Ο Βίος του Χριστού

Part 33

Chapter 33 20 words Public domain Markdown

Μίαν περισσότερον νουθεσίαν εξέφερεν προς αυτούς κατά την ημέραν ταύτην των παραβολών, την παραβολήν του γάμου του υιού του βασιλέως. Κατά την βάσιν και το σχέδιον αύτη μεγάλως ωμοίαζε προς την παραβολήν του μεγάλου δείπνου. Την ρηθείσαν κατά την τελευταίαν οδοιπορείαν του εν τη οικία Φαρισαίου αλλά κατά πολλάς των λεπτομεριών της και εις το συμπέρασμά της ήτο διαφορετική. Εδώ οι αχάριστοι υπήκοοι οίτινες λαμβάνουσι την πρόσκλησιν ου μόνον ελαφρώς συμπεριφέρονται και εξακολουθούν αδιατάρακτοι τας εγκοσμίους ασχολίας των, αλλά τινές εξ αυτών υβρίζουν και φονεύουν τους απεσταλμένους οίτινες τους είχον προσκαλέσει· και όπου «η ιστορία εξαίρεται μέχρι προφητικού ύψους καταστρέφονται και η πόλις των καίεται. Και το λοιπόν της διηγήσεως άγει προς πλείονας ακόμη σκηνάς μεστάς βαθυτέρων εννοιών ακόμη. Άλλοι προσκαλούνται· το γαμήλιον συμπόσιον δέχεται άλλους δαιτημόνας και καλούς και κακούς· ο βασιλεύς εισέρχεται και παρατηρεί έναν όστις είχεν αναμιχθή μετά της ομηγύρεως και είχεν εισέλθη εις το συμπόσιον με τα ράκη τα οποία εφόρει. Χωρίς να φροντίση να φορέση ένδυμα γάμου το οποίον η κοινοτάτη φιλοφροσύνη απήτει.

Ο άξεστος, ο επείσακτος και θρασύς δαιτημών εκβάλλεται υπό των διακονούντων αγγέλων εις το σκότος το εξώτερον, όπου ο κλαυθμός και ο βρυγμός των οδόντων· και είτα έπεται η συχνά και άλλοτε δοθείσα νουθεσία ότι πολλοί μεν εισί κλητοί, ολίγοι δε εκλεκτοί.

Αι διδασκαλίαι αύται επλήρουν πικράς λύσσης το πνεύμα των Ιερέων και Φαρισαίων. Ουαί εις τον προφήτην όστις τολμά να βαίνη αντιθέτως προς το κρατούν θρησκευτικόν σύστημα να εκθέτη τας σφαλεράς παραδόσεις εφ' ων στηρίζεται! Θα εύρη την Κοινότητα πικρότερον και ασυνειδητότερον εχθρόν ή τον κόσμον. Και τούτο είχε πράξει ο Ιησούς. Είχεν αρχίσει την ημέραν αρνούμενος ν' απαντήση εις το δικτατωρικόν ερώτημά των, και δικαιολογών, ή μάλλον θριαμβεύων, εν τη αρνήσει ταύτη. Η αντερώτησίς Του ου μόνον είχε δείξει την υπεροχήν Του επί της επιρροής την οποίαν τόσον αλαζονικώς εξήσκουν επί του λαού, αλλ' είχε φέρει αυτούς εις την επονείδιστον σιωπήν της υποκρισίας, ήτις εβιάζετο να προασπίζηται υπό την δικαιολογίαν της αναρμοδιότητος. Είτα επήλθον αι παραβολαί Του. Εν τη πρώτη τούτων τους είχε καταδικάσει επί ψευδέσιν επαγγελίαις μη συνοδευομέναις διά πράξεων· εν τη δευτέρα είχε ζωγραφήσει την ευθύνην του αξιώματός των, και είχεν αποδείξει τρομεράν την τιμωρίαν διά την σπάταλον κατάχρησιν αυτού· εν τη τρίτη υπέδειξεν άμα την τιμωρίαν ήτις θα επήρχετο επί τη απορρίψει των προσκλήσεών του και το αδύνατον του απατήσαι τον οφθαλμόν του Ουρανίου Πατρός Του δι' αποδοχής προσποιείτο μόνον και επί ψιλώ ονόματι. Και τούτο ήτο μόνον μικρόν δείγμα της καρδιογνωστικής δυνάμεως μεθ' ης οι λόγοι Του είχον φανή προς αυτούς η ρομφαία του πνεύματος διαπερώσα μέχρι αρμών και μυελών. Αλλ' εις τους πονηρούς τίποτε δεν είνε τόσον αφόρητον όσον η επίδειξις της ιδίας των πλάνης. Τόσον μεγάλη ήτο η μανία της Ιουδαϊκής ιεραρχίας ώστε προθύμως θα τον συνελάμβανον κατ' αυτήν εκείνην την ώραν. Ο φόβος τους συνεκράτησε και απήλθεν ανενόχλητος εις το ίδιον αναπαυτήριόν του. Αλλ' ή την νύκτα εκείνην ή την επομένην πρωίαν οι εχθροί του έλαβον άλλο συμβούλιον (κατ' εκείνον τον χρόνον φαίνεται να συνήρχοντο εις συμβούλια σχεδόν καθημερινώς) διά να ίδουν αν δεν ηδύναντο ακόμη να κάμουν μίαν συστηματικήν, συνδιασμένην οριστικήν προσπάθειαν όπως παγηδεύσωσιν Αυτόν εις τους λόγους των. Το να αποδείξωσιν εν αμαθεία ή πλάνη, διασείουσι την υπόληψίν Του παρά τω πλήθει ή τον περιπλέξωσιν εις επικινδύνους σχέσεις προς την πολιτικήν εξουσίαν. Θα ίδωμεν εις το επόμενον κεφάλαιον το αποτέλεσμα των μηχανοραφιών των.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΑ'. Η ημέρα των πειρασμών

Η δύναμις της πίστεως. — Συνωμοσία των Ηρωδιανών. — «Έξεστι Καίσαρι κήνσον διδόναι;» — Θεία σοφία της απαντήσεως του Ιησού. — Απόπειρα των Σαδδουκαίων. — Η επτάκις χήρα. — «Ως οι άγγελοι του Θεού». — «Ο Θεός Αβραάμ Ισαάκ και Ιακώβ». — Διδασκαλία περί Αθανασίας.

Την επομένην πρωίαν ο Ιησούς ηγέρθη μετά των μαθητών Του ίνα εισέλθη διά τελευταίαν φοράν εις τας αυλάς του Ναού. Καθ' οδόν διήλθον πλησίον της μονήρους συκής ήτις δεν ήτο πλέον φαιδρά με το ψευδές κόσμημα των φύλλων της αλλά απεξηραμμένη από του κορμού μέχρι των κλάδων. Το οξύ βλέμμα του Πέτρου πρώτον παρετήρησε ταύτην, και ούτος εφώναξεν, «Διδάσκαλε ίδε η συκή ην κατεράσθης εξηράνθη». Οι μαθηταί εστάθησαν να την κυττάξουν και εν τη εκπλήξει των επί τη ταχύτητι μεθ' ης η καταδίκη επληρώθη ηρώτησαν πώς έγεινε τούτο. Ότι τους εξέπληξε περισσότερον ήτο η δύναμις του Ιησού· αι βαθυτέραι έννοιαι της συμβολικής πράξεώς του φαίνεται προς το παρόν ότι τους ελάνθανον· και αφήσας τα μαθήματα ταύτα να επιλάμψωσιν επ' αυτούς βαθμηδόν, ο Ιησούς είπεν αυτοίς ότι εάν έχωσι πίστιν Θεού, πίστιν ήτις θα τους καθίστα αξίους, να προσφέρωσι τας δεήσεις των μετά ακλονήτου εμπιστοσύνης, πολύ μεγαλειτέρα από το θαύμα της συκής θα κατορθώσωσι. Αλλά προσέθηκε μίαν σπουδαιοτάτην νουθεσίαν ότι δεν πρέπει να μεταχειρίζονται τας ιεράς δυνάμεις της πίστεως και της προσευχής προς σκοπούς οργής και εκδικήσεως. Το μυστήριον της ευαρέστου προσευχής είνε η πίστις. Η οδός προς την πίστιν βαίνει πλησίον της συγγνώμης, η δε συγγνώμη είνε δυνατή μόνον εις εκείνους οίτινες είνε πρόθυμοι να συγχωρώσι τους άλλους. Μόλις εκάθησαν εν τω Ναώ και το αποτέλεσμα των μηχανορραφιών των εχθρών Του της προλαβούσης εσπέρας εφάνη διά νέας στρατηγικής βασιζομένης επί ενός των κινδυνοδεστάτων και πλέον καταχθονίων και μεμελετημένων σχεδίων όπως παγηδέψωσι και καταστρέψωσιν αυτόν. Όπως κατορθώσωσι τούτο οι Φαρισαίοι συνήψαν κακοήθως συμμαχίαν με τους Ηρωδιανούς· ώστε δυο κόμματα συνήθως έχθιστα αλλήλων συνδιαλλάγησαν νυν εν συνωμοσία προς καταστροφήν του κοινού εχθρού. Ψευδευλαβείς και συκοφάνται, ιεραρχική λεπτολογία και αδιαφορία πολιτική η σχολή της πλεονεξίας, και της επιτηδειότητος ηνώθησαν όπως περιπλέξωσι και φέρουσι εις αμηχανίαν τον Ιησούν. Οι Ηρωδιανοί σπανίως μνημονεύονται εν τη ευαγγελική ιστορία. Η ύπαρξίς των είχεν κυρίαν πολιτικήν σημασίαν και ίσταντο εκτός του ρεύματος του θρησκευτικού βίου, παρ' εκτός μόνον εφ' όσον αι Ελληνιστικαί τάσεις των και τα κοσμικά συμφέροντά των τους έκαμνον να δεικνύουν επιδεικτικήν ολιγωρίαν προς τον Μωσαϊκόν νόμον. Ούτω εξελλήνιζον τα σημιτικά ονόματά των, προσελάμβανον ειδωλολατρικάς έξεις εσύχναζον εις αμφιθέατρα και περιεφρόνουν τα Ιουδαϊκά έθιμα. Το ότι οι Φαρισαίοι ηνέχθησαν και την προσκαιροτάτην σύμπραξιν μετά τοιούτων ανθρώπων, των οποίων η ύπαρξις ήτον ύβρις κατά των προσφιλέστερων προλήψεών των μας δίδει αφορμήν να αναμετρήσωμεν ακριβέστερον το δηλητηριώδες μίσος το οποίον έστρεφον κατά του Ιησού. Και το μίσος τούτο έμελε να γείνη πικρότερον ακόμη. Αι πράξεις και οι λόγοι της ημέρας εκείνης έμελον να εξάψωσιν αυτό εις το έπακρον.

Οι Ηρωδιανοί ηδύναντο να έλθωσιν ενώπιόν του Ιησού χωρίς να κινήσωσιν υποψίαν απαισίων σκοπών· αλλ' οι Φαρισσαίοι υπουλότεροι και πανουργότεροι δεν ήλθον προς Αυτόν οι ίδιοι. Έπεμψαν τινάς των νεωτέρων μαθητών των, τους οποίους ο Λουκάς ονομάζει εγκαθέτους, οίτινες εξησκημένοι ήδη εν τη υποκρισία έμελον να πλησιάσωσιν Αυτόν ως εν αδόλω απλότητι εταστικού πνεύματος. Ήθελον να παράσχωσι την εντύπωσιν ότι έρις είχεν συμβή μεταξύ αυτών και των Ηρωδιανών, και ότι επεθύμουν να λύσωσι ταύτην. Εκκαλούντες την κρίσιν εις το ανώτερον κύρος του μεγάλου Προφήτου. Ήλθον προς Αυτόν περιεσκεμμένως ευλαβώς, φιλοφρόνως. «Ραββί είπον μετά κολακευτικής φιλοτιμίας οίδαμεν ότι αληθής ει και την οδόν του Θεού, εν αληθεία διδάσκεις και ου μέλλει Σοι περί ουδενός· ου γαρ βλέπεις εις πρόσωπον ανθρώπων».

Τον προσεκάλεσαν δε άνευ φόβου ή ευνοίας εμπιστευτικώς να τους είπη την γνώμην Του εις ζήτημα πρακτικής σπουδαιότητος ως όντες βέβαιοι ότι εκείνος μόνος ηδύνατο να λύση την θλιβεράν απορίαν των. Αλλά διατί όλη αυτή η κολακεία και η υποκρισία; «ειπέ ουν ημίν έξεστι κήνσον Καίσαρι διδόναι ή ου;» Αυτόν τον κεφαληάτικον φόρον τον οποίον όλοι μισούσι αλλά την νομιμότητα του οποίου αυτοί οι Ηρωδιανοί υποστηρίζουσι πρέπει ή δεν πρέπει να τον πληρόνωμεν; Ποίος εξ ημών έχει δίκαιον; ημείς οι οποίοι δισχεραίνωμεν και αποστρεφόμεθα τον φόρον ή οι Ηρωδιανοί οι οποίοι τον θέλουν και τον υποστηρήζουν; Έπρεπεν, εφρόνουν, να απαντήση ναι ή όχι· δεν είνε δυνατόν να εκφύγη από έν σαφές ερώτημα τόσον προφυλακτικώς, ειλικρινώς και ευσεβάστως υπόβαλλόμενον. Ίσως θ’ απαντήση ναι, πρέπει. Εάν ούτω πας φόβος αυτού εκ μέρους των Ηρωδιανών θα εκλείπη διότι τότε δεν θα είνε πιθανόν ότι θα διακινδυνεύση αυτούς ή τας σκέψεις των. Εάν Ούτος τον οποίον πολλοί εκλαμβάνουσι ως τον Μεσίαν φανερώς προσχωρήση εις ειδολολατρικήν τυραννίαν και κυρώση τα επαχθέστερα βάρη της, τοιαύτη απόφασις θα εκραγή και θα εξατμήση πάσαν ευλάβειαν την οποίαν ο λαός δυνατόν να αισθάνεται προς Αυτόν.

Εάν αφ' ετέρου ως φαίνεται σχεδόν βέβαιον απαντήσει όχι, δεν πρέπει τότε και πάλιν απαλλαττόμεθα απ' Αυτού: διότι τότε είνε εν φοβερά αποστασία κατά της Ρωμαϊκής εξουσίας και τότε αυτοί οι Ηρωδιανοί οι νέοι φίλοι μας δύνανται πάραυτα να τον παραδώσωσιν εις την δικαιοδοσίαν του Πραίτορος. Ο Πόντιος Πιλάτος θα μεταχειρισθή πολύ αυστηρώς Αυτόν και τας αξιώσεις Του και θέλει εν ανάγκη άνευ του ελαχίστου δυσταγμού αναμίξει το αίμα του, ως αναίμιξε το αίμα άλλου Γαλιλαίου με το αίμα των θυμάτων.

Πρέπει να επερίμεναν την απάντησιν μετά πλείστου ενδιαφέροντος· αλλά και αν κατώρθωσαν να κρύψωσι το μίσος το οποίον εφαίνετο εις τους οφθαλμούς των ο Ιησούς πάραυτα είδε το κέντρον και ήκουσε τον συριγμόν του Φαρισσαϊκού όφεως. Εκείνοι τον εδελέαζον με το «Ραββί» και «αληθής» και «αμερόληπτος» και «άφοβος». Εκείνος τους κεραυνώνει με μίαν μόνην λέξιν αγανακτήσεως. «Υ π ο κ ρ ι τ α ί!» Η λέξις αύτη πρέπει να τους εξήγαγεν εκ της απάτης. «Τι με πειράζεται υποκριταί; Επιδείξατέ Μοι το νόμισμα του κήνσου». Ενώ ο λαός ίστατο θαυμάζων και σιωπών έφερον προς αυτόν έν δινάριον και το έβαλαν εις την χείραν Του. Επί της μιας όψεως απετυπούντο οι υψηλόφρονες ωραίοι χαρακτήρες του Αυτοκράτορος Τιβερίου. Με όλον το πονηρόν σκώμμα επί των χειλέων Του· επί της ετέρας ο τίτλος του P o u t i b e n M a n i m o u s.

«Τίνος η εικών αύτη και η επιγραφή;» Τους ηρώτησε. Λέγουσιν Αυτώ: «Καίσαρος» «απόδοτε ουν τα Καίσαρος Καίσαρι.» Τούτο μόνον θα ήρκει διότι εσήμαινεν ότι η εν τω έθνει των αποδοχή του νομίσματος τούτου απήντα εις την ερώτησίν των και απεδείκνυε το κενόν αυτής. Αυτό το ρήμα το οποίον μετεχειρίσθη περιείχε το μάθημα τούτο. Εκείνοι ηρώτησαν «έξεστι δ ο ύ ν α ι;» Αυτός τους διορθόνει και λέγει «α π ό δ ο τ ε» ήτοι δώσατε οπίσω, πληρώσατε προς αυτόν ως χρέος το οποίον έχετε αναγνωρίσει. Δεν ήτο εκούσιον δώρον αλλά νόμιμον χρέος, όχι πρόθυμος προσφορά αλλά πολιτική ανάγκη. Κατενοήθη δε πληρέστατα μεταξύ των Ιουδαίων και διετυπώθη εν σαφεστάτη γλώσση υπό των μεγίστων Ραββίνων των εις τους νεωτέρους χρόνους ότι να δέχηταί τις το νόμισμα βασιλέως τινός σημαίνει ότι αναγνωρίζει την κυριαρχίαν του. Δεχόμενος άρα το δυνάριον ως τρέχων νόμισμα φανερώς εδήλου, ότι ο Καίσαρ ήτο ο κυρίαρχης των, και αυτοί, οι άριστοι εξ αυτών, είχον λύσει το ζήτημα ότι ήτο νόμιμον να πληρόνουσι τον κεφαλικόν φόρον συνήθως πράττοντες τούτο. Ήτο άρα χρέος των να υπακούωσι εις την εξουσίαν την οποίαν είχον εσκεμμένως εκλέξει και ο φόρος τότε παρίστα μόνον έν αντάλλαγμα διά τα ωφελήματα τα οποία ελάμβανον. Αλλ' ο Ιησούς δεν ηδύνατο να τους αφήση με μόνον το μάθημα τούτο. Προσέθηκε τους πολύ βαθυτέρους και εμβρυθεστέρους λόγους «και τα του Θεού τω Θεώ». Εις τον Καίσαρα οφείλεται το νόμισμα το οποίον εδέχθητε ως το σύμβολον της εξουσίας του και το οποίον φέρει την εικόνα του και την επιγραφήν του. Εις τον Θεόν οφείλεται υμάς αυτούς. Τίποτε δεν δύναται πληρέστερον να αποκαλύψη το βάθος της υποκρισίας των Φαρισαίων εκείνων εξεταστών ή το γεγονός ότι μεθ' όλην την θείαν απάντησιν ακόμη ετόλμησαν να κατηγορήσουν ψευδώς τον Ιησούν ότι δήθεν εμπόδιζεν να πληρόνωσι φόρον εις τον Καίσαρα.

Κατάπληκτοι και τεταπεινομένοι επί τη ολοσχερή ματαιώσει σχεδίου το οποίον εφαίνετο ακαταμάχητον, βιαζόμενοι ακουσίως να θαυμάζωσι την άδωλον εκείνην σοφίαν ήτις εν μια στιγμή διέλυσε τους βρόχους της σοφιστικής πονηρίας των, κατηφείς απεχώρησαν.

Δεν υπήρχεν λοιπόν μέσον όπως τον συλλάβη τις εις τους λόγους Του! Αλλά τώρα ήλθον εις το μέσον οι Σαδδουκαίοι νομίζοντες ότι αυτοί ως σοφώτεροι θα επιτύχουν καλλίτερον. Ήλθον εν πνεύματι ολιγώτερον καίοντι μίσους αλλά μάλλον δακνούσης φιλοσκωμμοσύνης. Μέχρι τούδε αυτοί οι ψυχροί Επικούριοι είχον περιφρονήση και παραβλέψη τον προφήτην της Ναζαρέτ. Υποστηριζόμενοι ως αίρεσις υπό τινων εκ των ανωτέρων ιερέων ως και υπό τινων εκ των πλουσιωτέρων πολιτών, φιλικώτερον διακείμενοι προς τε την Ιερουδιανήν εξουσίαν και την Ρωμαϊκήν ήλθον με το αυτό πνεύμα της αυθαρέσκου αμαθείας υφ' ου εμπνέονται αι αντιρρήσεις νεωτέρων τινών Σαδδουκαίων κατά της αναστάσεως των νεκρών, ευχαριστημένοι απλώς να εμβάλλωσι τον Ιησούν εις δυσχέρειαν. Αποτεινόμενοι προς τον Ιησούν μετά σκωπτικού σεβασμού επέστησαν την προσοχήν του εις τον Μωσαϊκόν δεσμόν περί επιγαμβρεύσεως των ατέκνων χηρών τεθνεότων αδελφών υπό των επιζώντων και διηγήθησαν έν φαντασιώδες χονδροειδές παράδειγμα, καθ' ό μετά τον θάνατον ατέκνου του πρωτοτόκου αδελφού η χήρα ενυμφεύθη κατά διαδοχήν τους έξ νεωτέρους αδελφούς του οίτινες όλοι απέθανον είς μετά τον άλλον, αφίσαντες την χήραν επιζώσαν εισέτι «Εν τη ουν αναστάσει ερωτώσι σκωπτικώς, τίνος θα είνε η γυνή αύτη;» Οι Φαρισαίοι ως λέγει το Ταλμούδ, έλυσαν κατά τον ιδικόν των τρόπον το ζήτημα, ειπόντες ότι δε η γυνή θα είνε του πρώτου συζύγου. Αλλ’ ο Ιησούς δεν ήθελεν τοιαύτην απάντησιν αν και ο Ιλλήλ και ο Σαμαΐ δυνατόν να την ήθελον. Η διδασκαλία του διαφέρει από την των Εβραίων Ραββίνων όσον απέχει ο ουρανός από της γης.

Θα ηδύνατο εάν ήτο απλώς άνθρωπος ο διδάσκων να μεταχειρισθή το ερώτημα τούτο με την χλευαστικήν περιφρόνησιν της όποιας ήτο άξιον αλλά το πνεύμα της χλεύης είνε αλλότριον προς το πνεύμα της περιστεράς και άνευ περιφρονήσεως έδωκε προς το προκλητικόν και φιλόνικον δίλλημα την βαθείαν απάντησιν. Καίτοι η ερώτησις ήλθεν προς Αυτόν απροσδοκήτως η απόκρισίς Του ήτο εντελής. Ήνοιξε τας πύλας του παραδείσου τόσον πλατέως ώστε οι άνθρωποι να δύνανται να ίδωσιν ένδον αυτού περισσότερον ή όσον ποτέ είχον ιδεί. Και παρέσχεν εναντίον μιας των κοινοτέρων μορφών της απιστίας έν επιχείρημα το οποίον ούτε Ραββίνος ούτε Προφήτης συνέλαβε ποτέ κατά διάνοιαν. Πλανάσθε, είπεν, μη γνωρίζοντες τας γραφάς μηδέ την δύναμιν του Θεού· εν τη αναστάσει ούτε νυμφεύονται ούτε εκδίδονται εις γάμον, ούτε θνήσκουσι, αλλ' είνε όμοιοι προς τους αγγέλους, και είνε τέκνα του Θεού, αφού είνε τέκνα της Αναστάσεως. Διά να τους δείξη δε την περί τας γραφάς αμάθειάν των, ηρώτησε αν δεν ανέγνωσάν ποτε εις το βιβλίον της Εξόδου πώς ο Θεός, χαρακτηρίζει εαυτόν προς τον μέγαν νομοθέτην των λέγων, «εγώ ειμί ο Θεός Αβραάμ και ο Θεός Ισαάκ και ο Θεός Ιακώβ.» Πόσον ανάξιος θα ήτο ο τοιούτος τίτλος αν ο Αβραάμ και ο Ισαάκ και ο Ιακώβ, ήσαν απλώς και αιωνίως νεκροί και εν ανυπαρξία. «Ουκ έστιν ο Θεός, Θεός νεκρών αλλ' ο Θεός ζώντων.» Θα ήτο ποτέ δυνατόν να καταδεχθή να ονομάση, τον εαυτόν του Θεόν τέφρας και σποδού; Οπόσον ναι, πόσον φαεινή, πόσον βαθεία, αρχή της ευγενείας των γραφών ήτο αύτη! Οι Σαδδουκαίοι πιθανώς υπέθετον ότι αι λέξεις εσήμαινον απλώς, είμαι ο Θεός εις τον οποίον επίστευσαν, ο Αβραάμ και ο Ισαάκ και ο Ιακώβ, αλλ' όμως πόσον κακός θα ήτον ο ορισμός ούτος και πόσον ανεπαρκής διά να εμπνεύση την πίστιν την απαιτουμένην προς ηρωικάς πράξεις! Και αφού δεν υπήρχεν ανάστασις προς τι η πίστις των; εις τον θάνατον και εις το μηδέν επίστευσαν και εις την αιωνίαν σιγήν και εις το σκότος ύστερον από ζωήν τόσον πλήρη δοκιμασιών ώστε ο τρίτος των Πατριαρχών τούτων είχεν περιγράψη αυτήν ως αποδημίαν ολίγων και πονηρών ενιαυτών. Αλλ' ο Θεός ηννόει κάτι περισσότερον τούτου. Εννόει, και ούτω ο υιός του Θεού το ηρμήνευσε, ότι εκείνος όστις βοηθεί τους πεποιθότας επ' Αυτόν ενταύθα θα είνε βοηθός των και καταφυγή, και διατριβή των εις τους αιώνας των αιώνων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΒ'. Η Μεγάλη αρά

«Διδάσκαλε καλώς είπας.» — «Ποία εντολή μεγάλη.» — Ερώτησις του Ιησού προς τους γραμματείς. — Ο υιός του Δαυβίδ και ο κύριος του Δαυβίδ, — «Ουαί υμίν Γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί!» — «Ιερουσαλήμ Ιερουσαλήμ.» — Πλήρωσις της προφητείας.

Όλοι ακούσαντες και αυτοί οι υπέρφρονες Σαδδουκαίοι πρέπει να ησθάνθησαν βαθέως την υψηλήν σεμνότητα των αποκρίσεων εκείνων. Το ακροόμενον πλήθος και εξεπλήσσετο και ηδύνετο. Τινές των γραμματέων ευχαριστηθέντες από την πνευματικήν αναίρεσιν μιας απιστίας την οποίαν οι συλλογισμοί των υπήρξαν ανίσχυροι να θεραπεύσωσι δεν ηδυνήθησαν να μη ανακράξωσι, «διδάσκαλε καλώς είπας.» Η πλέον ή ανθρωπίνη σοφία των απαντήσεων τούτων επέφερε και μεταξύ των εχθρών Του στιγμιαίον αντιπερισπασμόν προς χάριν Του. Αλλά και πάλιν το ακόρεστον πνεύμα της απιστίας και της διαφωνίας εξηγέρθη, και την φοράν ταύτην γραμματεύς τις ενόμισεν ότι και αυτός έπρεπε να δοκιμάση την έκτασιν της μαθήσεως και της σοφίας του Χριστού. Ηρώτησε δι' ερώτημα το οποίον πάραυτα απέδειξε ψευδή και ουχί πνευματικήν έποψιν των πραγμάτων, «διδάσκαλε ποία εντολή μεγάλη εν τω νόμω;»

Αι Ραββινικαί σχολαί εν τω σαρκικώ και παχυλώ πνεύματι της λατρείας του γράμματος είχον σωρεύσει μεγάλους σωρούς λεπτολογίας επί του Μωσαϊκού κώδικος. Πλην άλλων δεν έπαυσαν ποτέ να μετρώσι και να σταθμίζωσι και να ταξεινομώσι και να διυλίζουσι όλας τας διαφόρους εντολάς του λειτουργικού και του ηθικού νόμου. Είχον έλθει εις το σοφόν συμπέρασμα ότι υπήρχον 248 θετικαί εντολαί, τόσαι όσαι και τα μέλη του ανθρωπίνου σώματος, και 365 αρνητικαί εντολαί τόσαι όσαι αι αρτηρίαι και αι φλέβες ή αι ημέραι του έτους· το όλον 613 όσος είνε και ο αριθμός των γραμμάτων εν τω δεκαλόγω. Λοιπόν από τοιούτον μέγα πλήθος εντολών και απαγορεύσεων όλαι βεβαίως δεν θα ήσαν της αυτής αξίας· άλλαι ήσαν ελαφραί και άλλαι βαρείαι· αλλά ποίαι; και τις ήτο η μεγίστη πασών εντολή; Κατά τινας Ραββίνους η σπουδαιοτάτη πασών των εντολών είνε η περί των κρασπέδων και των φυλακτηρίων και όστις επιμελώς τηρεί αυτήν θεωρείται ως να ετήρησε όλον τον νόμον! Τινές ενόμιζον την παράληψιν των καθαρμών και πλύσεων τόσον κακήν όσον και την ανθρωποκτονίαν· άλλοι ότι αι εντολαί της Μισνάς ήσαν όλαι βαρείαι, αι δε του νόμου, άλλαι βαρείαι και άλλαι ελαφραί· άλλοι εθεώρουν την τρίτην εντολήν ως ούσαν την μεγίστην πασών. Ουδείς εξ αυτών είχε κατανοήσει την μεγάλην αρχήν, ότι η εκουσία αθέτησις μιας εντολής είνε παράβασις όλων, επειδή σκοπός όλου του νόμου είνε το πνεύμα της υπακοής εις τον Θεόν. Ουχ ήττον οι μάλλον πεφοτισμένοι των Ραββίνων είχον ήδη νοήση ότι η μεγίστη πασών των εντολών, επειδή ήτον η πηγή πασών των άλλων, ήτο εκείνη ήτις επέβαλλε την αγάπην προς τον ένα αληθή Θεόν. Ο Ιησούς είχεν λάβει ήδη αφορμήν να εκφράση την επιδοκιμασίαν του επί της κρίσεως ταύτης, και τώρα την επαναλαμβάνει. Δεικνύων τα κράσπεδα των γραμματέων εν οις μία των αναγραφομένων διατάξεων ήτο το εδάφιον 4. Κεφ. ΣΤ'. του Δευτερονομίου, το αναγινωσκόμενον δις της ημέρας υπό παντός θεοσεβούς Ισραηλίτου, είπεν αυτοίς ότι αύτη ήτο η μεγίστη πασών των εντολών, «Άκουσον Ισραήλ Κύριος ο Θεός ημών είς κύριος, και αγαπήσεις κύριον τον Θεόν σου εξ όλης καρδίας σου»· και ότι η δευτέρα ήτο ομοία αυτή, «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» αγάπη προς τον Θεόν αποβαίνουσα αγάπη προς τον Άνθρωπον, αγάπη προς τον άνθρωπον τον αδελφόν μας εκπηγάζούσα από της αγάπης προς τον πατέρα μου τον Θεόν, αύται αι δύο μεγάλαι εντολαί εν αις όλος ο νόμος και οι προφήται κρέμανται.

Αι εντολαί τας οποίας εμνημόνευσεν ως τας μεγίστας δεν ήσαν ειδικαί, αλλά γενικαί, ουχί επίλεκτοι εκ πολλών, αλλά περιλειπτικαί πασών. Ο γραμματικός έσχε τον νουν να παρατηρήση και την ειλικρίνειαν να ομολογήση ότι η απόκρισις του Ιησού ήτο πλήρης σοφίας. «Διδάσκαλε αληθή είπας ανέκραξε». Ο Ιησούς επεδοκίμασε την ειλικρίνειάν του και είπε προς αυτόν νουθετών και ενθαρρύνων άμα ότι, δεν ήτο μακράν από της βασιλείας των ουρανών. Το συνέδριον είχε λάβει ήδη πείραν εκ της ήττης των επανηλειμμένων στρατηγημάτων του και της ταπεινώσεως της κομπορρήμονος σοφίας των ότι μία ακτίς φωτός από το στόμα εκείνο ήτο ικανή να διασκεδάση και να διαλύση όλην την σκοτόμαιλαν της κενής λογομαχίας και των περιτέχνων σοφισμάτων των. Αλλ' ήτο καλόν δι' αυτούς να πεισθώσι, πόσον ευκόλως εάν Αυτός ήθελε θα ηδύνατο να μεταχειρισθή εναντίον των, μεθ' υπερόπλου δυνάμεως, αυτά τα μηχανήματα τα οποία εκείνοι μετ' αποτελεσμάτων τόσων ματαίων και τόσων ολεθρίων δι' αυτούς είχον βάλει εις πράξιν εναντίον του. Διά τούτο επρόβαλε προς αυτούς έν απλούν ερώτημα βασιζόμενον επί των ιδίων των ερμηνευτικών αρχών και εξηγμένον έκ τινος ψαλμού του Δαυίδ τον οποίον εθεώρουν ως αναφερόμενον εις τον Μεσσίαν. Εν τω ψαλμώ εκείνω υπάρχει η έκφρασις «είπεν ο Κύριος (Ιεχωβά) τω Κυρίω μου (Αδωναΐ) κάθου εκ δεξιών μου». Τι σας φαίνεται, τους είπε, περί του Χριστού, Τίνος Υιός είνε; λέγουσι Αυτώ, του Δαυίδ. Εάν λοιπόν, είπε, είνε υιός του Δαυίδ πώς ο Δαυίδ τον ονομάζει Κύριόν Του; ηδύνατο ο Αβραάμ να ονομάση τον Ισαάκ ή τον Ιακώβ ή τον Ιωσήφ ή κανέναν εκ των απογόνων του Κύριόν του; εάν όχι πώς ο Δαυίδ έπραξεν ούτω; Μία μόνη ήτο δυνατόν να υπάρχει απάντησις· διότι ο υιός εκείνος θα ήτο θείος όχι ανθρώπινος· υιός του Δαυίδ εξ ανθρωπίνης γεννήσεως, αλλά Κύριος του Δαυίδ εκ θείας υποστάσεως. Αλλά δεν ηδύναντο να εύρωσι την απλήν ταύτην εξήγησιν ούτε καμμίαν άλλην· δεν ηδύναντο να την εύρωσι διότι ο Ιησούς ήτον ο Μεσσίας των και τον απέρριψαν. Επροτίμουν να αγνοώσι το γεγονός ότι αυτός ήτον κατά σάρκα υιός του Δαυβίδ· και όταν ως Μεσσίαν των ωνόμασαν αυτόν υιόν του Θεού ύψωσαν τας χείρας εν φρίκη και έλαβον λίθους διά να τον λιθοβολήσωσι. Ούτω και ενταύθα η σοφία των εναυάγησε και ενώ ηξίουν να είνε αρχηγοί του λαού ουχ ήττον επί θέματος τόσον τακτικού και τόσον σπουδαίου όσον αι περί Μεσσίου ελπίδες των κατεδικάσθησαν δευτέραν φοράν κατά την αυτήν ημέραν ως «τυφλοί τυφλών οδηγοί» και ηγάπων την τύφλωσίν των. Δεν ήθελον να αναγνωρίσωσι την αμάθειάν των δεν μετημελούντο εκ των σφαλμάτων των· το πικρόν δηλητήριον του μίσους των δεν αφηρέθη διά της μακροθυμίας των, η βαθεία νυξ της διαστροφής των δεν διελύθη διά της σοφίας των.