θέλησί του. Ολίγοι άνθρωποι είχον την δύναμιν να εκφράσωσιν υπεροπτικήν περιφρόνησιν τελεσφορώτερον των Ρωμαίων. Χωρίς να αξιώση να κατέλθη εις δικαιολογίαν δι’ ό,τι είχε πράξει, ο Πιλάτος τελειωτικώς απέπεμψε τους σεμνοπροσώπους αρχιερείς διά της βραχείας απαντήσεως, «Ο γέγραφα, γέγραφα».

Διά να προληφθή το δυνατόν πάσης απελευθερώσεως και κατά την τελευταίαν στιγμήν, επειδή παραδείγματα εγνώσθησαν ανθρώπων αποσπασθέντων απ’ του σταυρού και επανελθόντων εις την ζωήν, απόσπασμα στρατού μετά του εκατοντάρχου είχε μείνη επί τόπου διά να φυλάττη τον σταυρόν.

Τα ενδύματα των καταδίκων πάντοτε έπιπτον ως λεία εις τους δημίους και τους φρουρούντας. Ουδόλως υποπτεύοντες πόσον ακριβώς επλήρωνε τας μυστικάς προρρήσεις της ιουδαϊκής προφητείας, ήρχισαν να μοιράζωνται τα ενδύματα του Ιησού. Το ιμάτιον έκοψαν εις τέσσαρα μέρη, ίσως εξηλώσαντες τας ραφάς. Αλλ' ο χιτών ήτο υφαντός όλος, άρραφος, και σχίζοντες αυτόν θα τον έφθειρον, όθεν ηρκέσθησαν να ρίψωσι κλήρον περί τούτου, εις όντινα ήθελε πέσει. Και καθίσαντες, εφύλλατον εκεί.